Παλιές αγάπες

Μια αντίληψη που ποτέ δεν τεκμηριώθηκε, αλλά δουλεύτηκε συστηματικά μέσα στην κοινωνία (τελευταία κερδίζει έδαφος και σε ανθρώπους της Αριστεράς, αν και συνήθως την εκφράζουν προσεκτικότερα) είναι ότι το βασικό πρόβλημα της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι η «ασυδοσία».

Σύμφωνα με το μύθο, εκεί γύρω στα 1982, και παρά τη λυσσαλέα αντίσταση του εθνικού κορμού, το μαρξιστικό παρακράτος με ηγέτη τον Ανδρέα Παπανδρέου κατέλαβε ΚΑΙ την Εκπαίδευση και έδωσε το σύνθημα «κάντε ό,τι γουστάρετε!».

Το αποτέλεσμα, όπως το βλέπουν οι συντηρητικοί μας ήταν ότι «χάθηκε η πειθαρχία», «χάθηκαν οι αξίες και ο σεβασμός», «κυριάρχησε η λογική της μικρότερης προσπάθειας». Ενδεικτικό της εποχής μας είναι ότι η προεκλογική καμπάνια της Κεραμέως στηρίχθηκε αποκλειστικά στις τέτοιες κοινοτοπίες.

Φυσικά, κανένας τους τόσα χρόνια δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να μας εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί, πώς έγινε αυτό που έγινε, γιατί είχε αυτές τις επιπτώσεις, γιατί αποτελεί τον κύριο παράγοντα προβλημάτων του εκπαιδευτικού μας συστήματος κλπ.

Αυτό που κάνουν είναι να επαναλαμβάνουν αλήθειες στέρεες μόνο στο μυαλό της συντηρητικής συνήθειας. «Είναι καλύτερο να υπάρχει πειθαρχία παρά να μην υπάρχει», «νεολαία που αντιμιλά στους εκπαιδευτικούς αύριο θα πετάει μολότωφ», «χρειαζόμαστε 30 ώρες την εβδομάδα αρχαία και μαθηματικά για να στρώσουν οι κώλοι» και άλλα τέτοια.

Οι άμεσες λύσεις που πρότειναν πάντα οι συντηρητικοί μας (αλλά και οι συριζαίοι μας, πασπαλισμένο με γιαλαντζί μαρξισμό) ήταν δύο: α) σφίξιμο των βαθμών των παιδιών, εξετάσεις και ανώτερες βαθμολογικές βάσεις παντού, και β) αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

Και οι δύο αυτές λύσεις, όπως είναι φανερό, στόχευαν και στοχεύουν όχι στο εκπαιδευτικό σύστημα, όχι στα κίνητρα, όχι στην κοινωνική συνθήκη των μαθητών, μα αποκλειστικά στα ζωντανά υποκείμενα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Στο κάτω-κάτω, ο μέσος δεξιός μας πρέπει να έχει κάτι να βρίσει∙ αν δεν είναι τα κωλόπαιδα θα είναι οι τεμπέληδες.

Για κακή τους τύχη, οι αντιστάσεις των εκπαιδευτικών και των μαθητών, καθώς και οι πολιτικές παρακαταθήκες σε ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, ούτε τους επέτρεψαν να προχωρήσουν το πρόγραμμά τους κατά πως είχαν τάξει στα αστικά επιτελεία, ούτε έκανε τον τέτοιο λόγο γενικά ελκυστικό.

Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσαν ντροπαλά να ζυμώσουν στην κοινωνία, να δηλητηριάσουν κάθε ζωντανό της κομμάτι, την άποψή τους σε μια εκδοχή «εκσυγχρονισμού», και με καλοπιάσματα τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών: «είναι για το καλό σας!». Ακόμη και οι αριστεροί μας το υπηρέτησαν αυτό με την περιβόητη αλλαγή της λέξης «αξιολόγηση» με την «αποτίμηση».

Όλα αυτά τελείωσαν χθες, λίγο πριν ανοίξει ο εκλογικός καρνάβαλος. Ο πρωθυπουργός, στην προσπάθειά του να δείξει τη σπουδαιότητα της νέας του επίθεσης στην Εκπαίδευση με την Αξιολόγηση, μας χάρισε ένα φροϋδεξιό ολίσθημα: η Αξιολόγηση, μας είπε, είναι «κάτι που είχε να συμβεί από 1982».
Τι συνέβη το 1982; Σε τι αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός; Μα στην κατάργηση του μισητού θεσμού του Επιθεωρητή, ενός θεσμού που χρησιμοποιήθηκε για το κοσκίνισμα και τη χειραγώγηση των εκπαιδευτικών, για την καθήλωση της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα στα επίπεδα από τα οποία θέλουν να μας ξεσκαλώσουν οι σημερινοί σωτήρες.

Αυτό ήταν, λοιπόν. Ούτε γλυκόλογα, ούτε περιστροφές. Τον Επιθεωρητή και τον επιθεωρητισμό είχαν και έχουν στο νου τους οι άνθρωποι. Ούτε το «καλό» (τι σημαίνει αυτό; Πώς ορίζεται;) της Εκπαίδευσης, ούτε τίποτα. Ένα όργανο καθολικού ελέγχου στήνουν, γιατί οι πολιτικές τους και το απαιτούν και δεν εφαρμόζονται χωρίς έλεγχο.

Το είπαμε και παραπάνω: το πρόγραμμά τους έχει καθυστερήσει. Οι διάφοροι υπηρέτες του, πράσινοι, γαλάζιοι και ροζ δεν έχουν δώσει μέχρι τώρα στην Αγορά αυτό που θέλει με τους ρυθμούς που το θέλει. Το φωνάζουν με αγωνία στις εκθέσεις τους, το λένε στις συσκέψεις τους.

Ε, ήρθε η ώρα να τους ξαναθυμίσουμε τι είναι αυτό που φοβούνται τόσο.

