Δύο φωτογραφίες…

…που τραβήχτηκαν κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ.

Στην πρώτη φωτογραφία, αμερικάνοι νεολαίοι κρατούν τη σημαία των αντιπάλων τους μετά από μια νίκη του αμερικάνικου στρατού (1967).

vietnam01

 

Στη δεύτερη φωτογραφία, αμερικάνοι νεολαίοι κρατούν τη σημαία των αντιπάλων τους μετά από μια ήττα του αμερικάνικου στρατού (1968).

vietnam02

Advertisements

Απέναντι στον Εθνικισμό

Τα ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ των κρατών, όπως και όλα τα άλλα ζητήματα του πραγματικού κόσμου, είναι τέτοιας φύσης που εμπλέκουν ένα σωρό παράγοντες. Το αν θα ξεδιαλύνουμε την ουσία μέσα στη σύγχυση, θα καθορίσει το συμπέρασμά μας.

Εδώ και λίγο καιρό, έχει ξανανοίξει το λεγόμενο “μακεδονικό ζήτημα”. Φυσικά, ο όρος “μακεδονικό” δεν έχει καμία σχέση με την ιστορική περιγραφή του ζητήματος, περιγραφή που θα έφερνε, το δίχως άλλο, σε πολύ άβολη θέση αρκετούς από τους σημερινούς “δεν είμαι εθνικιστής, αλλά…” μακεδονομάχους μας.

Μέσα σ’αυτή τη σημερινή συζήτηση υπάρχουν (ευτυχώς) αρκετοί φίλοι/ες και συλλογικότητες που αισθάνονται την ανάγκη να καταδικάσουν τον “εθνικισμό απ’όπου κι αν προέρχεται”. Είναι όμως αυτό αρκετό? Ακόμη περισσότερο, είναι μια διάθεση που μπορεί να μας φέρει έστω κι ένα βήμα πιο κοντά σε μια ήττα του εθνικισμού?

Ένα πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι η αντιπαράθεση με τον εθνικισμό δεν είναι αντιπαράθεση ενός ακαδημαϊκού πάνελ. Εάν ήταν έτσι, προφανώς η καταδίκη του εθνικισμού έτσι γενικά θα ήταν αρκετή. Ο εθνικισμός όμως είναι πολιτικό πρόγραμμα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν κανείς τοποθετείται απέναντι στον εθνικισμό σαν ιδέα, σα νοοτροπία, σα συναίσθημα, αλλά το πώς τοποθετείται απέναντι σε ένα κάθε φορά συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα.

Μια σοβαρή πολιτική γραμμή περιστρέφεται πάντα σε δυο άξονες, διαλεκτικά συνδεμένους. Ο ένας είναι το άμεσο καθήκον, ο άλλος το μελλοντικό. Ο ένας αφορά στη θέση που παίρνουμε σήμερα, κι ο άλλος στο όραμα, ή όπως αλλιώς θα μπορούσε να ειπωθεί, ο ένας αφορά στην τακτική κι ο άλλος στη στρατηγική.

Εάν κανείς αγνοήσει τη διαλεκτική σύνδεση μεταξύ των δύο αξόνων, είναι εύκολο να καταλήξει σε ένα εκχυδαϊσμένο σχήμα, που βλέπει την πολιτική να συγκροτείται από ένα κομμάτι “ρεαλισμού” κι από ένα κομμάτι “ευχής”. Μαρξιστές της συμφοράς, σαν κι αυτούς που στρογγυλοκάθονται σήμερα στις κυβερνητικές καρέκλες, βλέπουν το ζήτημα από τη σκοπιά του “ρεαλισμού”. Αντιδιαμετρικά προβληματική είναι η μετατροπή της διεθνιστικής πάλης σε “ευχή”, που διαδίδεται μεταξύ των ανθρώπων που ήδη βρίσκουν τον εθνικισμό απεχθή, και δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει πολιτικό έδαφος.

Ο Προλεταριακός Διεθνισμός λύνει από τη σκοπιά της Επανάστασης το παραπάνω πρόβλημα στη βάση της ενότητας του παγκόσμιου προλεταριάτου, και φυσικά, στη δοσμένη περίπτωση, του βαλκανικού. Το προλεταριάτο όμως δεν υπάρχει “έτσι κι αλλιώς” (εάν κανείς μείνει στην τυπική περιγραφή των πραγμάτων, ίσως πράγματι μια πολιτική στάση που θα συνοψιζόταν στο “κάτω όλοι οι εθνικισμοί, ζήτω η ενότητα του προλεταριάτου” να ήταν ικανή), μα συγκροτείται κατά την κίνηση ενάντια στο υπάρχον. Έτσι, η ενότητα του προλεταριάτου είναι κενό γράμμα χωρίς την αντιπαραθετική προς τους συγκεκριμένους εκμεταλλευτές του κίνηση, κίνηση που αντιστοιχεί στο δικό της πολιτικό πρόγραμμα. Άρα, η λενινιστική απαίτηση για την πάλη ενάντια στη “δική μας” αστική τάξη δεν είναι μια συναισθηματική, ευγενική παραχώρηση προς το “απέναντι” προλεταριάτο, ένα σαχλό fair-play, μα το συμπύκνωμα της διαλεκτικής θεωρίας-πράξης σε μια μάχιμη πολιτική γραμμή.

Η σύγκρουση μεταξύ εθνικισμών δεν είναι ούτε σύγκρουση πολιτισμών, ούτε σύγκρουση συναισθημάτων. Είναι σύγκρουση μεταξύ αστικών κρατικών πολιτικών. Έτσι, είναι πραγματικά χωρίς ιδιαίτερη αξία να καταδείχνει κανείς το αυτονόητο, δηλαδή το ότι “υπάρχουν εθνικιστές και από τις δύο πλευρές”, ή ακόμη το να προσπαθεί ιμπρεσιονιστικά να αποφασίσει σε ποια από τις δύο πλευρές το εθνικιστικό αίσθημα είναι πιο διαδεδομένο μέσα στο λαό. Τελικά, είναι χωρίς ιδιαίτερη αξία το να καταδικάζει κανείς “όλους τους εθνικισμούς” και να νομίζει ότι αυτό αποτελεί προλεταριακή πολιτική παρέμβαση. Το σύνθημα “κάτω όλοι οι εθνικισμοί” είναι -από τη σκοπιά της πολιτικής- απραγματοποίητο. Και είναι τέτοιο γιατί δεν αναθέτει κανένα ειδικό καθήκον πάλης, δεν αναδείχνει κανένα βήμα συγκρότησης του προλεταριάτου.

Το σύνθημα “κάτω όλοι οι εθνικισμοί” αγνοεί το γεγονός ότι ο εθνικισμός δεν είναι “απλά” μια επιθετική στάση προς τον απέναντι, μα ένα πολιτικό πρόγραμμα που πραγματώνεται συνολικά τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα. Η ιμπεριαλιστική πολιτική του ελληνικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια πηγαίνει χέρι-χέρι με την ένταση της εκμετάλλευσης του ελληνικού προλεταριάτου – ντόπιων και μεταναστών. Είναι απαραίτητο να σημειώσουμε πως στο ζήτημα που μας απασχολεί σήμερα, οι ίσες αποστάσεις απέναντι στους εθνικισμούς αποκρύπτουν το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη σύγκρουση η επιτιθέμενη πλευρά είναι εκείνη του ελληνικού κράτους.

