Πανελλαδικές : Laissez passer!

Ανήκω σε κείνους (τους λίγους) που από την πρώτη στιγμή εκτίμησαν πως η τωρινή ηγετική ομάδα του υπουργείου παιδείας είναι ομάδα έκτακτης ανάγκης, ομάδα που θα πατήσει στην “κοινή γνώμη” για να επιταχύνει αλλαγές στην Εκπαίδευση, που δεν μπορούσαν να προχωρήσουν άλλες ηγεσίες λόγω συγκεκριμένων δεσμεύσεων και κοινωνικών εκπροσωπήσεων. Και αυτό το λέγαμε κόντρα στα σενάρια που έβλεπαν το “κάτω από το τραπέζι” ως πρωταγωνιστή της πολιτικής. Όχι, όλα είναι πάνω στο τραπέζι, ανοιχτά και καθαρά για όποιον έχει μάτια να τα δει.

Αφορμή για το μικρό αυτό σημείωμα είναι το εκπαιδευτικό ρεπορτάζ, σύμφωνα με το οποίο, μέσα σ’όλα τα άλλα, εμφανίζεται ως επείγουσα η κατάργηση των περιβόητων Πανελλαδικών Εξετάσεων και μάλιστα υπάρχει και η σχετική πίεση από τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς προς την κατεύθυνση αυτή. Μισό λεπτό! Αυτό δεν ήταν αίτημα της Αριστεράς, αίτημα που αγκάλιαζε η πλειονότητα της κοινωνίας? Πώς είναι δυνατό να πιέζουν τα αφεντικά για την ικανοποίησή του? Ας επιχειρήσουμε να λύσουμε αυτήν την καταραμένη αντίφαση, μπας και βγάλουμε άκρη.

Έχουμε πει πολλές φορές ότι η συνδικαλιστική Αριστερά από τη Μεταπολίτευση και δώθε αποτελούσε τον αριστερό πόλο της ομαλότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι προτάσεις της όχι μόνο δεν παραβίασαν ποτέ την κοινωνική συμφωνία, μα στην πραγματικότητα λειτουργούσαν διορθωτικά ή ως λαϊκός μοχλός πίεσης απέναντι στο Κράτος. Εδώ δεν ισοπεδώνουμε. Όλα αυτά τα χρόνια αναπτύχθηκαν αγώνες πολλές φορές ηρωικοί από την πλευρά του κινήματος των εργαζομένων στην Εκπαίδευση, μα ο ηρωισμός και η αυταπάρνηση δεν αναπληρώνουν τις πολιτικές αδυναμίες. Οι προτάσεις μας για την Εκπαίδευση ήταν πάντα προτάσεις που επιχειρούσαν να διευρύνουν τη βασική υπόσχεση του Κράτους, “Παιδεία για όλα τα παιδιά”, να σπάσουν τους υφιστάμενους ταξικούς φραγμούς μέσα στο πλαίσιο αυτής της υπόσχεσης, να εμποδίσουν τη δημιουργία νέων πάλι στο ίδιο πλαίσιο. Αυτά όμως, κάποτε.

Σήμερα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι η κυβέρνηση που σπάει, χωρίς ακόμη να έχει ανοίξει ρουθούνι, τη βασική υπόσχεση του Κράτους. Είναι ενδιαφέρον ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει αυτό που δεν τόλμησαν να κάνουν τα ιερά τέρατα του δεξιού και σοσιαλδημοκρατικού νεοφιλελευθερισμού που πέρασαν από το υπουργείο παιδείας. Στο παρελθόν, οι μάχες δινόταν εντός του πλαισίου “Παιδεία για όλα τα παιδιά”, οι από πάνω προσπαθούσαν να το περιορίσουν, εμείς να το διευρύνουμε. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έρχεται να ξεμπερδέψει με το πλαίσιο αυτό, και μάλιστα με σύμμαχο την κοινή γνώμη και τα εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα, και με ιδεολογικό προκάλυμμα τα συνθήματα του κινήματος, γυρισμένα τα μέσα-έξω.

Το Σχολείο μετατρέπεται σε ένα Κέντρο Εκπαιδευτικών Υπηρεσιών όπου ο μαθητής (ή γονέας?) πελάτης θα χτίζει το βιογραφικό του (ή του παιδιού του?). Αποτελεί αντικείμενο επόμενου σημειώματος η μελέτη καθεμιάς από τις περιπτώσεις που συντείνουν σε κάποια απόδειξη γι’αυτό, μα μπορούμε προς το παρόν να πούμε ότι το κυρίαρχο στοιχείο είναι το τσάκισμα του ενιαίου χαρακτήρα της Εκπαίδευσης, με τα σεμινάρια, προγράμματα, πιστοποιήσεις να αντικαθιστούν τη συστηματική διδασκαλία των αντικειμένων στο πλαίσιο ενός προγράμματος. Αυτή η αλλαγή δεν αφορά όλα τα παιδιά, μα μόνο εκείνα που μπορούν να περάσουν το ταξικό κόσκινο. Τα υπόλοιπα οδηγούνται εκτός τυπικής εκπαίδευσης, στα διάφορα προγράμματα μαθητείας/κατάρτισης, όπου υπάρχει και η υπόσχεση κάποιου χαρτζιλικιού ή και πιστοποίησης. Με λίγα λόγια, η μεγάλη μάζα των παιδιών θα οδηγηθεί πίσω στη “λίθινη εποχή” του μαθητευόμενου, του κάλφα, και θα αποτελεί ένα στρατό βραχυπρόθεσμα εξειδικευμένων, ημιαπασχολούμενων ή εφεδρικών εργατών. Για την άλλη μερίδα, εκείνη των ανώτερων ή των ακόμη όχι εξαθλιωμένων στρωμάτων, υπάρχει το Νέο Λύκειο (ή “Σχολείο Ανώτερης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης”, όπως ακούσαμε να λέγεται…), ένα κέντρο όπου η συστηματική διδασκαλία θα αφορά μόνο τις “βασικές” γνώσεις, και μάλιστα με εντατικό τρόπο, ενώ όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του βιογραφικού θα προκύπτουν από τις παράλληλες δράσεις, εργασίες, προγράμματα κλπ. Με το βιογραφικό στο χέρι, τα παιδιά των αστών και των μικροαστών θα βγαίνουν στη συνέχεια σε αναζήτηση πανεπιστημιακής σχολής.

Η λογική αυτή, της “παροχής υπηρεσιών”, αλλάζει ταυτόχρονα και τους εκπαιδευτικούς θεσμούς, μετατρέποντάς τους σε σεμιναριακά κέντρα και φορείς πιστοποίησης, και τους μαθητές (ή τους γονείς τους?), που γίνονται αγοραστές εκπαιδευτικών υπηρεσιών, δηλαδή πελάτες. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή, το Κράτος πρέπει να αλλάξει επίσης τη σχέση του με την Εκπαίδευση κι από εγγυητής του δημόσιου χαρακτήρα της (του παραχωρήθηκε αυτός ο ρόλος) να γίνει συντονιστής της μεγάλης αυτής νέας αγοράς. Έτσι, οι Πανελλαδικές εξετάσεις θα περάσουν πια στο μουσείο της σχέσης Δημόσιου-Κρατικού, καθώς ο πελάτης δεν είναι δυνατό να εξετάζεται για να μπει στο μαγαζί. Ο πελάτης πρέπει να μπαίνει στο μαγαζί και να αγοράζει ό,τι αντέχει η τσέπη του.

Εκείνοι που τόσα χρόνια δεν μπορούσαν να σηκώσουν τη μουσούδα τους και να κοιτάξουν πέρα από τον Καπιταλισμό, εκείνοι που δεν σταματούσαν να απευθύνουν στο Κράτος το αίτημα για κατάργηση των Πανελλαδικών αντί να βοηθούν τους εργαζόμενους και τα παιδιά τους να καταλάβουν πως η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου μέσα από μια δημοκρατική και ελεύθερη Εκπαίδευση δεν είναι δυνατή μέσα στους περιορισμούς του αστικού Κράτους και του εκπαιδευτικού συστήματός του, αυτοί στέκουν σήμερα άλαλοι μπροστά στο θέαμα μιας κυβέρνησης που υλοποιεί ό,τι πιο νεοφιλελεύθερο φωνάζοντας τα συνθήματα των πανώ των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών. Αυτοί είναι αναγκασμένοι να περιορίσουν σήμερα την κριτική τους στο μίζερο “το λέει ότι θα το κάνει, αλλά να δείτε πως δεν θα το κάνει”…

Ο επανεξοπλισμός των εκπαιδευτικών σωματείων στη βάση της τομής που αποτελεί η σημερινή επίθεση είναι επιτακτικό καθήκον. Η αντίληψη που δεν βλέπει την ποιοτική τομή και κρύβεται πίσω από την ιδέα της παλιάς-καλής διελκυστίνδας του “συσχετισμού δυνάμεων”, οφείλει επιτέλους να δει πως η ταξική διελκυστίνδα δεν έχει να κάνει μόνο με το ποιος κερδίζει έδαφος κάθε φορά, αλλά και με το μετασχηματισμό του ίδιου του εδάφους. Κατά τη γνώμη μου, και το λέω ανοιχτά, τις περισσότερες φορές η άρνηση να δει κανείς τα νέα του καθήκοντα έχει να κάνει με το συντηρητισμό που του φορτώνει η κατάκτηση ενός οιονεί θεσμικού ρόλου μέσα από τους αγώνες των προηγούμενων φάσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει ανοιχτά, μια συζήτηση που η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι ανίκανη να οργανώσει, μια συζήτηση που πρέπει να αγκαλιάσει ολόκληρο τον κόσμο της Εργασίας, που σήμερα, μέσα στην απόλυτη εξαθλίωση, μπορεί ακόμα και να χειροκροτά τις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις. Δεν θα είμαστε άξιοι του φορτίου μας αν αποφύγουμε αυτή τη μάχη, αν δεν ξεσκεπάσουμε την απάτη του αντιπάλου, αν δεν εξηγήσουμε με θάρρος και υπομονή πως όταν ο Καπιταλισμός μιλάει για ελευθερία δεν εννοεί άλλο από την ελευθερία των εμπορευμάτων, και η Εκπαίδευση δεν εξαιρείται. Δεν είναι τυχαία η ανάπτυξη των μεγάλων πολυεθνικών εμπορικών γιγάντων της Εκπαίδευσης.
Πίσω, λοιπόν, από την περιβόητη “κατάργηση των Πανελλαδικών” κρύβεται η αντίληψη της Εκπαίδευσης σαν παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών, κρύβεται -στην πιο χυδαία μορφή του- ένα νέο, πολλά υποσχόμενο, εμπόρευμα. Και, φυσικά, πελάτες. Είσαι πελάτης?

education = $ written on blackboard with apple, books

Advertisements

Ο Τρότσκυ και ο Κόκκινος Οκτώβρης

Σ’αυτό το βιβλιογραφικό σημείωμα παρουσιάζω πτυχές της συμβολής του Λεόν Τρότσκυ στην προετοιμασία και την πραγματοποίηση της στρατιωτικής κατάληψης της πολιτικής εξουσίας από το κόμμα των Μπολσεβίκων για λογαριασμό των Σοβιέτ τον Οκτώβρη του 1917.
Ο βασικός κορμός του σημειώματος γράφτηκε πριν από πολλά χρόνια στα πλαίσια μιας συζήτησης-αντιπαράθεσης μεταξύ συντρόφων, όπου μεταξύ άλλων χρειάστηκε να απαντηθεί η υποβάθμιση (ή και ακύρωση) της κεντρικής παρουσίας του Τρότσκυ στην Οκτωβριανή Επανάσταση, μια πρακτική που έλκει την καταγωγή της από τα εργαστήρια της ΓκεΠεΟυ και , δυστυχώς, αναπαράγεται αδιάκοπα όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα, δημοσιεύω το σημείωμα αυτό με κάποιες μικρές αλλαγές και προσθήκες, στο έδαφος της εμφάνισης μιας μοντέρνας απολογητικής του σταλινισμού, βέβαιο απότοκο της ιδεολογικής αποσύνθεσης ολόκληρου του φάσματος της Αριστεράς που φανερώθηκε μετά την υποχώρηση του κινήματος των ετών 2008-2012 και την καταστροφή που υπήρξε η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ.