Το ποδήλατο

Σκέφτομαι όλα αυτά τα χρόνια το φόνο του Λουκμάν. Γιατί αυτό το παιδί; Γιατί ειδικά αυτό; Θα μου πεις, στη θέση του θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε μετανάστης∙ οι ναζί φονιάδες (μάλλον) δεν τον γνώριζαν προσωπικά. Αν δεν είχαν σκοτώσει το Λουκμάν, πιθανά θα είχαν σκοτώσει κάποιον άλλο μετανάστη εκείνο το βράδυ. Όμως γιατί το Λουκμάν; Προσπαθώ κι εγώ, τώρα, σαν ηλίθιος να βρω μια λογική στη ναζιστική πράξη που να μην περικλείεται ήδη στην έννοια «ναζισμός»; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα, όμως, μου έρχεται ξανά και ξανά στο μυαλό. Το ποδήλατο. Το ποδήλατο του Λουκμάν. Όλα τα χρόνια που ακολούθησαν δεν έπαψα να παρατηρώ τα ποδήλατα των μεταναστών και τις αντιδράσεις των συμπολιτών μου. Ε, δεν λέω ότι είναι όλοι αυτοί ναζί, αλλά δεν μπορώ να μην σχολιάσω αυτό το θέμα. Γίνονται κάποιοι πραγματικά θηρία στη θέα ενός μετανάστη με ποδήλατο. Τι τους συμβαίνει; Ίσως ενστικτώδικα αντιδρούν στη σκέψη ενός μετανάστη που έχει κατακτήσει κάποια ανεξαρτησία. Κάθε μέρα πηγαινοέρχονται στα στρατόπεδα έξω από την πόλη εκατοντάδες μετανάστες και μετανάστριες με τα πόδια. Στο μυαλό του αποκτηνωμένου Έλληνα είναι αυτό που τους πρέπει: η ταλαιπωρία. Μόλις, όμως δει κάποιον με ποδήλατο, αρχίζει «κοίτα τους! Ό,τι θέλουν κάνουν πια!». Η σκέψη ότι ο μετανάστης μπορεί να κινείται στο «δικό τους» χώρο ελεύθερα όσο κι εκείνοι τους αναστατώνει αφάνταστα. «Ας περπατήσουν όσο θέλουν, αρκεί να ξέρω ότι κάθε μετακίνηση ματώνει τα πέλματά τους∙ η διαφορά πρέπει να είναι διαφορά!». Θυμάμαι τους Αλβανούς, εκεί πίσω στο ’90. Θυμάμαι (ταξίδευα πάρα πολύ με το λεωφορείο τότε) την ικανοποίηση κάποιων Ελλήνων σαν έμπαιναν οι συνοριακοί και κατέβαζαν τους Αλβανούς από το λεωφορείο. Αν ήθελαν να πάνε από τα Γιάννινα στην Αθήνα ας πήγαιναν με τα πόδια. Αυτή η εικόνα, παράδοξα δεν ενοχλούσε τόσο τον κομπλεξικό Έλληνα, δεν αισθανόταν άσχημα που στη χώρα του υπήρχαν άνθρωποι που πήγαιναν στην Αθήνα με τα πόδια, αισθανόταν όμως αναστάτωση εάν αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να κινηθούν στο χώρο όπως κι εκείνος. Όταν δε άρχισαν να κυκλοφορούν με αυτοκίνητα (και ειδικά με αυτοκίνητα που με τους ελληνικούς μισθούς ήταν απλησίαστα), τότε μερικοί έχασαν τον ύπνο τους. Ξαναγυρίζω στο Λουκμάν. Σκέφτομαι το φόνο του. Σκέφτομαι το ποδήλατό του∙ το μοναδικό πράγμα εκείνη την αχάραγη ώρα, που πήγαινε στη δουλειά του, που τον συνέδεε με μια ζωή που θα μπορούσε να έχει. Σκέφτομαι αν αυτό μέτρησε στην απόφαση των ναζί να του πάρουν ακόμη και τη ζωή που είχε. Ξαναλέω. Μπορεί όλα αυτά να είναι ανοησίες. Το να προσπαθείς να βρεις κάποια λογική στη ναζιστική πράξη είναι κατά ένα βαθμό αθώωσή της, μιας και τη φέρνει στα μέτρα κάθε άλλης πράξης. Ε, δεν υπάρχει άλλο μέτρο γι’αυτή την επιλογή. Θυμάμαι σήμερα το Σαχζάτ Λουκμάν∙ έναν άνθρωπο που ξεκίνησε να πάει στη δουλειά με το ποδήλατό του.

«παλιά ήταν καλύτερα»

Η δήλωση της εθνικής ιστορικού, που αναπαράγει ο ιδρυτής της Ελληνικής Αγωγής, αποτελεί με μια πρώτη ματιά μια τερατολογία. Είναι προφανές ότι δεν μπορούν να συγκριθούν ως προς τις γνώσεις τους ένας απόφοιτος Δημοτικού του 1981 με μια απόφοιτο Λυκείου του 2021. Στην πραγματικότητα, όμως, οι τέτοιες συζητήσεις είναι από την αρχή καταδικασμένες. Ο συνομιλητής/ρια μπορεί να βγάλει από το καπέλο του όσους λαγούς θέλει και από το μανίκι της όσους άσους χρειάζονται. Εάν απαιτήσεις ενός τύπου κριτήρια (πχ «μάθαιναν πληροφορική, μοριακή βιολογία, κβαντική μηχανική τότε τα παιδιά;») η απάντηση μπορεί να βασίζεται σε άλλου τύπου κριτήρια (πχ «όχι, αλλά μάθαιναν το Σεβασμό»). Εάν ζητήσεις να μάθεις γιατί είναι καλό το να σου τσακίζει τη βίτσα στο χέρι ο δάσκαλος, σου απαντούν «μαθαίναμε καλλιγραφία». Εάν μιλήσεις για τη δημοκρατία στο σχολείο σού πετούν στα μούτρα το ότι ήξεραν ολόκληρα κομμάτια από την Ιλιάδα απ’έξω. Τι αναδείχνεται εδώ; (κάνω μια παραδοχή ότι όλα αυτά λέγονται με ειλικρίνεια και όχι με κουτοπονηριά) Αυτό που είναι μπροστά στα μάτια μας, μα κανείς δεν το θίγει: η Εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη διαδικασία, και αυτό αφορά σε ΚΑΘΕ πτυχή της. Η φράση «μια καλύτερη Εκπαίδευση» αποτελεί ασάφεια. Κανείς πρέπει να ορίσει με ακρίβεια τα κριτήριά του, πράγμα που αποφεύγουν με μαεστρία οι γαλανόλευκοι πνευματικοί καθοδηγητές και καθοδηγήτριές μας. Γιατί, αν μιλήσουν για τα κριτήριά τους, τότε θα φανερωθεί η απλή αλήθεια: οι άνθρωποι αυτοί δεν μιλούν για τίποτε άλλο πέραν μιας εκπαίδευσης που τα διδακτικά αντικείμενα αποτελούν μέσα επικύρωσης του ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ή καταδίκη στη γήινη κόλαση. Ας ανοίξουν τα χαρτιά τους, ας μιλήσουμε για το τι Εκπαίδευση θέλουμε (δηλαδή, στην πραγματικότητα ας μιλήσουμε για το σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζήσουμε) και ας μετρηθούμε. Αυτά.