Η αστική κυριαρχία δεν είναι ποτέ αόριστη. Ουσιαστική πάλη ενάντια στον εθνικισμό σημαίνει άρνηση συναίνεσης/ένταξης των υποτελών στο πολιτικό πρόγραμμα της άρχουσας τάξης. Η άρνηση αυτή δεν μπορεί να προϋποθέτει την αντίστοιχη άρνηση των απέναντι, καθώς πρώτα και κύρια κόβει τους δεσμούς του προλεταριάτου με τις επιδιώξεις της “δικής του” αστικής τάξης, για την ακρίβεια οδηγεί στην ήττα τους, είτε προς τα μέσα είτε προς τα έξω. Μια τέτοια στάση σε καμία περίπτωση δεν “τρέφει τον απέναντι εθνικισμό”, όπως λέγεται συχνά, μα αποτελεί σταθερό βήμα για την ενότητα με το προλεταριάτο των άλλων χωρών.

Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι ο στόχος του να ξεμπερδέψουμε οριστικά με τους εθνικισμούς μπορεί να μας είναι αδιάφορος. Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι διαφοροποιούμαστε συναισθηματικά με κείνους που, με αγνές προθέσεις, καταδικάζουν “κάθε εθνικισμό”. Σημαίνει όμως ότι κατανοούμε την πολιτική με όρους συγκεκριμένης πάλης τάξης ενάντια σε τάξη.

*Από το αποψινό σημείωμα παρέλειψα σκόπιμα την αναφορά σε ένα άλλο, επιτακτικό, καθήκον, αυτό της οργάνωσης της κομμουνιστικής διεθνιστικής πρωτοπορίας σε διεθνές επίπεδο, μιας και θα έπρεπε να τοποθετηθώ πιο συγκεκριμένα, πράγμα που δεν θα είχα το θράσος να κάνω. Προφανώς όμως, είναι η μόνη περίπτωση που η χρήση του “ενάντια σε κάθε εθνικισμό” θα μου φαινόταν απόλυτα ταιριαστή.

nationalism

Η απεργία και οι λάτρεις της αριθμητικής

Με σχετική έκπληξη (αν και δεν θα έπρεπε, μέσα σ’αυτή την εποχή της σύγχυσης που ακολουθεί κάθε στραπάτσο) παρακολουθώ μια όλο και μεγαλύτερη μερίδα ιντερνετικών (ή και κανονικών) φίλων να επικροτεί ή να δείχνει κατανόηση απέναντι στα τελευταία νομοθετήματα της κυβέρνησης. Οι φίλοι/ες επικαλούνται κάποια “λογική” που έχουν τα μέτρα, κάποιο “υπαρκτό πρόβλημα”, που εμείς οι υπόλοιποι -λόγω συμφέροντος ή ιδεοληψίας- κάνουμε πως δεν βλέπουμε.

Ήρθε η ώρα να μαρτυρήσουμε στους εκλεκτούς αυτούς φίλους/ες ένα μυστικό. Οι νόμοι δεν είναι προϊόντα κάποιας καθαρής ανθρώπινης διάνοιας, δεν είναι κάποιες “καλές ιδέες” για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος. Οι νόμοι είναι βίαια γεγονότα, η αιτία των οποίων δεν είναι το πρόβλημα που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν. Ίσα-ίσα, ο νόμος οριοθετεί το πρόβλημα κατά τα συμφέροντα της τάξης που έχει στα χέρια της το Κράτος. Για παράδειγμα, οι νόμοι ενάντια στην κλοπή υποτίθεται ότι έχουν σαν αιτία τους το γεγονός της κλοπής, όμως στην πραγματικότητα η αιτία τους είναι η ατομική ιδιοκτησία, και επιβάλλονται για να προστατέψουν αυτό το δικαίωμα της άρχουσας τάξης.

Έχοντας πει αυτά, ας δούμε ένα σημείο που η συγκεκριμένοι φίλοι/ες δίνουν τελευταία τα ρέστα τους, κι αυτό είναι η επίθεση της κυβέρνησης Τσίπρα ενάντια στο δικαίωμα της απεργίας. Επιστρατεύοντας το γιγάντιο μα σάπιο οπλοστάσιο της τυπικής λογικής, μάς λένε πως είναι απόλυτα δημοκρατική απαίτηση μια απεργία να ψηφίζεται από το 50%+1 των μελών ενός σωματείου. Στο κάτω-κάτω, τα μαθηματικά μάς διδάσκουν ότι αυτός είναι ο ορισμός της πλειοψηφίας. “Τι απεργίες είναι αυτές”, αναρωτιούνται, “που ψηφίζονται από το 5% ή 10%?”.

Λοιπόν, πραγματικά δεν ξέρω ποια είναι εκείνη η επικράτεια του φυσικού κόσμου που δουλεύει η τυπική λογική, πάντως στην πολιτική σίγουρα δεν δουλεύει. Η πολιτική κίνηση εμπλέκει τεράστιες μάζες ανθρώπων, με διαφορετική υλική θέση και ιδεολογική τοποθέτηση. Η πολιτική κίνηση είναι μια ζωντανή δυναμική διαδικασία, όπου όποιος υπολογίζει με βάση στατικές εικόνες πέφτει πάντα έξω. Μια πολιτική πρωτοβουλία διαμορφώνει τη (θετική ή αρνητική) δυναμική της προχωρώντας, και όχι με υπογραφή συμβολαίου από τα πριν. Ακόμη, στην πολιτική κίνηση υπάρχουν προτάσεις που υπηρετούν αποτελεσματικότερα τα συμφέροντα ενός συνόλου ακόμη κι αν το σύνολο αυτό κυριαρχείται από άλλες ιδέες. Τέλος, τα κοινωνικά σύνολα σπάνια συμμετέχουν στην πολιτική πράξη στο σύνολό τους. Κάποια κινητοποιούνται μαζικά μόνο σε άμυνα, ενώ συνηθέστερα εκπροσωπούνται είτε από τα “ιερατεία” τους είτε από τις πρωτοπορίες τους.

Πολλά ακόμη θα μπορούσε να πει κανείς για το γιατί δεν μας αρκεί η πρακτική αριθμητική για να καταλάβουμε την πολιτική, όμως ας δούμε μερικά παραδείγματα από το πρόσφατο παρελθόν, όπου η “λογική δημοκρατική απαίτηση του 50%+1” δεν ικανοποιούνταν.

Οι τεράστιες κινητοποιήσεις στο δρόμο της περιόδου 2010-12 δεν συγκέντρωσαν ποτέ μάζες μεγαλύτερες από το 10% του πληθυσμού. Πρέπει όμως να είναι κανείς εντελώς πολιτικά αγράμματος για να ισχυριστεί ότι αυτές οι κινητοποιήσεις δεν εξέφραζαν αριθμούς κατά πολύ μεγαλύτερους, κι αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε “λαϊκή βούληση”.

