κόκκινη σημαία

Πρωτομαγιά σήμερα, και στον απόηχο μιας μιζέριας που τολμά να καμώνεται το κίνημα αντιγράφω εδώ ένα απόσπασμα από την Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά. Δεν θέλω να πω τίποτε άλλο, παρά μόνο να προκαλέσω τον ειλικρινή αναγνώστη να σκεφτεί πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε κάτι σαν κι αυτό που περιγράφει εδώ ο Θεοτοκάς με τη λατρευτή γλώσσα του (εξυπνάδες περί άλλου ιστορικού πλαισίου, και δε συμμαζεύεται, δεν γίνονται δεκτές. Καταλαβαινόμαστε…).

 

«Σχεδόν ασυνείδητα, σερνάμενη ορμητικά από τον ίδιο τον εαυτό της, η αυθόρμητη αυτή διαδήλωση πέρασε από τους ερημικούς και σιωπηλούς δρόμους της Βερανζέρου και του Μάρνη και ξεμπούκαρε, από ένα στενό, στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου. Μα εκεί κοντοστάθηκε,  διστάζοντας, για μία στιγμή, αν έπρεπε να τραβήξει εμπρός ή πίσω. Μια άλλη διαδήλωση ανέβαινε προς την Ομόνοια, αλλά με ύφος πολύ διαφορετικό. Οι άνθρωποι, που την αποτελούσαν, ασφαλώς ήξεραν τι ζητούσαν.

Η νέα αυτή διαδήλωση ήταν σιωπηλή σχεδόν και αργή, μα πιο σφιχτοδεμένη, πιο στερεή στα πόδια της. Τα πρόσωπα των μελών της σφιγμένα, τραχιά, αποφασισμένα, θαρρείς, για το καθετί. Στην πρώτη γραμμή ήταν μερικές γυναίκες ντυμένες οι περισσότερες με μαύρα, νέες ακόμα, αδύνατες, παθιασμένες, κοιτάζοντας ίσια μπροστά με βλέμμα ανέκφραστο, σαν υπνωτισμένες. Ανάμεσά τους ξεχώριζες το Δαμιανό Φραντζή, που βάδιζε σαν αρχηγός, και δίπλα του το Δημητρό Μαθιόπουλο, το φοιτητή από τα Καλάβρυτα. Ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο τους συνόδευε, το ίδιο που είχε κατακτήσει ο λαός, λίγες ώρες πριν, κοντά στην Ομόνοια, και γρήγορα είχε πέσει στα χέρια των κομμουνιστών. Μία κόκκινη σημαία ανέμιζε απάνω τους. Ο Μανώλης Σκυριανός την είδε και ανατρίχιασε.

Η κόκκινη σημαία, μες στο ξεσηκωμένο πλήθος, μέσα στην ατμόσφαιρα της μάχης και στο ακατάπαυστο τουφέκιδι, ανάδινε ξαφνικά μιαν ένταση τρομακτική – σα να τελείωσαν ξαφνικά τα αστεία και τα ψέματα, η αμεριμνησία τον καλοκαθισμένων κοινωνιών, οι θεσμοί, οι καθιερωμένες αξίες, η φρασεολογία της ρουτίνας, και ξυπνούσε, άγρια και ακατάσχετα, κάτω από τον καταγάλανο, ανοιξιάτικο ουρανό, και καταχτούσε μονομιάς, τα πάντα, κάποια ωμη, ακατάβλητη πραγματικότητα, πάντοτε παρούσα και παντού, μα που πάσχιζαν όλοι να ξεχάσουν την ύπαρξή της, και τώρα επιτέλους ερχότανε η ώρα να πει και αυτή το λόγο της, βουβαίνοντας κάθε άλλη φωνή.

– Ζήτω η Επανάσταση!

Ύστερα από την πρώτη στιγμή του δισταγμού, η διαδήλωση των φοιτητών διαλύθηκε μονομιάς. Στη θέα της κόκκινης σημαίας, οι περισσότεροι υποχώρησαν σα να είχανε δει ξαφνικά την καρμανιόλα, στημένη στη μέση του δρόμου. Μα κάμποσοι έτρεξαν να σμίξουν τους κομμουνιστές».

 

mit roter fahne

George Baselitz, “MIT ROTER FAHNE”, 1965

 

 

 

 

Advertisements

Για τα ΝΑΙ και ΟΧΙ στη Συμφωνία των Πρεσπών

Συχνά οι αριστεροί μας αποδίδουν στα λόγια, που φαίνεται να τα αγαπούν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μαγικές ιδιότητες. Ξεχνούν όμως ότι η πολιτική πραγματικότητα, η «συγκυρία» ας πούμε, αναδεικνύει τα ζητήματα με έναν συγκεκριμένο τρόπο, που αυτός χρωματίζει τις δικές μας διατυπώσεις και όχι το αντίθετο.

Το ζήτημα των ημερών είναι η Συμφωνία των Πρεσπών, μια συμφωνία που κάθε αντι-ιμπεριαλιστής/ρια θα έπρεπε να απορρίπτει, βλέποντάς την ως επιστέγασμα της επιθετικής πολιτικής του ελληνικού κράτους απέναντι στη Δημοκρατία της Μακεδονίας (έχουμε γράψει και παλιότερα σχετικά μ’αυτό). Απέναντι σ’αυτή τη συμφωνία έχουμε αριστερούς που λένε ΝΑΙ και αριστερούς που λένε ΟΧΙ. Οι μεν ισχυρίζονται ότι το ΝΑΙ τους έχει να κάνει με τα στοιχεία συμφιλίωσης και αλληλεγγύης που βλέπουν μέσα στη συμφωνία και όχι με το πλήρες πακέτο της, οι δε μάς λένε ότι το ΟΧΙ τους είναι ένα ΟΧΙ ενάντια στον Ιμπεριαλισμό (κάπου στο γαλαξία της Ανδρομέδας, ίσως, μιας και ελληνικός ιμπεριαλισμός δεν κατονομάζεται πουθενά). Άποψή μου είναι ότι οι προσδιορισμοί αυτοί είναι χωρίς πρακτική σημασία. Απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών ή είναι κανείς με το ΝΑΙ, μαζί με όλους εκείνους που είναι με το ΝΑΙ, ή είναι με το ΟΧΙ, μαζί με όλους εκείνους που είναι με το ΟΧΙ.

Σημαίνουν τα παραπάνω μήπως ότι όταν η πραγματικότητα μάς θέτει τέτοια δίπολα δεν μπορούμε να τοποθετηθούμε; ότι είμαστε καταδικασμένοι να επιλέξουμε μεταξύ δύο κακών;

Γνώμη μου είναι πως το αντίθετο του ιμπεριαλιστικού ΝΑΙ δεν μπορεί να είναι το «διεθνιστικό» ΟΧΙ (δε νομίζω ότι υπάρχει τέτοιο πράγμα), μα η άρνηση της δυνατότητας του ελληνικού κράτους να απαιτεί οποιαδήποτε συμφωνία. Με λίγα λόγια, η απάντηση στο δίπολο ΝΑΙ/ΟΧΙ είναι η αναγνώριση του δικαιώματος του γειτονικού κράτους να έχει όποιο όνομα, όποιον προσδιορισμό, θεωρεί ο λαός του ότι του πρέπει. Χωρίς αυτό, οποιοσδήποτε προσδιορισμός (διεθνιστικό, αντι-ιμπεριαλιστικό κλπ) θα είναι απλά μια γελοία κόκκινη γαρνιτούρα στο μεγαλοιδεατισμό (γιατί δεν είναι τίποτα άλλο η αποδοχή του δικαιώματος του ελληνικού κράτους να έχει λόγο στον προσδιορισμό ενός γειτονικού λαού). Μόνο αυτή η στάση δημιουργεί έδαφος για την αποκάλυψη του ρόλου του ελληνικού κράτους στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, μόνο αυτή ανοίγει δρόμους διεθνιστικής αλληλεγγύης (πιο αναλυτικά, εδώ).