Α! Θυμήθηκα ότι σχεδόν πριν 40 χρόνια πανηγύριζα την κατάργηση του μεγαλύτερου σχολικού εφιάλτη μου μετά τη βίτσα: του γελοίου πολυτονικού συστήματος, που μας το κουνάνε στη μούρη σήμερα κάτι απερίγραπτοι δεξιοί (και αριστεροί) σαν απόδειξη του ότι έμαθαν γράμματα.

Εικόνα

Για το μορφωτικό απαρτχάιντ

Οι ιδέες δεν μένουν ποτέ μετέωρες. Τελικά, ανεξάρτητα από την πεποίθηση του φορέα τους, θα υπηρετήσουν την πιο ταιριαστή τους διεργασία. Σαν λέγαμε ότι η φλυαρία περί αριστείας τελικά λειτουργεί κατά το λόγο νομιμοποιητικά για το ξέκαμα των μορφωτικών δικαιωμάτων των μη προνομιούχων παιδιών, φυσικά δεν εννοούσαμε ότι αυτό θα σταματήσει στο αίσχος «κάθε πόλη και γήπεδο, κάθε νομός και πρότυπο» (φυσικά, και τα λεγόμενα «πρότυπα» στην ίδια πορεία εντάσσονται, κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, αναμασά γλυκανάλατες φλυαρίες). Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να χτιστεί ως υλική πραγματικότητα αυτό που ο εκτεταμένος, διάχυτος -δεξιός κι αριστερός- δαπιτισμός προετοίμαζε όλα αυτά τα χρόνια: η θεσμοθέτηση του μορφωτικού απαρτχάιντ. Ξέρω πως κάθε φορά που κάνουμε αυτή την κουβέντα, κάποιος θα θέσει καλοπροαίρετα το ζήτημα αν όλα αυτά υπήρχαν σκόρπια μέχρι τώρα ως νοοτροπία, και η απάντηση είναι πως όλη αυτή η αρρώστια φυσικά και δεν είναι σημερινή, όμως φαντάζομαι πως καταλαβαίνουμε τη διαφορά της διάχυτης νοοτροπίας και της θεσμοθέτησης, της υλικής αποκρυστάλλωσης. Σ’αυτή τη φάση, λοιπόν, των απανωτών νομοσχεδίων της Κεραμέως για την Εκπαίδευση (περιφρονούσα από την αρχή -οι φίλοι/ες θα το θυμούνται, ασφαλώς- την κριτική στην Κεραμέως ως «θεούσα», και έλεγα ότι θα είναι το ελαφρύτερο που θα θυμόμαστε από δαύτη), θεσμοθετείται η δυνατότητα κατάρτισης τμημάτων με βάση τις επιδόσεις, δηλαδή ο διαχωρισμός σε τμήματα μαθητών με «καλές» επιδόσεις και τμήματα μαθητών με «κακές». Αυτό που στην προηγούμενη φάση είδαμε να συμβαίνει με τα λεγόμενα «πρότυπα» και τα υπόλοιπα (τα «όχι και τόσο καλά» ή απλά «για τα παιδιά που προορίζονται για μετριότητες») απλώνεται τώρα στο εσωτερικό μιας σχολικής μονάδας. Είναι αυτό κάτι το τρομερό; Μήπως άραγε, να είναι και προς όφελος των παιδιών; Να ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε, βρε αδερφέ! Ας αναρωτηθούμε για λίγο ποια είναι η ειδοποιός διαφορά του δημόσιου σχολείου. Είναι ένα ερώτημα που πρέπει να τίθεται∙ η σύγχυση πάνω σ’αυτό πρέπει να διαλυθεί άμεσα. Λοιπόν, το κεντρικό του στοιχείο, ο πυρήνας της ύπαρξής του είναι το «σχολείο για όλα τα παιδιά». Οποιαδήποτε διεργασία θίγει αυτόν τον πυρήνα είναι απορριπτέα. Ένας από τους τρόπους που υπηρετείται αυτό το «για όλα τα παιδιά» είναι η έννοια του σχολείου της γειτονιάς, η αλφαβητική (δηλαδή από την άποψη της επίδοσης αδιάφορη) κατανομή σε τμήματα και ο τρόπος τοποθέτησης των εκπαιδευτικών σ’αυτά. Με λίγα λόγια, κανείς δεν διαλέγει ούτε μαθητές ούτε εκπαιδευτικούς. Κι αν αυτό καμιά φορά φαντάζει «άδικο» («δεν είμαι με τους φίλους μου» ή «δεν έχω καλή επαφή με τούτον τον καθηγητή της Χημείας»), τα γενικά οφέλη είναι αδιαμφισβήτητα. Η πολυμορφία στα ενδιαφέροντα, τις προσλαμβάνουσες, την εκφορά του λόγου, τις ιδέες, τις προσεγγίσεις, η κοινωνικοποίηση (που είναι ο βασικός στόχος του σχολείου, κι ας το ξεχάσαμε αυτά τα χρόνια του δαπιτισμού) που περιλαμβάνει όλα αυτά είναι το μεγάλο κέρδος που το δημόσιο -το «τυχαίο»- σχολείο παράγει. Δάσκαλοι και δασκάλες με εμπειρία μπορούν να βεβαιώσουν τις αρετές αυτής της τοποθέτησης, ανεξάρτητα από το εάν και οι ίδιοι καμιά φορά παρασύρθηκαν στην ολότελα λαθεμένη σκέψη να επιχειρήσουν να διαλέξουν ένα «καλύτερο» τμήμα για να είναι τα πράγματα λίγο πιο «ομαλά». Γενικά, σε όσα σχολεία με πλάγιους τρόπους έφτιαξαν τμήματα «αρίστων» και τμήματα «λοιπών», τα αποτελέσματα είναι τραγικά, παρά την όποια ρεκλάμα (είπαμε∙ τα κριτήρια πια της κοινωνίας είναι οι κολαούζοι της φασιστικής προπαρασκευής).