Οι συνελεύσεις του κλάδου μου, των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας, το Μάη του 2013 δεν συγκέντρωσαν πάνω από 30.000 συναδέλφους/ισσες σε ένα σύνολο περίπου εβδομηντακάτι χιλιάδων τότε. Δεν υπήρχε όμως ούτε ένας, ούτε καν οι φανατικοί κυβερνητικοί, που να πει στα σοβαρά ότι αυτές οι συνελεύσεις δεν αποτύπωναν με ακρίβεια την οργή του συνολικού εκπαιδευτικού κόσμου απέναντι στα μέτρα της τότε κυβέρνησης.

Λίγες μέρες μετά είχαμε την υπόθεση του “μαύρου” στην ΕΡΤ, μια υπόθεση που -κατά κοινή ομολογία- έπληξε σοβαρά την κυβέρνηση και οδήγησε τελικά στην αποχώρηση της ΔημΑρ απ’αυτή. Πόσοι κατέβηκαν στο δρόμο για την ΕΡΤ? Μήπως το 50%+1 του πληθυσμού? Πόσοι/ες συμμετείχαν στις συνελεύσεις των σωματείων που κατέληξαν σε ψηφίσματα συμπαράστασης? Πρακτικά ελάχιστοι.

Το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς είχαμε την 8μερη απεργία μας. Οι συνελεύσεις που την αποφάσισαν είχαν σαφώς μικρότερη συμμετοχή από κείνες του Μάη (είχε μεσολαβήσει το ξεπούλημα από ΔΑΚΕ-ΣΥΝΕΚ). Η συμμετοχή όμως στις πρώτες μέρες της απεργίας ήταν πάνω από 90%. Ποια “απόλυτα λογική δημοκρατική απαίτηση του 50%+1” μπορεί να εξηγήσει το πώς μια απεργία που υπερψηφίζεται σε συνελεύσεις με συμμετοχή 20% αγκαλιάζεται από το 90%+ του κλάδου?

Ας δούμε όμως και το αντίστροφο παράδειγμα. Στο διάστημα που ακολούθησε μετά τις κινητοποιήσεις αυτές, όλοι είχαν καταλάβει ότι το “εκλογικό σώμα” είχε αποφασίσει να στραφεί στο ΣΥΡΙΖΑ. Όλο και πιο μεγάλα κομμάτια, μπροστά στη διαφαινόμενη συντριβή της κυβέρνησης, προσχωρούσαν στο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, όλοι μετρούσαν μέρες για την πτώση της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Σε ποια απεργία εκφράστηκε αυτή η “λαϊκή βούληση”? Σε ποιο τεράστιο συλλαλητήριο? Σε κανένα! Άντε τώρα, οι φίλοι/ες μας της “απόλυτα λογικής δημοκρατικής απαίτησης” να μας εξηγήσουν το προφανές, μα μυστήριο για τη σκέψη τους, ότι η ίδια η εκλογική επένδυση στο ΣΥΡΙΖΑ αδυνάτιζε τη συμμετοχή στο δρόμο.

Θα μπορούσαμε ακόμη να μιλήσουμε για τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, θυμίζοντας ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη βάστηξε -με δανεική οριακή πλειοψηφία- για τρία χρόνια με πολύ σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα ενώ η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου ανατράπηκε χωρίς ποτέ να χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έπαιρνε το δρόμο για τη Γ’ Εθνική.

Ας μην δώσουμε όμως άλλα παραδείγματα. Ελπίζω να έγινε κατανοητή η φύση της διαφωνίας μας. Τώρα όμως που αποκαλύψαμε στους φίλους/ες μας το μυστικό, ας τους ξεφουρνίσουμε και καναδυό ακόμη. Η ταξική πάλη δεν διεξάγεται μέσω “λογικών ιδεών” και σίγουρα δεν εξελίσσεται μέσω “απολύτως δημοκρατικών απαιτήσεων”. Το τι είναι “λογικό” δεν είναι ίδιο για όλους και πάντα και σίγουρα δεν είναι ανεξάρτητο από το ταξικό μας στρατόπεδο. Στην Ιστορία του εργατικού κινήματος έχουν εμφανιστεί πολλές φορές αντιλήψεις που αρνήθηκαν την απλή αυτή αλήθεια, και ποτέ δεν μας έδωσαν τίποτε άλλο από τραγωδίες. Τέλος, ας προσέξουν οι φίλοι/ες: στην ταξική πάλη και στις πολιτικές της εκφράσεις οι ιδέες δεν μένουν ποτέ “ορφανές”. Ακόμη και οι πιο “λογικά δημοκρατικές” ιδέες, ανεξάρτητα πολλές φορές από τη διάθεση του φορέα τους, γρήγορα έλκονται και μπαίνουν στην υπηρεσία εκείνου του πολιτικού προγράμματος στο οποίο ταίριαζαν από την αρχή. Έτσι πάει.

mitsotakis

 

 

 

 

 

 

 

Σκέψεις των 0.04 ευρώ

Είχα αποφασίσει να μην σηκώσω το κεφάλι μου από τη μελέτη μου κι έτσι να μην εμπλακώ σε καμία από τις μεγάλες πολιτικές αντιπαραθέσεις της περιόδου. Το “μικρό” θέμα του φόρου στην πλαστική σακούλα, όμως, έσπασε αυτή μου την απόφαση για τους λόγους που φαίνονται στο σημείωμα που δημοσίευσα χθες.

Η σχετική συζήτηση μού άφησε μια πικρή γεύση. Όσο το σκεφτόμουν, άρχισα να συνειδητοποιώ το γιατί. Στο χθεσινό ποστ έγραφα ότι αυτό το θέμα του νέου φόρου, όσο μικρό και να φαίνεται, συμπυκνώνει μέσα του την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής. Δεν ήξερα όταν το έγραφα ότι μάλλον συμπυκνώνει πολύ περισσότερα, όπως το γιατί δεν υπάρχει ουσιαστική αντίσταση στην κυβερνητική πολιτική. Μια γρήγορη αναδρομή στις συζητήσεις που προηγήθηκαν και που παρακολούθησα -όπως είπα- πρακτικά εξωτερικά, μου αποκάλυψε το τραγικό κοινό τους χαρακτηριστικό.

Η συλλογικότητα του κόσμου της αντίστασης, και η όποια πολιτική ενότητα απέρρεε απ’αυτήν, έχει πια χαθεί. Η συγκολλητική ουσία του “αντιμνημονίου”, όσο ισχυρή ή αδύναμη πολιτικά και να ήταν, από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ την απέδειξε άχρηστη, δεν άφησε πίσω της κανέναν σοβαρό πολιτικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων που βρέθηκαν στο δρόμο τα προηγούμενα χρόνια.