Μπορεί η συζήτηση αυτή να αφορά σε μια αριστερά που βρίσκεται σε ιδεολογικό και υλικό (το πρώτο δεν υπάρχει χωρίς το δεύτερο, παρά μόνο ως κατάλοιπο) εναγκαλισμό με το κράτος; Προφανώς όχι. Άρα, γράφοντας αυτό το μικρό σημείωμα, πραγματικά δεν ξέρω ποιος μπορεί να είναι ο φυσικός του αποδέκτης. Ας μείνουμε εδώ.

mak

Μικρό παριζιάνικο φωτογραφικό

Κυκλοφόρησαν σε πακετάκι οι δύο φωτογραφίες που φαίνονται παρακάτω. Η λεζάντα που τις συνοδεύει είναι, «είναι όλα θέμα προοπτικής». Με λίγα λόγια, «μπορεί να βλέπετε ότι το Παρίσι φλέγεται, αλλά για δείτε μήπως υπερβάλλουν!».

collage1

Επειδή λοιπόν το trend των «κυνηγών hoax» μου τη βιδώνει, κι επειδή πιστεύω ότι οι οπαδοί της «λογικής» αργά ή γρήγορα γίνονται τα τσουτσέκια του αστικού φιλελευθερισμού αρχικά και καθετί αστικού αργότερα, έψαξα λίγο τη φωτογραφία.

Με ένα χάρτη του Παρισιού είδα ότι, για τη συγκεκριμένη γωνία της Αψίδας, η φωτογραφία μπορεί να έχει τραβηχτεί μόνο από την Avenue Foch ή από την Avenue de Friedland. Πράγματι, αναζητώντας φωτογραφίες της Αψίδας από τις δύο αυτές λεωφόρους, είδα ότι πρόκειται για την πρώτη. Φαίνεται καθαρά στην παράθεση (προσοχή στον φωτεινό σηματοδότη, που προοπτικά φαίνεται στην καμάρα, θα μας χρειαστεί σε λίγο).

Avenue foch

Το θέμα, όμως, είναι ότι εάν οι φωτογράφοι που φαίνονται στην πρώτη φωτογραφία στέκονται σ’αυτό το σημείο της Avenue Foch για να τραβήξουν υπ’αυτή τη γωνία την Αψίδα, τότε κάτι πάει στραβά με τα κτήρια από πίσω. Για να δούμε τι μας δείχνει το Street View ότι υπάρχει εκεί (προσοχή στο φωτεινό σηματοδότη, τον έχω σημειώσει με κόκκινο κύκλο για να έχουμε μια αίσθηση του χώρου).

panorama

Αν λοιπόν, μεταξύ άνοιξης/καλοκαιριού (του Street View) και του τωρινού χειμώνα, δεν φύτρωσαν εκεί κτήρια του προ-προηγούμενου αιώνα, οι φωτογραφίες, που μας παρατίθενται ως πακέτο, δεν σχετίζονται. Άρα το Παρίσι φλέγεται όπως βλέπουμε στα πολλά βίντεο των ημερών και όπως μας λένε οι φίλοι/ες μας. Οι «κυνηγοί hoax» ας βγάλουν αλλού το μεροκάματο.

 

Τιτιβίσματα εθνικοφροσύνης

Όταν η κυρία Νίκη Τζαβέλα, πρώην ευρωβουλευτής στέλεχος της ΝΔ, αποφασίζει να τουιτάρει, πάντα κάτι ενδιαφέρον έχει να πει (θυμήσου τις απίστευτα ειλικρινείς δηλώσεις της για την εθνική ομογενοποίηση δια του ξύλου). Το σημερινό της χτύπημα ήταν (με αφορμή κάποια συζήτηση για τα Δεκεμβριανά) η δήλωση πως πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη σε κείνους που νίκησαν τους κομμουνιστές τότε, ΟΠΟΙΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟΙ.

Πολλοί φίλοι και φίλες θεώρησαν τη δήλωση αυτή ακραία. Αναρωτήθηκαν εάν η ΝΔ μπορεί να στηρίξει επίσημα τις θέσεις της.

Το πραγματικό ερώτημα είναι, γιατί όχι; Η κυρία Τζαβέλα απλά επανέλαβε την ιδρυτική θέση του σύγχρονου ελληνικού κράτους (το οποίο στήνεται στη δεκαετία μεταξύ ’45 και ’55 χοντρικά ως μαντρόσκυλο του ΝΑΤΟ στην περιοχή, και που η ιδεολογική του υπόσταση υπήρξε ο Αντικομμουνισμός). Εξ’όσων γνωρίζουμε, το ελληνικό κράτος ποτέ δεν αναθεώρησε τις ιδρυτικές του πράξεις, άρα αν σήμερα, με αφορμή το Τζαβέλειο τουιτάρισμα πρέπει κάτι να μας προβληματίσει, αυτό σίγουρα δεν είναι το εάν η ΝΔ (αλλά και τα υπόλοιπα κόμματα του «συνταγματικού τόξου») συμφωνούν μ’αυτό.

Παρακάτω παραθέτω μερικά ντοκουμέντα που μπορεί κανείς να βρει στην εξαιρετική εργασία του Τάσου Κωστόπουλου «η αυτολογοκριμένη μνήμη» (εκδόσεις «Φιλίστωρ», 2005), που τη συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Το πρώτο είναι από αγόρευση του βουλευτή Αλ. Δημάκη το 1951:

«Εάν δεν υπήρχαν αυτά (τα Τάγματα Ασφαλείας), δεν θα υπήρχε Ελλάς, κύριοι. Είναι γνωστόν σε όλους ότι εις τα Τάγματα αυτά στηρίζεται η σωτηρία της Ελλάδος»

Το πιάσαμε; Ωραία. Πάμε παρακάτω, σε αγόρευση του βουλευτή Θ. Τουρκοβασίλη το 1947:

«Ο στρατός αυτός των λεγομένων Ταγμάτων Ασφαλείας απετέλει την μόνην Εθνικήν Αντίστασιν κατά των κομμουνιστών … (στα ΤΑ) οφείλομεν το γεγονός ότι η Ελλάς δεν υπέκυψεν εις κομμουνιστικήν επικράτησιν»

Όλοι αυτοί οι σωτήρες του έθνους έπρεπε, για να ξαναπροσφέρουν τις υπηρεσίες τους, να τη βγάλουν καθαρή από τα δικαστήρια της Απελευθέρωσης. Ήταν ο υπουργός Θεμ. Τσάτσος που πρόσφερε τη θεωρητική κάλυψη γι’αυτό, το 1945:

«Από διεθνούς απόψεως, ο σχηματισμός των ταγμάτων ασφαλείας απετέλει ενίσχυσιν της γερμανικής δυνάμεως. Από ελληνικής όμως απόψεως, επειδή υφίστατο εσωτερικός κίνδυνος, ο οποίος έδει να εξουδετερωθεί, νομίζω ότι οι δημιουργήσαντες τα τάγματα ασφαλείας δεν ενεφορούντο από προδοτικήν διάθεσιν».

Για τη μαζική διάσταση των αθωώσεων των συνεργατών των Ναζί, χαρακτηριστικό είναι το διάβημα του Κομ. Πυρομάγλου, υπαρχηγού του ηπειρωτικού ΕΔΕΣ προς τον αντιβασιλιά, το 1945:

«Η ελληνική ιστορία δεν αναφέρει μέχρι σήμερον πουθενά τοιάυτην ηθικήν κατάπτωσιν του επισήμου κράτους και εις τας πλέον μελανάς του στιγμάς. Η επιβράβευσις της προδοσίας αποτελεί ύβριν προς εκείνους οι οποίοι επολέμησαν εις τα βουνά της Ελλάδος, εις τας αφρικανικάς ερήμους, εις τα διάφορα μέτωπα, εις τας Θάλασσας και εις τον αέρα και σήμερον παρίστανται σιωπηλοί και ταπεινωμένοι μάρτυρες των ηθικών και υλικών αμοιβών τας οποίας τόσον αφειδώς παραχώρει το κράτος εις εκείνους οι οποίοι συνετάχθησαν με τον εχθρόν της πατρίδος και επολέμησαν εναντίον Ελλήνων και συμμάχων».