Είμαι υποχρεωμένος να κάνω τρεις σύντομες εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Είμαι όσο πιο μακριά γίνεται από τη λογική του στησίματος “επιτροπών υπεράσπισης μνήμης και έργου” του Τρότσκυ ή του οποιουδήποτε. Ο σκοπός του σημειώματος είναι να φωτίσει τον Οκτώβρη από την πλευρά ενός από τους αρχιτέκτονές του. Το κέντρο λοιπόν είναι ο Οκτώβρης, κι αυτός όχι σαν ημερομηνία, αλλά σαν μοναδική και κορυφαία στιγμή στην ιστορία του αγώνα για την Ελευθερία. Είναι γνωστό άλλωστε ότι αν και αυτοπροσδιορίζομαι ως “τροτσκιστής” (αυτή είναι η ταμπέλα που μου κόλλησε η πάλη των ιδεών έτσι όπως εξελίχθηκε στην Ιστορία, όσο ανυπόστατη κι αν είναι) στέκομαι κριτικά ή και ενάντια σε αρκετές πτυχές της πλούσιας επαναστατικής δραστηριότητας του Τρότσκυ.
2. Το σημείωμα εξετάζει τα γεγονότα με άξονα τη δραστηριότητα του Τρότσκυ. Αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να φαίνεται ότι υποτιμάται η συμβολή άλλων μπολσεβίκων ηγετών. Διαβεβαιώνω τον αναγνώστη ότι κάτι τέτοιο δεν είναι στις προθέσεις μου, μα πραγματικά δεν βρήκα φόρμουλα αντιμετώπισης του προβλήματος στα πλαίσια ενός σημειώματος λίγων σελίδων.
3. Το σημείωμα αυτό είναι μια παρουσίαση και όχι μια δικαστική διερεύνηση της δραστηριότητας του Τρότσκυ. Έτσι, βασίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του στα γραπτά του ίδιου του Τρότσκυ για το θέμα. Θα ήταν μια κίνηση εξαιρετικής εντιμότητας από την πλευρά των όσων παρουσιάζουν κάποια άλλη άποψη να ελέγξουν τις πηγές τους. Είναι βέβαιο πως για κάθε μία απ’αυτές (τουλάχιστον από όσους έζησαν τον Οκτώβρη ως μπολσεβίκοι) θα ανακαλύψουν παλιότερες αναφορές των ίδιων συγγραφέων που βεβαιώνουν την πολύτιμη συμβολή του Τρότσκυ. Το δημόσιο έργο της ακύρωσης του αρχιτέκτονα αυτού της Οκτωβριανής Επανάστασης υπήρξε ο ιδεολογικός φόρος που έπρεπε να πληρώσει κανείς είτε για να παραμείνει στην ηγετική ομάδα του Κόμματος είτε απλά για να μείνει ζωντανός τη μαύρη εποχή που ακολούθησε το σοβιετικό Θερμιδώρ. Έτσι, τα ντοκουμέντα αυτά των σταλινικών εργαστηρίων βρίθουν από ανακρίβειες, κατασκευές και απίστευτες αντιφάσεις αντιφάσεις που δεν θα βρει κανείς, όσο και να ψάξει, στις αφηγήσεις του Τρότσκυ και των κειμένων που γράφτηκαν στο διάστημα αμέσως μετά την Επανάσταση.

Έχει λεχθεί από παλιά ότι ένας σωστός άνθρωπος έχει το πλεονέκτημα, ακόμη και με κακή μνήμη, να μην έρχεται ποτέ σε αντίφαση με τον εαυτό του, ενώ ένας ύπουλος, ασυνείδητος και ανειλικρινής άνθρωπος πρέπει πάντα να θυμάται αυτό που είπε στο παρελθόν, για να μη ντροπιάζει τον εαυτό του.
(Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 59. “Ένεκεν” 2008)

banner2017

 

1. Ο “μενσεβικισμός” του Τρότσκυ

Ο Τρότσκυ έγινε μέλος των μπολσεβίκων μόλις το 1917. Στην πρώτη φάση του σχίσματος (1903), κυρίως εξ αιτίας των οργανωτικών του αντιλήψεων και σε αντίθεση με κείνες του Λένιν, πήρε το μέρος των μενσεβίκων, από τους οποίους διαχωρίστηκε ένα χρόνο αργότερα στη βάση της ανάλυσής του για τον ανεξάρτητο και ηγετικό ρόλο του προλεταριάτου στην επερχόμενη επανάσταση. Μέχρι και τον πόλεμο κράτησε μια ανεξάρτητη στάση απέναντι στις δύο φράξιες (που τουλάχιστον μέχρι το 1912 λειτουργούσαν ενιαία), γεγονός που αργότερα αποτίμησε αρνητικά:
Από το 1904 βρισκόμουν έξω απ’ τις δυο σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις. Στην επανάσταση του 1905 – 1907 εργάστηκα δίπλα – δίπλα με τους μπολσεβίκους. Στα χρόνια της αντίδρασης υπερασπίστηκα τις επαναστατικές μεθόδους εναντίον των μενσεβίκων, στο διεθνή επαναστατικό τύπο. Δεν είχα ωστόσο χάσει την ελπίδα, πώς οι μενσεβίκοι θα προσανατολίζονταν προς τ’ αριστερά και γι’ αυτό το λόγο έκανα μια σειρά προσπάθειες ορός την κατεύθυνση της συνένωσης. Μονάχα κατά τη διάρκεια του πολέμου πείστηκα πια, πώς αυτές οι προσπάθειές μου ήταν ανώφελες.
(Λ. Τρότσκυ: Η Ζωή μου, σ.309. «Αλήθεια» 1981)
Ο συμφιλιωτισμός μου πήγαζε από ένα είδος σοσιαλεπαναστατικού φαταλισμού. Πίστευα πως η λογική της ταξικής πάλης θα ανάγκαζε τις δύο φράξιες να ακολουθήσουν την ίδια επαναστατική γραμμή.
(Λ. Τρότσκυ: Η Διαρκής Επανάσταση, σ.55. «Αλλαγή» 1982)
Η Ιστορία καταγράφει τον Τρότσκυ ως ηγετικό μέλος μιας μικρής ομάδας γύρω από την έκδοση «Βπέριοντ», τους αποκαλούμενους «Διαχτιδικούς». Κάτι τέτοιο μάλλον δεν ισχύει. Αυτό που είναι βέβαιο, και ίσως η πηγή της παρεξήγησης αυτής, είναι ότι η ηγετική ομάδα των Διαχτιδικών (Ουρίτσκυ, Γιόφφε, Καραχάν, Λουνατσάρσκυ κ.α) συναρτούσε την απόφασή της για τη συγχώνευσή της με τους μπολσεβίκους με τη στάση του Τρότσκυ. Επιστρέφοντας στην Πετρούπολη από τον Καναδά, το Μάη του 1917, ο Τρότσκυ έπεισε τους Διαχτιδικούς (που όλα λένε πως έμεναν χωριστά από τους Μπολσεβίκους μόνο και μόνο στη βάση προσωπικών πικριών, ενώ τίποτε πια δεν τους χώριζε πολιτικά. Ο Λένιν έγραφε σχετικά: “Στο ζήτημα του πολέμου η “Διαχτιδική” κράτησε διεθνιστική θέση και στην τακτική της ήταν πάντα κοντά στους Μπολσεβίκους”) και τελικά συγχωνεύτηκαν με τους Μπολσεβίκους στο ενοποιητικό συνέδριο του Ιούλη 1917 (όπου στην ψηφοφορία για την Κεντρική Επιτροπή ο Τρότσκυ κατέλαβε την τρίτη θέση μετά τους Λένιν και Ζηνόβιεφ). Ο Λένιν, που δεν τσιγκουνευόταν τη σκληρή κριτική, δήλωνε λίγες μέρες μετά την εξέγερση, με αφορμή τη συζήτηση για συγκυβέρνηση με τους Μενσεβίκους, ότι: «Ο Τρότσκυ από καιρό έχει πει πως η ενότητα είναι αδύνατη. Ο Τρότσκυ το κατάλαβε αυτό – και από τότε δεν υπάρχει καλύτερος μπολσεβίκος» (Λ. Τρότσκυ: Η Διαρκής Επανάσταση, σ.58. «Αλλαγή» 1982)
Ο Τρότσκυ λειτούργησε από τις πρώτες μέρες της επιστροφής του σαν κανονικό και ισότιμο μέλος των Μπολσεβίκων. Μέσα σ’όλα τα στοιχεία που πείθουν γι’αυτό, ξεχωρίζουμε δύο αναφορές. Η πρώτη, γραμμένη από το Ρασκόλνικοφ το 1923 (κάποια χρόνια αργότερα θα έγραφε μια άλλη, ολότελα διαφορετική ιστορία) στο τεύχος 10 της Προλετάρσκαγια Ρεβολουτσίγια:
Ο αντίλαλος από τις παλιές διαφωνίες της προπολεμικής περιόδου είχε σβήσει τελείως. Δεν υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στη γραμμή του Λένιν και τη γραμμή του Τρότσκυ. Η συγχώνευση, αισθητή ήδη από την εποχή του πολέμου, είχε επιτευχθεί οριστικά και αμετάκλητα από τη στιγμή της επιστροφής του Λεόν Νταβίντοβιτς [Τρότσκυ] στη Ρωσία. Απο την πρώτη δημόσια ομιλία του, όλοι εμείς οι παλιοί λενινιστές αισθανθήκαμε ότι ήταν δικός μας”. Στο τεύχος 5 του ίδιου περιοδικού βρίσκουμε την ίδια εκτίμηση: “Ο Λεόν Νταβίντοβιτς, εκείνον τον καιρό, τυπικά δεν ήταν μέλος του Κόμματός μας, αλλά στην πραγματικότητα δούλευε μέσα σ’αυτό συνεχώς από την πρώτη μέρα που ήρθε από την Αμερική. Ωστόσο, αμέσως μετά την πρώτη του ομιλία στο Σοβιέτ, όλοι τον είδαμε ως έναν από τους ηγέτες του Κόμματός μας” (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 52-53. “Ένεκεν” 2008). Η δεύτερη αναφορά είναι από τον ίδιο το Λένιν. Καθώς οι Μπολσεβίκοι κατάρτιζαν τους καταλόγους των υποψηφίων τους για τη Συντακτική Συνέλευση, ο Λένιν εξέφρασε την άποψη ότι σ’αυτούς δεν θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται σύντροφοι που μόλις είχαν προσχωρήσει στο Κόμμα. Απ’αυτή τη γενική στάση εξαιρούσε τον Τρότσκυ: “κανένας δεν θα εναντιωνόταν στην ανάδειξη ενός τέτοιου υποψηφίου όπως είναι λόγου χάρη ο Λ. Ντ. Τρότσκυ, γιατί: πρώτον ο Τρότσκυ αμέσως μόλις γύρισε πήρε τη θέση του διεθνιστή· δεύτερον, πάλεψε μέσα στους “Διαχτιδικούς” για τη συγχώνευσή τους με τους Μπολσεβίκους και τέλος, στη διάρκεια των δύσκολων ημερών του Ιούλη, στάθηκε αντάξιος των καθηκόντων του και αποδείχθηκε αφοσιωμένο μέλος του Κόμματος του επαναστατικού προλεταριάτου” (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 56. “Ένεκεν” 2008)