Σήμερα, οι περισσότεροι (με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις) ακολούθησαν το θλιβερό σπιράλ του ΤΙΝΑ και γύρισαν (πολύ πιο εξαθλιωμένοι και κουρασμένοι) στους «ιδιαίτερους» τρόπους ύπαρξης που γνώριζαν καλά πριν το κίνημα του ’10-’14. Η πολιτική τους συνείδηση πάνω-κάτω ξαναγύρισε στα ιδιαίτερα ταυτοτικά εμβλήματα με τα οποία πορευόταν σε μια ζωή χοντρικά “στον αυτόματο”: άλλος με τις ρηχές οικολογικές του ανησυχίες, άλλος να μας λέει “φασίστας είναι εκείνος που καπνίζει δίπλα σου”, άλλος στη φανατική προώθηση των αρετών της χορτοφαγίας, άλλος αναμασώντας μηχανικά και χωρίς ελπίδα πειθούς τσιτάτα που αποδίδονται αμφίβολα σε κάποιον μεγάλο του μαρξισμού, άλλος με όλη του την ελπίδα για την αλλαγή του κόσμου στην κατάληψη στέγης της γειτονιάς του κ.ο.κ.

Σ’αυτό το έδαφος είναι που ο αποσπασματικός και αλλοπρόσαλλος τρόπος που συγκροτείται η κυρίαρχη νοοτροπία κάνει πάρτυ. Η συγκολλητική πολιτική ουσία δεν διασφάλιζε μόνο μια αυξημένη συμμετοχή στο “δρόμο”, αλλά και ένα ανέβασμα της συνείδησης των αγωνιστών. Αυτό, επειδή ανάγκαζε όλα τα ζητήματα να θεωρούνται μέσα από τον μεγάλο πολιτικό στόχο, επειδή τα πέρναγε από το κόσκινο του συνολικού. Και το “αχανές” συνολικό το φέραμε αντίπαλο στα μέτρα μας μόνο αφότου πιστέψαμε στη δυνατότητα μιας συνολικής νίκης. Ποιος στ’αλήθεια αναρωτήθηκε ποτέ αν η Χ παράγραφος του Υ μνημονιακού νόμου προηγούμενων κυβερνήσεων θα μπορούσε να έχει κάποια θετική επίδραση οπουδήποτε; Κανείς. Η μνημονιακή επίθεση θεωρούνταν ως σύνολο, και πολύ καλά έκανε.

tunnel

Έχει σημασία αυτή η θλιβερή κατάσταση; Δεν είναι καλό ο καθένας να ασχοληθεί με το πεδίο εκείνο της κοινωνικής ζωής που τον ενδιαφέρει περισσότερο κι άρα θα δράσει με όρεξη και πάθος; Όχι, στο βαθμό που αυτό μας μεταμορφώνει σε μάζα, και μάλιστα εκείνο το ξεχωριστό είδος μάζας που χειραγωγείται εύκολα, αρκεί να του χαϊδέψεις την ταυτότητα. Με όλα αυτά, κι αυτό είναι κάτι που σκέφτομαι με σχετική απελπισία από χθες, δεν μπορώ να φανταστώ, για παράδειγμα, καμία από τις μεγάλες επιθέσεις που ετοιμάζονται ενάντια στη Δημόσια Εκπαίδευση να βρίσκει απέναντί της κάποιο σοβαρό κοινωνικό μπλοκ. Μου φαίνεται απίστευτο το να καταλάβει κανείς πώς η εξαγγελία για “λιγότερα μαθήματα στο Λύκειο” δεν λογοδοτεί σε κάποιον αγώνα μας ενάντια στην εντατικοποίηση, μα ακριβώς στο αντίθετο στα πλαίσια της συνολικής επίθεσης. Τώρα πια, μου είναι ξεκάθαρο το πώς αρκετοί σύντροφοι απέτυχαν να δουν την ουσία πίσω από τη λεγόμενη “θεματική εβδομάδα” και απορούσαν πώς γίνεται η Άκρα Αριστερά στην Εκπαίδευση να αντιτίθεται σε “μια ευκαιρία να τεθούν ζητήματα όπως οι έμφυλες ταυτότητες”. Τώρα καταλαβαίνω το γιατί όταν θα φωνάζουμε μεθαύριο ότι η κατάργηση των Πανελλαδικών μέσα στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής αντιμεταρρύθμισης είναι απλά ένας κρίκος της και καμία σχέση δεν έχει με τα δικά μας προτάγματα, που φυσικά οδηγούσαν στην (και απαιτούσαν την) κατάργηση κάθε ταξικού φραγμού, θα είμαστε ολομόναχοι.

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, λοιπόν. Όλοι εναντίον όλων. Πλήρης άρνηση στη συγκεκριμένη κατανόηση του κόσμου στον οποίο ζούμε, κατανόηση που έρχεται μόνο μέσα από το συνολικό και όχι από το αποσπασματικό. Η χαρά του δημαγωγού, εκείνου που θα έρθει κραδαίνοντας ένα νέο συγκολλητικό όραμα στο χέρι.

Να αρνηθούμε αυτή την εξέλιξη. Να μην παραδοθούμε σ’αυτό το αξιολύπητο κλίμα. Με την επίγνωση ότι η Ιστορία δεν έχει τελειώσει, με την επίγνωση ότι οι μάχες που αναπόφευκτα θα έρθουν πρέπει να βρουν όσο το δυνατό περισσότερους συντρόφους/ισσες σε ετοιμότητα, να επιμείνουμε στην αναζήτηση των συνολικών αιτιών, των συνολικών απαντήσεων, να απλώσουμε την κριτική μας, να την εντείνουμε, να την κάνουμε όλο και πιο συγκεκριμένη. Πραγματικά, γράφοντας αυτό το σημερινό σημείωμα δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το πόσοι/ες μπορεί να αισθάνονται ότι τους αφορά. Δεν είναι η πρώτη φορά όμως. Έτσι πάει.

 

Βάζω εδώ από κάτω μια όμορφη διασκευή, γιατί πολύ το βαρύναμε βραδιάτικα. Αν δεν σε αφορά τίποτε από τα παραπάνω, τουλάχιστον τσέκαρε αυτή την καταπληκτική μπάντα.

 

 

 

 

 

