Όλα για την Εύα

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου της Γένεσης περιγράφεται η Πτώση του Ανθρώπου. Πολλά έχουν γραφτεί γι’αυτές τις λίγες δραματικές αράδες, που εξηγούν, ας πούμε, το λεγόμενο Προπατορικό Αμάρτημα, το λόγο για τον οποίο όλοι οι άνθρωποι γεννιόμαστε με ένα ερωτηματικό πάνω απ’το κεφάλι μας και ζούμε τη ζωή μας με πόνο.

eve

Πάντα έβρισκα συναρπαστικό το θάρρος της Εύας. Κακώς κάποιοι αποκάλεσαν το Διάβολο “πρώτο επαναστάτη”, αυτή η θέση ανήκει στην Εύα. Εκείνη ζούσε στον Παράδεισο, τα είχε όλα με κάποια έννοια. Αλλά όχι. Αυτός ο φιλόξενος και μεγαλόκαρδος ιδιοκτήτης του Παραδείσου σημάδεψε την προσφορά του με έναν απλό περιορισμό: να μην πειράξουν οι πρωτόπλαστοι ένα συγκεκριμένο δέντρο, να μην φάνε από τους καρπούς του. Οι πρωτόπλαστοι είχαν στη διάθεσή τους χιλιάδες δέντρα, ζουμερούς καρπούς, γευστικούς πέρα από κάθε φαντασία. Όμως ο κήπος δεν ήταν δικός τους, ήταν του αφεντικού, κι αυτό ήταν το μήνυμα του περιορισμού που τους τέθηκε. Η Εύα δεν πόθησε τον καρπό, ούτε άπληστη ήταν, ούτε παρασύρθηκε από το φίδι. Η Εύα κατάλαβε πως αν αποδεχτεί αυτόν το μικρό, ασήμαντο θα έλεγε κάποιος, περιορισμό, όσο πλούσια και ανέμελη ζωή και να είχε στον υπέροχο κήπο, στην πραγματικότητα θα ήταν μια ζωή χωρίς Ελευθερία. Η Εύα, διεκδικώντας τον απαγορευμένο καρπό, έστειλε το δικό της μήνυμα στον Ελωχείμ, όλα ή τίποτα, και ο -μέχρι εκείνη τη στιγμή- φιλόξενος ιδιοκτήτης απάντησε όπως έπρεπε: τίποτα! από δω και στο εξής μόνο πόνος.

Την ιστορία της Εύας φυσικά κανείς μπορεί να τη διαβάσει όπως θέλει, είμαι σίγουρος πως ένα σωρό θεολόγοι διαφωνούν εντονότατα μ’αυτά που έγραψα παραπάνω. Το θέμα όμως με τις αλληγορικές ιστορίες είναι πως το νόημά τους υπάρχει μέσα μας και όχι μέσα τους. Ας διαφωνούν όσο θέλουν λοιπόν. Για μένα, η ιστορία της Εύας δεν μπορεί να διαβαστεί ξεχωριστά από μια δήλωση μετανοίας, που δόθηκε στους προγόνους μου και δεν υπογράφτηκε ποτέ. Μια απλή δήλωση, ένα παλιόχαρτο ασήμαντης αξίας, που η επιλογή να μην το υπογράψεις είχε την ίδια συνέχεια με την ιστορία του βιβλίου της Γένεσης: από δω και πέρα μόνο πόνος.

Ώρες ολόκληρες, σε συσκέψεις επί συσκέψεων και κείμενα επί κειμένων συζητούμε με τους συντρόφους και τις συντρόφισσες για την προοπτική της Αριστεράς, για τα λάθη και τις αδυναμίες στο πρόγραμμα και την οργάνωση του αγώνα, για την επικαιροποίηση και την ανάπτυξη των βασικών μας θέσεων. Ένα πράγμα δεν κάνουμε. Δεν βλέπουμε ότι η Αριστερά μας, και κυρίως οι αριστεροί μας, έχουν χάσει το τσαγανό της Εύας. Σουλατσάρουν μέσα στον κήπο του Αφεντικού, μασουλάνε τους ζουμερούς καρπούς. Παίρνουν προαγωγές και γίνονται διευθυντές γιατί “έχουν παιδιά να θρέψουν”, γράφουν στα έντυπα του Αφεντικού αυτά που τους υπαγορεύονται γιατί “καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή”, κουνάνε τις σημαίες του και προσκυνούν τις εικόνες του, αισθάνονται όμορφα όταν γίνονται στελέχη κάθε φύσης “καθ’ ομοίωσιν” του αφεντικού, γίνονται γραμματείς επιτροπών, βουλευτές, υπουργοί, αγγελάκια δηλαδή που τριγυρνούν στο κεφάλι του Αφεντικού και του σπάνε τα νεύρα δοξολογώντας το. Πού και πού, τραβούν φυσικά και καμιά διαμαρτυρία για το απαγορευμένο δέντρο. Με ωραία κείμενα μάς εξηγούν γιατί είναι λάθος να υπάρχει ο περιορισμός, μα οι φράσεις τους είναι τόσο μπερδεμένες ώστε το νόημα να χάνεται, ώστε κανείς να μην πάρει το λάθος μήνυμα, ορμήξει κατά το δέντρο και θυμώσει ο ιδιοκτήτης.

Είναι ωραίος ο παράδεισος, καμία συζήτηση γι’αυτό. Θέσεις, αξιώματα, μεγαλύτερος μισθός (ή έστω, κάποιος μισθός), αναγνώριση, ο παράδεισος τα δίνει όλα αυτά απλόχερα σε “έξυπνους και άξιους ανθρώπους”, και -παραδέξου το- πολλοί απ’τους αριστερούς μας είναι αρκετά έξυπνοι. Κι ακόμη, επιτροπές, επερωτήσεις, κοινοβουλευτικό έργο, συμμετοχή στη διοίκηση, τηλεοπτικές εμφανίσεις, δημόσιες σχέσεις με τους από πάνω. Μέσα σε μια βρωμερή θάλασσα εξαθλίωσης κάποιοι μπορούν να έχουν το κεφάλι τους πολύ πιο πάνω και να ανασαίνουν, γιατί να μην το κάνουν?

Η Εύα θα μπορούσε να μην τα είχε σκεφτεί ποτέ όλα αυτά. Θα μπορούσε να μην είχε παραβεί ποτέ την εντολή, μα τότε δεν θα είχαμε ούτε Ανθρωπότητα, ούτε Ιστορία, θα ζούσε για πάντα και θα ήταν σα να μην έζησε ποτέ. Αυτό συμβαίνει και με την Αριστερά μας. Κάθε φορά που κάνει πως δεν βλέπει το απαγορευμένο δέντρο, κάθε φορά που απλώνει το χέρι στους καρπούς του Αφεντικού, απλά σβήνει και πεθαίνει ή ζει σα να μην έζησε ποτέ.

Όχι, δεν είναι για μας αυτά τα ζουμερά φρούτα. Πίσω από τη γλύκα τους, αν δώσεις λίγη προσοχή, αφήνουν μια πικρή γεύση, ένα κακιασμένο χαμόγελο σαν μήνυμα μέσα στα μπισκοτάκια της τύχης, μια ψιθυριστή φωνή που λέει, “αυτός ο κήπος είναι του Αφεντικού, αυτό το φρούτο είναι του Αφεντικού, κι εσύ που το τρως, ανόητε, πάλι του Αφεντικού είσαι”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ενάντια στο “ενάντια στην ανάθεση”

unionpower Ανήκω σε κείνη τη φυλή των οργανωτικά ακάλυπτων κομμουνιστών. Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιούμαι σχεδόν αποκλειστικά μέσα στη συνδικαλιστική μας παράταξη, που κι εκείνη με τη σειρά της είναι ένα πολύχρωμο ασκέρι οργανώσεων και αγωνιστών της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Μέσα στην αδυναμία του συνδικαλισμού (ακόμη και με την ένσταση ότι δεν είναι κάτι ενιαίο) να συσπειρώσει, να εμπνεύσει, να νικήσει, δεν είναι λίγες οι φορές που καταράστηκα τη σιχαμένη λογική της ανάθεσης. Αποκαμωμένος και απογοητευμένος από τη μικρή συμμετοχή των συναδέλφων μου στις υποθέσεις του σωματείου, τα έβαζα συχνά με τη γάγγραινα της ανάθεσης, επικαλούμενος το γνωστό, μπανάλ μάντρα “αν δεν πλαισιώσετε το σωματείο τότε αφήνετε τον κυβερνητικό συνδικαλισμό και τη γραφειοκρατία να αλωνίζουν”. Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, και χωρίς να αθωώνω τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία για τις λυσσαλέες προσπάθειές της να απομαζικοποιήσει και να απονευρώσει τα σωματεία, στο μικρό κείμενο που ακολουθεί αναρωτιέμαι αν το ανάθεμα στην ανάθεση είναι μια πολιτική στάση χρήσιμη στην αναγκαία ανασυγκρότηση και αντεπίθεση του εργατικού κινήματος.