2. Απρίλης

Στις 4 του Απρίλη 1917 ο Λένιν καταθέτει τις «θέσεις» του, συνταράσσοντας το πολιτικό σκηνικό μαζί και το κόμμα του. Το παλιό μπολσεβίκικο σχήμα για την «επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» κατεδαφίζεται καθώς ο Λένιν αντιλαμβάνεται ότι η Επανάσταση δεν προχωρά σύμφωνα με καλά καθορισμένα και ξέχωρα στάδια, ότι η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να εκπληρώσει τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα “στο διάβα της”. Οι θεωρίες των σταδίων έπρεπε να πεταχτούν «στο αρχείο των μπολσεβίκικων προεπαναστατικών σπανίων αντικειμένων». Επιτίθεται δε με χαρακτηριστική σφοδρότητα εναντίον του Κάμενεφ που επανέφερε το ζήτημα της «ολοκλήρωσης» των σταδίων «θυσιάζοντας το ζωντανό Μαρξισμό στο νεκρό γράμμα«:
Το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικοδημοκρατικής επανάστασης τοποθετήθηκε λαθεμένα. Στο ζήτημα αυτό δόθηκε μια αφηρημένη, απλή, μονόχρωμη, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, τοποθέτηση, που δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα. Όποιος βάζει το ζήτημα έτσι, όποιος ρωτάει σήμερα: «τέλειωσε άραγε η αστικοδημοκρατική επανάσταση;» και σταματά εδώ – αυτός στερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να καταλάβει την εξαιρετικά πολύπλοκη, τουλάχιστο «δίχρωμη» πραγματικότητα. Αυτό στη Θεωρία. Και στην πράξη παραδίνεται ανίσχυρος στη μικροαστική επαναστατικότητα.
(Β.Ι. Λένιν: Οι Θέσεις του Απρίλη, σ.21. «Σύγχρονη Εποχή» 1986)
Ο Λένιν, το διάστημα αυτό, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να πείσει το κόμμα να αντιληφθεί το ρόλο των Σοβιέτ σαν ένα «καινούργιο τύπο κράτους» που έπρεπε να στεριώσει εκμηδενίζοντας την εξουσία που κατέκτησε η αστική τάξη. Όμως, τόσο η κεντρική επιτροπή των Μπολσεβίκων όσο και η επιτροπή τους της Πετρούπολης τάχθηκαν συντριπτικά κατά των «θέσεων»:
“Οι απριλιάτικες θέσεις του Λένιν – δηλώνει μια επίσημη ιστορική έκδοση – δεν είχαν αληθινά τύχη μέσα στην επιτροπή της Πετρούπολης. Υπέρ αυτών των θέσεων που άφησαν εποχή τάχθηκαν μόνο δύο ψήφοι, δεκατρεις κατά, με μιαν αποχή”. “Παράτολμα φαινότανε τα συμπεράσματα του Λένιν ακόμα και στους πιο ενθουσιώθεις μαθητές του” – γράφει ο Ποντβόισκι.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 426. “Παρασκήνιο” 2006)
Ο Στάλιν κράτησε μεσοβέζικη θέση και ταυτίστηκε με το ψήφισμα του Σοβιέτ του Κρασνογιάρσκ που κατέληγε ως εξής: «… [το Σοβιέτ] να υποστηρίξει την προσωρινή κυβέρνηση στις ενέργειές της μονάχα στο βαθμό που ακολουθεί μια πορεία ικανοποίησης των αιτημάτων της εργατικής τάξης και της επαναστατημένης αγροτιάς στην επανάσταση που πραγματοποιείται» (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 223. “Ένεκεν” 2008) ενώ ο Τρότσκυ -που δεν ήταν ακόμη μπολσεβίκος- βλέπει στη στροφή του Λένιν μια επιβεβαίωση των δικών του θέσεων της Διαρκούς Επανάστασης:
Στη Ν. Υόρκη, στις αρχές του Μάρτη, αφιέρωσα μια σειρά από άρθρα στο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων στη Ρωσία και στις προοπτικές πού διανοίγονταν για την επανάσταση. Τον ίδιον καιρό ο Λένιν έστελνε απ’ τη Γενεύη στην Πετρούπολη τα «Γράμματα απ’ το Εξωτερικό». Τα άρθρα μας αυτά, γραμμένα από δυο σημεία του κόσμου πού τα χώριζε ο ωκεανός, δίνουν ταυτόσημη ανάλυση της κατάστασης και καταλήγουν στις ίδιες ολότελα προβλέψεις. Όλες οι βασικές φόρμουλες σχετικά με τη στάση μας απέναντι στους αγρότες, την αστική τάξη, την προσωρινή κυβέρνηση, τον πόλεμο και τη διεθνή επανάσταση, είναι απόλυτα ίδιες.
(Λ. Τρότσκυ: Η Ζωή μου, σ.309. «Αλήθεια» 1981)
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Λένιν εισάγει στις «θέσεις» του το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» σε μια περίοδο που οι μπολσεβίκοι ούτε είχαν την πλειοψηφία στα όργανα αυτά ούτε φαινόταν πολύ πιθανό να την αποκτήσουν σύντομα. Τέτοια ήταν η πεποίθησή του ότι η πορεία της επανάστασης εξαρτιόνταν από το άμεσο λύσιμο του κόμπου της διπλής εξουσίας μπουρζουαζίας/Σοβιέτ:
…στα περισσότερα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών το Κόμμα μας είναι μειοψηφία, και για την ώρα αποτελεί αδύνατη μειοψηφία, απέναντι στο συνασπισμό όλων των μικροαστικών, οπορτουνιστικών στοιχείων, που πέφτουν κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης και που διοχετεύουν την επιρροή της στο προλεταριάτο…
…Να εξηγήσουμε στις μάζες ότι το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών είναι η μόνη δυνατή μορφή επαναστατικής κυβέρνησης…
…Όσο είμαστε μειοψηφία, δουλειά μας είναι να κάνουμε κριτική και εξήγηση των λαθών, προπαγανδίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη να περάσει όλη η κρατική εξουσία στα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, έτσι που οι μάζες με την πείρα τους να απαλλαγούν από τα λάθη τους.
(Β.Ι. Λένιν: Οι Θέσεις του Απρίλη, σ.8-9. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1986)
Αυτή η διαλεκτική της Επανάστασης, που διέφευγε από την παλιά φρουρά των μπολσεβίκων, πέρασε με ενστικτώδη αλλά πολύ ακριβή τρόπο στο γράψιμο του αμερικάνου συγγραφέα της Επανάστασης Τζων Ρηντ:
Η πάλη ανάμεσα στο προλεταριάτο και στις μεσαίες τάξεις, ανάμεσα στα Σοβιέτ και την Κυβέρνηση, που είχε αρχίσει τις πρώτες μέρες του Μάρτη, έφτασε στο οξύτερο σημείο της. Η Ρωσία, που με ένα πήδημα είχε περάσει απ’ το μεσαίωνα στον εικοστό αιώνα, πρόσφερε στον κατάπληκτο κόσμο το θέαμα δύο επαναστάσεων, της πολιτικής και της κοινωνικής επανάστασης, που πάλευαν μεταξύ τους σε αγώνα ζωής ή θανάτου.
(Τζ. Ρηντ: Ιστορία της Ρωσικής Επαναστάσεως (Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο), σ.36. «Οι φίλοι της Ιστορίας» 1956)

3. Προς τον Οκτώβρη

Η ίδια εικόνα επικράτησε και τις μέρες του Σεπτέμβρη – Οκτώβρη 1917. Όσο τα στοιχεία του «μικροαστικού σοσιαλισμού» ήλπιζαν σε έναν ήπιο, συμβιβαστικό τρόπο λειτουργίας μεταξύ των δύο μορφών εξουσίας, της αστικής και της σοβιετικής, τόσο οι πιο αποφασισμένοι και των δύο πλευρών συνειδητοποιούσαν ότι η μεταβατική εκείνη περίοδος θα έληγε σύντομα με την επικράτηση της μιας και τον αφανισμό της άλλης. Η διαμάχη αυτή πέρασε και μέσα στο κόμμα των μπολσεβίκων, αναπτυσσόμενη σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας ήταν το κατά πόσον τα Σοβιέτ αποτελούσαν πράγματι ένα νέο τύπο κράτους που έπρεπε να διεκδικήσει αυτό το ρόλο για τον εαυτό του. Ο δεύτερος – βασισμένος στην ανάλυση ότι το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ περνούσε μέσα από την ένοπλη εξέγερση- αφορούσε στο χρόνο και τους όρους εκδήλωσης της εξέγερσης αυτής. Δεν είναι σωστό να περιοριζόμαστε στη δεύτερη διαμάχη, καθώς ένα μεγάλο μέρος αναφορών και κειμένων δείχνει ότι δεν ήταν λίγοι εκείνοι που και μέσα στο κόμμα αμφισβητούσαν τη δυνατότητα των Σοβιέτ να ασκήσουν κρατική εξουσία. Εξ’ άλλου, μέρος της διστακτικότητας στην απόφαση για εξέγερση οφείλεται ακριβώς σ’ αυτήν την αντίληψη:
Η επαναστατική παράδοση του κόμματος, η πίεση των εργατών της βάσης, η κριτική του Λένιν στην κορυφή, ανάγκασαν το ανώτερο στρώμα του κόμματος μέσα στο Μαγιάπριλο, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Στάλιν, “να μπει σε καινούργιο δρόμο”. Θα’πρεπε όμως να αγνοεί κανείς ολότελα την πολιτική ψυχολογία για να δεχτεί ότι μια απλή ψήφος προσχώρησης στις θέσεις του Λένιν σημαίνει πραγματική και ολοκληρωτική παραίτηση από τη “σφαλερή θέση στα βασικά ζητήματα”. Στην πραγματικότητα οι αγοραία δημοκρατικές απόψεις που είχαν οργανικά ενισχυθεί στα χρόνια του πολέμου, όσο κι αν προσαρμόστηκαν με το καινούργιο πρόγραμμα, παράμεναν σε υπόκωφη αντίθεση μαζί του.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 428. “Παρασκήνιο” 2006)

4. Η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη…

Ο Λένιν το διέβλεπε αυτό και έτσι, παρά την αναγκαστική του απουσία λόγω παρανομίας, βομβάρδιζε την κεντρική επιτροπή και τις κυριότερες κομματικές οργανώσεις με επιστολές που έθεταν πιεστικά το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας με ένοπλη εξέγερση. Η στροφή αυτή της ιστορίας του Οκτώβρη ξεκινά με την απόφαση των Εσέρων και Μενσεβίκων να διοργανώσουν στις 14 Σεπτέμβρη τη λεγόμενη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη. Αυτή, θα αποτελούσε ένα όργανο δημοκρατικής επίφασης που θα χτυπούσε την αυξανόμενη ισχύ και επιρροή των Σοβιέτ. Παρ’ ότι δεν πέτυχε το στόχο της – να σώσει τις δομές του Φλεβάρη σχηματίζοντας μια κυβέρνηση συνασπισμού χωρίς να περιλαμβάνει επίσημα τους Καντέτους- συγκρότησε το Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας (γνωστό ως «προ-κοινοβούλιο»). Το Συμβούλιο θα προετοίμαζε τη Συντακτική Συνέλευση και ουσιαστικά θα αποτελούσε το κοινοβουλευτικό αντίβαρο εν όψει του προγραμματισμένου 2ου πανρωσικού συνεδρίου των Σοβιέτ. Σύμφωνα με τον Τρότσκυ μάλλον θα την υποκαθιστούσε, αλλά το σημαντικό είναι ότι προσπαθούσε να υπονομεύσει την επιρροή των Σοβιέτ (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 336. “Ένεκεν” 2008).
Τις μέρες που προηγήθηκαν της Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης ο Λένιν καλεί με άλλες δύο επιστολές, την Κεντρική Επιτροπή καθώς και τις επιτροπές Πετρούπολης και Μόσχας να προχωρήσουν άμεσα στην ένοπλη εξέγερση. Δίνει σαφείς οδηγίες για τα σημεία που πρέπει να χτυπηθούν καθώς και για την περικύκλωση του θεάτρου όπου θα διεξαγόταν η συνδιάσκεψη και τη σύλληψη των αντιπροσώπων. Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής που ακολούθησε, η πρόταση του Λένιν καταψηφίστηκε. Ο Τρότσκυ, μαζί με τον Σβερντλώφ και τον Μπουχάριν, θεώρησαν τη στιγμή ακατάλληλη ενώ ο Στάλιν, που τότε απέφυγε να πάρει σαφή θέση, δήλωσε αργότερα ότι ο Λένιν είχε άδικο:
“…ο Ίλιτς, που κρυβόταν εκείνον τον καιρό, δεν ήταν σύμφωνος και έγραψε ότι αυτά τα σκουπίδια [η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη] πρέπει να διαλυθούν και να συλληφθούν. Εμείς καταλαβαίναμε ότι το ζήτημα δεν ήταν και τόσο απλό, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η Συνδιάσκεψη αποτελούνταν κατά το μισό ή τουλάχιστον στο ένα της τρίτο από αντιπροσώπους από το μέτωπο, και ότι με το να τους συλλάβουμε και να τους διαλύσουμε δεν μπορούσαμε παρά να καταστρέψουμε την όλη υπόθεση και να χειροτερέψουμε τις σχέσεις μας με το μέτωπο”
(Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 236. “Ένεκεν” 2008)