Ήρθε, λοιπόν, η εποχή που τα αφεντικά θεωρούν ότι μπορούν να λήξουν τον αναχρονισμό που πράματι υπήρξε το ελληνικό σχολείο σε σχέση με την πρόοδο σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Τέρμα οι ευαισθησίες, τέρμα η κοινωνικοποίηση, τέρμα η κριτική σκέψη. Δεν πρόκειται για μια περιστασιακή ένταση των ταξικών φραγμών (μιλώ για τα τελευταία νομοσχέδια συνολικά), αλλά για μια αλλαγή του πυρήνα της δημόσιας εκπαίδευσης που θεμελιώθηκε ήδη από το 2016 (για όποιον είχε μάτια να δει, και δεν είναι απλά κομματικός χειροκροτητής). Το λέω αυτό απαντώντας σε κριτική που μου έγινε τότε περί «καταστροφολογίας», κριτική που επέμενε ότι μιλάμε για μια «νορμάλ» διελκυστίνδα της ταξικής πάλης και την αντανάκλασή της στην Εκπαίδευση. Ένας παρατεταμένος αγώνας διελκυστίνδας, όμως (ειδικά τέτοιος που το αποτέλεσμα είναι απελπιστικά επαναλαμβανόμενο), μεταβάλλει και το έδαφος στο οποίο διεξάγεται, μαζί φυσικά και τις προσδοκίες των αντιπάλων. Αυτό, ένας κλάδος (και οι παρατάξεις του -δεξιές και αριστερές) που έχει μάθει στα συνδικαλιστικά τζαρτζαρίσματα και την πολιτική των διαδρόμων, δεν μπορεί να το δει. Θα το δει όταν θα είναι πολύ αργά.

Θα σταθεί κανείς απέναντι σε όλο αυτό; Δυστυχώς όχι. Και ο λόγος δεν είναι ούτε απλά η αλλαγή στη νοοτροπία των εκπαιδευτικών, που θα κοιτάξουν -και μέσα από την πίεση της Αξιολόγησης- να το βουλώσουν και να σώσουν το τομάρι τους, ούτε απλά η πρακτόρικη δράση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Ο βασικός λόγος είναι ότι αυτοί που είναι για ξέκαμα δεν έχουν φωνή στην κοινωνία. Αυτοί που είναι για ξέκαμα είναι ήδη ξεκαμένοι. Τα παιδιά που θα πεταχτούν έξω από το λύκειο μέσω της τράπεζας θεμάτων, εκείνα που θα στοιβαχτούν σε τμήματα β’ κατηγορίας με δασκάλους «μη ικανοποιητικούς», εκείνα που φέτος κιόλας θα μείνουν έξω από τα Πανεπιστήμια (~30 χιλιάδες!), δεν έχουν φωνή. Σ’αυτή τη χώρα, φωνή πια έχει μόνο το προνόμιο. Αυτό είναι, το προνόμιο, που ήδη μιλά μέσα από τα κανάλια, τις εφημερίδες, τις σχολικές μαζώξεις, τους καφέδες των γονέων, και αποθεώνει το ξήλωμα του σχολείου που μισούσε (αλλά ντρεπόταν να πει ανοιχτά), όχι για το ένα ή το άλλο κακό του, αλλά γιατί αναγκαζόταν να συνυπάρχει εκεί με το παιδί του εργάτη, το προσφυγόπουλο ή το Ρομά, το παιδί που μισούσε το σχολείο (ή και όλους μας), το παιδί που δεν θέλησε να γίνει γιατρός αλλά μπαλαδόρος, μουσικός ή και τίποτα ιδιαίτερα, το παιδί το δικό μου και το δικό σου, με λίγα λόγια. Έτσι. Τώρα το προνόμιο θα χειροκροτήσει. Και θα ακουστεί. Οι υπόλοιποι, όχι μόνο δεν θα ακουστούν, μα δεν έχουν καν γλώσσα να μιλήσουν.

Πίσω από την απεργοσπασία της ΟΛΜΕ

Με την υπόθεση της γενικής απεργοσπασίας της ΟΛΜΕ «για το καλό των παιδιών» ήρθε στην επιφάνεια η μεγάλη θεωρία του κράτους. Το κράτος, ανεξάρτητα από πολιτικές κατευθύνσεις, εγγυάται ό,τι κι αν γίνει το «καλό των παιδιών». Απέναντι σ’αυτό, ακόμη και μπροστά στην κοινή εμπειρία ότι δύο χρόνια τώρα το κράτος μόνο ψαλιδίζει δυνατότητες των παιδιών, η κριτική παραλύει. Η συντριβή της νεολαίας, η οποία νομιμοποιείται από την αποδοχή της απόλυτης κρατικής δικαιοδοσίας στην «αγωγή», κομματιάζεται σε στιγμές, σε περιστάσεις που επιδέχονται αντίστοιχα περιστασιακή κριτική, ενώ το κρατικό ενδιαφέρον υψώνεται πάνω από αυτές ως ο μεγάλος ενοποιητής στον οποίον πάντα θα ξαναγυρνάς και θα υποτάσσεσαι, όπως ακριβώς η γονεϊκή κακοποίηση -ακόμη και η καθημερινή- κομματιάζεται και εκλογικεύεται σε «κακές στιγμές» ενός ανθρώπου που «όμως σ’αγαπάει». Δεν μπορεί να υπάρχει ριζοσπαστική κριτική για την Εκπαίδευση που να μην ξεκινά από τη στιγμή που οι ανάγκες της κρατικής γραφειοκρατίας εμφανίζονται ως γενική διδακτέα ηθική.

Αυτό είναι

Χιουμοριστικά αντιπολιτευτικά σχόλια στα σόσιαλ γίνονται γλιτσερές ατάκες πολιτευτών της αριστεράς και της προόδου. Τραγούδια μιας επαναστατημένης Ν. Αμερικής καταντούν νανουρίσματα για τους καναπέδες των προοδευτικών μας. Όμορφες ζωγραφιές με σπρέυ στον τοίχο, πολύχρωμες και εξεγερτικές σαν των Ζαπατίστας, μόνο που δεν είναι τοίχος αλλά το Τείχος της δημοκρατίας τους. Απεργιακές υποσχέσεις νίκης που καθώς ξεστομίζονται σαλπίζουν ήδη την υποχώρηση. Κουβέντες για την πραγματική Τέχνη μπροστά στα συρματοπλέγματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ασφυξία στο σάπιο αέρα μιας φριχτής γενικευμένης συμπολίτευσης. Αγωνία να εξαγοράζεις μια μικρή αναβολή συνενοχής κάθε μέρα. Το αντίτιμο γνωστό. Μια λίβρα από τη ζωντανή σου σάρκα κάθε μέρα. Κάθε μέρα. Για πες, Siouxsie.