Στη φετινή, ετεροχρονισμένη, πορεία της “εργατικής πρωτομαγιάς στην πόλη μου ήμασταν γύρω στους τριακόσιους ανθρώπους, ένας μικρός σχετικά αριθμός. Η διαφορά με τις πορείες άλλων χρόνων ήταν ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων εντασσόταν στα μπλοκ της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, σε μπλοκ που κυριαρχούσαν οι κόκκινες σημαίες, με αρκετές απ’αυτές να φέρουν και το σφυροδρέπανο. Δεν χωράει αμφιβολία, εάν κάποιος ξένος συναντούσε την πορεία αυτή, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια πορεία τριακοσίων οπαδών της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Κι όμως. Εάν κάποιος έκλεινε τα μάτια του και άκουγε μόνο τα συνθήματα, τότε θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα μεγάλο μπλοκ της ΓΣΕΕ ή της ΑΔΕΔΥ. Συντηρητικά συνθήματα, στην πλειοψηφία τους αυστηρά συνδικαλιστικά, με τα λίγα που ξέφευγαν να αφορούν στους πρόσφυγες ή σε μια αόριστη καταδίκη του Ιμπεριαλισμού. Με λίγα λόγια, είχες μια μικρή διαδήλωση κομμουνιστών που παρίστανε το μαζικό κίνημα (το ίδιο και χειρότερο γινόταν λίγα τετράγωνα πιο πέρα, στη διαδήλωση του ΠΑΜΕ, με τη διαφορά ότι εκεί οι περισσότερες σημαίες ήταν άσπρες και έγραφαν “ΠΑΜΕ”). Το μαζικό κίνημα ήταν λοιπόν έτοιμο, στημένο, το είχαν στήσει οι κομμουνιστές, και απλά περίμενε (περιμένει) τις μάζες να το… μαζικοποιήσουν.
Τι σχέση έχει το παραπάνω σχόλιο με το θέμα που υποσχέθηκα να αναπτύξω? Θα δούμε παρακάτω.
Το “όνειρο” ενός κομμουνιστή που μάχεται στο σωματείο του ενάντια σε λογικές ανάθεσης είναι η ολόψυχη συμμετοχή των συναδέλφων του στη ζωή του σωματείου. Η παρουσία τους και η ουσιαστική συμβολή τους στην επεξεργασία θέσεων στις γενικές συνελεύσεις, ο διαρκής έλεγχος των εκλεγμένων εκπροσώπων, η στήριξη των αποφάσεων και η συντεταγμένη, μαζική δράση σύμφωνα μ’αυτές, όλα αυτά μαζί θα ήταν ο θάνατος της ανάθεσης, ένα σωματείο πρότυπο εργατικής δημοκρατίας. Εδώ ακριβώς θα πρέπει να κάνουμε μια στάση, και να αναρωτηθούμε αν αυτός ο πόθος είναι έγκυρος, πολύ περισσότερο αν δικαιούμαστε να προβάλλουμε αυτόν μας τον πόθο σαν μέτρο της υγείας στην πολιτική συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας. Τελικά, οφείλουμε να αναρωτηθούμε μήπως αυτή η σύγχυση μεταφέρεται και στα καθήκοντα που βάζουμε στους εαυτούς μας, και καταλήγουμε να κυνηγάμε την άκρη του ουράνιου τόξου και στη συνεχή απογοήτευση.
Τα σωματεία δεν υπάρχουν για να φέρουν τον Κομμουνισμό. Τα σωματεία είναι μέρος του κύκλου της μισθωτής εργασίας. Οι άνθρωποι εντάσσονται σ’αυτά για να διαπραγματευτούν με το αφεντικό τους όρους της εργασίας τους. Για να το κάνουν αυτό πρέπει να έχουν ένα σωματείο που το αφεντικό αποδέχεται και να μιλούν για λογαριασμό τους συνάδελφοι με την ειδική ικανότητα να είναι αμφίπλευρα αξιόπιστοι (όσο είναι αυτό δυνατό): να μεταφέρουν τις ανάγκες και τα αιτήματα των συναδέλφων τους προς το αφεντικό, άλλα “σε λογικά πλαίσια” ώστε εκείνο να μην απορρίπτει τη διαπραγμάτευση μαζί τους. Αυτή είναι η “κανονικότητα” ενός σωματείου. Είναι ένας αστικός θεσμός, προορισμένος για ένα αστικό καθήκον. Λογικό είναι ότι γεννά και αναπαράγει αστική νοοτροπία. Οι συνάδελφοι εκλέγουν και αποσύρονται, ώστε να μην είναι και πολύ ορατοί στους επιστάτες και το αφεντικό, κοιτούν “τη δουλειά τους” αποφεύγοντας τα μπλεξίματα. Ο συνδικαλιστής που εκλέγουν κάνει τις επαφές με τη διοίκηση για λογαριασμό τους και σιγά-σιγά οι υποθέσεις τους αφήνονται στις ικανότητές του, στον τρόπο που διαχειρίζεται τις σχέσεις του με τους από πάνω. Τελικά, ο συνδικαλιστής αυτονομείται, λογοδοτεί μόνο αόριστα στη βάση που τον εξέλεξε, την οποία φτάνει να αντιμετωπίζει σαν δεξαμενή ψηφοφόρων, που περιστασιακά επιβραβεύεται με κάποια αποκλειστική πληροφορία ή μια εξυπηρετησούλα. Γνωρίζω πως αυτή η περιγραφή ακούγεται ισοπεδωτική και άδικη τόσο προς την εσωτερική ζωή κάποιων σωματείων όσο και προς τον κόπο ορισμένων αγωνιστών συνδικαλιστών, όμως αυτή είναι η βασική εικόνα και όλα τα υπόλοιπα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν εξαιρέσεις. Χρήσιμος και ρεαλιστικός συνδικαλισμός θεωρείται εκείνος που, χωρίς να πολυανακατεύει τους συναδέλφους, διαχειρίζεται τις υποθέσεις τους. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση συναντά τις περισσότερες φορές την άρνηση και την απροθυμία των ίδιων των συναδέλφων. Στις περιπτώσεις δε που κάποιος επιχειρεί να αποκαλύψει τη σύνδεση ενός επιχειρησιακού ή κλαδικού αιτήματος με ένα γενικότερο πολιτικό σχέδιο ή αγώνα, εκεί τρώει σίγουρα τα μούτρα του, μιας και “εμείς έχουμε τα προβλήματά μας τώρα να λύσουμε όπως μπορούμε”.
Η ζωή του σωματείου λοιπόν δημιουργεί αστική και όχι κομμουνιστική νοοτροπία, η ζωή του σωματείου είναι δομημένη πάνω στις σκαλωσιές της ανάθεσης. Έχοντας γράψει όλα αυτά, πρέπει τώρα να εξηγήσουμε πώς στο καλό γίνεται και παρατηρούμε και τα αντίθετά τους. Πώς γίνεται και σε κάποια σωματεία η εκλογική δύναμη των επαναστατών είναι τόσο μεγάλη που καταντά ασύμβατη με τη γενική επιρροή τους στην κοινωνία? Πώς γίνεται και σε ορισμένες περιόδους η συμμετοχή στις συνελεύσεις και τις απεργίες είναι τόσο μεγάλη που διαψεύδει την παραπάνω “σκοτεινή” περιγραφή για σωματεία από τη φύση τους βουτηγμένα στην ανάθεση? Πώς γίνεται και μέσα από συνδικαλιστικούς αγώνες ξεπηδούν νέες γενιές επαναστατών?