5. …και το Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας

Οι μπολσεβίκοι τελικά πήραν μέρος στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, γεγονός που οδήγησε το Λένιν να ασκήσει σκληρή κριτική στα μέλη της αντιπροσωπείας τους τόσο για την ίδια τη συμμετοχή τους όσο και για τη συμπεριφορά τους στο όργανο αυτό. Οι 136 αντιπρόσωποι του κόμματος έπρεπε «να εγκαταλείψουν την αίθουσα», να αφήσουν δυο-τρεις συντρόφους για να έχουν μια εικόνα και το «99% της μπολσεβίκικης αντιπροσωπείας να πάει στα εργοστάσια και τους στρατώνες» (Τ. Κλιφ: Λένιν-Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ, σ.369. «Εργατική Δημοκρατία» 1997). Η κομματική αντιπροσωπεία προχώρησε και σε ένα ακόμη πιο σημαντικό σφάλμα. Ενέκρινε την πρόταση του Ρύκωφ για συμμετοχή στο Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας καταψηφίζοντας την πρόταση του Τρότσκυ για μποϋκοτάζ. Ο Λένιν αντιδρά στην απόφαση αυτή και επαναφέρει το ζήτημα του μποϋκοτάζ:
«Ο Τρότσκυ υποστήριξε το μποϋκοτάζ. Μπράβο σύντροφε Τρότσκυ!
Η πρόταση για μποϋκοτάζ ηττήθηκε στη μπολσεβίκικη αντιπροσωπεία της Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης. Ζήτω το μποϋκοτάζ!»
(Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 57. “Ένεκεν” 2008)
Η Κεντρική Επιτροπή τελευταία στιγμή διορθώνει την πορεία του κόμματος και αποφασίζει την αποχώρηση των μπολσεβίκων αντιπροσώπων από το Συμβούλιο με την έναρξη των εργασιών του (7 Οκτώβρη). Ο Τρότσκυ διαβάζει τη δήλωση αποχώρησης:
Φεύγοντας απ’ αυτό το Συμβούλιο, κάνουμε έκκληση στο θάρρος και στη φρόνηση των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών όλης της Ρωσίας…
Η Πετρούπολη κινδυνεύει! Η Επανάσταση κινδυνεύει!
Η κυβέρνηση αύξησε τον κίνδυνο, οι ιθύνουσες τάξεις τον έκαμαν απειλητικότερο. Μόνο ο λαός μπορεί να ετοιμάσει τη σωτηρία του και τη σωτηρία της χώρας. Απευθυνόμαστε λοιπόν στο λαό.
-Ζήτω η τίμια και άμεση δημοκρατική ειρήνη!
-Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!
-Όλη η γη στο λαό
-Ζήτω η Συντακτική Συνέλευση!
(Τζων Ρηντ: Ιστορία της Ρωσικής Επαναστάσεως (Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο), σ.143. Εκδόσεις «Οι φίλοι της Ιστορίας» 1956)
Μέσα στις βρισιές και τις κραυγές των αντιπάλων αντιπροσώπων για τον προδοτικό ρόλο των μπολσεβίκων, το κόμμα έμπαινε στην τροχιά της ένοπλης εξέγερσης:
Ότι αυτό το βήμα ήταν είσοδος στο δρόμο της εξέγερσης, αυτό ήταν καθαρό για τους εχθρούς και τους αντιπάλους. «Ο Τρότσκυ, παίρνοντας το ασκέρι του από το προ-Κοινοβούλιο -γράφει ο Σουχάνοβ – προσανατολιζόταν καθαρά στην κατεύθυνση της βίαιης εξέγερσης”.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 429. “Παρασκήνιο” 2006)

6. Προς την εξέγερση

Στο μεταξύ, ο Λένιν συνεχίζει να πιέζει τα κομματικά όργανα με παροτρύνσεις για άμεση εξέγερση. Στις 10 Οκτώβρη ρισκάρει την αποκάλυψή του και εμφανίζεται στην Κεντρική Επιτροπή για να υποστηρίξει την πρότασή του για άμεση εξέγερση. Από τα 11 παρόντα μέλη της κεντρικής Επιτροπής μόνο δύο, οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ, καταψήφισαν την πρόταση. Το ότι το κόμμα είχε επιτέλους στα χέρια του την απόφαση για εξέγερση δεν σημαίνει ότι όλα είχαν κλειδώσει. Στις 11 Οκτώβρη η συνεδρίαση των Σοβιέτ των Βόρειων Περιοχών δεν παίρνει απόφαση για εξέγερση (ο Λένιν πόνταρε πολύ στην απόφαση αυτή καθώς έκρινε ότι οι επαναστατικές δυνάμεις της Φινλανδίας, της Λετονίας καθώς και του στόλου της Βαλτικής θα μπορούσαν να χτυπήσουν άμεσα την Πετρούπολη). Μια σειρά από προσπάθειες για συγκρότηση οργανωτικού κέντρου της εξέγερσης από την πλευρά του κόμματος έπεσαν στο κενό φανερώνοντας ότι οι επιφυλάξεις δεν είχαν εγκαταλείψει την πλειοψηφία των στελεχών. Στις 10 Οκτώβρη η Κεντρική Επιτροπή δημιούργησε επταμελές καθοδηγητικό όργανο της εξέγερσης με τους Λένιν, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Τρότσκυ, Στάλιν, Σοκόλνικοφ και Μπουμπνώφ, που δεν λειτούργησε ποτέ. Η κομματική επιτροπή Πετρούπολης συνεδρίασε στις 15 Οκτώβρη και εκτίμησε ότι δεν υπήρχε μαχητική διάθεση στις μάζες. Στις 16 Οκτώβρη, η Κεντρική Επιτροπή επικυρώνει την εκτίμηση της επιτροπής Πετρούπολης. Με τις εκτιμήσεις αυτές η δυνατότητα εξέγερσης τίθεται υπό αμφισβήτηση, όμως ο Λένιν αντέστρεψε το κλίμα προτείνοντας (στο πνεύμα των απόψεων του Τρότσκυ) να κρατηθεί η απόφαση της 10ης Οκτώβρη σαν γενική αρχή και ο καθορισμός του χρόνου της εξέγερσης να μείνει ανοιχτός για τα Σοβιέτ. Στην ίδια συνεδρίαση συστήνεται το -κομματικό- στρατιωτικό επαναστατικό κέντρο με τους Σβερντλώφ, Στάλιν, Μπουμπνώφ, Ουρίτσκι και Ντζερζίνσκι για να δουλέψει σαν μέρος της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής (ΣΕΕ) που στο μεταξύ (13 Οκτώβρη) είχε συγκροτηθεί από το Σοβιέτ της Πετρούπολης με πρόεδρο τον Τρότσκυ. Το κέντρο αυτό επίσης δεν λειτούργησε ποτέ. Οι Σβερντλώφ, Μπουμπνώφ, Ουρίτσκι και Ντζερζίνσκι μπαίνουν σταδιακά και με ατομική τους πρωτοβουλία στις εργασίες της ΣΕΕ. Ο Στάλιν δεν εμφανίστηκε ποτέ σε καμιά από τις συνεδριάσεις της.

7. Η «στιγμή»

Οι Λένιν και Τρότσκυ μοιραζόταν την εκτίμηση για την «τέχνη της εξέγερσης»:
Όπως ο σιδεράς δεν μπορεί να πιάσει με γυμνό χέρι το πυρωμένο σίδερο, έτσι και το προλεταριάτο δεν μπορεί με γυμνά τα χέρια να καταλάβει την εξουσία: του χρειάζεται οργάνωση κατάλληλη γι’αυτή τη δουλειά. Στο συνδυασμό της μαζικής εξέγερσης με τη συνωμοσία, στην υποταγή της συνωμοσίας στην εξέγερση, στην οργάνωση της εξέγερσης διαμέσου της συνωμοσίας, βρίσκεται ο περίπλοκος και βαρύς σε ευθύνες τομέας της επαναστατικής πολιτικής που ο Μαρξ και ο Ένγκελς αποκαλούσαν «τέχνη της εξέγερσης». Αυτό, προϋποθέτει σωστή γενική διεύθυνση των μαζών, ευλυγισία προσανατολισμού απέναντι στις ευμετάβολες περιστάσεις, μελετημένο σχέδιο επίθεσης, σύνεση στην τεχνική προετοιμασία και τόλμη στο χτύπημα.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 449. “Παρασκήνιο” 2006)
Μια καρικατούρα της τέχνης αυτής προσπάθησαν όμως να επικαλεστούν οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ για να υποστηρίξουν δημόσια την αντίθεσή τους στην εξέγερση. Ο Τρότσκυ απαντά:
Οι αντίπαλοι της εξέγερσης, μέσα στις ίδιες τις γραμμές του μπολσεβίκικου κόμματος έβρισκαν, ωστόσο, αρκετά πατήματα για πεσιμιστικά συμπεράσματα. Ο Ζηνόβιεφ και ο Κάμενεφ ορμηνεύανε να μην υποτιμάμε τις δυνάμεις του εχθρού. «Η Πετρούπολη αποφασίζει, όμως στην Πετρούπολη οι εχθροί διαθέτουνε σημαντικές δυνάμεις: πέντε χιλιάδες γιούνκερ τέλεια εξοπλισμένους και που ξέρουν πώς να πολεμάνε, ένα επιτελείο, συν συντάγματα κρούσης, συν Κοζάκους, συν σημαντικότατο πυροβολικό απλωμένο σαν βεντάλια γύρω από το Πίτερ. Περ’απ’αυτό οι αντίπαλοι με τη βοήθεια της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής, θα δοκιμάσουν σχεδόν στα σίγουρα να φέρουνε στρατό από το μέτωπο…». Η απαρίθμηση είναι επιβλητική, μα δεν είναι παρά απαρίθμηση. Αν συνολικά ο στρατός είναι κοινωνική συσσωμάτωση, όταν χωρίζει ανοιχτά στα δύο, οι δύο στρατοί είναι οι συσσωματώσεις των αντιμαχόμενων στρατοπέδων. Ο στρατός των ιδιοκτητών έφερνε μέσα του το σαράκι της απομόνωσης και της φθοράς.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 469. “Παρασκήνιο” 2006)
Στις 18 Οκτώβρη, με άρθρο τους στη μη-κομματική εφημερίδα του Γκόρκυ «Νόβαγια Ζιζν» φτάνουν μέχρι το σημείο να αποκαλύψουν τα σχέδια των μπολσεβίκων για ένοπλη εξέγερση στο προσεχές διάστημα. Ο Λένιν ζητάει τη διαγραφή των δύο στελεχών. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι δύο μέρες μετά, στο κύριο άρθρο της «Πράβντα» -με ευθύνη του Στάλιν ως εκδότη- γίνεται κριτική στον «οξύ τόνο» του Λένιν (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 227. “Ένεκεν” 2008). Με την απόφαση για εξέγερση να έχει αποκαλυφθεί, τα πράγματα τραβιούνται στα άκρα. Η κυβέρνηση κινείται ενάντια στα Σοβιέτ και τους μπολσεβίκους. Η επανάσταση πρέπει πλέον να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Στις 22 Οκτώβρη το Σοβιέτ της Πετρούπολης ζητάει από το στρατιωτικό διοικητήριο, τον έλεγχο πάνω στις αποφάσεις του, πράγμα που απορρίπτεται. Όμως μία μετά την άλλη, οι στρατιωτικές μονάδες τίθενται υπό τις διαταγές της ΣΕΕ. Στις 24 Οκτώβρη η κυβέρνηση κάνει μια μοιραία σπασμωδική απόπειρα που δίνει στην ΣΕΕ την αφορμή να κινηθεί. Διατάζει την απαγόρευση του επαναστατικού τύπου και το κλείσιμο των τυπογραφείων του Σοβιέτ και των μπολσεβίκων.
Πολύ πρωί ανταμώθηκα στις σκάλες μ’ έναν εργάτη και μιαν εργάτρια, πού έρχονταν λαχανιασμένοι απ’ το τυπογραφείο του κόμματος. Η κυβέρνηση είχε απαγορέψει το κεντρικό όργανο του κόμματος και την εφημερίδα του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Το τυπογραφείο το είχαν σφραγίσει κυβερνητικοί υπάλληλοι πού τους συνόδευαν γιούνκερς. Για μια στιγμή τούτη η είδηση έκανε εντύπωση: Πόση δύναμη επίδρασης είχαν οι τύποι πάνω στο μυαλό!
– Και δε μπορούμε να σχίσουμε τις σφραγίδες; ρώτησε η εργάτρια.
– Σχίστε τες, τους απάντησα. Και για να μη σας συμβεί τίποτα, θα σας δώσουμε και μια σίγουρη φρουρά.
(Λέων Τρότσκυ: Η Ζωή μου, σ.302. «Αλήθεια» 1981)
Με υποδειγματικό, ακατανίκητο και αναίμακτο τρόπο, οι φρουρές που συντονιζόταν από την ΣΕΕ (για την ακρίβεια ένα μικρό μέρος αυτών ήταν αρκετό) υπό την πυρετώδη καθοδήγηση του Τρότσκυ, άλλαξαν για πάντα τη ροή της Ιστορίας. Μέσα σε λίγες ώρες η πρωτεύουσα είχε πέσει, πρακτικά χωρίς αντίσταση
(Τ. Κλιφ: Λένιν-Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ, σ.400. «Εργατική Δημοκρατία» 1997).