Όλα με τη σειρά τους

Αυτό που μας παρουσιάστηκε χθες ως εναρκτήριο θέαμα του σχεδίου «ελευθερία» δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω, μιας και στην εποχή του προδιαλόγου πολλά από τα επίθετα που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε είτε είναι μπανάλ είτε παγιδεύουν τη σκέψη. Όπως μας βεβαιώνουν τα ΜΜΕ, «σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού» οι πατερούληδες και οι μητερούλες του έθνους -την ίδια στιγμή με τους πατερούληδες και τις μητερούλες ολόκληρης της ευρωπαϊκής μας οικογένειας- εμβολιάστηκαν, κι εμείς, όσοι χάσαμε ανθρώπους, δυνατότητα για επιβίωση, δουλειές, κοινωνική ζωή, πρέπει να χαρούμε, γιατί στα χαμογελαστά πρόσωπα των εμβολιασμένων χαμογελά πρωθύστερα η δική μας «ελευθερία».

Όμως, είναι ένα πράγμα το να λέμε ότι η κίνηση αυτή είχε κάποιον «υψηλό συμβολισμό», και άλλο πράγμα να συνειδητοποιούμε ποιος ακριβώς είναι αυτός ο συμβολισμός. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη δημόσια φλυαρία η κίνηση αυτή έγινε για να δοθεί ένα παράδειγμα, να χτιστεί μια εικόνα που θα μετριάσει τις επιφυλάξεις απέναντι στον εμβολιασμό: εάν ο εκλεκτός κάνει το εμβόλιο, τότε μπορείς κι εσύ!

Γιατί; Υπάρχουν σ’αυτή τη χώρα εκατομμύρια άνθρωποι που περιμένουν να ξαναμπεί κάποια ζωή στις παλιές ράγες (το ξέρουν ότι δεν θα είναι ακριβώς έτσι, αλλά περιμένουν), άνθρωποι με χρόνια προβλήματα υγείας που περιμένουν να δουν έναν άλλον άνθρωπο χωρίς να φοβούνται, τελικά άνθρωποι που περιμένουν πώς και πώς τον εμβολιασμό. Από ποιον μπορεί να αμφισβητηθεί αυτή η τεράστια κοινωνική δυναμική; Από μερικές χιλιάδες «αρνητές των εμβολίων»; Με τίποτα. Οι «αρνητές των εμβολίων» έχουν κάνει αλλού (και μπορούν να κάνουν κι εδώ, με δεδομένο ότι το σύμπλοκο της βιομηχανίας της υγείας, των πολιτικών, και των επιστημόνων κάνει ό,τι μπορεί για να τους δώσει δίκιο) σοβαρή και επικίνδυνη δουλειά, μα πάντα στο έδαφος ασθενειών που θεωρούνταν από καιρό ξεπερασμένες, στο έδαφος της γνωστής χαζοχαρούμενης αίσθησης ασφάλειας του δυτικού ανθρώπου. Όμως, η κοινωνική δυναμική της προσμονής του περιορισμού της covid-19 είναι τέτοια, που οι «αρνητές» δεν έχουν καμία ελπίδα. Από την άλλη, το σημαντικό κομμάτι των συνανθρώπων μας που (εν μέρει δικαίως) είναι επιφυλακτικοί/ες απέναντι σ’όλο αυτό, είναι βέβαιο ότι θα μπορούσε να παρασυρθεί, ή ακόμη και να πειστεί, από τα εκατομμύρια που θα έκαναν το εμβόλιο πριν από αυτούς. Με απλά λόγια, η υπόθεση ότι χρειαζόταν κάποια ειδική «κίνηση υψηλού συμβολισμού» για να εμπνεύσει την ελληνική κοινωνία προς τον εμβολιασμό είναι μια μεγάλη παπάρα.

Η υπόθεση αυτή, ότι χρειάζεται κάποια μεγαλόψυχη κίνηση των εξουσιαστών για να μπορέσει το πόπολο να κινηθεί ακόμη και προς την ίδια του την επιβίωση, πάει χέρι-χέρι με την ιδέα ότι οι ίδιοι οι εξουσιαστές μπορούν να συμπεριφέρονται όπως γουστάρουν. Οι εκλεκτοί και σπουδαίοι άνθρωποι, που από χθες εμβολιάζονται κατά προτεραιότητα, είναι εκείνοι που είτε ατομικά είτε ως επικεφαλής θεσμών, δέκα μήνες τώρα παραβιάζουν κάθε κανόνα υγειονομικής προφύλαξης, και όχι μόνο δίνουν το χειρότερο παράδειγμα, μα θέτουν ζωές σε άμεσο κίνδυνο. Κανείς δεν ξεχνά την εικόνα του πρωθυπουργού να τσαλαπατά κάθε προφύλαξη και μέτρο, από την αυτοσχέδια συναυλία έξω από το μέγαρο Μαξίμου μέχρι την ποδηλατάδα στην Πάρνηθα, τις περιοδείες του Χαρδαλιά, τα χειροφιλήματα και τις διασκεδάσεις, τις ψαλμωδίες του Τσιόδρα παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων. Κανείς δεν ξεχνά τις φιέστες του ανεψιού του πρωθυπουργού στην Ομόνοια, και φυσικά τα καλέσματα «να πάει ο κόσμος στο Σύνταγμα να δει την υπέρλαμπρη γιορτινή διακόσμηση» λίγες μέρες αφότου στον ίδιο ακριβώς χώρο είχαμε συλλήψεις 10(!) φεμινιστριών, που κρατούσαν αραιά-αραιά κάποια πλακάτ και αναρχικών που κρατούσαν ένα πανώ. Κανείς δεν ξεχνά τη (γνωστή από παλιά) προτροπή των παπάδων προς τους πιστούς να κάνουν «άλμα πίστης» και τη με το στανιό μεθόδευση αυτού του άλματος μέσα σε γεμάτους ναούς, με θεωρίες περί θείας κοινωνίας και δε συμμαζεύεται. Κανείς δεν ξεχνά την αντιμετώπιση των φαντάρων και των φυλακισμένων ως αναλώσιμο υλικό, που κολλήσει δεν κολλήσει δεν θα στενοχωρηθούμε κιόλας. Κανείς δεν ξεχνά τη στάση τους απέναντι στα σχολεία και στα παιδιά, στάση που έκανε πολλούς γονείς να ανοίξουν τα αυτιά τους προς τους ελάχιστους «αρνητές του κορονοϊού». Τέλος, κανείς δεν ξεχνά τον ποταπό τρόπο με τον οποίο όλοι αυτοί, που από χθες δίνουν στο πόπολο το καλό παράδειγμα, αντιμετώπισαν το καθολικό αίτημα για ένα δημόσιο σύστημα υγείας, που να μπορεί να ανταπεξέλθει ακόμη και στις συνθήκες κανονικότητας χωρίς να εξουθενώνει τους εργαζόμενους/ες σ’αυτό, την αντιμετώπιση των υγειονομικών, που από ήρωες που αξίζουν το χειροκρότημα ακόμη και αυτής της λαμπερής συζύγου του πρωθυπουργού σαν συμπλέουν με την κυβερνητική γραμμή, μετατρέπονται σε ανεύθυνα τέρατα σαν διαφωνήσουν ή διαμαρτυρηθούν (κάποιοι από αυτούς είναι επίσημα συλληφθέντες στις κινητοποιήσεις της 17/11 και 6/12, κάποιοι αντιμετώπισαν εκδικητικές μετακινήσεις, κάποιοι κινδύνεψαν ακόμη και με ΕΔΕ επειδή… νόσησαν!!!). Για να το πούμε απλά, εάν όλο αυτό το πράμα-«ηγεσία του έθνους» ήθελε να δώσει κάποιο παράδειγμα για το καλό όλων, είχε δέκα μήνες για να το κάνει. Έκανε το ακριβώς αντίθετο. Κρύβεται εδώ κάποια αντίφαση; Καμία!