Οι απαντήσεις μας δεν χρειάζονται εξωτικές εξηγήσεις. Ο λόγος που οι συνάδελφοι μάς ψηφίζουν σε κάποια σωματεία (στη δική μας Ομοσπονδία το άθροισμα της Αριστεράς ξεπερνούσε το 60% στις προηγούμενες εκλογές με μεγάλο μέρος αυτού να πηγαίνει στο ΚΚ και την άκρα Αριστερά) είναι επειδή είμαστε “φωνακλάδες”. Στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που μας στηρίζουν, το κάνουν όχι εξαιτίας, αλλά παρά το γεγονός ότι είμαστε κομμουνιστές. Προφανώς έχει σημασία που κάποιος διαλέγει τον επαναστάτη από τον δεξιό ή το τσιράκι του αφεντικού, δεν σκοπεύω να το μειώσω αυτό, όμως ακόμη κι έτσι ο συνάδελφος γνωρίζει πως θα τρέξουμε για την υπόθεσή του όσο μπορούμε και με ειλικρίνεια, γι’αυτό μας στηρίζει. Για να απαντήσουμε στο δεύτερο ερώτημα, αρκεί να αναρωτηθούμε πότε στα τελευταία χρόνια η συμμετοχή στις συνελεύσεις και τις κινητοποιήσεις των σωματείων ήταν μαζική. Η εμπειρία δεν αφήνει περιθώρια ποικίλων απαντήσεων: Κάθε φορά που τα σωματεία κινητοποιήθηκαν μαζικά υπήρχε στον ορίζοντα μια πιθανή (ή ακόμη και φανταστική) διαπραγμάτευση, μια άμεση διεκδίκηση, η προσμονή καταιγιστικών εξελίξεων. Αυτό ισχύει τόσο για τις κλαδικές απεργίες, όσο και για τις γενικές πολιτικές απεργίες, οι οποίες ήταν τόσο πιο μαζικές όσο ακουμπούσαν το στόχο του ροκανίσματος κυβερνητικών πλειοψηφιών. Η μαζική συμμετοχή λοιπόν δεν ήταν απόδραση από τη διαπραγμάτευση, αλλά έκφραση μιας συλλογικής αίσθησης ότι η διαπραγμάτευση χρειάζεται την παρουσία μας στο δρόμο. Σ’αυτές τις στιγμές της μαζικής συμμετοχής είναι που η κανονικότητα του σωματείου γίνεται κομμάτια. Μια μεγάλη κινητοποίηση δεν μπορεί να είναι υπόθεση των “ειδικών”, για να πετύχει πρέπει να μοιραστούν ανακοινώσεις, να γίνουν ενημερώσεις, να στηθούν απεργιακές επιτροπές και επιτροπές αγώνα που συντονίζουν τη δράση τους. Το “ΔΣ” παύει να είναι αποτελεσματικό εργαλείο, οι συνάδελφοι μαζί με τον οργανωτικό τους ρόλο αποκτούν και φωνή, οι συνελεύσεις και οι συσκέψεις μετατρέπονται σε εργαστήρια πολιτικής. Με λίγα λόγια, είναι σ’αυτές τις σπάνιες στιγμές που οι εργαζόμενοι σηκώνουν το πέπλο της αστικής μοιρολατρίας και της ανάθεσης και κρυφοκοιτάζουν τον εναλλακτικό κόσμο της εργατικής δημοκρατίας. Με τη λήξη του αγώνα, οι περισσότεροι συνάδελφοι επιστρέφουν στην κανονικότητα, όμως η εμπειρία της αυτο-οργάνωσης αλλάζει τη συνείδηση μιας -μικρής ή λίγο μεγαλύτερης- μειοψηφίας. Η κομμουνιστική συνείδηση γεννιέται ενάντια στην κανονικότητα του συνδικαλισμού και όχι εξαιτίας της.
Όποιος συναρτά την πολιτική του παρέμβαση στα σωματεία με τους κύκλους του παροδικού απεγκλωβισμού των συναδέλφων του από τη λογική της ανάθεσης, πολύ απλά δεν κάνει τίποτα για να προετοιμάσει αυτόν τον απεγκλωβισμό.
Αν δεν θέλουμε να ξεγελάμε τους εαυτούς μας, πρέπει να δούμε σοβαρά την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στο εργατικό κίνημα της χώρας: άμαζες συνελεύσεις, απεργιακές κινητοποιήσεις συμβολικού χαρακτήρα, πλήρης απόγνωση σε σχέση με την πολιτική εναλλακτική. Η μεγάλη μάχη του Μνημονίου ΙΙΙ χάθηκε χωρίς να δοθεί, όπως κι εκείνη η “πολυαναμενόμενη” του Ασφαλιστικού. Επιβεβαιώνοντας τον παραπάνω συλλογισμό μου, οι μόνες μάχες που είχαν ένα στοιχείο δυναμικότητας ήταν συνδεμένες με κάποια ελπίδα διαπραγμάτευσης ή άμεσης διεκδίκησης (όπως οι κινητοποιήσεις των αναπληρωτών εκπαιδευτικών). Είναι δεδομένο ότι σ’αυτή τη “μαύρη” περίοδο οι κομμουνιστές δεν πρόκειται να σταματήσουν την προσπάθεια της εμπλοκής των συναδέλφων στη ζωή του σωματείου. Αρκεί όμως αυτό? Κατά τη γνώμη μου, εδώ και 6 χρόνια έχουμε περάσει στην περίοδο που οι μεγάλες διαπραγματεύσεις έχουν πεθάνει. Όμως, το να περιμένει κανείς ότι το επόμενο μεγάλο ξέσπασμα θα χαρακτηρίζεται από ουσιωδώς διαφορετικές αυταπάτες επιστροφής στην προ κρίσης ομαλότητα “επειδή έτσι”, επειδή “συσσωρεύτηκαν πολύτιμες εμπειρίες”, επειδή “οι μάσκες έπεσαν”, αυτό θα ήταν εγκληματική αφέλεια. Αυτές τις μέρες συμπληρώνουμε έναν χρόνο από τη μάχη του ΟΧΙ και το πραξικόπημα του ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στο 61%. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: αφού η επαναστατική Αριστερά ήξερε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να το πάει μέχρι τέλους, πώς θα μπορούσε να αποτρέψει το πραξικόπημά του? Σ’αυτό εδώ το blog έχω επιχειρηματολογήσει εκτενώς για το ότι η επίκληση στο ΟΧΙ, που ακολούθησε το περασμένο καλοκαίρι και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ήταν χαμένη υπόθεση.
Ξαναγυρνάω στην εικόνα της πρωτομαγιάτικης πορείας. Υπάρχουν στιγμές που οι λιγοστοί επαναστάτες μιας πόλης μπορούν να γίνουν η ατμομηχανή μιας μαζικής κινητοποίησης, κι αυτό είναι ένα καθήκον που δεν πρέπει να αποφεύγουν. Όταν περνούμε όμως σε περίοδο που δεν δίνει τέτοιες στιγμές, τότε το κύριο καθήκον δεν είναι να παριστάνουμε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, αλλά η οικοδόμηση ενός συνειδητού δικτύου επαναστατών που θα διασφαλίσει ότι η επόμενη μεγάλη μάχη (που δεν θα την φέρουμε εμείς) θα δοθεί με άλλους όρους. Όσες κατάρες και να ρίξουμε στην ανάθεση, όσο κι αν τηρήσουμε κατά γράμμα τα καθήκοντα ενός αγωνιστικού συνδικαλισμού, η μεγάλη μάζα των συναδέλφων μας θα παραμείνει αδρανής γιατί πολύ απλά (ας το παραδεχτούμε) ούτε τα μεγαλύτερα επαναστατικά κόμματα στην Ιστορία δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μεγάλα κινήματα αναντίστοιχα με την εποχή τους. Αυτή τη στιγμή η κύρια δουλειά μας δεν είναι μ’αυτό το κομμάτι, αλλά με κείνο που μέσα από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου (που έληξε) είδε τη συνείδησή του να προχωρά, να μετατρέπεται σε πρωτοπορία. Μια αποφασιστική, οργανωμένη, επαναστατική κομμουνιστική μειοψηφία σε κάθε εργασιακό και κοινωνικό χώρο είναι σήμερα αναγκαιότητα. Το να παραμελούμε αυτό το καθήκον, το να συνεχίζουμε στην κινηματική πεπατημένη, δεν σημαίνει ότι θεμελιώνουμε ουσιαστική επαφή με την πλειοψηφία, αλλά αντίθετα ότι μοιραζόμαστε την απόγνωσή της και βυθιζόμαστε σ’αυτή.
Οι σκόρπιες σκέψεις μου για το ζήτημα σταματούν εδώ. Για το ποιος μπορεί να είναι ο φορέας εκείνος που θα αναλάβει το καθήκον που περιγράφω, δεν θέλω να μιλήσω. Εδώ και αρκετά χρόνια (από τότε που το κίνημα ήταν ακόμη στα πολύ πάνω του ακόμα) δεν βλέπω κανέναν φορέα που να συγκεντρώνει ή έστω να ενδιαφέρεται να συγκεντρώσει τα χαρακτηριστικά που πιστεύω ότι χρειαζόμαστε. Μ’αυτήν την έννοια ίσως όλο το παραπάνω κείμενο τινάζεται στον αέρα, αλλά προτιμώ να κλείσει έτσι, παρά με συνειδητή (αυτο)εξαπάτηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις αμμουδιές του εθνικού πανικού