Για περισσότερα, αναζητήστε το βιβλίο του Τ. Κωστόπουλου. Στην εργασία του φαίνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι οι παραπάνω στάσεις όχι μόνο δεν ήταν προσωπικές ή μεμονωμένες, αλλά ο πυρήνας της κρατικής σύστασης. Γιατί, λοιπόν, να ανησυχεί η κυρία Τζαβέλα;

Αντί επιλόγου, μια φωτογραφία από το Παρίσι, όπου χθες 1/12/2018 κάποιος έγραψε στην Αψίδα του Θριάμβου την απάντηση στην κυρία Τζαβέλα και τους ομοίους της στο «συνταγματικό τόξο».

Paris11218

Μια μαύρη κινητοποίηση κι εμείς

Στις 29 του Νοέμβρη 2018, μια ημερομηνία που θα πρέπει να θυμόμαστε, είχαμε την κορύφωση της πρώτης απόπειρας πανελλαδικής εθνικιστικής κινητοποίησης, και μάλιστα με κέντρο τα σχολεία.

katalipsifa01.jpg

Παρακάτω, εκθέτω μερικές σκέψεις για το θέμα αυτό

ΜΕΡΟΣ Α’. Η μεγάλη εικόνα.

Οι φασίστες ηττήθηκαν

Κι αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να ειπωθεί. Η κινητοποίηση τελικά δεν έπιασε τους δηλωμένους στόχους της, για την ακρίβεια απείχε πάρα πολύ απ’αυτούς. Ούτε τα ψέματα για τον αριθμό των σχολείων που έκλεισαν ή το πλήθος που διαδήλωσε, ούτε τα στημένα επεισόδια του στυλ «αναρχικοί απειλούν τα παιδιά μας» δεν μπόρεσαν να αλλάξουν τη γενική εικόνα μιας περιορισμένης κινητοποίησης.

Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;

Διατυπώνεται από ορισμένους στα σοβαρά ότι «η δημοκρατία έχει βαθιές ρίζες στην Ελλάδα», άρα οι φασίστες ποτέ δεν θα μπορέσουν να ανοιχτούν στην κοινωνία με αξιώσεις. Αυτό, μας λένε, έκανε και τα παιδιά να τους γυρίσουν την πλάτη. Η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκε πολλή δουλειά για να ανατραπεί η φασιστική κινητοποίηση. Την επιτυχία αυτή δεν τη χρωστάμε γενικά «στα αντιφασιστικά αντανακλαστικά του λαού μας», μα σε κείνους τους μαθητές και τις μαθήτριες που έβαλαν φρένο στα σχέδια των φασιστών μέσα στα ίδια τα σχολεία τους, εκείνους τους εκπαιδευτικούς που ενάντια στις απειλές παρακράτους και κράτους έπραξαν το αυτονόητο και αποκάλυψαν την ουσία της φασιστικής εκστρατείας, εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που είχε τα πολιτικά αντανακλαστικά να καταλάβει ποιο ήταν το πραγματικό επίδικο των ημερών. Ας μου επιτραπεί η υποσημείωση ότι και τα οργανωμένα μέλη των αριστερών συλλογικοτήτων λειτούργησαν περισσότερο ενστικτώδικα, μέσα στους κόλπους αυτής της αντιφασιστικής δύναμης που δημιουργήθηκε από την περίσταση.

antifaschool02.jpg

Όμως, η εθνικιστική κινητοποίηση ήταν μια γενική πρόβα

Αν και μπορούμε να μιλάμε για ήττα των φασιστικών σχεδιασμών, σίγουρα δεν πρόκειται για συντριβή. Κάποια σχολεία έκλεισαν, κάποια παιδιά κατέβηκαν στο δρόμο, κάποια παιδιά ανταποκρίθηκαν δηλαδή στο φασιστικό κάλεσμα (αρκετές καταλήψεις συνεχίζονται ακόμη και σήμερα). Ακόμη, κάποια παιδιά εξοικειώθηκαν με την εικόνα των ναζιστικών χαιρετισμών, τα συνθήματα για κατάληψη εδαφών γειτονικών χωρών και για «Σκοπιανούς», που «δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ», εξοικειώθηκαν με την ιδέα ότι λογική κατάληξη της κινητοποίησής τους μπορεί να είναι μια επίθεση σε πρόσφυγες, σε κάποια κατάληψη αναρχικών, στα γραφεία αριστερών οργανώσεων. Είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζουμε μια τέτοια κινητοποίηση, και αυτό από μόνο του είναι ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με ό,τι έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Όπως είχα γράψει και στην περίπτωση του «πραξικοπήματος της πλάκας» πριν από μερικούς μήνες, είναι ζωτικό στοιχείο της φασιστικής τακτικής το να κερδίζει χώρο, το να νομιμοποιεί την παρουσία και τις προτάσεις των φασιστών, ακόμη κι αν αποτυγχάνει να συνεπάρει μεγάλες μάζες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι φασίστες και όσοι βρίσκονται πίσω απ’αυτούς χρησιμοποίησαν αυτή την κινητοποίηση για να μετρήσουν τις δυνάμεις τους. Κι εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι στις δικές τους δυνάμεις προστέθηκαν πρόθυμα μηχανισμοί του κράτους, πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικές παρατάξεις, δημόσιες περσόνες κλπ.

Οφείλουμε να εξετάσουμε κάθε πτυχή των ημερών που πέρασαν

Όσο οι φασίστες προετοιμάζουν την επόμενη κίνησή τους (γιατί είναι βέβαιο πως αυτό συμβαίνει), δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να μένουμε ήσυχοι. Απόψεις ηλίθιας αισιοδοξίας του τύπου «αποδείξαμε πως κάθε φορά που θα εμφανίζονται, θα βρίσκουν πολλαπλάσιους/ες απέναντί τους» πρέπει να αντιμετωπιστούν σαν αυτό που είναι: κουτόχορτο. Το αντιφασιστικό δίκτυο απέχει πολύ απ’το να χαρακτηριστεί συμπαγές ή οργανωμένο και στο εσωτερικό του κυκλοφορούν οι πιο ετερόκλητες απόψεις. Ένα θετικό στοιχείο για τον απολογισμό που πρέπει να γίνει (και πρέπει να ριχτεί φως σε κάθε πτυχή αυτών των τελευταίων ημερών) είναι ότι πλέον μιλάμε πάνω σε μια συγκεκριμένη πανελλαδική εμπειρία. Εάν αυτή η συζήτηση δεν ανοιχτεί τώρα μαζικά, με όρους συγκρότησης αντιφασιστικού ρεύματος, ας περιμένουμε το επόμενο μίζερο κάλεσμα για κάποιο συντονισμό ή ας αφήσουμε όλη αυτή την ορμή να εκφυλιστεί σε εκδηλώσεις των οργανώσεων, όπου βέβαια η εμπειρία θα σφυρηλατηθεί ώστε να ταιριάξει με τις ιδιαίτερες αντιλήψεις της καθεμιάς.

Ο πλούτος των απόψεων δεν είναι πάντα δύναμη

Αυτό που συζητάμε ετούτη τη στιγμή δεν είναι φυσικά η προθυμία με την οποία κινητοποιήθηκαν αγωνιστές και αγωνίστριες απ’όλο το φάσμα της Αριστεράς. Αυτό είναι δοσμένο, το είδαμε να συμβαίνει και προφανώς είναι κάτι που μας ενώνει. Η αποτελεσματικότητα όμως του αγώνα, η δυνατότητα να κερδίσουμε μαζικά κομμάτια των καταπιεσμένων σ’αυτόν, δεν θα κριθεί μόνο στην καλή μας διάθεση, αλλά και στην πολιτική γραμμή. Άποψή μου: σε μια γραμμή που απέναντι στη φασιστική επίθεση θα στήσει τείχος που δεν θα έχει ούτε ένα από τα συστατικά του υπάρχοντος, είτε σε επίπεδο πολιτικών εκπροσώπων είτε σε επίπεδο ιδεολογίας.