Επίλογος: Η «βιασύνη» του Λένιν και η «αναβλητικότητα» του Τρότσκυ

Όπως είδαμε παραπάνω, το μπολσεβίκικο κόμμα δεν είχε, ούτε στις μέρες του 1917, την ομοιογένεια που ο μύθος του αποδίδει. Υπήρξαν πολλές στιγμές δυσπραγίας και έντασης με τα ίδια πρόσωπα να χαράσσουν, επιφανειακά αντιφατικές, διαχωριστικές γραμμές. Ο σταλινικός μύθος που, παρά τις κατοπινές κατασκευές του Κρεμλίνου, δεν κατάφερε ποτέ να αποδώσει τεκμηριωμένα μια σημαντική θέση για το Στάλιν στην ιστορία του Οκτώβρη, προσπαθεί να βάλει τον Τρότσκυ απέναντι από το Λένιν, μαζί με τους Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ. Είναι όμως έτσι;
Ο Λένιν πράγματι ασκούσε μεγάλη πίεση στο κόμμα για την ένοπλη εξέγερση, πίεση που κοντραρίστηκε και από τους Ζηνόβιεφ/Κάμενεφ και από τον Τρότσκυ. Η άποψη των πρώτων συνδεόταν με τη βασική τους ένσταση για την κατάληψη της εξουσίας. Γι’ αυτούς, η προοπτική βρισκόταν στη Συντακτική Συνέλευση, όπου θα φανερωνόταν η τεράστια αύξηση της επιρροής των μπολσεβίκων. Τα Σοβιέτ θα ενδυναμώνονταν και σιγά-σιγά η εξουσία θα περνούσε «φυσικά» πάνω τους. Εάν τηρούνταν η κοινοβουλευτική νομιμότητα κανείς δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την εξέλιξη αυτή. Η αντίθεση του Τρότσκυ με το Λένιν βρισκόταν στον αντίποδα της σκέψης των Ζηνόβιεφ/Κάμενεφ. Ενώ ο Λένιν υποστήριζε την άμεση κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους και την επακόλουθη «παράδοσή» της στα Σοβιέτ, ο Τρότσκυ ήταν βέβαιος ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε τελικά και τα Σοβιέτ και το κόμμα:
Η πρόταση του Λένιν να περικυκλώσουνε την Αλεξαντρίνκα και να συλλάβουν τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη εκπορευόταν από το γεγονός ότι η εξέγερση έπρεπε να έχει επικεφαλής της όχι το Σοβιέτ, μα το κόμμα, που θα’κανε απ’ ευθείας έκκληση στα εργοστάσια και τους στρατώνες…
…»Ποιος πρέπει να πάρει την εξουσία; – γράφει ο Λένιν το βράδυ της 24. Αυτό για την ώρα δεν έχει σημασία. Ας την πάρει η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή ή «ένα άλλο σώμα» που θα δηλώσει πως θα παραδώσει την εξουσία μόνο στους αληθινούς εκπροσώπους των συμφερόντων του λαού…». Ένα “άλλο σώμα”, αυτές οι λέξεις βαλμένες σε αινιγματικά εισαγωγικά σημαίνουν σε συνωμοτική γλώσσα την Κεντρική Επιτροπή των μπολσεβίκων.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 547-548. “Παρασκήνιο” 2006)
Η επικράτηση της εξουσίας των Σοβιέτ θα έπρεπε να προκύψει σαν αποτέλεσμα της κινητοποίησης των ίδιων των Σοβιέτ. Ο ρόλος των μπολσεβίκων θα ήταν -σαν το μοναδικό κόμμα που υποστήριζε τη σοβιετική εξουσία- να κινητοποιήσουν τα Σοβιέτ και να βοηθήσουν στο συντονισμό των δυνάμεών τους. Η βιασύνη του Λένιν το Σεπτέμβρη θα μπορούσε να είχε υπονομεύσει την Επανάσταση:
Το κόμμα έβαζε σε κίνηση το Σοβιέτ. Το Σοβιέτ έβαζε σε κίνηση τους εργάτες, τους στρατιώτες, ως ένα μέρος τους αγρότες. Ό,τι κέρδιζες σε μάζα, το’χανες σε ταχύτητα. Αν φανταστούμε αυτό το μηχανισμό μεταβίβασης σαν σύστημα από οδοντωτούς τροχούς – σύγκριση στην οποία, με άλλη ευκαιρία και σ’άλλη περίοδο, είχε καταφύγει ο Λένιν – μπορούμε να πούμε πως μια ανυπόμονη απόπειρα να προσαρμόσουν απευθείας τον τροχό του κόμματος στο γιγαντιαίο τροχό των μαζών περιέκλεινε τον κίνδυνο να σπάσουν τα δόντια του τροχού του κόμματος κι όμως να μη μπουν σε κίνηση αρκετές μάζες.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 546. “Παρασκήνιο” 2006)
Ο Τρότσκυ δεν είναι αυστηρός με τον Λένιν. Εκτιμά ότι η πίεση που ασκούσε ήταν, ως ένα βαθμό, μέρος μιας δικαιολογημένης υπερβολής στην προσπάθειά του να αντισταθμίσει το συντηρητισμό της κομματικής ηγεσίας, πράγμα που αρκετοί αναφέρουν σα γενικό χαρακτηριστικό της πολιτικής συμπεριφοράς του Λένιν. Για τον Τρότσκυ, οι υπερβολές του Λένιν αντανακλούσαν απλά «θυμό, διαμαρτυρία και περιφρόνηση ενάντια στη μοιρολατρική, αναβλητική, σοσιαλδημοκρατική, μενσεβίκικη αντιμετώπιση της επανάστασης» (Λ. Τρότσκυ: Τα μαθήματα του Οχτώβρη, σ.64. «Αλλαγή» 1985). Σε κάθε περίπτωση, η υπερβολή είναι υπερβολή, ακόμη κι από το στόμα του αδιαμφισβήτητου ηγέτη της Επανάστασης, Λένιν:
Η αργοπορία είναι έγκλημα. Η αναμονή του Συνεδρίου των Σοβιέτ είναι ένα παιδαριώδες παιχνίδι με τυπικότητες -ένα επαίσχυντο παιχνίδι με τυπικότητες, μια προδοσία της επανάστασης”.
(Λ. Τρότσκυ: Τα μαθήματα του Οχτώβρη, σ.64. «Αλλαγή» 1985).
Η εκτίμηση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπρεπε να έχουν τα Σοβιέτ στην εξέγερση υπήρχε φυσικά ενστικτωδώς σε αρκετούς μπολσεβίκους, όμως η συγκρότησή της σε ένα στιβαρό μαρξιστικό θεωρητικό σχήμα επέτρεψε στον Τρότσκυ να καθοδηγήσει αποτελεσματικά την εξέγερση του Οκτώβρη, να μεγιστοποιήσει τη νομιμοποίησή της στις μάζες και να τη μετατρέψει σε παντοτινό παράδειγμα για την απελευθερωτική δράση των καταπιεσμένων:
«Όλη η δουλειά της πρακτικής οργάνωσης της εξέγερσης έγινε κάτω από την άμεση ηγεσία του πρόεδρου του Σοβιέτ της Πετρούπολης, Τρότσκυ. Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι τη γρήγορη προσχώρηση της Φρουράς στο πλευρό του Σοβιέτ και την τολμηρή εκτέλεση των εργασιών της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, το Κόμμα τη χρωστάει βασικά και πάνω απ’ όλους στο σύντροφο Τρότσκυ»
(Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 58. “Ένεκεν” 2008)
Τα παραπάνω λόγια για τον Τρότσκυ δεν προέρχονται από κάποιον φανατικό «τροτσκιστή», αλλά από τον ίδιο τον κατοπινό του δολοφόνο, το Στάλιν!

 

(Σημείωση: Τα αποσπάσματα που πάρθηκαν από το βιβλίο “ Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας” μπορεί κανείς να τα βρει και στον τόμο “η παραμορφωμένη επανάσταση”, σε μετάφραση Έλλης Δυοβουνιώτη και πρόλογο του Πάμπλο (“Σελίδες” 1989). Στο μεγαλύτερο μέρος του πρόκειται για το ίδιο βιβλίο)

Ο Λ. Τρότσκυ, τις ημέρες του εμφύλιου πολέμου, απευθύνεται στους μαχητές του Κόκκινου Στρατού πάνω στο θρυλικό, ειδικά διαμορφωμένο, θωρακισμένο τραίνο του.

Συμβάν

“Σε κάποιο σημείο του πελάγου ένα άσπρο κύμα ορθώθηκε σαν λευκή φτερούγα για λίγο μόνο κι έπεσε ξανά. Αυτό πάλι τι σήμαινε; Αν δεν ήταν κάποιο σημαντικό σημάδι, θα πρέπει να ήταν ένα μεγάλο καπρίτσιο.”

 

“Πολλαπλές μεταβολές στα χρώματα της θάλασσας από τη μια στιγμή στην άλλη. Μεταβολές στα σύννεφα. Και η εμφάνιση ενός πλοίου. Τι συνέβαινε; Τι σήμαινε ένα συμβάν;

Κάθε στιγμή συνέβαινε κάτι που ήταν συγκλονιστικότερο κι από την έκρηξη του Κρακατόα. Απλώς δεν το πρόσεχε κανείς. Έχουμε εθιστεί τόσο στον παραλογισμό της ύπαρξης. Η απώλεια ενός σύμπαντος δεν είναι κάτι που αξίζει να το πάρουμε στα σοβαρά.

Τα συμβάντα είναι τα σημάδια μιας ατέρμονης αναμόρφωσης, αναδιοργάνωσης. Σήματα που στέλνει μια μακρινή καμπάνα. Ένα πλοίο εμφανίζεται και η καμπάνα αρχίζει να σημαίνει. Μέσα σε μια στιγμή ο ήχος της τα κάνει όλα δικά του. Στη θάλασσα δε σταματούν ποτέ, η καμπάνα χτυπάει αέναα.”