Όταν σφαγιάστηκε η Χημεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν άνοιξε ρουθούνι. Δυο-τρεις ανακοινώσεις, μια διαμαρτυρία της ΕΕΧ κι αυτό ήταν όλο. Το αντικείμενό μου καταλαμβάνει πια μόλις 45 λεπτά του εβδομαδιαίου προγράμματος, σε απόλυτη αναντιστοιχία με το γεγονός ότι η Χημεία είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη Επιστήμη στο σύγχρονο κόσμο.

Κόπηκε μέρα μεσημέρι. Κι όμως, δεν βγήκε κανείς να φωνάξει πόσο ζημιώνεται το έθνος μας, πόσο κουτσουρεμένη βγαίνει η σκέψη των παιδιών, πόσο εύκολα απαρνούμαστε κομμάτι της πολιτιστικής και επιστημονικής μας κληρονομιάς. Δεν είχαμε ιντερνετικές εξομολογήσεις για το πόσο ανυπομονούσαν διάφοροι για το μάθημα της Χημείας, πώς τους ενθουσίαζε. Δεν είχαμε δημόσιο αυτομαστίγωμα του τύπου “πραγματικά λυπάμαι τον εαυτό μου που δεν έμαθα Χημεία όταν έπρεπε”. Πολύ περισσότερο, οι άνθρωποι που υποστήριξαν -με τα δικά τους επιχειρήματα- τη μείωση των ωρών διδασκαλίας της Χημείας δεν χαρακτηρίστηκαν από κανέναν ως “ανθέλληνες”, ως επικίνδυνοι, ως “αναρωτιέμαι πώς τους επιτρέπουν να διδάσκουν στα σχολεία μας”. Ακόμη και σήμερα η συζήτηση στον επιστημονικό κόσμο για την αυτονομία της διδασκαλίας των ξεχωριστών κλάδων των Φυσικών Επιστημών είναι εντονότατη, μα κατηγορίες τέτοιου τύπου δεν έχουν ακουστεί.

Τι στο καλό συμβαίνει λοιπόν με τη συζήτηση για τη μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο? (αυτή είναι η πραγματική συζήτηση. Όλα τα υπόλοιπα είναι φασαρία εκ του πονηρού). Γιατί αυτή η ένταση και το άγχος?

LinA

Παρένθεση. Οικογενειακό μαζικό τραπέζωμα. Όλοι χαρούμενοι, είχαν καιρό να βρεθούν, αγκαλιάζονται, λένε τα νέα τους. Τρώνε, συζητούν. Κάποια στιγμή, κάποιος λέει τη λάθος κουβέντα, μια κουβέντα που θα μπορούσε και να πέσει κάτω. Μέσα σε λίγα λεπτά το τραπέζωμα έχει διαλυθεί, πικρά λόγια λέγονται, ιστορίες από παλιά ζωντανεύουν σε διάφορες βολικές εκδοχές και φεύγουν όλοι στενοχωρημένοι και “σιγά μην ξαναπατήσω εγώ στης μάνας σου” ή κάτι τέτοιο.

Έτσι συμβαίνει στις οικογένειες που έχουν άλυτα προβλήματα, προβλήματα συγκρότησης, ένοχα μυστικά…

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την πρόταση για μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο?

Η ένταση της σημερινής συζήτησης δεν δικαιολογείται από το ίδιο το αντικείμενό της. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τα “αρχαία” αυτό για το οποίο συζητάμε, όσο κι αν κανείς νομίζει ότι αυτό κάνει. Η πρόταση για τη χαλάρωση των “αρχαίων” είναι η λάθος κουβέντα στο οικογενειακό τραπέζωμα. Είναι η κουβέντα που θυμίζει στην οικογένεια το ένοχο μυστικό της, το πτώμα που κρύβει στο υπόγειο.

Η συζήτηση για τα “αρχαία” ξαναφέρνει στην επιφάνεια όλους τους καταστατικούς μύθους του Ελληνικού κράτους, της αδιατάραχτης συνέχειας, της ομοιογένειας, της καθαρότητας, του ίδιου του συστατικού του δικαιώματος. Ξαναζωντανεύει το γλωσσικό πόλεμο, αυτόν τον εξαιρετικό -μα καλά κρυμμένο- συνοδοιπόρο του ταξικού πολέμου, φέρνει στην επιφάνεια όλο εκείνο το απεχθές, πολιτικά ετερόκλητο, φάσμα των νεοκαθαρευουσιάνων και των υπέρμαχων του “πολυτονικού”, των “ν” του “ως” και της “πειθαρχίας που σε διδάσκει η αρχαία Ελληνική”. Πάνω απ’όλα, ξεσκάβει το πτώμα του πολιτισμικού και γλωσσικού πλούτου αυτού του τόπου που τσακίστηκε με λύσσα πότε από το χωροφύλακα, πότε από το δάσκαλο και πότε από το διπλωμάτη.

Αυτή είναι η πηγή της έντασης, σ’αυτή πρέπει να τοποθετηθούμε. Η Ελληνική Αριστερά κάποτε σήκωσε αυτή τη μάχη αναδεικνύοντας διανοητικούς γίγαντες και μεγάλους δασκάλους. Ας ξαναπιάσουμε το νήμα τους.