Η βαθύτερη ιδέα πίσω από τη στάση του γαλανόλευκου ανφάν γκατέ -τόσο πίσω από την αδιαφορία τους για τα μέτρα που αυτοί οι ίδιοι εισηγήθηκαν, όσο και για την προθυμία τους να «δώσουν το παράδειγμα» για τον εμβολιασμό- είναι το ΠΡΟΝΟΜΙΟ. Η βαθύτερη ιδέα είναι ότι εκείνοι θα σουλατσάρουν ενώ το πόπολο θα βρίσκεται σε καθεστώς εγκλεισμού, ότι εκείνοι θα παρτάρουν ενώ το πόπολο δεν θα έχει καν το δικαίωμα να βγει στο δρόμο να διαμαρτυρηθεί, ότι εκείνοι θα πλουτίζουν όσο το πόπολο χάνει τη δουλειά του και θα ψοφολογάει. Με λίγα λόγια, η βαθύτερη ιδέα είναι αυτή που ήταν πάντα: εμείς θα ζούμε, κι εσείς, φτωχοί, φάτε σκατά!

Δεν μου έρχεται στο μυαλό καμία εικόνα από τις ιστορίες που μου έχουν αφηγηθεί, ηγέτη που να ενέπνευσε σώζοντας πρώτος-πρώτος τα πολύτιμα οπίσθιά του. Υποτίθεται ότι ο καπετάνιος, σαν βυθίζεται το πλοίο του φροντίζει να σώσει πρώτα όσους μπορεί, και στην ανάγκη μένει αυτός να θυσιάσει τη ζωή του για κείνους. Αυτό το πράγμα που μας σέρβιραν χθες είναι το ακριβώς αντίθετο. Στάθηκαν μπροστά σε μια κοινωνία που έχασε ένα χρόνο ζωής (κάποιες χιλιάδες έχασαν και την ίδια τους τη ζωή) και που περιμένει με τον εμβολιασμό κάποια μικρή ανάσα, και είπαν «εμείς θα σωθούμε πρώτοι». Στην πραγματικότητα, μια διαφορετική συμπεριφορά από μέρους τους θα ήταν ακατανόητη. Αυτή θα ήταν η πραγματική αντίφαση. Και αν αναρωτιόμαστε, ποια κοινωνία θα δεχόταν τέτοια εξευτελιστική συμπεριφορά, χωρίς να γίνει ο χαμός, η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή: αυτή εδώ.

Σ’αυτήν την κοινωνία απευθύνθηκαν χθες όλοι αυτοί με την κίνησή τους, του «υψηλού συμβολισμού». Η πολιτική ηγεσία και το «τείχος της Δημοκρατίας», μακαριότατοι και παναγιότατοι ρασοφόροι (της Ορθοδοξίας φυσικά∙ οι των άλλων δογμάτων δεν δικαιούνται να κάνουν κινήσεις «υψηλού συμβολισμού»), αρχι-μπάτσοι και αρχι-καραβανάδες, μας σχεδίασαν την πιο μακάβρια απεικόνιση της οριζόντιας διαίρεσης του κόσμου μας. Το έκαναν ποντάροντας από τη μία στο ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας μέσα στη διαφθορά και την παραζάλη του θα ταυτιστεί με την εικόνα τους, θα δει τον εαυτό του σ’αυτή, κι από την άλλη ότι το άλλο κομμάτι θα συνεχίσει να εσωτερικεύει την ήττα του μια με «συμβολικά» χτυπήματα και μια με πραγματικά.

Ο «υψηλός συμβολισμός» της χθεσινής ουβερτούρας στο σχέδιο «ελευθερία» είναι ότι πάτος δεν υπάρχει (ναι, αυτός ο πάτος τον οποίο ονειρεύονται οι διάφοροι αριστεροί μας του στυλ, «θα λογαριαστούμε μετά», «ο λαός θα σώσει το λαό», «lockdown στην πολιτική τους» και άλλων τέτοιων κενών πραγματικού πολιτικού περιεχομένου ανοησιών). Άκουσα ότι κάποιος από τους τυχερούς και προνομιούχους πιονέρους του εμβολιασμού (και μάλιστα επιστήμονας…) χτύπησε ξύλο προτού μας δώσει μεγαλόκαρδα το υπέροχο παράδειγμά του. Σα να λέμε, κρατάνε και μια πισινή για κάποια αναποδιά. Και πόσο ωραίες είναι οι στιγμές που ο εξεγερμένος λαός γίνεται η αναποδιά τους…

Με χαμόγελο δέχεται ο πρωθυπουργός ένα από τα περίπου πέντε χιλιάδες διαθέσιμα εμβόλια. Γιατί όχι;

10 μέτρα

Θυμάμαι, με χαμόγελο, μια από κείνες τις απεργίες των εκπαιδευτικών του 2013, που -ως πρωτοπορία, ας πούμε, τρομάρα μας!- είχαμε ακούσει τα εξ αμάξης από ορισμένους συναδέλφους και συναδέλφισσες, διότι οδηγήσαμε μια τεράστια πορεία του σωματείου μας σε μια πέραν της συνηθισμένης διαδρομή μέσα στους λιγότερο κεντρικούς δρόμους της αγοράς της πόλης. Και τη θυμάμαι απόψε, διότι απόψε μια μικρή πορεία λίγων δεκάδων ανθρώπων κατάφερε να πορευτεί μόλις δέκα μέτρα παραπάνω από την προηγούμενη φορά (στην απεργία της 26ης του Νοέμβρη), δέκα μέτρα που τα χαρήκαμε σα να ήταν μια μεγάλη νίκη. Ήταν;

Ναι, θεωρητικά ήταν πάντα στο μυαλό μου ότι μπορεί να ζήσουμε και τέτοιες εποχές, η λογική μου έτσι βεβαίωνε. Το πίστευα βαθιά μέσα μου; Τι σημασία έχει πια; Τώρα, το μόνο που έχει σημασία είναι η στάση του καθενός και της καθεμιάς μας.