Plastic passion

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο το πώς μέσα σε την εποχή της ξέφρενης επίθεσης του Κεφαλαίου στην εργατική τάξη και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, σε μια εποχή πολέμων και κοινωνικής ερήμωσης, έρχεται ένα “μικρό” μέτρο (των 4 λεπτών, για την ακρίβεια) να συμπυκνώσει μέσα του την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής.
Το μέτρο αυτό είναι το “περιβαλλοντικό τέλος”, το οποίο θα πληρώνουμε για τη χρήση πλαστικής σακούλας κατά τις αγορές μας. Όπως μας πληροφορεί το ΦΕΚ Β 2812/10.8.2017, από σήμερα που άνοιξε η αγορά για το 2018, οι επιχειρήσεις εισπράττουν το τέλος αυτό από τον καταναλωτή και το αποδίδουν στο Κράτος, το οποίο θα το αξιοποιεί μέσω του Ελληνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης.
Τι ειδικό αυτό τέλος το πληρώνει ο καταναλωτής, κι έτσι -εάν είναι αλήθεια ότι “όποιος ρυπαίνει, πρέπει και να πληρώνει”- ο ίδιος ο φόρος καταδείχνει και τον ένοχο. Με λίγα λόγια, ο νέος φόρος δεν έχει το μανδύα οικολογικής ουδετερότητας, που ισχυρίζονται οι υποστηρικτές του, μα πραγματώνει ένα συγκεκριμένο πολιτικό σκεπτικό.
Το ειδικό “περιβαλλοντικό” τέλος είναι ένα χαράτσι, δηλαδή ένας “άδικος” καθολικός φόρος. Από σήμερα, το ίδιο χθεσινό αντικείμενο της αγοράς (εμπόρευμα + σακούλα) κοστίζει περισσότερο. Η νομιμοποίηση αυτής της αλλαγής μέσω του αρνητικού ηθικού φορτίου του δεύτερου σκέλους, της σακούλας, βασίζεται στην απόκρυψη της ουσίας της εκμετάλλευσης στην παραγωγή, ανισότητας στη διανομή, υποβάθμισης της ποιότητας για μεγιστοποίηση του κέρδους, του πρώτου σκέλους. Είναι δηλαδή επίσης συμπυκνωμένη πολιτική.
Η αδικία του φόρου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κάποιοι καταναλωτές, εκείνοι που επειδή η ζωή τους το επιτρέπει, μπορούν εύκολα να αντικαταστήσουν την πλαστική σακούλα. Το αντίθετο μάλιστα. Νόμοι τέτοιου τύπου, με τη “διαπαιδαγωγητική” διάσταση που τους δίνεται, είναι άδικοι εάν δε συνοδεύονται από εναλλακτική πρόβλεψη. Για παράδειγμα, μια “διαπαιδαγωγητική” νομοθεσία σε βάρος της χρήσης ΙΧ είναι άδικη εάν δεν ενισχύει παράλληλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς και δεν δίνει κίνητρα για τη χρήση τους. Επιπλέον, οι “διαπαιδαγωγητικοί” νόμοι δημιουργούν πάντα ένα στρώμα κοινωνικής συναίνεσης ανάμεσα σε κείνους που θεωρούν ότι -λόγω μόρφωσης, συνείδησης, αρχών- είναι ήδη διαπαιδαγωγημένοι. Είναι η πιο ύπουλη μορφή κοινωνικού αυτοματισμού (στο όνομα μιας “υψηλής αρχής”) που, προσωποποιώντας την κυρίαρχη κουλτούρα, στρέφεται εναντίον των ανθρώπων εκείνων που “τόσο ζώα είναι, που δεν μπορούν να σκεφτούν να πάρουν μια υφασμάτινη σακούλα”. Επιστρέφοντας στη “διαπαιδαγωγητική” διάσταση του φόρου, κι επειδή τα τελευταία χρόνια ζούμε μέσα σε μια θύελλα έκτακτων φόρων, που μας “διαπαιδαγωγούν” είτε ατομικά είτε συλλογικά σαν πολίτες αυτής της χώρας, θα είχε ενδιαφέρον να μας υποδείξει κάποιος μια περίπτωση τέτοιου φόρου που να πέτυχε το διακηρυγμένο στόχο του. Χρειάζεται δε, ειδική λογικολογική ικανότητα για να ξεχωρίσει θετικά κανείς ένα συγκεκριμένο φόρο από το σύνολο της φοροεισπρακτικής πολιτικής που ακολουθείται συστηματικά εδώ και χρόνια πια, να μας αποδείξει δηλαδή ότι μέσα στο σύμπλεγμα των φόρων που διέλυσαν το βιωτικό επίπεδο των κατοίκων αυτής της χώρας ξεχωρίζει ένας, που θα το ανυψώσει.
Το γεγονός ότι τα έσοδα “θα πάνε για καλό σκοπό”, στον Οργανισμό Ανακύκλωσης δηλαδή, είναι μια παραπλανητική ρητορεία. Το κρατικά έσοδα δεν διαιρούνται σε τομείς καλού και κακού σκοπού, είναι ένα σύνολο. Όταν εφαρμόζεται η εισφορά “αλληλεγγύης”, για παράδειγμα, όσο “καλό σκοπό” και να έχει το όνομα του φόρου, η αλήθεια είναι ότι μέσω αυτού το Κράτος μεταφέρει μια δική του ευθύνη στις πλάτες των κατώτερων στρωμάτων. Ο ίδιος ο ΕΟΑ δεν ανακυκλώνει, δηλαδή τα έσοδα από το νέο φόρο δεν πάνε καν σε δημόσιες μονάδες ανακύκλωσης, μα σε έναν φορέα που συντονίζει δράσεις υπέρ της ανακύκλωσης, η οποία έχει ήδη μετατραπεί σε μια μεγάλη αγορά όπου κυριαρχούν συγκεκριμένες ιδιωτικές εταιρείες. Η ανακύκλωση, έτσι όπως έχει στηθεί στο σύστημα που ζούμε, δεν προχωρά για “περιβαλλοντικούς” λόγους, μα ακριβώς εκεί όπου α) είναι μια επικερδής επιχείρηση, β) η ανακυκλωμένη πρώτη ύλη είναι πια πολύ φτηνότερη από αυτή που παίρνουμε από τη φύση (όπως για παράδειγμα, πολλά μέταλλα).
Το ότι ο φόρος επιδιώκει κάποια νομιμοποίηση στη βάση του ότι “αυτά γίνονται ήδη στις αναπτυγμένες χώρες” ή στη “συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες”, ουσιαστικά είναι ένας λόγος που έχει τόση αξία όσο το “μα δεν μιλούσα μόνο εγώ!”, που τόσο συχνά μας πετούν τα παιδιά μας στο σχολείο. Εξαφανίζοντας οποιαδήποτε έννοια πολιτικής ευθύνης, το επιχείρημα αυτό μας λέει ότι στην πολιτική δεν υπάρχει κατεύθυνση, δεν υπάρχουν βασικές αρχές, δεν υπάρχουν κοινωνικά στρώματα τα συμφέροντα των οποίων προωθούνται ή θίγονται, αλλά υπάρχει το ουδέτερο και αδιαφοροποίητο “έξω” των αναπτυγμένων κρατών. Απ’αυτό το “έξω”, βέβαια, προβάλλεται κάθε φορά εκείνο το κομμάτι που βολεύει τις τρέχουσες επιλογές και αποκρύπτονται τα σκοτεινά του σημεία ή τα σημεία τα οποία θα φόρτωναν την κυβέρνηση με ενοχλητικές ευθύνες.
plastic
Η πιο μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης, και είναι μια από τις πολλές φορές που το έχει καταφέρει, είναι ότι έχει υποκαταστήσει τη συζήτηση για το μέτρο που φέρνει, με τη συζήτηση για κάποια αόριστη οικολογική διάσταση του θέματος. Έτσι, δεν είναι δυνατό να αφήσουμε ασχολίαστη κι αυτή την πτυχή.