Στις επόμενες γραμμές θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τα σημεία της διαφωνίας μου με κομμάτια των αντιλήψεων που αναπτύχθηκαν στον αντιφασιστικό κόσμο. Προφανώς, θα μείνω σε κείνα τα στοιχεία που είχαν τη δυνατότητα κάποιας συγκροτημένης παρέμβασης.

Ας τα πάρουμε ένα-ένα:

Καμία συμφιλίωση με τις εθνικιστικές κινητοποιήσεις.

Η κινητοποίηση της 29/11 δεν ήταν ούτε «δίκαιη», ούτε «καπελώθηκε από τους φασίστες, επειδή η αριστερά της γύρισε την πλάτη». Ήταν μια εθνικιστική κινητοποίηση στο δημόσια δηλωμένο περιεχόμενό της, δηλαδή την απαίτηση ακόμη μεγαλύτερου νταβατζιλικιού του ελληνικού κράτους στα Βαλκάνια, φασιστική στο περιεχόμενο που αναδύθηκε απ’αυτή (είπαμε και παραπάνω για τα συνθήματα που τελικά κυριάρχησαν), και φυσικά οργανωμένη από τα διάφορα φασιστικά δίκτυα (που δεν περιορίζονται στις φασιστικές ομάδες). Αντιλήψεις που εκφράστηκαν για μία ακόμη φορά στο εσωτερικό της Αριστεράς περί «έκφρασης της δίκαιης οργής του λαού», περί του «να μην χαρίσουμε την κινητοποίηση στους φασίστες» και δε συμμαζεύεται, είναι καλέσματα εθνικιστικής κατρακύλας και παράλυσης μπροστά στο φασισμό.

katalipsifa02.jpg

Το θέμα δεν ήταν η κατάληψη!

Δυο αντιδιαμετρικές, μα βασικά συγγενικές, απόψεις εκδηλώθηκαν μέσα στους αντιφασίστες και τις αντιφασίστριες, που αξίζει να σχολιαστούν. Η μία μάς δήλωνε πως οι καταλήψεις αυτές, συγκινώντας με το περιεχόμενό τους την «κοινή γνώμη», θα την αναγκάσουν να αποδεχτεί και τη μορφή τους. Με λίγα λόγια, ότι οι εθνικιστικές κινητοποιήσεις θα δώσουν γαλανόλευκα πιστοποιητικά νομιμότητας στη συγκεκριμένη μορφή πάλης. Η άλλη, αναδείκνυε ως κεντρικό ζήτημα την υπεράσπιση αυτής της μορφής πάλης: «να μην την οικειοποιηθούν οι φασίστες». Πρόκειται για απόψεις που δεν αντέχουν στο φως της ιστορικής εμπειρίας. Ούτε οι φασίστες είχαν ποτέ πρόβλημα να οικειοποιηθούν μορφές πάλης του κινήματος των καταπιεσμένων, ούτε η «κοινή γνώμη», η ανθρώπινη σκόνη, μπερδεύτηκε ποτέ εάν το περιεχόμενο ήταν «το σωστό». Ο τσακισμένος μικροαστός που κλαψουρίζει για τις πορείες στο κέντρο της πόλης μπορεί πολύ καλά να χειροκροτά ένα συλλαλητήριο «για τα εθνικά θέματα», ο «νοικοκύρης», που στο πέταγμα φυλλαδίων βλέπει με αηδία τη «βία», δεν διστάζει να αποθεώσει έναν εθνικιστή που ανοίγει πυρ στο έδαφος μιας γειτονικής χώρας. Ο ίδιος άνθρωπος που τη μία μέρα μπορεί να αγανακτήσει για την εκδίωξη ενός κυβερνητικού στελέχους από μια μαζική εκδήλωση, αύριο μπορεί να χειροκροτά την επίθεση φασιστοειδών σε μια διαμαρτυρία προσφύγων σε κάποια πλατεία. Ας αναρωτηθούμε: επηρέασαν, έστω και στο ελάχιστο, οι καταλήψεις σχολείων από γονείς εναντίον των προσφυγόπουλων το μέσο πάλης «κατάληψη»; Του έδωσαν ή του πήραν πόντους νομιμοποίησης; Σε τελική ανάλυση, αυτή είναι η αντίληψή μας για τη συγκρότηση της συνείδησης του κόσμου μας;

«Λεφτά για την παιδεία»;

Κοντά σ’αυτές τις προσεγγίσεις, όμως σε πραγματικά κυρίαρχο βαθμό, αναπτύχθηκε μια χοντροκομμένη «κλασσικά αριστερή» αντίληψη: εάν απευθυνθούμε στη νεολαία στη βάση των «πραγματικών» της προβλημάτων, τότε γκρεμίζεται η φασιστική επιρροή. Έτσι, αν ρίξουμε το σύνθημα «λεφτά για την παιδεία», αν μιλήσουμε για την υποχρηματοδότηση των σχολείων και την ανεργία που τσακίζει τη νεολαία, τότε ο εθνικιστικός λόγος αποδυναμώνεται. Βγαλμένη από κουτάκια εγχειριδίου αυτή η αντίληψη, βλέπει το «υλικό» αίτημα να διαμορφώνει αυτόματα ταξική συνείδηση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος. Στο μυαλό του νεολαίου που φωνάζει «στα όπλα, να πάρουμε τα Σκόπια», ο δρόμος για μια αξιοπρεπή εκπαίδευση, για δουλειά, για ζωή, περνάει μέσα από τον εθνικό τσαμπουκά. Με τον ίδιο τρόπο, ένας -ας πούμε «εθνικά» ευαίσθητος- άνθρωπος θα μπορούσε να σκέφτεται «πώς μπορώ να μιλάω για σχολεία/νοσοκομεία την ώρα που μας παίρνουν τη Μακεδονία μας;». Αν λοιπόν, η φανταστική αυτή αντιπαράθεση «λεφτά για την παιδεία, όχι για εξοπλισμούς» μπορεί να λειτουργεί προπαγανδιστικά σε ομαλές περιόδους, χάνει τη δύναμή της σε περιόδους εθνικιστικής έξαρσης. Αν, λοιπόν, θέλουμε να χτυπήσουμε την ανάπτυξη του εθνικισμού είναι επιτακτικό να αποκαλυφθεί η ουσία του: με τι συντάσσεσαι; Με την επιθετικότητα της ελληνικής μπουρζουαζίας, με το ελληνικό κράτος ως τοπάρχη και μαντρόσκυλο του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή, με τους «άξονες» με τα καθεστώτα Αιγύπτου και Ισραήλ, με το θανατηφόρο ανταγωνισμό για τα πετρέλαια, με τα ιπτάμενα ραντάρ και τα βομβαρδιστικά που σαρώνουν ολόκληρη αυτή τη γειτονιά του πλανήτη και σηκώνονται από το «αιώνια αμυνόμενο» έδαφος της Ελλάδας, με τα τάγματα εφόδου, το παπαδαριό, τους ρατσιστές, μια αστυνομία που δολοφονεί εν ψυχρώ νεολαίους; Κανένας εθνικισμός δεν πρόκειται να ηττηθεί εάν δεν αποκαλύφθεί στη νεολαία το μεγάλο ψέμα ότι ο πόλεμος που της ετοιμάζουν θα είναι για το δίκιο, ότι η «δική της χώρα» είναι αμυνόμενη, ότι της ανήκουν δικαιωματικά όχι μόνο τα εδάφη που σήμερα απλώνεται μα και άλλα διπλά και τριπλά. Με λίγα λόγια, κανένας εθνικισμός δεν θα ηττηθεί αν δεν σπάσει η αποδοχή του πολιτικού προγράμματος της μπουρζουαζίας, πυρήνας του οποίου είναι η ιδέα του «έθνους».