 

 

*  Κάποιοι λένε ότι η συζήτηση για τα “αρχαία” είναι παρελκυστική. Ότι προωθείται πονηρά για να μην δούμε το πραγματικό ζήτημα που είναι οι περικοπές που γίνονται στην εκπαίδευση. Η απάντησή μου είναι ότι αν μια συζήτηση σηκώνει τέτοια αναστάτωση μέσα στην κοινωνία, τότε είναι μια συζήτηση που οφείλει να γίνει. Ακόμη, εάν απειληθεί έστω και μια διδακτική ώρα συναδέλφου, εγώ προσωπικά θα είμαι, όπως πάντα, στο δρόμο. Την προηγούμενη φορά που απειλήθηκαν συνάδελφοι/ισσες μας, με τις διαθεσιμότητες που έφερε η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Κουβέλη, βγήκαμε σε μια απεργία με συμμετοχή χωρίς προηγούμενο και σε μαχητικές κινητοποιήσεις που κράτησαν μέχρι και την αποκατάσταση των ανθρώπων μας. Δεν είμαι σίγουρος, και πες ό,τι θες, πως στο στρατόπεδο των κεντρικών δημόσιων υπερασπιστών των “αρχαίων” υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συμπαραστάθηκαν στον αγώνα μας τότε ή πρόκειται να συμπαρασταθούν αν κινδυνέψουν συνάδελφοι φιλόλογοι. Πάλι εμείς θα είμαστε στο δρόμο και πάλι εκείνοι θα λένε για περιττούς τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους…

** Κάτι ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον, που αξίζει νομίζω να το γράψω εδώ. Την άποψή μου για τη διδασκαλία των “αρχαίων” και ιδιαίτερα για την ιδεολογική χρήση της τη λέω με κάθε ευκαιρία και φυσικά την είπα και τώρα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υπέθεσαν αυτόματα, χωρίς καν να το σκεφτούν ελπίζω, ότι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι θεωρώ τα “αρχαία” δύσκολα, ότι δεν ήμουν καλός σ’αυτά σαν μαθητής, ότι δεν τα αγαπώ. Δεν τους πέρασε καν απ’το μυαλό ότι η θέση μου αυτή μπορεί να ξεκινά από το ακριβώς αντίθετο. Δεν είναι βλάκες (κάποιοι απ’αυτούς τουλάχιστον), μα αυτό δείχνει τη φύση της συζήτησης που λέγαμε παραπάνω: Εμείς που δεν θέλουμε τα “αρχαία” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο τα μισούμε ενώ οι άλλοι που τα θέλουν τα αγαπούν. Σωστά. Ακόμη κι αν πρόκειται για ανθρώπους που η μόνη τους σχέση με την αρχαιότητα είναι κάτι περικεφαλαίες που φορούσαν στα συλλαλητήρια του 1992, ίσως και μερικοί “αρχαιοελληνικού” τύπου χαρακτήρες στα πανώ των υποστηρικτών της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Ελλάδας…

*** Για το γλωσσικό πόλεμο δεν θα πω εδώ πολλά, έχω ξαναγράψει. Αν και νομίζω ότι η άποψή μου καλύπτεται απ’αυτήν την υπέροχη σκηνή με τον αγαπημένο ηθοποιό, Γιώργο Γαβριηλίδη, που θα τη δεις αν πατήσεις πάνω στην εικόνα του. Enjoy! (από το αρχαιοελληνικό “εντζόυ”)

gg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φαντασία, ma non troppo…

Με το σημερινό ποστ θα στενοχωρηθούμε λίγο, το ξέρω. Θα το γράψω όμως γιατί δεν είναι σωστό να κρατάμε κάποια πράγματα μέσα μας.
Κυκλοφορεί ξανά στα “μέσα” μια διάλεξη του γνωστού και αγαπημένου Ευγένιου Τριβιζά από ένα TEDx του 2013 (για τη σαχλαμάρα που λέγεται TED ελπίζω κάποια στιγμή να βρω χρόνο να βγάλω εδώ μέσα όση χολή της αρμόζει, αλλά όχι τώρα). Σ’αυτή του τη διάλεξη, ο Τριβιζάς μιλά για τις αρετές της φαντασίας και την κακή σχέση της εκπαίδευσης μ’αυτήν. Η διάλεξη δυστυχώς είναι τυπικό δείγμα TED (αοριστίες, μανιπουλάρισμα του κοινού, ύμνοι στην “καινοτομία”), και μιας και βλέπω αγαπητούς μου φίλους να την αναπαράγουν και να την επικροτούν, ας πω κι εγώ μια άλλη γνώμη μπας και βγάλουμε άκρη.