Ανάμεσα στους υποστηρικτές του μέτρου, δυστυχώς, μα χωρίς να μας προκαλεί κάποια μεγάλη έκπληξη, βρίσκονται άνθρωποι που εκφράζουν μια γνήσια ανησυχία για την καταστροφή που προκαλεί ο ανθρώπινος πολιτισμός στο φυσικό περιβάλλον. Μέσα στον αποσπασματικό, αλλοπρόσαλλο και συγκεχυμένο τρόπο που διαμορφώνεται η κυρίαρχη κουλτούρα, φαντάζει λογικό το ότι εάν ένα μέτρο περιορίσει τη χρήση ενός τέτοιου κακού όπως η πλαστική σακούλα, τότε το συγκεκριμένο μέτρο είναι θετικό. Για την οικολογία αυτή “μια πλαστική σακούλα είναι μια πλαστική σακούλα είναι μια πλαστική σακούλα”, το πρόβλημα ταυτίζεται με το φαινόμενό του και όλα καλά. Δυστυχώς, είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι η οικολογία αυτού του είδους είχε μέχρι στιγμής μόνο μια υπηρεσία στον πολιτισμό μας: να παίρνει ανθρώπους με αγνές προθέσεις και να τους ενσωματώνει, πριν καλά-καλά το πάρουν χαμπάρι, στους στρατούς των χειροκροτητών των Αλ Γκορ, των ακτιβιστών των μεγάλων πλανητικών “οικολογικών” μεσαζόντων, των εθελοντών στα -διαφημιστικά επί της ουσίας- οικολογικά προγράμματα μεγάλων εταιριών και ΜΜΕ.
Ο ρόλος της συσκευασίας στην παραγωγή είναι καθοριστικός για τη σύγχρονη οικονομία. Η ίδια η διαδικασία πλανητικής ολοκλήρωσης του συστήματος κάνει αυτόν το ρόλο όλο και πιο έντονο. Με μια ματιά στα ράφια των μαγαζιών θα διαπιστώσουμε ότι δεν μπορούμε πια να ξεχωρίσουμε το εμπόρευμα από τη συσκευασία του. Στην πραγματικότητα, το πράγμα εμπόρευμα+συσκευασία έχει πια πάρει τέτοια απόσταση από το περικλειόμενο αγαθό, που δικαιολογούνται αδιαφοροποίητες υπερ-αγορές, όπου μπορείς να κατεβάσεις ένα ζευγάρι παπούτσια από το ένα ράφι και ένα κινητό τηλέφωνο ή ένα πακέτο με άμορφο κρέας από κάποιο διπλανό του. Ο τρόπος που το εμπόρευμα παράγεται, προωθείται και κυριαρχεί στην αγορά είναι ο βασικός λόγος κατασπατάλησης φυσικών πόρων και ρύπανσης. Μια πλαστική σακούλα είναι ρυπαντής, ποιος είναι εκείνος ο ανόητος που θα το αρνηθεί; Όμως αυτή η φράση θα μπορούσε να ισχύει ακόμη και εκατό χρόνια πριν ή ακόμη και δέκα χιλιάδες χρόνια πριν (εάν είχαμε μια μηχανή του χρόνου…). Το ζήτημα όμως δεν είναι αν το πλαστικό ρυπαίνει, αλλά τι θέση έχει το πλαστικό στη σημερινή οικονομία, ή ακόμα, αν η σημερινή οικονομία θα μπορούσε να υπάρχει ως τέτοια χωρίς το πλαστικό. Έτσι λοιπόν, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι να διαπιστώσουμε εάν το πλαστικό είναι ρυπαντής, αλλά στα πλαίσια ποιου συστήματος ένας συγκεκριμένος ρυπαντής γίνεται απειλή για το συνολικό περιβάλλον. Ακόμα, εάν η απειλή για το συνολικό περιβάλλον προκύπτει από την ίδια τη (χημική) φύση του υλικού ή από τη χρήση του. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε έναν κόσμο που θα έχει διατηρήσει το ίδιο σύστημα παραγωγής/διανομής, μα όπου το πλαστικό θα έχει αντικατασταθεί από κάποιο άλλο “οικολογικό” υλικό. Ποιο θα ήταν αυτό το υλικό που θα μπορούσε να παραχθεί σε τέτοια μαζική κλίμακα, που η ίδια η παραγωγή του δεν θα αποτελούσε τεράστια οικολογική καταστροφή; Το “φυσικό” ύφασμα; Το γυαλί;
Η κυβερνητική ρητορική (μαζί και η σημερινή υπερασπίστριά της, η ρηχή οικολογία) καμώνεται πως αγνοεί το ιστορικό στάδιο στο οποίο ζούμε. Καμώνεται πως ζούμε σε καθεστώς ελεύθερου εμπορίου, όπου σκόρπιες μικρές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για το λιγοστό κέρδος και το Κράτος επιβάλλει ρυθμίσεις που πάνω-κάτω επηρεάζουν όλους το ίδιο. Καμώνεται πως μέσα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό οικονομικό πλέγμα είναι δυνατή η “οικολογική” επιλογή, και αρκούν μερικές “αριστερής φρασεολογίας” νομοθετικές ρυθμίσεις για να σπρώξουν τον καπιταλισμό προς τα κει. Τι κι αν οι μεγάλοι πολυεθνικοί γίγαντες, που στα χέρια τους είναι συγκεντρωμένη η παγκόσμια οικονομία, καβαλώντας τα Κράτη τους και τους υπερεθνικούς πολιτικούς και οικονομικούς οργανισμούς καταληστεύουν και ερημώνουν το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη! Τι κι αν διαμορφώνουν το έδαφος της κυριαρχίας τους όχι μόνο με την “ωμή” οικονομική τους δύναμη μα και μέσω των υπερεθνικών οργανισμών και συμφωνιών! Η “συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες”, το “να κάνουμε επιτέλους ό,τι και οι αναπτυγμένες χώρες”, είναι απλά άλλες κουβέντες για το ίδιο πράγμα. Στην πραγματικότητα, όπου αυτή η σκέψη σύμφωνα με τα δεδομένα μιας άλλης εποχής γίνεται με αγνές προθέσεις και δεν είναι απλή δημαγωγία, πρόκειται για μια μορφή ρομαντισμού, που είναι πολύ κακός σύμβουλος εάν πραγματικά ψάχνουμε λύση για τα υπερεπείγοντα προβλήματα επιβίωσης της ανθρωπότητας.
Οι κυβερνητικοί μας κλακαδόροι επιχειρούν να ντύσουν το ζήτημα του νέου φόρου με ένα ηθικού τύπου μανδύα, έτσι ώστε όποιος διαμαρτύρεται για το φόρο να παίρνει τη στάμπα της έλλειψης οικολογικής συνείδησης. Μαζί τους και κάποιοι φίλοι με αγνές οικολογικές διαθέσεις, που φαίνεται να μην καταλαβαίνουν πώς γίνεται κάποιος να διαμαρτύρεται για ένα τέτοιο φόρο. Η τυπική σκέψη δεν τους αφήνει ίσως να αντιληφθούν το πώς μια “ανώτερη ηθική αξία” μπορεί να ενσωματώνεται σε μια “κατώτερη ηθικά” διαδικασία όπως το εμπόριο, να μετατρέπεται η ίδια σε έδαφος μιας νέας παγκόσμιας αγοράς μπροστά στα κλειστά τους μάτια. Δεν μπόρεσαν ακόμη οι οικολόγοι μας να καταλάβουν ότι η λεγόμενη “οικολογική συνείδηση” είναι μια αόριστη παράσταση, που μπορεί να παίξει οποιονδήποτε ρόλο ανάλογα με τη διεργασία στην οποία εντάσσεται (έχουμε στη διάθεσή μας, για παράδειγμα, μια έξοχη οικολογική ρητορική που καταλήγει στην υπεράσπιση των πυρηνικών μονάδων παραγωγής ενέργειας).
Δεν είναι τίποτα πιο απαραίτητο σήμερα, σ’αυτή την εποχή της απογοήτευσης και των κινδύνων που αυτή γεννάει, από το να συνειδητοποιήσουμε τους τρόπους με τους οποίους το σύστημα ενσωματώνει, ιδιωτικοποιεί, βγάζει στη διατίμηση και τελικά χρησιμοποιεί για να εδραιώσει την κυριαρχία του, κάθε πτυχή της καθημερινότητας και της ανοχύρωτης συνείδησής μας. Το πώς κάθε διαμαρτυρία εναντίον του μπορεί να γίνεται άκαρπη ή και επικίνδυνη αν δεν βρει το δρόμο της προς μια συνολική και οργανωμένη ανταγωνιστική πρόταση. Το γεγονός ότι αυτή η πρόταση μπορεί να μην είναι ορατή με μια πρώτη ματιά γύρω μας δεν μπορεί να σημαίνει ότι θα εκχωρήσουμε τη συνείδησή μας στον πρώτο κυβερνητικό τυχοδιώκτη, ότι θα ανεχτούμε να ζήσουμε στις χαραμάδες που συμπτωματικά μπορεί να αφήνει ο οικονομικός πόλεμος.