Δεν συμφωνώ με την περιγραφή της κατάστασης που ζούμε ως «χούντα», αν και αποδέχομαι την συνοπτική ισχύ της παράστασης αυτής, δεν πιστεύω ότι το σημερινό καθεστώς είναι φασιστικό, αν και δεν έχω αμφιβολία ότι καμία από τις κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων δεν θα δίσταζε να παίξει ανοιχτά αυτό το χαρτί αν χρειαζόταν (καταλαβαινόμαστε, πιστεύω, όταν τονίζω το «ανοιχτά»), δεν πιστεύω ότι ζούμε τη «χειρότερη κυβέρνηση όλων των εποχών». Όμως, ως αποτέλεσμα μιας πορείας χρόνων ολόκληρων, φτάσαμε σε μια κυβέρνηση που ολοκληρώνει τη βασική μνημονιακή υπόσχεση: το σπάσιμο κάθε έννοιας «συμβολαίου» με το λαό, κάθε έννοιας συναίνεσης, κάθε κανόνα ακόμη κι αυτού του αστικού-δημοκρατικού πολιτεύματος (που δεν ήταν ποτέ άλλο από μια μορφή δικτατορίας της αστικής τάξης).

Δεν θα μπω σ’αυτό το μικρό σημείωμα στη διαδικασία να περιγράψω τα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Τούτη η κυβέρνηση έχει σηκώσει την πρόκληση απέναντι στο λαό πάρα πολύ ψηλά. Μέρα με τη μέρα γίνεται σαφές και στον πιο αγαθό και αφελή (περιφρονώ τους κουτοπόνηρους, φυσικά) ότι η περιβόητη «καραντίνα» είναι η εφαρμογή του δόγματος «βγάλτε το σκασμό όσο πεθαίνετε κατά εκατοντάδες κάθε μέρα, όσο εμείς συνεχίζουμε να πλουτίζουμε σε βάρος σας». Η απαγόρευση της δημόσιας πολιτικής δράσης είναι μόνο ένα κομμάτι αυτής της πρόκλησης∙ κάποιοι σύντροφοι και συντρόφισσες ισχυρίζονται ότι στοχεύει στην προληπτική καταστροφή κάθε δυνητικού πυρήνα αποκρυστάλλωσης της λαϊκής οργής που συσσωρεύεται. Δεν ξέρω. Απουσία του λαϊκού παράγοντα (δεν μιλάω για τα κόμματα που υποτίθεται πως τον εκφράζουν∙ αυτά έχουν προ πολλού κόψει ρόδα μυρωμένα) είναι όλα στο κενό. Όλα στο κενό και για μας, αλλά και για την κυβέρνηση. Γιατί, αν σήμερα εμείς βγαίνουμε στο δρόμο ελπίζοντας ότι εκφράζουμε και τη διάθεση εκείνων που δεν μπορούν (και για διάφορους σοβαρούς λόγους του καθενός και της καθεμιάς, ίσως καλά κάνουν), κάτι αντίστοιχο ελπίζει και η κυβέρνηση. Σαν βγαίνουν προκλητικά στη Βουλή και στα ΜΜΕ και αραδιάζουν τα απίστευτα ψέματά τους, σαν αμολάνε τις συμμορίες τους να τσακίσουν όποιον βρουν μπροστά τους, σαν τους δίνουν το ελεύθερο να επιτίθενται μέχρι και μέσα σε γραφεία πολιτικών οργανώσεων και κινηματικά στέκια, σαν ξανασερβίρουν τη ρητορική του «μιάσματος», κι εκείνοι στο κενό βουτούν∙ στο κενό που είναι η σημερινή σιωπή του λαού.

Δεν ξέρω ποιος θα είναι ο κερδισμένος σ’αυτή τη μάχη. Δεν ξέρω αν θα νικήσουμε εμείς, που λογαριάζουμε στη λαϊκή οργή, ή τα αφεντικά, που εκτιμούν ότι μετά απ’όλα τα μνημονιακά πολιτικά πειράματα έφτασε η ώρα και για το τελευταίο.

Πορευτήκαμε απόψε, λίγες δεκάδες άνθρωποι, σε συμπαράσταση προς τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που συνελήφθησαν στις 17/11, τις 26/11, τις 6/12. Πορευτήκαμε πλάι στα μπλοκ μικρών εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων της Αριστεράς (αυτές μας έμειναν∙ άλλοι δεν είδαν και δεν άκουσαν). Πορευτήκαμε για δέκα μέτρα παραπάνω. Φτάσαμε εδώ, να πρέπει να ξανακερδίσουμε την ελευθερία μέτρο με το μέτρο (κάπως έτσι δεν τη φαντάστηκε κι εκείνος ο Σολωμός;). Ας είναι. Ακόμη και με τον πόντο, αν χρειαστεί, θα την ξανακερδίσουμε. Γιατί, ξέρεις, άλλος τρόπος δεν υπάρχει.

Από την επίθεση της αστυνομίας στο στέκι του ΚΚΕ(μ-λ) στην Αθήνα. 6-12-2020

Μιλάει η σαπίλα για τη νεανική ορμή;

Λέμε ότι επιθυμούμε τα παιδιά μας να αναπτύξουν κριτική σκέψη. Ωραία. Κάποια από αυτά, κριτικά σκεπτόμενα, ζύγισαν τις δηλώσεις «τι 25 παιδιά στο τμήμα, τι 15, το ίδιο είναι» και τις βρήκαν ανόητες. Τα βρίζετε.

Κάποια από αυτά είδαν ότι από το Μάρτη, που έκλεισαν τα σχολεία, δεν έχει γίνει καμία εργασία για καινούργιες αίθουσες, δεν αγοράστηκαν θρανία, δεν ελέγχθηκαν οι τουαλέτες, δεν προσλήφθηκαν καθαρίστριες. Τα βρίζετε.

Κάποια από αυτά άκουσαν την υπουργό να λέει ότι δεν υπάρχουν κενά στα σχολεία, ενώ τα ίδια ξέρουν πολύ καλά ότι λείπουν εκπαιδευτικοί, κι έτσι, πάλι κριτικά σκεπτόμενα, θεώρησαν ότι η υπουργός είναι αναξιόπιστη. Τα βρίζετε.