trivizas

Για αρχή, θέλω να σου πω ότι δεν μου αρέσει καθόλου μα καθόλου το τσαλαβούτημα στην Επιστήμη για εύκολο εντυπωσιασμό. Ο Τριβιζάς, μπλέκει στη διάλεξή του την παραμυθική φαντασία με την φαντασία στην επιστημονική έρευνα, αδιαφορώντας για την έκταση της συμβατότητάς τους. Αντίθετα, ενισχύει τη γενική σύγχυση αναφέροντας ποιητικές εκφράσεις γνωστών επιστημόνων σαν απόδειξη του ρόλου που παίζει η φαντασία στην Επιστήμη. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι φαίνεται πως δεν τις έχει κατανοήσει, ας σκεφτούμε ότι πίσω από μια ποιητική έκφραση ενός επιστήμονα για ένα φυσικό φαινόμενο δεν κρύβεται απλά η “φαντασία”, αλλά η σκληρή και απογοητευτική καθημερινή δουλειά, κρύβεται μια θεωρία, κρύβονται ανελέητα Μαθηματικά και ΦυσικοΧημεία. Επίσης, ας μην υπερεκτιμούμε τη δυνατότητα ακόμη και μεγάλων επιστημόνων να πετυχαίνουν τις κατάλληλες εκλαϊκεύσεις της θεωρίας τους ή διδακτικά άρτιες ποιητικές μεταφορές της. Έχουμε σχολιάσει ξανά σε τούτο το blog τη λανθασμένη αποφθεγματική χρήση των επιστημονικών θεωριών σαν γαρνιτούρα άρθρων και διαλέξεων κι ο Τριβιζάς δεν αποφεύγει το ατόπημα αυτό.
Ας μπούμε όμως στο ψητό. Το παράπονο του Τριβιζά, και έχει 100% δίκιο σ’αυτό, είναι πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα σκοτώνει τη φαντασία. Το ίδιο, με λίγο πιο άνετο ύφος, μας έλεγε πριν από λίγα χρόνια και ο κύριος Robinson σε αντίστοιχες διαλέξεις που έσπαγαν τα ρεκόρ των views και των like στα “μέσα”. Τίποτα καινούργιο εδώ. Όποιος έχει παίξει τρίλιζα και ναυμαχία την ώρα των Αρχαίων, γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι το σχολείο καταπιέζει τη φαντασία. Όποιος έχει δει ένα υπέροχο (ή έτσι νόμιζε όταν το έγραφε τέλος πάντων) γραπτό του να του επιστρέφεται γεμάτο κόκκινες διαγραφές δεν υπάρχει περίπτωση να διαφωνήσει με τους Τριβιζά και Robinson. Γιατί όμως?
Αν παρατηρήσει κανείς αυτές τις διαλέξεις, θα διαπιστώσει ότι αποφεύγουν με-μικρή ή μεγαλύτερη- μαεστρία το βασικό ερώτημα. Το ζήτημα δεν είναι να πεις με ωραία λόγια αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα επιτίθεται στη φαντασία, αλλά το γιατί το κάνει. Κι εκεί οι Τριβιζάς και Robinson δεν μας λένε απολύτως τίποτα. Ή μάλλον, κάτι μας λένε. Ο Τριβιζάς μας αναφέρει το παράδειγμα του “αόρατου καγκουρώ”, για το οποίο δέχτηκε την επίπληξη μιας “ηλικιωμένης εκπαιδευτικού”, που δεν καταλάβαινε γιατί τα παιδιά θα έπρεπε να κοιτούν ένα καγκουρώ που δεν υπάρχει στ’αλήθεια. Βλέπεις? Εδώ δεν είναι το “εκπαιδευτικό σύστημα” που σκοτώνει τη φαντασία. Είναι η “ηλικιωμένη εκπαιδευτικός”. Στη μόνη στιγμή που έφτασε να ονοματιστεί ο ένοχος, αυτός ήταν ο εκπαιδευτικός. Όχι τυχαία.
Σε τούτο το blog έχουμε αφιερώσει πολλά ποστ στο ίδιο θέμα. Όμως το έχουμε κάνει με μια -ενοχλητική για κάποιους- εμμονή. Την ανάδειξη της βασικής αιτίας που το σχολείο μας καταπιέζει τη δημιουργική και κριτική σκέψη. Έχουμε μιλήσει για το ρόλο του σχολείου σα μηχανισμό εκπαίδευσης της εργατικής τάξης, σα μηχανισμό ταξικής κατανομής, σα μηχανισμό κατήχησης. Έχουμε πει ότι το βασικό πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι ότι είναι η εκπαίδευση του καπιταλισμού. Είμαι σίγουρος ότι αυτό ακούγεται “ξύλινο”, αλλά ας απαντήσουμε: θα μπορούσε το καπιταλιστικό σχολείο να διαμορφώνει μαζικά προσωπικότητες που θα αμφισβητούσαν το ίδιο το σύστημα? Πού στο διάολο χωρά η δημιουργικότητα, η κριτική σκέψη και η φαντασία σε ένα εργοστάσιο παραγωγής υπάκουων εργαζομένων?
Αν ο Τριβιζάς αποφεύγει στη διάλεξη του το βασικό ερώτημα “γιατί το Σχολείο μας σκοτώνει τη Φαντασία?”, δεν συμβαίνει το ίδιο με το ερώτημα “τι μας χρειάζεται η Φαντασία?”. Εκεί μας δίνει μια πολύ σαφή εικόνα της λογικής του. Η φαντασία συνδέεται απ’ευθείας με την ιδέα της καινοτομίας: κάποιος επινόησε την ηλεκτρική σκούπα, κάποιος άλλος τα post-it, ένας τρίτος το βέλκρο. Η φαντασία είναι το μέσο με το οποίο το άτομο “ξεχωρίζει”, κάνει την εφεύρεση, γίνεται πλούσιο. Στο κάτω-κάτω, όπως ξεκάθαρα μας λέει ο παραμυθάς μας, “αν είχαμε περισσότερους τέτοιους εφευρέτες, θα βγαίναμε γρηγορότερα από την κρίση”. Αν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό, σε ένα άλλο σημείο μας διαβεβαιώνει ότι είναι η φαντασία που παράγει τον πλούτο και όχι η εργασία. Όχι λοιπόν, για τον υπέρμαχο της φαντασίας, αγαπητό κύριο Τριβιζά, ο πλούτος του κόσμου δεν παράγεται από την εργασία δισεκατομμυρίων προλετάριων, μα από τη φαντασία κάποιων εξαιρετικών προσωπικοτήτων (έρμε Κάρολε…).
Στο τέλος της διάλεξης, ο Τριβιζάς μας μιλάει για το “πείραμα του συνδετήρα”. Πόσες διαφορετικές χρήσεις ενός συνδετήρα μπορείτε να φανταστείτε? Εκείνοι που μπορούν να φανταστούν πολλές, είναι τα εξαιρετικά άτομα, εκείνα που θα πάνε τον κόσμο μας μπροστά. Αν κάτι μας χρειάζεται, σύμφωνα με τον Τριβιζά, είναι περισσότεροι άνθρωποι που να φαντάζονται πολλές χρήσεις του συνδετήρα, όπως τα μικρά παιδιά, πριν το σχολείο “τους σκοτώσει την φαντασία”. Έχω άλλη άποψη. Είναι πλέον βέβαιο πως κάθε τεχνολογική πρόοδος, κάθε “καινοτομία”, κάθε “φανταστική επινόηση εξαιρετικών ανθρώπων” είναι καταδικασμένη να εξυπηρετεί τη βαρβαρότητα στην οποία βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο καθημερινά. Αν είναι κάτι που μπορεί να δώσει ελπίδα σ’αυτή την ετοιμοθάνατη ανθρωπότητα, αυτό είναι άνθρωποι που μπορούν να φανταστούν, και να πραγματώσουν, έναν άλλο τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας, απαλλαγμένο από τη σαπίλα του καπιταλισμού.
Ελπίζω να προλάβουμε να δούμε αυτόν τον νέο κόσμο της ισότητας, της απόλυτης Ελευθερίας και της αχαλίνωτης φαντασίας. Ελπίζω να τον προλάβουμε όλοι, κι εγώ και ο Ευγένιος Τριβιζάς. Και τότε, όχι απλά θα του χτυπήσω το ότι είχα δίκιο, αλλά θα τον προκαλέσω και σε έναν αγώνα δρόμου καβάλα σε κβαντικά λάμα που θα φτύνουν καραμέλες.

Και πάλι για το σκίτσο του CH

Σπάνια το κάνω αυτό σ’αυτό το blog, αλλά ετούτο το post είναι συνέχεια του ακριβώς προηγούμενου (κάνε αν θες τον κόπο να το διαβάσεις).

Από την πλευρά των ανθρώπων που εκτίμησαν το (ρατσιστικό, κατά τη γνώμη μου) σκίτσο στο CH σαν κάτι που τοποθετείται στην απελευθερωτική πλευρά, ακούστηκαν διάφορα επιχειρήματα, άλλα σοβαρά και άλλα ακατανόητα και απολογητικά. Από τα σοβαρά επιχειρήματα ξεχωρίζω δυο, που σε ένα βαθμό επικαλύπτονται, και επιχειρώ εδώ να απαντήσω. Πριν το κάνω αυτό όμως, οφείλω να σου πω ότι αν συζητάμε σήμερα και πάλι για το σκίτσο του CH δεν είναι επειδή ψειρίζουμε τη μαϊμού. Αυτή η συζήτηση δεν θα γινόταν με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση αν το συγκεκριμένο σκίτσο είχε δημοσιευτεί σε ένα έντυπο της άλλης πλευράς.

Το πρώτο από τα επιχειρήματα υπερασπίζεται το σκίτσο σαν σαρκαστικό. Το σκίτσο, λέει, περιέχει σαρκασμό τον οποίο δεν πιάσαμε εμείς που το κατακρίνουμε. Εκείνο που δεν μας λέει αυτό το επιχείρημα, και γι’αυτό είναι ελλιπές είναι το γιατί δεν το πιάσαμε. Η μια απάντηση θα ήταν ότι είμαστε ηλίθιοι, η οποία απορρίπτεται αφ’ενός γιατί δεν μας συμφέρει και αφ’ετέρου γιατί αν ήταν έτσι δεν θα είχε γίνει όλη αυτή η κουβέντα. Η άλλη θα ήταν ότι δεν είμαστε εκπαιδευμένοι στο ιδιαίτερο χιούμορ του CH. Δεν μπορώ να σου αποδείξω αυτό που θα πω, όμως κι αυτό απορρίπτεται μιας και γνωρίζω πως μεταξύ εκείνων που βρήκαν το σκίτσο ρατσιστικό υπάρχουν άνθρωποι πολύ, μα πολύ, καλά εκπαιδευμένοι στο συγκεκριμένο χιούμορ. Η τρίτη, είναι η δική μου απάντηση: δεν πιάσαμε το σαρκασμό γιατί ο σαρκασμός δεν υπήρχε. Ένα πετυχημένο σαρκαστικό σκίτσο περιέχει το κλειδί που θα κινητοποιήσει τον δέκτη στην κατεύθυνση του ατόπου, της αντίφασης, της υπερβολής και άρα του σαρκασμού. Το συγκεκριμένο σκίτσο δεν είχε τέτοιο κλειδί. Αντίθετα, όλες οι επιλογές του, από το σχέδιο μέχρι τη λεζάντα, ήταν απόλυτα και μονοσήμαντα συνεπείς. Δεν θέλω να ποστάρω το σκίτσο εδώ, όμως μπορείς πολύ εύκολα να το βρεις παντού. Κοίτα το, μελέτησέ το όσο θες, μα κλειδί που να υποδηλώνει το σαρκασμό δεν θα βρεις. Κι εδώ όμως υπάρχει ένας αντίλογος. Ότι το κλειδί δεν βρίσκεται στο ίδιο το σκίτσο, αλλά έξω απ’αυτό. Ότι δηλαδή, γνωρίζοντας πως ο σκιτσογράφος δεν είναι ρατσιστής, τότε αμέσως το σκίτσο γίνεται αντιληπτό ως σαρκαστικό. Συγγνώμη, αλλά στο δικό μου σύστημα λογικής αυτό το επιχείρημα έχει την ίδια αξία με τη φράση “το Μνημόνιο της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι Μνημόνιο επειδή η κυβέρνηση Τσίπρα είναι αντιμνημονιακή”.