Τα παιδιά δεν είναι «αθώα»

Αν κάτι πραγματικά εξαπλώθηκε μέσα στο αντιφασιστικό κίνημα των τελευταίων ημερών, αυτό είναι η παράλογη, μα συναισθηματικά βολική, ιδέα ότι ο φασισμός έρχεται στη νεολαία «εξωτερικά». Φυσικά, αν μ’αυτό εννοούμε ότι ο φασισμός είναι μια πρακτική που ιστορικά καλλιεργήθηκε από τα πάνω, τότε δεν θα διαφωνήσουμε ιδιαίτερα. Το πρόβλημα όμως είναι όταν αυτό επικεντρώνεται ειδικά στα παιδιά, αντανακλώντας -ας μου επιτραπεί- είτε την εικόνα της Καινής Διαθήκης για την αγνότητα των παιδιών, είτε τα διηγήματα ευαίσθητων αστών, την εποχή που η τάξη τους ανακάλυπτε την ιδέα της παιδικότητας. Ο φασισμός δεν έχει ηλικιακό «κόφτη», δεν υπάρχει τίποτα στην κατηγορία «νεολαία» που να είναι θωρακισμένο απέναντί του, το μικρόβιο της κοινωνικής μνησικακίας, απαραίτητο συστατικό της εξάπλωσης του φασισμού, μολύνει τη νεολαία όπως και τους μεγαλύτερους. Επίσης, είναι εξαιρετικά υποκριτικό να αποδεχόμαστε την πολιτική ωριμότητα των νέων σαν ριζοσπαστικοποιούνται ενάντια στο σύστημα, αλλά να την αρνούμαστε όταν το εκκρεμές κινείται προς τα δεξιά. Ακόμη περισσότερο, η δράση των κοινωνικών υποκειμένων που κάθε φορά συγκροτούνται έχει υποκειμενικές προθέσεις και αντικειμενικά αποτελέσματα, που είναι στοιχεία διακριτά. Μπορούμε να παρέμβουμε στον υποκειμενισμό τους προσπαθώντας να αναδείξουμε τα αναμενόμενα αντικειμενικά αποτελέσματα της δράσης τους, μα είναι πολιτικά ηλίθιο να τον αρνούμαστε. Έτσι, η παρέμβαση σε μια νεολαία που φωνάζει «να πάρουμε τη μικρασία» δεν μπορεί να είναι «είστε παραπλανημένοι». Η αντίληψη αυτή καταλήγει να μηρυκάζει και να ξερνά αντεστραμμένη την αστική θεωρία της «υποκίνησης». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εθνικιστική κινητοποίηση οργανώθηκε από τις δυνάμεις του φασισμού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το εθνικιστικό ρεύμα δεν υπάρχει σήμερα στη νεολαία, δεν σημαίνει ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε να εισβάλλει στα σχολεία και να «υποκινήσει» ό,τι θέλει και όποτε θέλει. Η παραδοχή ότι σήμερα μεγαλώνει στη νεολαία, δηλαδή σε κείνα τα κορμιά που πρώτα θα λιώσουν στις μηχανές του πολέμου, η ιδεολογία που φέρνει τον πόλεμο, είναι όρος απαράβατος για μια αποτελεσματική παρέμβασή μας. Ας αφήσουμε την ηλικιακή μεταφυσική για κάτι αξιοθρήνητες αστικές κοινοτοπίες του στυλ «στα 20 επαναστάτης, στα 40 γιάπης».

katalipsifa03.jpg

ΜΕΡΟΣ Β’. Λίγα λόγια ειδικά για τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς.

Πρώτο

Στη διάρκεια αυτών των ημερών αναπτύχθηκε μια φλυαρία περί «εκπαιδευτικών που δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους». Ακούσαμε ότι οι εκπαιδευτικοί (άραγε ειδικά οι εκπαιδευτικοί;) έχουν καθίσει στα αυγά τους, ότι δεν μιλούν στα παιδιά, ότι η ανεπάρκειά τους δίνει έδαφος στην ανάπτυξη των φασιστικών αντιλήψεων. Τέτοιες αντιλήψεις, που αποκρύπτουν την ταξική και ιδεολογική διαπάλη στην Εκπαίδευση και τη μετατρέπουν σε φλυαρία περί «ποιότητας παρεχόμενης εκπαίδευσης» είναι το κατάλληλο χαλί (όχι κόκκινο!) στο οποίο βαδίζουν τα σχέδια του ΟΟΣΑ (και των ντόπιων υπηρετών του) για την Αξιολόγηση-Χειραγώγηση των εκπαιδευτικών, διαδικασία που θα βάλει οριστική ταφόπλακα στη δυνατότητα των εκπαιδευτικών να έχουν οποιαδήποτε ουσιαστική επικοινωνία με τα παιδιά. Η θεώρηση της Εκπαίδευσης ως εντοπισμένης στο Δάσκαλο και όχι στο Εκπαιδευτικό Σύστημα – κομμάτι του καπιταλιστικού συστήματος, είναι απλά βούτυρο στο ψωμί του τελευταίου. Τέλος, μια συλλογιστική που βλέπει την ανάπτυξη του φασισμού στα σχολεία ως πρόβλημα «σχολικό», είναι παιδαριώδης και καταδικασμένη από την αρχή. Μπορεί ο φασισμός να εκδηλώνεται στα σχολεία με τις πολλές ιδιαιτερότητες του χώρου αυτού, μα η ανάπτυξή του δεν οφείλεται σ’αυτές.

Δεύτερο

Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι όλοι/ες ίδιοι. Ο χώρος της Εκπαίδευσης είναι χώρος εξαιρετικά άγριας ιδεολογικής αντιπαράθεσης κι αυτό αντανακλάται και στη στάση των εργαζομένων σ’αυτή. Το ότι η Εκπαίδευση έχει μόνο «μορφωτικά» χαρακτηριστικά, ιδεολογικά και ταξικά ουδέτερα, είναι παραμύθι ταιριαστό για φλυαρίες, για τα σεμινάρια των συμβούλων και εκδηλώσεις του τύπου TED. Πώς μπορεί να απαιτεί κανείς από τους εκπαιδευτικούς γενικά την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής ιστορικής γνώσης, αναγκαστικά απέναντι στον εθνικισμό, όταν διαβάζει πχ στην ανακοίνωση της ΔΑΚΕ (της μεγαλύτερης σήμερα συνδικαλιστικής παράταξης στην Εκπαίδευση) λόγια που ταυτίζονται με τις προτιμήσεις του υπαρχηγού της ΧΑ, λόγια που κανακεύουν τον εθνικισμό; (ας σημειωθεί εδώ με την ευκαιρία ότι σε Α’βαθμια σωματεία των εκπαιδευτικών, αλλά και στις ομοσπονδίες, οι ΣυνΕΚ καλύπτουν την ακροδεξιά κατρακύλα της ΔΑΚΕ για χάρη της ιερής τους συμμαχίας. Αυτό εξηγεί εν μέρει το γιατί τα σωματεία είναι παραλυμένα απέναντι σε κραυγαλέες περιπτώσεις φασιστών εκπαιδευτικών).

Τρίτο

Δεν είναι η Εκπαίδευση αυτή που θα νικήσει το φασισμό. Η πρόταση αυτή δεν είναι άλλοθι αδράνειας και σιωπής για τους εργαζόμενους στην Εκπαίδευση, οι οποίοι οφείλουν να πάρουν σαφή θέση στον αντιφασιστικό αγώνα. Ο φασισμός, όμως, θα ηττηθεί συνολικά, θα ηττηθεί από μια άλλη κοινωνική κατάσταση και όχι από την υπεράσπιση της υπάρχουσας (η υπάρχουσα τον γεννά). Έτσι, το να αναθέτουμε σε ένα μηχανισμό του υπάρχοντος το καθήκον της ίδια του της ανατροπής είναι ή ηλιθιότητα ή πολιτική νωθρότητα. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι ο εκπαιδευτικός, ανεξάρτητα από την πολιτική του δράση, ως Δάσκαλος είναι ένας ρεφορμιστής, με τα όρια που αυτό συνεπάγεται. Αντιφασιστική δράση με τους όρους που το μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα την αντιλαμβάνεται δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στην αίθουσα γιατί τότε ο εκπαιδευτικός θα αρνούνταν τον εαυτό του, θα αρνούνταν την ίδια τη φύση του καθημερινού παιδαγωγικού αγώνα μπροστά στο μαυροπίνακα.