(Γιούκιο Μισίμα. Η θάλασσα της γονιμότητας, τόμος Δ’: Ο εκπεσών άγγελος. Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996, σ. 8-10)

 

Τον παρακάτω πίνακα, με τίτλο “ανατολή στην ανατολική θάλασσα”, τον έφτιαξε ο Φουγισίμα Τακέι το 1932.

Fujishima-Takeji-Sunrise-over-the-Eastern-Sea-detail

 

 

 

 

 

Μα, το είπε ο Μαρξ!

Εμείς που μελετήσαμε σε βάθος την αμερικάνικη δικαιοσύνη μέσα από τις ταινίες και σειρές, από την εποχή του “όλα για το πτυχίο” ακόμα, γνωρίζουμε ότι η δουλειά του σωστού και απολύτως cool δικηγόρου είναι εύκολη. Αδιαφορώντας για τις ενοχλητικές λεπτομέρειες της υπόθεσης, για μάρτυρες, στοιχεία και λοιπούς περισπασμούς, ο cool δικηγόρος βγάζει από το τσεπάκι (εντάξει, από το αρχείο) την απόφαση ενός δικαστηρίου κάποιας άγνωστης επαρχίας πριν από 80 χρόνια, επικαλείται το δεδικασμένο, κι ο δικαστής λιώνει μπροστά του, προλαβαίνοντας μόνο να χτυπήσει το σφυράκι του και να χαμογελάσει στο δικηγόρο σε στυλ “μου την έφερες κι αυτή τη φορά, πανέξυπνε μπαγάσα”. Το επεισόδιο τελειώνει, με τον κατηγορούμενο να ευχαριστεί το δικηγόρο, ο οποίος του κάνει ένα νόημα σε στυλ “τα καταφέρνω απλά επειδή είμαι πολλές κλάσεις εξυπνότερος απ’όλους σας, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα”, ενώ ο αφροαμερικάνος κλητήρας/μπάτσος φροντίζει να αδειάσει την αίθουσα. Ετούτο το κείμενο θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, τώρα που είπαμε την εξυπνάδα μας και πριν χαλάσουμε (πάλι) τις καρδιές μας.

Λοιπόν, ο τύπος του cool δικηγόρου της αμερικάνικης σειράς σταματάει να είναι τόσο cool όταν έρχεται και μπαστακώνεται στις πολιτικές συζητήσεις μεταξύ αριστερών. Σίγουρα θα έχεις προσέξει με πόση αυτοπεποίθηση πετάει ένα απόσπασμα κειμένου κάποιου κλασικού του μαρξισμού (τα ιντερνετικά ψαχτήρια βοηθούν πολύ σ’αυτό, είναι αλήθεια) περιμένοντας από μας να μείνουμε με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην ακατανίκητη δύναμη του μαρξιστικού δεδικασμένου. Για μένα είναι βέβαιο ότι ο άνθρωπος αυτός δεν έχει νιώσει ούτε μια στάλα από το αιθέριο έλαιο της μαρξιστικής σκέψης. Στα κείμενα των κλασικών δεν αναζητά τίποτε άλλο παρά μόνο συνταγές. Ακόμη χειρότερα, καθώς μιλάει υποβιβάζει το ζωντανό μαρξισμό σε συνταγή. Η αλήθεια είναι πως ο αστικός πειρασμός είναι μεγάλος: ποιος πχ, θα αμφισβητήσει την ισχύ ενός αποσπάσματος κειμένου του Λένιν, εκείνου που υπήρξε ο αρχιτέκτονας της Οκτωβριανής Επανάστασης? (μεγάλη η χάρη του!). Ποιος θα μπορούσε να πει ότι το απόσπασμα-βόμβα του συντρόφου Λένιν του φαίνεται άσχετο, με τον κίνδυνο να φανεί ότι αδιαφορεί γενικά για τη σκέψη του συντρόφου Λένιν? Το λέω εδώ μεταξύ μας, έχω πετύχει κάτι γελοίους τύπους που “μαγειρεύουν”, ή ανασκευάζουν κατά πώς τους βολεύει, ρητά του ενός ή του άλλου διανοητή προκειμένου να πείσουν για το δίκιο τους. Τραγικό.

Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα σου συμβεί κάποια τέτοια ξετσιπωσιά, κράτα την ψυχραιμία σου, άσε το συνομιλητή σου να απολαύσει την “επικράτησή” του (γιατί περί αυτού πρόκειται στην τελική) και, μόλις τελειώσει με το χαμόγελό του, ζήτα του ευγενικά να σου τεκμηριώσει τη σύνδεση της αναφοράς του στους κλασικούς με το θέμα που συζητάτε. Κάλεσέ τον να τεκμηριώσει τις αναλογίες του παραδείγματος, να αποδείξει δηλαδή ότι το παράδειγμά του είναι έγκυρο και όχι άσχετο. Με τον κίνδυνο του ξεστρατίσματος της συζήτησής σας (εκείνος το άρχισε όμως) δείτε προσεκτικά τις συνθήκες στις οποίες ο παλιότερος σύντροφος έγραψε αυτά που έγραψε. Ακόμη, αναρωτηθείτε μήπως ο ίδιος παλιός σύντροφος είχε άλλη στάση σε θέματα παρόμοια όταν τέθηκαν σε διαφορετικό πλαίσιο. Ξεχωρίστε αν η αναφορά αγγίζει τον πυρήνα του μαρξιστικού προγράμματος ή αν πρόκειται για μια συγκυριακή τοποθέτηση τακτικής. Σκεφτείτε μήπως και για κείνη τη σούπερ φράση του τάδε γιγαντιαίου μαρξιστή υπάρχουν άλλες τόσες άλλων μαρξιστών που διαφωνούν. Ξαναλέω, μπορεί η κουβέντα να ξεστρατίσει, αλλά κέρδος θα είναι τελικά. Άσε που υπάρχει μια μικρή ελπίδα (μικρή) ο συνομιλητής σου να αναρωτηθεί μήπως η πρακτική του αυτή δεν είναι τελικά και τίποτα σπουδαίο.

marx

Το κλείνω εδώ το θέμα, παραβιάζοντας όσα έχω πει παραπάνω, και βάζοντας μια αναφορά (εντάξει, η αλήθεια είναι πως πιστεύω ότι μέσα από το κειμενάκι θα γίνει αντιληπτή η σύνδεση, αλλιώς δεν θα το έκανα)

Ο Λένιν δεν μπορεί να κομματιαστεί σε παραθέσεις που ταιριάζουν σε κάθε δυνατή περίπτωση, επειδή για το Λένιν η φόρμουλα ποτέ δεν στέκεται υψηλότερα από την πραγματικότητα. Είναι πάντα το εργαλείο που κάνει δυνατό να συλλάβει κανείς την πραγματικότητα και να κυριαρχήσει σ’αυτήν. Δε θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς στο Λένιν δεκάδες και εκατοντάδες αποσπάσματα που, τυπικά μιλώντας, φαίνεται να είναι αντιφατικά. Αλλά αυτό που πρέπει να δούμε είναι όχι η τυπική σχέση του ενός αποσπάσματος με το άλλο, αλλά η πραγματική σχέση καθενός απ’αυτά με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα στην οποία η φόρμουλα μπήκε σαν ένας μοχλός. Η λενινιστική αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη”.

Αυτά τα ωραία λέει με το κοφτερό του μυαλό ο Τρότσκυ στο “νέα πορεία” (σ. 57, Εκδόσεις “Αλλαγή”, 1980). Κράτα τα, μαζί με την καλημέρα μου, και πάμε να διαβάσουμε κυριακάτικες εφημερίδες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια αφιέρωση

Στους συναδέλφους/ισσες μου. Ειδικά σε κείνους τους θαρραλέους τύπους και τύπισσες που θα αφήσουν για ένα λεπτό την κιμωλία για να αναρωτηθούν τι στην πραγματικότητα υπηρετούν.

Το τραγούδι είναι του Tom Paxton κι εδώ το τραγουδάει ο Pete Seeger.

What did you learn in school today,
Dear little boy of mine?

I learned that Washington never told a lie,
I learned that soldiers seldom die,
I learned that everybody’s free,
And that’s what the teacher said to me,
And that’s what I learned in school today,

that’s what I learned in school.

I learned the policemen are my friends,
I learned that justice never ends,
I learned that murderers pay for their crimes,
Even if we make a mistake sometimes,
And that’s what I learned in school today,
That’s what I learned in school

I learned that war is not so bad,
I learned about the great once we had had.
We fought in Germany and in France
And some day I might get my chance.
And that’s what I learned in school today,

That’s what I learned in school

I learned our government must be strong;
It’s always right and never wrong!

Our leaders are the finest men
And we elect them again and again,
And that’s what I learned in school today,
That’s what I learned in school

 

pete

Η «καλή» αξιολόγηση και άλλες φαντασιώσεις

Παρακολουθήσαμε χθες την κοινή συνέντευξη των προέδρων της ΕΛΜΕ Ιωαννίνων και του ΣΕΠΕ Ιωαννίνων σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό για τις εξελίξεις στην Εκπαίδευση μπροστά στη νέα σχολική χρονιά. Το να κάνουμε μια πλήρη παρουσίαση και κριτική των όσων είπαν οι δύο συνάδελφοι θα ήταν υπερβολικό για τούτο το μικρό σημείωμα. Επιβάλλεται όμως να σταθούμε σε ένα κρίσιμο -και επικίνδυνο συνάμα- ζήτημα, στο οποίο μια σημαντική μερίδα του συνδικαλισμού μας φαίνεται να πατά και να ξαναπατά τη μπανανόφλουδα που αφήνει η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Αναφερόμενοι στο μεγάλο ζήτημα της Αξιολόγησης, και οι δύο συνάδελφοι εξέθεσαν την άποψη ότι στην Εκπαίδευση χρειαζόμαστε κάποιας μορφής αξιολόγηση, αρκεί αυτή να έχει πρώτα συζητηθεί πλατιά, να μην είναι τιμωρητικού χαρακτήρα, να μην είναι εργαλείο χειραγώγησης των εκπαιδευτικών και κατηγοριοποίησης των σχολείων. Θέτοντας εδώ από την αρχή το σημείο της διαφωνίας μου, σημειώνω ότι αυτή ακριβώς η άποψη, που δέχεται την “αξιολόγηση υπό όρους” είναι το καταλληλότερο λιπαντικό για την εφαρμογή της αξιολόγησης χωρίς κανέναν όρο. Η “καλή” αξιολόγηση που ονειρεύονται οι συνάδελφοι είναι ίδια κι απαράλλαχτη με την “κακή”, τουλάχιστον στα μεσο-μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της.

Πριν δούμε το γιατί συμβαίνει αυτό, ας σταθούμε σε ένα δεύτερο, αλλά αρκετά σημαντικό, σημείο. Ένα από τα επιχειρήματα με τα οποία οι συνάδελφοί μας προσπάθησαν να στηρίξουν την άποψή τους ήταν ότι “η κοινωνία δεν πρέπει να σκεφτεί ότι είμαστε αντίθετοι στο να αξιολογηθούμε, όταν όλοι αξιολογούνται. Έτσι πρέπει εμείς οι ίδιοι να κάνουμε τις προτάσεις για την μορφή της αξιολόγησής μας”. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που, αν και ακούγεται συχνά, δεν το καταλαβαίνω, ειδικά όταν ξεστομίζεται από δασκάλους. Είναι αλήθεια ότι το κίνημα των εκπαιδευτικών πρέπει συνεχώς να σφυρηλατεί τη συμμαχία του με τα άλλα δύο μέρη του σχολικού τριγώνου, τα παιδιά και τους γονείς. Οι συμμαχίες όμως, και μάλιστα οι έντιμες και ελπιδοφόρες, δεν χτίζονται ούτε με την κουτοπονηριά ούτε με την υποταγή στις αντιλήψεις του άλλου. Εάν κρίνουμε ότι η απαίτηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών είναι κυρίαρχη μέσα στους γονείς (σε ποιους γονείς; Σε όλους; Είναι κάποιο ενιαίο κοινωνικά στρώμα οι “γονείς” μήπως;) και εάν εμείς κρίνουμε ότι αυτό οφείλεται στην προπαγάνδα του λόγου των αφεντικών, τότε αυτό που έχουμε να κάνουμε, σαν δάσκαλοι και σαν κοινωνικοί συνοδοιπόροι, είναι να τους εξηγήσουμε υπομονετικά το γιατί οι απόψεις τους είναι λαθεμένες. Θα ήταν ενδιαφέρον να μας αποκαλύψουν οι συνάδελφοι πώς φαντάζονται μια συμμαχία με τους “γονείς”, η οποία στην τελική ανάλυση θα αποδεχόταν το λόγο της κυρίαρχης τάξης περί αξιολόγησης. Τι να την κάνει κανείς μια τέτοια συμμαχία;

Ας πάμε όμως στην κύρια αντίρρηση. Μπορεί να υπάρχει “καλή” αξιολόγηση των εκπαιδευτικών; Θα μπορούσαμε να καταστρώσουμε μια πρόταση σαν αυτή που υπονοούν (αλλά δεν περιγράφουν) οι συνάδελφοι πρόεδροι; Μιας και ο χώρος ετούτου του σημειώματος είναι περιορισμένος, ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε με συντομία.