Κάποια πήγαν πιο πέρα τη δημιουργικά κριτική σκέψη τους, και κατέληξαν στο ότι αν τα αστρονομικά ποσά, που ξοδεύει η χώρα για εξοπλισμούς, πήγαιναν σε Εκπαίδευση/Υγεία, πολλά πράγματα θα ήταν ήδη πολύ καλύτερα. Τα βρίζετε.

Κάποια από αυτά ένιωσαν ότι δεν μπορούν να σιωπούν όταν τα κοροϊδεύουν, όταν κάποιοι ροκανίζουν το δικό τους μέλλον και την προκοπή των γύρω τους. Τα βρίζετε.

Λοιπόν, ας το πούμε καθαρά. Καμία κριτική σκέψη δεν θέλετε να έχουν τα παιδιά. Μόνο να γίνουν σαν τα μούτρα σας, και να μην σας φέρνουν σε δύσκολη θέση εκθέτοντας με την ορμή τους τη δική σας απάθεια και σαπίλα.

Αφιερωμένο στα μικρά μας φρικιά, από έναν καταληψία του τότε…

Άνοιγμα των σχολείων. Ποιων;

Είμαι από κείνους που επιμένουν, παρά τις μεταφυσικές και αστικές ανοησίες που δένουν σα ζουρλομανδύας κάθε συζήτηση για την Εκπαίδευση, ότι τα δύο πρώτα αιτήματα του όποιου εκπαιδευτικού κινήματος της εποχής μας έπρεπε είναι η αύξηση των μισθών και η μείωση του αριθμού των παιδιών στο τμήμα. Το πολιτικό κλίμα των τελευταίων δεκαετιών χρωμάτισε αυτά τα σημαντικότατα αιτήματα με τις μπογιές των νεοφιλελεύθερων παράσιτων, δηλαδή «τεμπέληδες εκπαιδευτικοί, που θέλουν να πληρώνονται περισσότερο και να δουλεύουν πιο άνετα» (λες και είναι κακό για οποιονδήποτε εργαζόμενο/η να θέλει κάτι τέτοιο). Αυτό το πολιτικό κλίμα έχει υλική προέλευση: εκπαιδευτικοί που έχουν χάσει το 1/3 του εισοδήματός τους, πάγωμα των προσλήψεων και καθιέρωση της αναπλήρωσης (κάθε τύπου) ως κανονικότητα, αύξηση των παιδιών στο τμήμα. Υποταγμένες σ’αυτό το κλίμα οι συνδικαλιστικές δυνάμεις των εργαζόμενων στην Εκπαίδευση, ακόμη κι εκείνες που δεν είναι σε ανοιχτή συνεννόηση με το κράτος, απέφευγαν συστηματικά κάθε κινητοποίηση για το ζήτημα, αν και είναι αλήθεια ότι τα αιτήματα αυτά έμπαιναν, τελετουργικά κατά τη γνώμη μου, σε κάθε πλαίσιο δράσης και ανακοίνωση. Τέλος πάντων, ας κριθεί απ’όσους/ες έχουν καλή μνήμη το αν τα πάλεψε κανείς πραγματικά ή αν έμειναν στα χαρτιά. Η μόνη εξαίρεση είναι η μάχη -αντάρτικου τύπου- που δίνεται εδώ και λίγα χρόνια (επί «αριστερού» ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε) στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς για την έγκριση των λεγόμενων «ολιγομελών» τμημάτων από ελάχιστους/ες και με την, για τα μάτια του κόσμου, κάλυψη της ΟΛΜΕ. Σε κάθε σχετική συζήτηση, ο υπεύθυνος συνδικαλιστής/ρια θα μας έλεγε «έχετε δίκιο, αλλά δεν βλέπετε που η κοινωνία μας βρίζει; αν μιλήσουμε για μισθούς/αριθμό παιδιών, θα μας γδάρουν» και η συζήτηση έληγε εκεί.

Παρακολουθώ σήμερα τη συζήτηση για την ασφάλεια των παιδιών στο σχολείο. Δεν άξιζε μήπως να μας «γδάρει η κοινωνία» όλα αυτά τα χρόνια, στην πάλη μας για ανέγερση σχολείων και προσλήψεις εκπαιδευτικών με στόχο τη μείωση των παιδιών στο τμήμα; Τι έχει να πει σήμερα η «κοινωνία» για το στοίβαγμα των 25 παιδιών σε μια άθλια αίθουσα; Τι έχει να πει η «κοινωνία» για το λιγοστό πετρέλαιο, που όταν στο πρώτο διάλειμμα θα αερίζονται οι αίθουσες δεν θα ξαναζεσταίνονται ποτέ γιατί πολύ απλά το καλοριφέρ λειτουργεί με ωράριο μνημονιακό; Τι στο καλό θα πει η «κοινωνία» όταν με δοσμένη την εσωτερίκευση της μιζέριας ξαναπροβληθούν σαν λύσεις οι επικίνδυνες γελοιότητες της εκ περιτροπής διδασκαλίας, της «εξ αποστάσεως διδασκαλίας» και της κάμερας στην τάξη; Λοιπόν, αν το ζήτημα είναι μια αξιοπρεπής δημόσια εκπαίδευση, ας έχουμε στο μυαλό μας, ανεξάρτητα από την πανδημία, πως αυτό δεν μπορεί να γίνει ούτε χωρίς προσωπικό ούτε χωρίς σύγχρονα κτήρια.

Εντάξει, ας συζητήσουμε και για τη μάσκα και για όλα τα υπόλοιπα μέτρα που προτείνονται, αλλά με ποιον; Με κείνους που τόσα χρόνια από τις κυβερνητικές θέσεις μόνο κατεδάφιζαν, ή με κείνους που τους εξυπηρετούσαν διαβρώνοντας και απαξιώνοντας συστηματικά κάθε λειτουργία των σωματείων και θέτοντάς τα στην υπηρεσία της εκάστοτε κυβέρνησης; Ας το κλείσουμε με μια είδηση. Στην καρδιά του κτήνους, το σωματείο των εκπαιδευτικών της Νέας Υόρκης προσανατολίζεται σε απεργία εάν τα σχολεία πάνε να ανοίξουν χωρίς να διασφαλιστεί η ασφάλεια της σχολικής κοινότητας. Σημείωση: Στην πολιτεία της ΝΥ απαγορεύεται δια νόμου στους δημόσιους υπαλλήλους να απεργήσουν.

Previous Older Entries