Τέταρτο

Δεν έλειψαν εκείνες οι φωνές που εμπιστεύτηκαν μέρος του αντιφασιστικό αγώνα στους διοικητικούς μηχανισμούς του κράτους. Ακούσαμε ότι οι εθνικιστές εκπαιδευτικοί πρέπει να εντοπιστούν, να καταγγελθούν στις διευθύνσεις, ακόμη και να απολυθούν. Τι αφέλεια! Το τι θα πράξουν οι εργαζόμενοι στην Εκπαίδευση μέσα στα σωματεία τους, το πώς θα ανακόψουν και θα τσακίσουν τη φασιστική παρέμβαση σ’αυτά, το πώς θα αντιμετωπίσει το ίδιο το εργατικό κίνημα τη μολυσματική δράση εθνικιστών εκπαιδευτικών, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε θέμα της διοίκησης. Οι φωνές για διοικητικά μέτρα εναντίον εκπαιδευτικών ή μαθητών που εκφράζουν φιλοφασιστικές απόψεις (ή τις ανέχονται), είναι καταδικασμένες να πνιγούν σύντομα στα πραγματικά διοικητικά μέτρα που το κράτος θα πάρει εναντίον αυτών των ίδιων. Ας προσέχουμε τι ζητάμε και από ποιον.

ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ

Ο φασισμός δε νικιέται παρά μόνο στο όνομα μιας ολοκληρωτικά αντίπαλης πρότασης. Αυτή είναι που θα πυκνώσει τις αντιφασιστικές γραμμές, που θα χτίσει τη βεβαιότητα ότι στεκόμαστε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος. Κλείνουν αυτές τις μέρες 10 ολόκληρα χρόνια από την τομή του Δεκέμβρη και, όπως και τότε έτσι και στα χρόνια που ακολούθησαν η Αριστερά έδειξε να μην μπορεί να καταλάβει τίποτα. Σε μια δεκαετία που ολόκληρος ο καπιταλιστικός κόσμος, από την οικονομία μέχρι την πολιτική εκπροσώπηση χρεοκόπησε, η Αριστερά δεν άνοιξε ούτε στο ελάχιστο το χώρο σε έναν άλλο δρόμο, σε μια συνολικά αντίπαλη πρόταση και πράξη. Η απαισιοδοξία μου λοιπόν δεν έχει να κάνει με την απουσία έντιμων αντιφασιστών (με την ευκαιρία, δεν μπορώ να μην χαιρετήσω τους συντρόφους και τις συντρόφισσες μας των Αγωνιστικών Παρεμβάσεων – Συσπειρώσεων – Κινήσεων, που στάθηκαν στην πρώτη γραμμή της μάχης) μα με τη βεβαιότητα ότι η τύχη του αντιφασιστικού αγώνα είναι δεμένη με τη συγκρότηση μιας πραγματικά επαναστατικής αριστεράς. Δεν μπορώ να πω κάτι άλλο πάνω σ’αυτό, αλλά -με την εξαίρεση κάποιων θλιβερών ονειρώξεων αυτοαναφορικής ανάπτυξης ορισμένων οργανώσεων- δεν βλέπω και μεγάλη κινητικότητα προς το καθήκον αυτό.

antifaschool

 

 

 

Ένα κείμενο του 2011

Με τη συζήτηση για τη διείσδυση των ναζί στα σχολεία να έχει ανάψει, και για μια ακόμη φορά να παίρνει όσο το δυνατό πιο λάθος δρόμο, αναδημοσιεύω εδώ ένα κείμενο που είχα γράψει στις αρχές του 2011 και αποφάσισα να δημοσιεύσω με ψευδώνυμο το Μάη του ίδιου έτους στη σελίδα «Παραλληλογράφος» με τη βοήθεια μιας καλής φίλης, συντάκτριας στη σελίδα.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, προφανώς. Κι όταν λέμε «προς το χειρότερο» εννοούμε αίμα. Σε κάθε περίπτωση, κάποιες από τις παρατηρήσεις που ανέπτυσσα τότε, μπορεί να είναι χρήσιμες και σήμερα, αρκεί να κρίνονται με δεδομένο το χρόνο που διατυπώθηκαν.

 

Παρατηρήσεις για την ανάπτυξη του ναζισμού στα σχολεία

Posted on 22 Μαΐου, 2011 11:59 μμ

 Το φαινόμενο της ανόδου του ναζισμού σίγουρα δεν θα αντιμετωπιστεί με υστερίες. Δεν θέλω να προσθέσω ένα ακόμη τέτοιο κείμενο στη λίστα των όψιμα ανησυχούντων. Για καιρό μέσα στην Αριστερά κυριαρχούσαν λανθασμένες και επιπόλαιες απόψεις για το ζήτημα. Δεν έχει νόημα να τις αναφέρουμε εδώ, εκείνο όμως που μπορούμε να πούμε είναι ότι κάθε μια με τον τρόπο της συνέτεινε στην υποβάθμιση του κινδύνου και στην αναβολή της συστηματικής αντιφασιστικής πάλης.

Σήμερα που φαίνεται ότι τα πράγματα αλλάζουν -λέω φαίνεται καθώς η ανικανότητα της Αριστεράς δεν σταματά να με εκπλήσσει- καταθέτω αυτό το κείμενο στο διάλογο που ανοίγει.

Σημειώνω από την αρχή ότι τα όσα θα αναφέρω παρακάτω αποτελούν παραμέτρους μόνο του όλου ζητήματος. Δεν διεκδικώ ούτε το μονοπώλιο στην άποψη ούτε την άποψη επί παντός επιστητού.

Το επάγγελμά μου, δίνει σε όσους έχουν ανοιχτά μάτια και αυτιά το σπάνιο προνόμιο να είναι σε συνεχή επαφή με τον παλμό της νεολαίας, με τις ανησυχίες της και τις δυναμικές της. Αυτή η νεολαία σήμερα αποτελεί γονιμότατο έδαφος στο οποίο ήδη καλλιεργείται ο ναζισμός.

Για μεγάλο διάστημα, η εικόνα του μαθητή που προσέγγιζει τις ναζιστικές συμμορίες ήταν μονότονα στερεότυπη. Περιθωριοποιημένα στοιχεία χωρίς επαφή ή διάθεση επαφής με τα υπόλοιπα παιδιά, χαμηλών προσδοκιών και με τάση προς το χουλιγκανισμό. Όσο δυσάρεστη και να ήταν η εικόνα αυτή, ήταν μια κατάσταση από τη φύση της αδύνατο να εξαπλωθεί, να γίνει σημείο αναφοράς.

Εδώ και λίγα χρόνια αυτό έχει αλλάξει. Τα παιδιά που προσεγγίζουν το ναζισμό είναι τελείως διαφορετικά. Παιδιά με ανησυχίες, με συγκροτημένη απέχθεια για το υπάρχον σύστημα, πραγματικοί ριζοσπάστες. Είναι αυτό ανησυχητικό; Γιατί να μην θεωρηθεί απλά ένα εφηβικό καπρίτσιο;

Παρακάτω παρουσιάζω έντεκα χαρακτηριστικά του προβλήματος, που δείχνουν ελπίζω τις ποιοτικές αλλαγές σ’αυτό που αντιμετωπίζουμε.