– Είναι στη φύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας το ότι δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Νόρμες εκπαιδευτικού έργου δεν υπάρχουν, και άρα η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πάνω στην τήρηση της νόρμας αναγκαστικά θα προϋποθέτει νόρμες επιβεβλημένες από αυθαίρετους εξωεκπαιδευτικούς σχεδιασμούς. Η Αξιολόγηση χτυπά απευθείας στην καρδιά της Εκπαίδευσης.

– Δε νοείται κριτική του γενικού εκπαιδευτικού έργου ξεκομμένη από την κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος. Ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα, ένα σύστημα που προσπαθεί για την ολόπλευρη μόρφωση των παιδιών, είναι σαφώς διαφορετικό περιβάλλον από ένα σύστημα περικοπών και καθολικού ελέγχου. Η αξιολόγηση (κάθε αξιολόγηση) μεταφέρει το ερώτημα “ποιον ωφελεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Ποιες είναι οι αξίες του και με ποιον τρόπο τις υπηρετεί;” στο “πώς κάνει τη δουλειά του ο υπάλληλος;”. Η Αξιολόγηση λειτουργεί λοιπόν σαν ξέπλυμα του συστήματος.

– Η εκπαίδευση δεν είναι μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από σωστές και λάθος μεθόδους, έτσι αόριστα και γενικά. Ένα σωρό μέθοδοι που παλιότερα θεωρούνταν ιδανικές, σήμερα είτε έχουν πεταχτεί στο σκουπιδοντενεκέ είτε έχουν ακόμη και καταδικαστεί. Επιπλέον, στην εκπαίδευση δεν υπάρχουν συνταγές. Γνωρίζουμε καλά πως μια προσέγγιση ενός θέματος μπορεί να αλλάζει από σχολείο σε σχολείο, ακόμη κι από τμήμα σε τμήμα του ίδιου σχολείου.

Η αξιολόγηση βάζει κάτω από το χαλί τις υπαρκτές κοινωνικές διαφορές των σχολείων και των παιδιών. Με λίγα λόγια, η Αξιολόγηση μασκαρεύει τις ταξικές διαφορές με το μανδύα των “ατομικών ευθυνών του εκπαιδευτικού”.

– Η εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη. Ο κρατικός θεσμός της εκπαίδευσης, όπως και το σύνολο του κράτους, διασφαλίζει τους όρους της διαιώνισης της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Αυτό σημαίνει ότι την “εκπαιδευτική ατζέντα”, ανεξάρτητα από το αν η κυβέρνηση είναι δεξιά ή “αριστερή”, την καθορίζουν έμμεσα (και κάποιες φορές άμεσα, αμεσότατα) τα επιτελεία των αφεντικών. Ένας θεσμός, λοιπόν, που καλείται να πετύχει τους στόχους των αφεντικών θα ήταν παράλογο να θεωρούμε ότι μπορεί να αξιολογηθεί από τους μηχανισμούς των αφεντικών στο κατά πόσο υπηρέτησε τη μόρφωση των παιδιών των εργατικών και λαϊκών τάξεων. Η Αξιολόγηση, “καλή” και “κακή”, είναι εργαλείο ταξικής κυριαρχίας.

– Η εκπαίδευση δεν έχει άμεσα αποτελέσματα. Πολλές φορές τα αποτελέσματα μιας συνεκτικής διδασκαλίας παρουσιάζονται χρόνια αργότερα. Η οικοδόμηση των βάσεων της μάθησης, αυτή η τόσο σημαντική πλευρά της Εκπαίδευσης, δεν έχει να κάνει με την επίτευξη άμεσων στόχων. Οι άμεσοι στόχοι είναι απαίτηση του σχολείου-επιχείρηση. Η Αξιολόγηση μετατρέπει το Σχολείο σε θέαμα.

– Όπου έχει εφαρμοστεί η Αξιολόγηση, και μιλάμε για τα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, έχει οδηγήσει σε μια γραφειοκρατική κόλαση, όπου η χαρά και η δημιουργικότητα θυσιάστηκαν στο βωμό της “επίτευξης στόχων”. Η Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα έχει οδηγήσει στο γραφειοκρατικό ψεύδος (σχολεία και εκπαιδευτικοί απλά συμπληρώνουν ψευδή στοιχεία όπου μπορούν για να πετύχουν καλύτερο “σκορ”), σε εργασιακή εξάντληση των εκπαιδευτικών (μιλάμε για μαζικές παραιτήσεις και έλλειψη ακόμη και αναπληρωτών, λόγω κακής φήμης του επαγγέλματος) και ανούσια εντατικοποίηση. Η Αξιολόγηση απονεκρώνει τον εκπαιδευτικό και το σχολείο.

– Ακόμη και η “καλή” αξιολόγηση οδηγεί στην κατηγοριοποίηση των σχολείων. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήδη, και τώρα που δεν υπάρχει “επίσημη” αξιολόγηση, τα σχολεία είναι κατηγοριοποιημένα στην κοινή γνώμη (κακώς, αλλά το ξέρουμε ότι ισχύει σε μεγάλο βαθμό). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το αίσχος των ανούσιων μεταγραφών (με τη δήλωση ψευδών στοιχείων ή και με “ρουσφέτια”, όπως έχουμε δει σε κάποιες περιπτώσεις) μέσω των οποίων αποδυναμώνονται κάποια σχολεία και ενισχύονται άλλα. Όταν η Αξιολόγηση βάλει αυτή την “επίσημη” στάμπα πάνω από κάποιο σχολείο, δεν θα χρειάζεται να είναι “τιμωρητική”. Η ίδια η κοινωνία θα λειτουργήσει αυτόματα. Η Αξιολόγηση, ακόμη και η “καλή”, είναι μηχανισμός κατηγοριοποίησης και αποδυνάμωσης/κλεισίματος σχολείων (το ίδιο φυσικά θα ισχύσει και για τους εκπαιδευτικούς όταν εφαρμοστεί η ατομική τους αξιολόγηση).

– Η Αξιολόγηση, καθώς θα πραγματοποιείται από συγκεκριμένους μηχανισμούς, παγιώνει την αντίληψη ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να καθορίσουν τις ζωές και τις ανάγκες τους. Ο Σύλλογος Διδασκόντων (μαζί και τα μαθητικά συμβούλια και οι σύλλογοι γονέων) παύει να είναι το κυρίαρχο όργανο στο οποίο τα παιδαγωγικά, διοικητικά ή όποια ζητήματα κουβεντιάζονται δημοκρατικά και προτείνονται οι αντίστοιχες λύσεις. Ο έλεγχος και η “λύση” έρχεται απ’έξω, ο Σύλλογος απλά προτείνει τον καλύτερο τρόπο για να εφαρμοστούν τα πορίσματα της Αξιολόγησης. Η Αξιολόγηση είναι ένα πλήγμα στη δημοκρατία, είναι μια αυταρχική κατρακύλα.

– Η Αξιολόγηση υπηρετεί τη στροφή της κοινωνίας από το σύνολο στο άτομο. Μια κατ’εξοχή κοινωνική διαδικασία όπως η Εκπαίδευση, μετατρέπεται σε ατομική, οι μαθητές και οι γονείς είναι οι πελάτες στο “νέο σχολείο”. Το Κράτος, μέσω της αξιολόγησης, θα ελέγχει εάν οι εκπαιδευτικοί παρέδωσαν στο άτομο-μαθητή-πελάτη το συμφωνημένο “πακέτο εκπαιδευτικών υπηρεσιών”. Η Αξιολόγηση είναι το ιδεολογικό εργαλείο του νεοφιλελευθερισμού στην Εκπαίδευση.

– Η αξιολόγηση δεν είναι ένα αφηρημένο σχήμα, όπως θέλουν να παρουσιάσουν κάποιοι, μα ο κύριος τρόπος εφαρμογής της καπιταλιστικής επιθετικότητας στην Εκπαίδευση. Μέσω της Αξιολόγησης παγκόσμια διευκολύνεται η διατίμηση του προϊόντος “εκπαιδευτική υπηρεσία” (και όχι πια “εκπαίδευση”, καθώς κάθε κομματάκι της παίρνει πια το ταμπελάκι με την τιμή του, αυτό με το οποίο θα βγει στην αγορά είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσα από την αναζήτηση χορηγών. Η Αξιολόγηση υπηρετεί το Σχολείο της Αγοράς.

– Δεν υπάρχει αξιολόγηση που να μην είναι συνάμα και χειραγώγηση. Ο έλεγχος πάνω στη σχολική ζωή, η παρακολούθηση των υποτιθέμενων “επιδόσεων” του σχολείου και του εκπαιδευτικού, ακόμη κι όταν δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, λειτουργεί κανονιστικά. Αυτό σημαίνει ότι οδηγεί το σχολείο και τον εκπαιδευτικό να προτιμήσει εκείνες της συμπεριφορές και μεθόδους που θα οδηγήσουν στο καλύτερο δυνατό “σκορ”. Πρακτικά, με την εξαίρεση κάποιων συναδέλφων που ενδεχομένως θα αντιστέκονται λόγω προσωπικού “τσαγανού” ή επιστημονικής-παιδαγωγικής αξιοπρέπειας, όλο και περισσότερα σχολεία (και συνάδελφοι) θα λειτουργούν κατά πώς επιβάλλει η προωθούμενη νόρμα. Η Αξιολόγηση είναι ο θάνατος της Παιδαγωγικής Ελευθερίας.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα σωρό ακόμη σημεία. Όσοι δίνουμε τη ζωή μας στο μαυροπίνακα, ξέρουμε μέσα μας τι έγκλημα πρόκειται να πραγματωθεί. Θα μπορούσαμε επίσης να μιλάμε με τις ώρες ακαδημαϊκά, για κάποια “αξιολόγηση που θα θέλαμε εμείς”. Ε λοιπόν, ας ξεχάσουμε ότι δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο, ας ξεχάσουμε ότι η Αξιολόγηση που προτείνεται είναι αυτή που επιθυμούν οι μεγάλοι πολυεθνικοί εκπαιδευτικοί-επιχειρηματικοί κολοσσοί και τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία (ΟΟΣΑ), κι ας προκαλέσουμε κι από δω εκείνους τους συναδέλφους που μας μιλούν για “μια άλλη, καλή, αξιολόγηση” να μας περιγράψουν μερικά βασικά της σημεία. Αν βρουν έστω κι ένα που να αντέχει την κριτική, το υπόσχομαι, θα σταματήσουμε να είμαστε τόσο αυστηροί μαζί τους. Δεν θα το βρουν όμως. Η “καλή αξιολόγηση” θα μείνει για πάντα μια φαντασιακή μπαλαφάρα, σαχλό φάσμα που θα υπηρετεί την εφαρμογή της “κακής”, της μόνης πραγματικά δυνατής.

Τρία υστερόγραφα:

– Ας μην θεωρηθεί ότι η επικέντρωση ετούτου του σημειώματος στην Εκπαίδευση υπονοεί ότι η Αξιολόγηση είναι διαδικασία ανεκτή ή επιθυμητή σε άλλους τομείς και άλλους κλάδους εργαζομένων. Αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση.

– Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, αλλά και συνδικαλιστικά, έγειρε την πλάστιγγα στην κατεύθυνση της αποδοχής/εφαρμογής της Αξιολόγησης. Εάν στην περίοδο των ΣαμαροΒενιζέλων η αντίθεση ήταν μαζική, σήμερα όλοι αισθάνονται πια ότι “τους παίρνει” να προσθέσουν το λιθαράκι τους στην εφαρμογή της Αξιολόγησης.

– Η μάχη της Αξιολόγησης θα καθορίσει το μέλλον της Εκπαίδευσης στη χώρα μας για τα πολλά επόμενα χρόνια. Το θέμα δεν είναι “ακαδημαϊκό”, δεν πρόκειται για απλή αντιπαράθεση απόψεων για τα εκπαιδευτικά θέματα. Η αντίθεση στην Αξιολόγηση σημαίνει αγώνα, σημαίνει ευθύνη, σημαίνει ότι στεκόμαστε με ειλικρινή αλληλεγγύη για το μέλλον της Εκπαίδευσης. Φτάνουν οι κουβεντούλες, αρκετά πια.

neoliberalism

“Όχι στη Μιζέρια!” ή υποταγή στη μιζέρια του καπιταλισμού?

Τα εγκαίνια (η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης, λένε κάποιοι) του νέου αυτοκινητόδρομου Ιωάννινα-Αντίρριο από τον πρωθυπουργό, με αναπτυξιακού τύπου φαντασιώσεις και φανφάρες, συνοδεύτηκαν και από δικαιολογημένες διαμαρτυρίες μερίδας των συμπολιτών μας για το ποσό που θα πληρώνουμε στα διόδια. Οι διαμαρτυρίες αυτές είχαν και θεσμική έκφραση μέσα από τις ανακοινώσεις συλλογικοτήτων της Αριστεράς (εδώ η ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), αλλά και την προσφυγή της Περ. Ηπείρου στο ΣτΕ. Πήραν λοιπόν φωτιά για μια ακόμη φορά τα δάχτυλα των ιντερνετικών απολογητών της κυβέρνησης και, πιθικίζοντας τα επιχειρήματα των απολογητών των προηγούμενων κυβερνήσεων, έσπευσαν να μας συνετίσουν: “τόσα χρόνια η Ήπειρος ήταν στην απομόνωση, και τώρα -που θα φτάνουμε σε 3,5 ώρες με τα αυτοκίνητά μας με ασφάλεια στην Αθήνα με έναν υπερσύγχρονο αυτοκινητόδρομο- βρήκατε να γκρινιάξετε για τα διόδια?”. Αυτά ακούμε και φρίττουμε. Παρακάτω, εκθέτω σε σημεία μερικές σκέψεις γι’αυτή την ακατανόητη επιχειρηματολογία.

auto

  1. Η πρώτη σκέψη, επειδή είμαι γνωστός χωριάτης, είναι αν πραγματικά το “να φτάνουμε στην Αθήνα” είναι το «Α-Ω». Αν δηλαδή αλλάζει ουσιωδώς η ποιότητα της ζωής του Ηπειρώτη (και της Ηπειρώτισσας φυσικά) επειδή μπορεί να καβαλήσει μια αρτηρία και να “φτάσει στην Αθήνα”. Η απάντησή μου είναι πως, όσο σημαντική και να είναι αυτή η διάσταση της επαφής με την πρωτεύουσα, η καθημερινότητά μας θα ήταν σαφώς καλύτερη εάν το οδικό δίκτυο της Ηπείρου ήταν αξιοπρεπές ή έστω εάν συντηρούνταν αξιοπρεπώς. Σκέφτομαι τώρα τους ανθρώπους που πηγαίνουν χειμωνιάτικα στη δουλειά εκτός Ιωαννίνων (πχ οι συνάδελφοί μου, εκπαιδευτικοί) και αγανακτώ. Ας το ξεπεράσουμε όμως, μιας και είναι υποκειμενικό ζήτημα, κι ας πάμε παρακάτω.
  2. Είναι πράγματι τόσο τρομερή κατάκτηση του «σύγχρονου πολιτισμού» μας (και μάλιστα υπό “αριστερή” διαχείριση) το να πηγαίνει κανείς με το “αυτοκίνητό του”? Θυμάμαι ότι όταν κάποτε τα στελέχη του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ αναφερόταν στο “σπάσιμο της απομόνωσης της Ηπείρου” εννοούσαν το σιδηρόδρομο. Δεν θέλω εδώ να ανοίξω μια αντιπαράθεση για το εάν θα έπρεπε να επιδιώκεται/διευκολύνεται η χρήση των ΜΜΜ και όχι των ΙΧ, οπότε, μιας κι αυτό είναι θέμα άποψης, το αφήνω εδώ επίσης σαν υποκειμενική σκέψη κι ας πάμε σε κάτι αντικειμενικό.
  3. Το μήκος της διαδρομής από τον κόμβο έξω από τα Γιάννινα μέχρι το Αντίρριο είναι 196Km και της διαδρομής από Πάτρα μέχρι Ελευσίνα είναι 201,5Km. Αυτό σημαίνει ότι για να φτάσει στην Αθήνα κάποιος με το ΙΧ του σε 3,5 ώρες, πρέπει να τρέχει με μέση ταχύτητα 113,6Km/h (δηλαδή σε αρκετά κομμάτια πολύ παραπάνω) με τις παραδοχές ότι διακτινίζεται από τα Γιάννινα στον κόμβο, από την Ελευσίνα στην Αθήνα κι ότι περνά αστραπιαία τους σταθμούς διοδίων και τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου. Επίσης, ο/η οδηγός θα πρέπει να κάνει τη διαδρομή χωρίς στάσεις (ούτε για κατούρημα) παραβλέποντας κάθε σχετική σύσταση ασφάλειας. Αυτά είναι τα αντικειμενικά. Υποκειμενικά, θα πω ότι μετά απ’όλα αυτά για μένα το “Γιάννινα-Αθήνα σε 3,5 ώρες” σημαίνει “όχι ασφαλές ταξίδι”.
  4. Ας βγάλω λίγη χολή τώρα για τους θαμπωμένους μας λάτρεις του έργου (ήρθε η ώρα της). Είναι πράγματι ο αυτοκινητόδρομος Ιωαννίνων-Αντιρρίου ένας “υπερσύγχρονος αυτοκινητόδρομος”? Πιστεύω πως εάν κανείς τον συγκρίνει με το χάλι που είχαμε μέχρι σήμερα για εθνική οδό θα πει πως ναι. Όμως, μιλώντας τουλάχιστον για το κομμάτι Γιάννινα-Άρτα, που το ταξίδεψα ήδη για τα καλά (είπαμε, αυτά προσέχω ο χωριάτης) λέω ότι απέχει πολύ από το να είναι “υπερσύγχρονο”. Δεν ξέρω ποιες τεχνικές δυσκολίες έπρεπε να ξεπεραστούν κατά την κατασκευή του έργου και εάν χρησιμοποιήθηκαν σύγχρονες τεχνικές (φαντάζομαι πως ναι), όμως σαν αποτέλεσμα ένας αυτοκινητόδρομος με δύο λωρίδες, με ΛΕΑ της τάξης μεγέθους ποδηλατόδρομου, με πολλές στροφές (και κάποιες από τις τουαλέτες τοποθετημένες πολύ κοντά, κατά τη γνώμη μου, σε στροφές) δε νομίζω ότι αντιστοιχεί στην “υπερσύγχρονη” εικόνα που ζωγραφίζουν οι κυβερνητικοί απολογητές.
  5. Ας πάμε στο κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας τους όμως. Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι ο πρωθυπουργός εγκαινίασε προχθές το πιο σύγχρονο έργο της δεκαετίας. Είναι μιζέρια να διαμαρτυρόμαστε για τα διόδια που θα πληρώνουμε? Πώς συνδέονται αυτά τα δύο? Το επιχείρημα αυτό είναι ουσιαστικά τόσο ηλίθιο που συγκρίνεται μόνο με την υπεράσπιση της κυβερνητικής πολιτικής ως αριστερής. Ας μας πουν λοιπόν οι απολογητές μας: Θα ίσχυε ακόμη το επιχείρημά τους εάν τα διόδια ήταν κατά 50 λεπτά ακριβότερα? Αν ήταν ακριβότερα κατά 1 ευρώ ή 5 ή 10 τι θα άλλαζε στο γελοίο αυτό επιχείρημα? Ο δρόμος είναι τόσο σύγχρονος και καλός όσο είναι. Τι αλλάζει σ’αυτό με το ποσό των διοδίων? Κι αντίστροφα: εάν τα διόδια ήταν κατά 50 λεπτά φτηνότερα ο δρόμος θα άλλαζε? Αν δεν υπήρχαν καθόλου διόδια? Στην πραγματικότητα, η μόνη περίπτωση που θα έστεκε μια τέτοια γελοιότητα θα ήταν εκείνη όπου τα διόδια ήταν τέτοια ώστε με την προβλεπόμενη κίνηση σε 20 (για παράδειγμα) χρόνια θα μπορούσε να καλυφθεί το κόστος κατασκευής το δρόμου. Όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο αυτοκινητόδρομος είναι μια επιχείρηση και το κριτήριο τόσο για τις συμφωνίες με το Κράτος για την κατασκευή του όσο και για το ύψος των διοδίων είναι το επιδιωκόμενο κέρδους. Οι σημερινοί απολογητές λοιπόν δεν υπερασπίζονται το έργο σαν καθημερινότητα, αλλά τα κέρδη των αφεντικών. Πράγμα που μες φέρνει στον επίλογο αυτού του μικρού σημειώματος.

Διαφωνώντας με το μεγαλύτερο μέρος των συντρόφων μου, αρνούμαι να επαναλάβω κάποιο σύνθημα του τύπου “οι αυτοκινητόδρομοι ανήκουν στο λαό”. Λοιπόν, οι αυτοκινητόδρομοι δεν φτιάχτηκαν για το “λαό”, αλλά πρωτίστως για τις νταλίκες των αφεντικών. Έτσι τους φαντάστηκαν, έτσι τους χάραξαν, έτσι τους έφτιαξαν. Πρόκειται για κεντρικές αρτηρίες εμπορευμάτων που -παρεμπιπτόντως- εξυπηρετούν (με αρκετά ερωτηματικά εδώ από μένα) και το “λαό”, με το αζημίωτο φυσικά. Όταν ο “λαός” (ίσως εδώ εννοείται το προλεταριάτο) αναλάβει τη διεύθυνση αυτού του κόσμου, τότε θα σχεδιαστούν δρόμοι “για το λαό”, και θα κατασκευαστούν χωρίς να εξαντλούν και να σκοτώνουν τους εργαζόμενους και το περιβάλλον. Μέχρι τότε, τα έργα (ειδικά τα μεγάλης κλίμακας) θα γίνονται με μοναδικό κριτήριο τις ανάγκες των ισχυρών κομματιών του Κεφαλαίου, και ο “λαός” θα ζει με τα ψίχουλα που θα πέφτουν απ’αυτό το άθλιο τραπέζι της εκμετάλλευσης.

Όλα τα παραπάνω μπορεί φυσικά ακόμη να ακούγονται μίζερα, τη συνηθίσαμε πια αυτή την κατηγορία όσοι στεκόμαστε απέναντι τόσο στην καπιταλιστική ανάπτυξη (ειδικά στην εποχή της παρακμής αυτού του συστήματος) όσο και στην επιπόλαιη λατρεία της “προόδου”. Για μένα πάντως, δεν υπάρχει μεγαλύτερη μιζέρια από το να θεωρείς την πολυτέλεια του αφεντικού δική σου, τα κέρδη του αφεντικού και δικά σου κέρδη, τις ανάγκες του για δικές σου, και την ατελείωτη και χωρίς έλεος καταστροφή ανθρώπου και περιβάλλοντος σαν νομοτέλεια.

dead-end

Previous Older Entries