 

 

 

 

 

Πανελλαδικές : Laissez passer!

Ανήκω σε κείνους (τους λίγους) που από την πρώτη στιγμή εκτίμησαν πως η τωρινή ηγετική ομάδα του υπουργείου παιδείας είναι ομάδα έκτακτης ανάγκης, ομάδα που θα πατήσει στην “κοινή γνώμη” για να επιταχύνει αλλαγές στην Εκπαίδευση, που δεν μπορούσαν να προχωρήσουν άλλες ηγεσίες λόγω συγκεκριμένων δεσμεύσεων και κοινωνικών εκπροσωπήσεων. Και αυτό το λέγαμε κόντρα στα σενάρια που έβλεπαν το “κάτω από το τραπέζι” ως πρωταγωνιστή της πολιτικής. Όχι, όλα είναι πάνω στο τραπέζι, ανοιχτά και καθαρά για όποιον έχει μάτια να τα δει.

Αφορμή για το μικρό αυτό σημείωμα είναι το εκπαιδευτικό ρεπορτάζ, σύμφωνα με το οποίο, μέσα σ’όλα τα άλλα, εμφανίζεται ως επείγουσα η κατάργηση των περιβόητων Πανελλαδικών Εξετάσεων και μάλιστα υπάρχει και η σχετική πίεση από τους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς προς την κατεύθυνση αυτή. Μισό λεπτό! Αυτό δεν ήταν αίτημα της Αριστεράς, αίτημα που αγκάλιαζε η πλειονότητα της κοινωνίας? Πώς είναι δυνατό να πιέζουν τα αφεντικά για την ικανοποίησή του? Ας επιχειρήσουμε να λύσουμε αυτήν την καταραμένη αντίφαση, μπας και βγάλουμε άκρη.

Έχουμε πει πολλές φορές ότι η συνδικαλιστική Αριστερά από τη Μεταπολίτευση και δώθε αποτελούσε τον αριστερό πόλο της ομαλότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι προτάσεις της όχι μόνο δεν παραβίασαν ποτέ την κοινωνική συμφωνία, μα στην πραγματικότητα λειτουργούσαν διορθωτικά ή ως λαϊκός μοχλός πίεσης απέναντι στο Κράτος. Εδώ δεν ισοπεδώνουμε. Όλα αυτά τα χρόνια αναπτύχθηκαν αγώνες πολλές φορές ηρωικοί από την πλευρά του κινήματος των εργαζομένων στην Εκπαίδευση, μα ο ηρωισμός και η αυταπάρνηση δεν αναπληρώνουν τις πολιτικές αδυναμίες. Οι προτάσεις μας για την Εκπαίδευση ήταν πάντα προτάσεις που επιχειρούσαν να διευρύνουν τη βασική υπόσχεση του Κράτους, “Παιδεία για όλα τα παιδιά”, να σπάσουν τους υφιστάμενους ταξικούς φραγμούς μέσα στο πλαίσιο αυτής της υπόσχεσης, να εμποδίσουν τη δημιουργία νέων πάλι στο ίδιο πλαίσιο. Αυτά όμως, κάποτε.

Σήμερα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι η κυβέρνηση που σπάει, χωρίς ακόμη να έχει ανοίξει ρουθούνι, τη βασική υπόσχεση του Κράτους. Είναι ενδιαφέρον ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει αυτό που δεν τόλμησαν να κάνουν τα ιερά τέρατα του δεξιού και σοσιαλδημοκρατικού νεοφιλελευθερισμού που πέρασαν από το υπουργείο παιδείας. Στο παρελθόν, οι μάχες δινόταν εντός του πλαισίου “Παιδεία για όλα τα παιδιά”, οι από πάνω προσπαθούσαν να το περιορίσουν, εμείς να το διευρύνουμε. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έρχεται να ξεμπερδέψει με το πλαίσιο αυτό, και μάλιστα με σύμμαχο την κοινή γνώμη και τα εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα, και με ιδεολογικό προκάλυμμα τα συνθήματα του κινήματος, γυρισμένα τα μέσα-έξω.

Το Σχολείο μετατρέπεται σε ένα Κέντρο Εκπαιδευτικών Υπηρεσιών όπου ο μαθητής (ή γονέας?) πελάτης θα χτίζει το βιογραφικό του (ή του παιδιού του?). Αποτελεί αντικείμενο επόμενου σημειώματος η μελέτη καθεμιάς από τις περιπτώσεις που συντείνουν σε κάποια απόδειξη γι’αυτό, μα μπορούμε προς το παρόν να πούμε ότι το κυρίαρχο στοιχείο είναι το τσάκισμα του ενιαίου χαρακτήρα της Εκπαίδευσης, με τα σεμινάρια, προγράμματα, πιστοποιήσεις να αντικαθιστούν τη συστηματική διδασκαλία των αντικειμένων στο πλαίσιο ενός προγράμματος. Αυτή η αλλαγή δεν αφορά όλα τα παιδιά, μα μόνο εκείνα που μπορούν να περάσουν το ταξικό κόσκινο. Τα υπόλοιπα οδηγούνται εκτός τυπικής εκπαίδευσης, στα διάφορα προγράμματα μαθητείας/κατάρτισης, όπου υπάρχει και η υπόσχεση κάποιου χαρτζιλικιού ή και πιστοποίησης. Με λίγα λόγια, η μεγάλη μάζα των παιδιών θα οδηγηθεί πίσω στη “λίθινη εποχή” του μαθητευόμενου, του κάλφα, και θα αποτελεί ένα στρατό βραχυπρόθεσμα εξειδικευμένων, ημιαπασχολούμενων ή εφεδρικών εργατών. Για την άλλη μερίδα, εκείνη των ανώτερων ή των ακόμη όχι εξαθλιωμένων στρωμάτων, υπάρχει το Νέο Λύκειο (ή “Σχολείο Ανώτερης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης”, όπως ακούσαμε να λέγεται…), ένα κέντρο όπου η συστηματική διδασκαλία θα αφορά μόνο τις “βασικές” γνώσεις, και μάλιστα με εντατικό τρόπο, ενώ όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του βιογραφικού θα προκύπτουν από τις παράλληλες δράσεις, εργασίες, προγράμματα κλπ. Με το βιογραφικό στο χέρι, τα παιδιά των αστών και των μικροαστών θα βγαίνουν στη συνέχεια σε αναζήτηση πανεπιστημιακής σχολής.