Το δεύτερο από τα σοβαρά επιχειρήματα είναι ότι το σκίτσο ξεσκεπάζει τις ρατσιστικές αντιλήψεις. Είναι να αναρωτιέται κανείς όμως, τι ακριβώς κρυφό και άρρητο υπάρχει που να χρειάζεται ξεσκέπασμα? Τα περιστατικά της Κολωνίας τα χρησιμοποίησαν από την πρώτη στιγμή τα φασιστάκια του PEGIDA για να χύσουν το δηλητήριό τους. Το ίδιο πράγμα που λέει η λεζάντα του σκίτσου το λέει φωναχτά και περήφανα κάθε Ευρωπαίος ρατσιστής (όπως και κομμάτι της Ευρωπαϊκής “Αριστεράς και Προόδου”, δυστυχώς). Η λεζάντα του σκίτσου θα μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά μόνο εάν εκτόξευε στα άκρα το ρατσιστικό λόγο και μ’αυτό τον τρόπο ξεσκέπαζε τη βαρβαρότητα. Όμως ξαναλέω, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο, και ο καταραμένος λόγος γι’αυτό είναι γιατί ο δημόσιος ρατσιστικός λόγος δεν είναι πλέον συγκαλυμμένος μα απροκάλυπτος. Στην πραγματικότητα λοιπόν, ο κώδικας του σκίτσου έχει ήδη ξεπεραστεί από τα πράγματα, με τη δυσάρεστη συνέπεια όχι απλά να μην ξεσκεπάζει το ρατσιστικό λόγο, αλλά να τον προβάλλει, και μάλιστα ντύνοντάς τον και με ένα καλοφτιαγμένο (από τεχνικής άποψης) σκίτσο, που ο οπαδός της Μαρίν ΛεΠεν θα μπορούσε άνετα να κολλήσει στο παράθυρο του αυτοκινήτου του…

Δεν είμαι από κείνους που πιστεύουν ότι το έμβλημα που έγινε το άψυχο κορμί του μικρού Aylan δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται σε μια γελοιογραφία. Εάν το επιτρέψαμε να γίνει έμβλημα, κώδικας δηλαδή, σαν τέτοιο μπορεί φυσικά να χρησιμοποιηθεί. Προσωπικά, υπερασπίστηκα το CH στην περίπτωση προηγούμενου σκίτσου, που έδειχνε τον Aylan νεκρό κάτω από μια ρεκλάμα αλυσίδας JunkFood. Εκείνο ήταν σοκαριστικό, ήταν βλάσφημο, ενδεχομένως δεν άντεχες να το κοιτάς, μα έφτυνε τις αξίες μιας τελειωμένης κοινωνίας. Το προχθεσινό σκίτσο φτύνει τον Aylan.

Θα μου επιτρέψεις, αντί για επίλογο, να βάλω εδώ ένα σκίτσο του μακαρίτη Phil Evans, ενός σπουδαίου επαναστάτη μαρξιστή σκιτσογράφου. Στο σκίτσο αυτό, αν το παρατηρήσεις καλά και το συγκρίνεις με το σκίτσο του CH, θα καταλάβεις πιστεύω πώς επιτυγχάνεται ο σαρκασμός και το ξεσκέπασμα του κυρίαρχου λόγου, και γιατί το CH πέτυχε το ακριβώς αντίθετο.

*** Επειδή δεν είμαι εχθρός του CH, μάλλον το αντίθετο, θα κρατήσω μέχρι τέλους την ελπίδα πως κάποιος καλός γαλλομαθής θα μας εξηγήσει ότι το κλειδί για την κατανόηση του σαρκασμού βρίσκεται στην επιλογή των λέξεων. Μικρή ελπίδα…

Έναν χρόνο μετά, δεν είμαι Charlie

Καμιά φορά, ακόμη κι ένα θαρραλέο μέσο έκφρασης αποσυνδέεται σιγά-σιγά από το κοινωνικό ρεύμα που το έθρεψε όταν αυτό υποχωρεί. Τότε ή πεθαίνει ή γίνεται συνταγή, μανιέρα ας πούμε. Είναι όμως δυνατό σ’αυτή την περίπτωση, η ριζοσπαστική μορφή να κρατήσει τα χαρακτηριστικά της, υπηρετώντας όμως είτε τον εαυτό της, είτε και το εντελώς αντίθετο απ’το ιδρυτικό της υπόστρωμα.

Αφορμή γι’αυτή τη θολή ουβερτούρα είναι το ζήτημα του χιούμορ, που μας απασχολεί με κάποιο τρόπο σήμερα. Συγκεκριμένα, ένα απόλυτα βλάσφημο είδος χιούμορ, με αντίπαλο «τους πάντες και τα πάντα». Όταν, πιτσιρικάδες το ρουφούσαμε μέσα από το «Παρά Πέντε» και τη «Βαβέλ», ξέραμε ότι «τους πάντες και τα πάντα» σήμαινε «κάθε αξία και φορέα του παλιού κόσμου», ακόμη κι αν καμιά φορά αυτό το χιουμοριστικό πετροβόλημα μας στενοχωρούσε γιατί έθιγε κομμάτια του παλιού κόσμου που είχαν τρυπώσει μέσα μας χωρίς να τα καταλάβουμε. Αυτό το πετροβόλημα μας έκανε καλύτερους ανθρώπους.

Μ’αυτή την έννοια, ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε σε ποια πλευρά του οδοφράγματος στεκόταν αυτοί οι αγαπημένοι μας σκιτσογράφοι και κομίστες. Ξέραμε ότι, ακόμη κι όταν μας βαρούσαν ανελέητα, ήταν μαζί μας.

Με «τους πάντες και τα πάντα» όμως δεν μπορεί να εννοούμε εκείνες τις πτυχές της ζωής μας που μας δένουν αναγκαστικά με τον παλιό κόσμο. Ναι, ας μην έχουμε κανέναν σεβασμό! Ας κοροϊδέψουμε τον προλετάριο όταν κάθεται στον καναπέ του και καταναλώνει μαζική κουλτούρα, όταν είναι μοιρολάτρης, θεοσεβούμενος, φαλλοκράτης, του αξίζει. Αν τον κοροϊδέψουμε όμως επειδή είναι προλετάριος, τότε το πράγμα αλλάζει. Ας γελάσουμε όσο θέλουμε με το σύντροφό μας μετανάστη (κι εδώ θα διαφωνήσω με αρκετούς συντρόφους, το γνωρίζω) για κείνα τα στοιχεία της κουλτούρας του που θεωρούμε οπισθοδρομικά, αλλά τι πραγματικά λέμε όταν τον κοροϊδεύουμε επειδή είναι μετανάστης? Τι το αστείο υπάρχει στο να αναπαράγουμε «με καλλιτεχνική χάρη» τη χυδαιότητα των αφεντικών ενάντια στους καταπιεσμένους? Αυτό δεν είναι χιούμορ, και δεν είναι ούτε βλάσφημο, ούτε δημιουργικό, ούτε τίποτα. Απλά καθόμαστε σαν απρόσκλητοι βλάκες στο τραπέζι του αφεντικού και γελάμε με τα αστεία του.