    1. Τα παιδιά αυτά οργανώνονται σε παρέες. Μαθητές που κατά τα άλλα δεν έχουν καμιά σχέση, βρίσκονται στην ίδια παρέα και το παιδί που θα εκφραστεί ανοιχτά  ρατσιστικά/εθνικιστικά κερδίζει αυτόματα την αποδοχή της παρέας ολόκληρης.
    2. Η παρέα αυτή συγκροτείται ιδεολογικά. Πίσω από κάθε φράση των παιδιών αυτών βρίσκονται τα όσα διαβάζουν στις ακροδεξιές ιστοσελίδες. Με μια έννοια, οι σελίδες αυτές αποτελούν το «όργανό» τους.
    3. Υπάρχει αλληλεγγύη και ζήλος στη διάδοση των ιδεών αυτών. Οι «διαβαστεροί» μαθητές αναλαμβάνουν την εκλαΐκευση σε όσους δεν έχουν συνηθίσει να διαβάζουν, αν και οι τελευταίοι δείχνουν μια αυξημένη προθυμία να διαβάσουν εάν πρόκειται για ναζιστικά πονήματα.
    4. Η ναζιστική αφήγηση είναι στα μάτια τους πολύτιμο όπλο. Ένα όπλο που το σύστημα τους το κρύβει. Οι πιο έξυπνοι απ’αυτούς αναλαμβάνουν να αποκαλύψουν στους υπόλοιπους το ότι η κοινωνία και το σχολείο τους λέει ψέματα (δίκιο έχουν!) και να τους μυήσουν στην «αλήθεια». Σε συγκεκριμένα μαθήματα οργανώνουν επιθέσεις-παγίδες. Σύμφωνα με τον γνωστό τρόπο που η ακροδεξιά αντιμετωπίζει την Ιστορία βομβαρδίζουν με ερωτήσεις και δήθεν στοιχεία και στο διάλειμμα εξηγούν τα αποτελέσματα της επίθεσης: «Είδες που δεν ήξερε τι να απαντήσει?, «μας λένε ψέματα σου λέω!», «αυτή η Ιστορία είναι του συστήματος που θέλει να μας αφελληνίσει!»
    5. Υπάρχει επίμονη στοχοποίηση των αριστερών καθηγητών σαν τα κατ’εξοχήν όργανα του κατεστημένου. Σπάνια η παρέα επιτίθεται στο συντηρητικό διευθυντή, αλλά πολύ συχνά στοχοποιεί τον αριστερό καθηγητή, αντιγράφοντας την ιδέα του «Μαρξιστικού Κράτους», της αντίληψης ότι «οι αριστεροί κάνουν ό,τι θέλουν στη χώρα μας». Εδώ που τα λέμε βέβαια, οι αριστεροί συνάδελφοι δεν είναι στην πλειοψηφία τους κανένας δύσκολος στόχος. Όταν η αριστεροσύνη τους εξαντλείται στην αγιοποίηση του Ρίτσου ενώ ξεσκίζονται στα ιδιαίτερα, φέρονται αυταρχικά και συνεργάζονται με τους προϊσταμένους για τη λήξη της κατάληψης, φυσικά δεν είναι δύσκολο να τους καταλογίσεις τουλάχιστον υποκρισία.
    6. Η δράση της παρέας συχνά δεν περιορίζεται στην ιδεολογική κατήχηση. Η παρέα φροντίζει για την κοινωνική απομόνωση πολιτικών αντιπάλων και αλλοδαπών μαθητών, πράγμα που είναι αβάσταχτο ειδικά στις ηλικίες αυτές και στη σχολική καθημερινότητα. Η φυσική βία των θερμόαιμων απέναντι σε αλλοδαπούς επικροτείται πονηρά -για να μην συγκρουστεί με τη διάθεση των πιο μετριοπαθών- σαν άμυνα απέναντι στην προκλητικότητα των «ξένων». «δεν φτάνει που ήρθε ακάλεστος στη χώρα και θα μας πάρει αύριο τη δουλειά, το παίζει και μάγκας».
    7. Με την ίδια συνέπεια που επιδίδονται στην -τυπικά ακροδεξιά- δράση που ανέφερα παραπάνω, συμμετέχουν σχεδόν σε κάθε κινηματική διαδικασία. Από τις εκδηλώσεις της 6ηςΔεκέμβρη τα τελευταία δύο χρόνια μέχρι τα μεγάλα συλλαλητήρια και σε αρκετές περιπτώσεις πρωτοστατούν στις καταλήψεις σχολείων. Για τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά είναι κάτι που προκύπτει αυθόρμητα από το ριζοσπαστισμό τους, όμως για τους πιο μυημένους είναι μια συνειδητή προσπάθεια να οικειοποιηθούν αγώνες ανοργάνωτους και να τους διαστρεβλώσουν.
    8. Αναγνωρίζουν σαν πολιτικό κέντρο αναφοράς τη ΧΑ. Δεν είναι (ακόμη) στρατολογημένοι, όμως τη βλέπουν σαν φυσική ηγεσία τους, σαν πρωτοπορία. Αυτό φαίνεται και στην αυθόρμητη στήριξη στις προεκλογικές καμπάνιες της ΧΑ. Ακόμη και οι μετριοπαθείς της παρέας γράφουν συνθήματα ή κολλούν τα αυτοκόλλητα που τους προμηθεύουν οι πιο μπασμένοι.
    9. Το πάθος με το οποίο οι παρέες αυτές λειτουργούν δεν συγκρίνεται σε καμία περίπτωση με τη ρουτινιάρικη διεκπεραίωση της κομματικής προπαγάνδας, που διακρίνει τους αριστερούς νεολαίους. Από την κατηγορία αυτή δεν εξαιρείται καμία φυλή της Αριστεράς. Καμία εκδοχή της Αριστεράς δεν γοητεύει και δεν κινητοποιεί τα παιδιά αυτά με τον τρόπο που το κάνει ο ναζισμός.
    10. Στο τελευταίο προστίθεται η ανατριχιαστική αμεσότητα των δράσεών τους. Ο ξυλοδαρμός ενός αλλοδαπού σαν απάντηση στη φήμη εγκληματικής συμπεριφοράς ενός συμπατριώτη του είναι μια άμεση επίθεση σ’αυτόν που αναγνωρίζουν σαν εχθρό, ενώ η συμμετοχή σε μια πανεργατική απεργία τους φαντάζει σαν κάλεσμα σε κηδεία.
    11. Η δράση τους έχει ένα χαρακτηριστικό που στη σημερινή νεολαία είναι πλεονέκτημα. Δεν απαιτούν ανοιχτά την κομματική ένταξη. Σε αντίθεση με τους αριστερούς συμμαθητές τους που είναι όλο «έλα στο μπλοκ μας», «πάρε εφημερίδα» και «μπες στην οργάνωση», οι παρέες αυτές εμφανίζονται πιο ανεκτικές: «Αν κάνεις και λες ό,τι κι εμείς είσαι δικός μας χωρίς άλλους όρους και ανεξάρτητα από τι κόμμα λες ότι υποστηρίζεις».

Στα παραπάνω θα μπορούσε να προστεθεί η συστηματική δουλειά των φασιστών στους συνδέσμους οπαδών και στους γυμναστικούς συλλόγους (ειδικά των αθλημάτων πάλης/δύναμης) καθώς και η επίδραση στη συνείδηση των παιδιών της ελπίδας επαγγελματικής αποκατάστασης μέσω Στρατού/Αστυνομίας (πολλοί έφηβοι υιοθετούν την ακροδεξιά ιδεολογία σαν εκλογίκευση της μελλοντικής τους επιλογής). Όλα αυτά, στον καμβά μιας καταθλιπτικής κοινωνικής πραγματικότητας (στα μισά πλέον σπίτια υπάρχει και ένας άνεργος), που αδυνατίζει οποιαδήποτε ελπίδα ατομικής ή συλλογικής διεξόδου.