Στο τελευταίο φύλλο του Charlie Hebdo δημοσιεύτηκε ένα εμετικό σκίτσο στο οποίο παρουσιαζόταν η συγκλονιστική εικόνα του νεκρού σώματος του προσφυγόπουλου Aylan, μαζί με εικόνες κακομούτσουνων μεταναστών που κυνηγούσαν Ευρωπαίες γυναίκες για να τις “χουφτώσουν”. Για να το καταλάβει και ο κάθε ηλίθιος, η λεζάντα έγραφε ότι αυτό θα γινόταν ο μικρός Aylan σε περίπτωση που ζούσε. Είναι βέβαιο ότι και σ’αυτή την περίπτωση το CH θα βρει υποστηρικτές, εκείνους που πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο σκίτσο (όπως και πολλά άλλα παλιότερα) είχε σαρκαστικό χαρακτήρα. Θα προσπαθήσουν να μας πείσουν πως στην πραγματικότητα το σκίτσο δεν ήταν ρατσιστικό, αλλά αντίθετα, ξεσκέπαζε τις σκέψεις των ρατσιστών. Λυπάμαι, δεν του φαίνεται. Η διαβεβαίωση ότι ο σκιτσογράφος που έφτιαξε αυτή τη μαλακία δεν είναι ρατσιστής δεν αρκεί για να αλλάξει το πρόσημο και την κατεύθυνση στο σαρκασμό του σκίτσου. Αντίθετα, μάλλον φανερώνει αυτό που έγραψα εισαγωγικά, ότι η φόρμα έχει πλέον αυτονομηθεί τόσο ώστε να υπηρετεί μόνο τον εαυτό της, πράγμα που σε μια εποχή σαν τη δική μας σημαίνει απλά ότι υπηρετεί τις κυρίαρχες προκαταλήψεις.

Goncharov

Πραγματικά δεν ξέρω τι θα γινόταν ο μικρός Aylan αν η ρατσιστική, ιμπεριαλιστική Ευρώπη του είχε επιτρέψει να ζήσει. Ακόμη κι αν ήξερα ότι θα γίνει αυτό που λέει το σκίτσο, πάλι δεν καταλαβαίνω πώς αυτό μπορεί να δώσει άλλη διάσταση στο συνειδητό φόνο εκείνου και χιλιάδων άλλων σαν εκείνον. Ελπίζω όμως ότι όλα αυτά τα παιδιά θα ζήσουν όπως τους αξίζει (στην Ευρώπη, στην πατρίδα τους, όπου θελήσουν. Δεν θα το αποφασίσω εγώ αυτό), θα μορφωθούν, θα ερωτευτούν και θα αγωνιστούν με όλα τα άλλα παιδιά για να δώσουν τέλος στον άθλιο κόσμο, το δικό μας κόσμο, που σκότωσε τον Aylan και τώρα κάνει πλακίτσα με την εικόνα του άψυχου κορμιού του.

Το Charlie πέρυσι τέτοιον καιρό περιγελούσε τους υποκριτές (δεξιούς πολιτικούς, παπάδες και δε συμμαζεύεται) που καμωνόταν τους φίλους του. Σήμερα μοιάζει να τους φλερτάρει. Ελπίζω, για πολλούς λόγους, η κατρακύλα να σταματήσει εδώ. Το γέλιο του βασανιστή πάνω απ’το θύμα του δεν είναι χιούμορ. Ας μην τα μπερδεύουμε άλλο.

Σβήνοντας αθόρυβα στο twitter…

Δεδομένο 1. Η Νέα Δημοκρατία, το κόμμα με τη μεγαλύτερη οργανωτική βάση αυτή τη στιγμή, είχε χθες εσωκομματικές εκλογές για τη θέση του προέδρου.

Δεδομένο 2. Πριν λίγες μέρες ξανακυκλοφόρησε η μούφα είδηση (hoax, που θα λέγαμε στο χωριό μου) για τον αστυνομικό που υπέκυψε τελικά στα τραύματα που του είχαν προκαλέσει οι “κουκουλοφόροι” το 2007.

Τι σχέση μπορούν να έχουν αυτά τα δύο δεδομένα? Πολύ απλά, τρεις(3) στους τέσσερις(4) υποψήφιους προέδρους της ΝΔ κοινοποίησαν τη μούφα μέσω των λογαριασμών τους στο twitter. Τρεις στους τέσσερις υποψήφιους πρωθυπουργούς (γιατί έτσι πάει με τη ΝΔ ή τουλάχιστον έτσι πήγαινε κάποτε) αυτής της χώρας δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν το κατά πόσο η είδηση για τον “άτυχο αστυνομικό” είχε κάποια αλήθεια.

Το γεγονός αυτό, όπως είναι λογικό, προκάλεσε τη δέουσα ιντερνετική καζούρα με αρκετά γουστόζικα σχόλια, ειρωνείες και μπινελίκια.

Είναι τραγικό. Γιατί όμως?

Ας θέσουμε για μια στιγμή κάποια ερωτήματα. Για ποιο λόγο θα έπρεπε οι επιφανείς νεοδημοκράτες μας να διασταυρώσουν την είδηση? Γιατί θα έπρεπε να κάνουν την αφαίρεση για να δουν ότι ο “άτυχος αστυνομικός” δεν θα μπορούσε καν (λόγω ηλικίας) να είναι διορισμένος τη χρονιά που υποτίθεται πως έγινε η επίθεση εναντίον του? Τόσες και τόσες μούφες κυκλοφορούν στο ίντερνετ, αυτή μας πείραξε?

Αν αυτά τα ερωτήματα ακούγονται σαν ελαφρυντικά για τους δεξιούς μας, θα δώσω ένα ακόμη μιας κι εγώ ο ίδιος, όπως και αρκετοί φίλοι μου έχουμε κοινοποιήσει ειδήσεις που αργότερα τις μασήσαμε, και μάλιστα ειδήσεις με “σημάδια”, δηλαδή λάθος ημερομηνίες, ανύπαρκτα πρόσωπα, φωτοσοπαρισμένες φωτογραφίες κλπ (ίσως αυτό να είναι και το κόστος της ταχύτητας της διάδοσης των πληροφοριών και της ελευθερίας που τη χαρακτηρίζει).

Ισχύει εδώ ένας γενικότερος κανόνας, ότι όχι μόνο η αξιολόγηση αλλά και η ίδια η παρατήρηση προϋποθέτει κάποια θεωρία. Αναπαράγουμε μια είδηση χωρίς να την ελέγξουμε ή να την διασταυρώσουμε επειδή ΜΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ αληθινή, κι αυτό έχει να κάνει με την εικόνα που έχουμε διαμορφώσει για τον κόσμο μας. Η είδηση δηλαδή δεν δημιουργεί την εικόνα, αλλά την επιβεβαιώνει. Με άλλα λόγια, οι μούφες που -κακώς- αναπαράγουμε είναι μια εικόνα της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο μας, της κοσμοθεωρίας μας (θα αποφύγω εδώ τον όρο “ιδεολογία”, γιατί ανήκω σε κείνο το ρεύμα που τον χρωματίζει σχεδόν πάντα αρνητικά, αν και σύμφωνα με άλλους οι δύο αυτοί όροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν αδιαφοροποίητα).

Το πρόβλημα λοιπόν με τους υποψήφιους προέδρους της ΝΔ είναι ότι η κοσμοθεωρία τους έκανε την είδηση για τον “άτυχο αστυνομικό” να μοιάζει αληθινή. Το πρόβλημα είναι ότι η εικόνα που εκείνοι, καθώς κι εκείνοι που τους υποστηρίζουν, έχουν για τον κόσμο μας είναι μια εικόνα στην οποία χωράνε Πακιστανοί που βιάζουν ζευγάρια Ελλήνων σε κάθε ελληνική πόλη κάθε Χριστούγεννα, λείψανα του αγίου Τάδε που θεραπεύουν κάθε αρρώστια, Έλληνες μαθητές που βραβεύονται από τη NASA για μια σαΐτα που έφτιαξαν, και φυσικά “κουκουλοφόροι” που σκοτώνουν αβέρτα αστυνομικούς όπου τους βρουν. Η εικόνα που έχουν για τον κόσμο μας είναι μια εικόνα που δικαιολογεί όλα τα εμετικά σχέδιά τους.

Το πρόβλημα με τους υποψήφιους προέδρους της ΝΔ λοιπόν δεν είναι τόσο το ότι είναι απρόσεκτοι. Το πραγματικό πρόβλημα είναι πως είναι δεξιοί…

republicanbrain

Previous Older Entries