Τα όσα καταθέτω εδώ, όσο και να το ήθελα, δεν αποτελούν την αυθαίρετη γενίκευση μια μεμονωμένης εμπειρίας. Στα τελευταία τρία χρόνια έχω υπηρετήσει σε δέκα σχολεία με ποικίλα ταξικά χαρακτηριστικά και νομίζω ότι το δείγμα είναι ικανό. Προφανώς, μπορεί κανείς να ξεπετάξει εύκολα τις παρατηρήσεις μου, κατηγορώντας με ότι τις χρωματίζω έτσι ώστε να υπηρετούν υποκειμενικούς πολιτικούς στόχους. Μακάρι να είναι έτσι!

Τίποτα δεν έχει αποκρυσταλλωθεί ακόμη, το στοίχημα είναι ακόμη ανοιχτό. Για λίγο ακόμη. Είναι ζήτημα χρόνου και εύθραυστων ισορροπιών το να πάρει όλη αυτή η ζύμωση τα χαρακτηριστικά κοινωνικού ρεύματος. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Η Αριστερά που έχουμε δεν μπορεί να ανακόψει το ρεύμα αυτό γιατί απλά δεν εμπνέει. Ούτε η διακήρυξη της απόλυτης αλήθειας, το κάλεσμα προς τη νεολαία να ζήσει μια παράλληλη εμπειρία στις γραμμές του ΚΚΕ, ούτε η ηθική κατάντια και οι ίντριγκες που χαρακτηρίζουν το Σύριζα και δικαιώνουν κάθε φοβία των νεολαίων απέναντι στην πολιτική, ούτε η εμμονές των άπειρων ακροαριστερών σεκτών που στα μάτια των εφήβων μοιάζουν υπερβολικά με τις αντίστοιχες θρησκευτικές σέκτες. Χρειαζόμαστε μια νέα Αριστερά που, για αρχή, θα πιστεύει η ίδια στη δυνατότητα μετασχηματισμού της κοινωνίας. Μια Αριστερά που η Αλληλεγγύη και το πάθος της Απελευθέρωσης θα την ηλεκτρίζει και θα αντανακλάται αυτό στα πρόσωπα και τη στάση των ανθρώπων της.

Οι επιθανάτιοι σπασμοί του συστήματος τους, η σαπίλα και η παρακμή τους είναι αναπόφευκτο να απαντηθούν από ένα μαζικό κίνημα. Ποιο θα είναι το χρώμα του; Μαύρο ή Κόκκινο;

conformity

Φωτιά

Ο Κομμουνισμός δεν είναι θρησκεία

Ο Κομμουνισμός δεν είναι παρηγοριά

Ο Κομμουνισμός δεν είναι διαβατήριο για ακαδημαϊκά συνέδρια

Ο Κομμουνισμός δεν είναι διαγωνισμός για το ποιος είναι πιο έξυπνος

Ο Κομμουνισμός δεν είναι ένας άλλος τρόπος αυτού που υπάρχει

Ο Κομμουνισμός δεν είναι καριέρα

Ο Κομμουνισμός δεν είναι το πατριωτικό πουτανάκι του εθνικισμού

Ο Κομμουνισμός δεν είναι εκλογικά κομπρεμί

Ο Κομμουνισμός δεν είναι σκυλάκι στον κρατικό καναπέ

Ο Κομμουνισμός δεν είναι προσόν διορισμού σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

Ο Κομμουνισμός δεν είναι μια νέα ελίτ

Ο Κομμουνισμός δεν είναι η νιότη του κόσμου

Ο Κομμουνισμός δεν είναι η δικαίωσή σου

Ο Κομμουνισμός δεν είναι χαλί που από κάτω του χωράει όλα τα λάθη μας

Ο Κομμουνισμός δεν είναι αιώνιοι ηγέτες

Ο Κομμουνισμός δεν είναι καρφίτσα για το πέτο της συντρόφισσας Λιάνας, ούτε για κανένα άλλο πέτο

Ο Κομμουνισμός δεν είναι ριζοσπαστισμός των χορτάτων

Ο Κομμουνισμός δεν είναι όχημα για ένα καλό γαμήσι

Ο Κομμουνισμός δεν είναι η επιλογή του μικρότερου κακού

Ο Κομμουνισμός δεν είναι μόστρα στο αμφιθέατρο

Ο Κομμουνισμός δεν είναι μέρος καμίας μικρής ή μεγάλης μεταρρύθμισης

Ο Κομμουνισμός δεν είναι κανάκεμα των καταπιεσμένων

Ο Κομμουνισμός δεν είναι ένας νέος ιεροεξεταστής

Ο Κομμουνισμός δεν είναι Οικολογία, Φεμινισμός ή αντιρατσισμός

Ο Κομμουνισμός δεν είναι μια οργανωμένη υποκρισία

Ο Κομμουνισμός δεν είναι κουλτούρα

Ο Κομμουνισμός δεν είναι αυτό που θα αναδείξει τις «υπέροχες δυνατότητές» σου, μικρέ γελοίε

Ο Κομμουνισμός δεν είναι η Κεντρική Επιτροπή

Ο Κομμουνισμός δεν είναι αυτό που θα σε κάνει καλύτερο προϊστάμενο από τους άλλους

Ο Κομμουνισμός δεν είναι ένας πλάγιος τρόπος να πεις «εγώ»

Ο Κομμουνισμός δεν είναι να δίνεις το χέρι στο φασίστα

Ο Κομμουνισμός δεν είναι «δεν μου αρέσει σε μπλε· μήπως το έχετε σε κόκκινο;»

Ο Κομμουνισμός δεν είναι επιστήμη

Ο Κομμουνισμός δεν είναι Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης

Ο Κομμουνισμός δεν είναι σχολείο

Ο Κομμουνισμός δεν είναι μουσείο

Ο Κομμουνισμός δεν είναι εξαιρέσεις που θα σε βολέψουν, κατεργάρη, που πάντα έχεις μια δικαιολογία

Ο Κομμουνισμός δεν είναι πέντε τραγούδια που σε συγκίνησαν

Ο Κομμουνισμός δεν είναι η Εθνική Άμυνα

Ο Κομμουνισμός δεν είναι τα ψηφοδέλτιά μας

Ο Κομμουνισμός δεν είναι το αντίθετο του Καπιταλισμού

Ο Κομμουνισμός δεν είναι μια θέση συμβούλου

Ο Κομμουνισμός δεν είναι το να πολεμάς για τα σύνορα των αφεντικών

Ο Κομμουνισμός δεν είναι να αγαπάς την «ανάπτυξη και την προκοπή» του τόπου σου

Ο Κομμουνισμός δεν είναι να λαχταράς βελούδινη ρόμπα

Ο Κομμουνισμός δεν είναι να χλευάζεις τον καταπιεσμένο

Ο Κομμουνισμός δεν είναι να αγαπάς τα βομβαρδιστικά της πατρίδας σου

Ο Κομμουνισμός δεν είναι διδασκαλία

Ο Κομμουνισμός δεν είναι «κοιτάχτε με τι ωραίος που είμαι με την κόκκινη παντιέρα»

Ο Κομμουνισμός δεν είναι δημόσιες σχέσεις

Ο Κομμουνισμός δεν είναι δημόσιες σχέσεις

Ο Κομμουνισμός δεν είναι δημόσιες σχέσεις

Ο Κομμουνισμός δεν είναι δημόσιες σχέσεις

Ο Κομμουνισμός δεν είναι καμία από τις μαλακίες που γράφουμε ή ζωγραφίζουμε

Ο Κομμουνισμός δεν είναι ένα γαμημένο παραλήρημα σε ένα blog

Ο Κομμουνισμός είναι αυτό που γράφει σ’αυτό το κακόγουστο πιάτο της φωτογραφίας. Είναι αυτό που θα βάλει φωτιά στον παλιό κόσμο (αχ! «αρχαία» είναι αυτά που καίγονται εκεί κάτω;) και σε μας μαζί. Σ’ολόκληρο το «εμάς», από την κορυφή ως τα νύχια. Φωτιά. Αμήν.

plateIIIint

«Θα βάλουμε φωτιά σ’ολόκληρο τον κόσμο με την Γ’ Διεθνή», 1920

 

 

.

.

.

Previous Older Entries