Η λογική αυτή, της “παροχής υπηρεσιών”, αλλάζει ταυτόχρονα και τους εκπαιδευτικούς θεσμούς, μετατρέποντάς τους σε σεμιναριακά κέντρα και φορείς πιστοποίησης, και τους μαθητές (ή τους γονείς τους?), που γίνονται αγοραστές εκπαιδευτικών υπηρεσιών, δηλαδή πελάτες. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή, το Κράτος πρέπει να αλλάξει επίσης τη σχέση του με την Εκπαίδευση κι από εγγυητής του δημόσιου χαρακτήρα της (του παραχωρήθηκε αυτός ο ρόλος) να γίνει συντονιστής της μεγάλης αυτής νέας αγοράς. Έτσι, οι Πανελλαδικές εξετάσεις θα περάσουν πια στο μουσείο της σχέσης Δημόσιου-Κρατικού, καθώς ο πελάτης δεν είναι δυνατό να εξετάζεται για να μπει στο μαγαζί. Ο πελάτης πρέπει να μπαίνει στο μαγαζί και να αγοράζει ό,τι αντέχει η τσέπη του.

Εκείνοι που τόσα χρόνια δεν μπορούσαν να σηκώσουν τη μουσούδα τους και να κοιτάξουν πέρα από τον Καπιταλισμό, εκείνοι που δεν σταματούσαν να απευθύνουν στο Κράτος το αίτημα για κατάργηση των Πανελλαδικών αντί να βοηθούν τους εργαζόμενους και τα παιδιά τους να καταλάβουν πως η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου μέσα από μια δημοκρατική και ελεύθερη Εκπαίδευση δεν είναι δυνατή μέσα στους περιορισμούς του αστικού Κράτους και του εκπαιδευτικού συστήματός του, αυτοί στέκουν σήμερα άλαλοι μπροστά στο θέαμα μιας κυβέρνησης που υλοποιεί ό,τι πιο νεοφιλελεύθερο φωνάζοντας τα συνθήματα των πανώ των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών. Αυτοί είναι αναγκασμένοι να περιορίσουν σήμερα την κριτική τους στο μίζερο “το λέει ότι θα το κάνει, αλλά να δείτε πως δεν θα το κάνει”…

Ο επανεξοπλισμός των εκπαιδευτικών σωματείων στη βάση της τομής που αποτελεί η σημερινή επίθεση είναι επιτακτικό καθήκον. Η αντίληψη που δεν βλέπει την ποιοτική τομή και κρύβεται πίσω από την ιδέα της παλιάς-καλής διελκυστίνδας του “συσχετισμού δυνάμεων”, οφείλει επιτέλους να δει πως η ταξική διελκυστίνδα δεν έχει να κάνει μόνο με το ποιος κερδίζει έδαφος κάθε φορά, αλλά και με το μετασχηματισμό του ίδιου του εδάφους. Κατά τη γνώμη μου, και το λέω ανοιχτά, τις περισσότερες φορές η άρνηση να δει κανείς τα νέα του καθήκοντα έχει να κάνει με το συντηρητισμό που του φορτώνει η κατάκτηση ενός οιονεί θεσμικού ρόλου μέσα από τους αγώνες των προηγούμενων φάσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει ανοιχτά, μια συζήτηση που η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι ανίκανη να οργανώσει, μια συζήτηση που πρέπει να αγκαλιάσει ολόκληρο τον κόσμο της Εργασίας, που σήμερα, μέσα στην απόλυτη εξαθλίωση, μπορεί ακόμα και να χειροκροτά τις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις. Δεν θα είμαστε άξιοι του φορτίου μας αν αποφύγουμε αυτή τη μάχη, αν δεν ξεσκεπάσουμε την απάτη του αντιπάλου, αν δεν εξηγήσουμε με θάρρος και υπομονή πως όταν ο Καπιταλισμός μιλάει για ελευθερία δεν εννοεί άλλο από την ελευθερία των εμπορευμάτων, και η Εκπαίδευση δεν εξαιρείται. Δεν είναι τυχαία η ανάπτυξη των μεγάλων πολυεθνικών εμπορικών γιγάντων της Εκπαίδευσης.
Πίσω, λοιπόν, από την περιβόητη “κατάργηση των Πανελλαδικών” κρύβεται η αντίληψη της Εκπαίδευσης σαν παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών, κρύβεται -στην πιο χυδαία μορφή του- ένα νέο, πολλά υποσχόμενο, εμπόρευμα. Και, φυσικά, πελάτες. Είσαι πελάτης?

education = $ written on blackboard with apple, books

Ο Τρότσκυ και ο Κόκκινος Οκτώβρης

Σ’αυτό το βιβλιογραφικό σημείωμα παρουσιάζω πτυχές της συμβολής του Λεόν Τρότσκυ στην προετοιμασία και την πραγματοποίηση της στρατιωτικής κατάληψης της πολιτικής εξουσίας από το κόμμα των Μπολσεβίκων για λογαριασμό των Σοβιέτ τον Οκτώβρη του 1917.
Ο βασικός κορμός του σημειώματος γράφτηκε πριν από πολλά χρόνια στα πλαίσια μιας συζήτησης-αντιπαράθεσης μεταξύ συντρόφων, όπου μεταξύ άλλων χρειάστηκε να απαντηθεί η υποβάθμιση (ή και ακύρωση) της κεντρικής παρουσίας του Τρότσκυ στην Οκτωβριανή Επανάσταση, μια πρακτική που έλκει την καταγωγή της από τα εργαστήρια της ΓκεΠεΟυ και , δυστυχώς, αναπαράγεται αδιάκοπα όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα, δημοσιεύω το σημείωμα αυτό με κάποιες μικρές αλλαγές και προσθήκες, στο έδαφος της εμφάνισης μιας μοντέρνας απολογητικής του σταλινισμού, βέβαιο απότοκο της ιδεολογικής αποσύνθεσης ολόκληρου του φάσματος της Αριστεράς που φανερώθηκε μετά την υποχώρηση του κινήματος των ετών 2008-2012 και την καταστροφή που υπήρξε η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ.

Είμαι υποχρεωμένος να κάνω τρεις σύντομες εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Είμαι όσο πιο μακριά γίνεται από τη λογική του στησίματος “επιτροπών υπεράσπισης μνήμης και έργου” του Τρότσκυ ή του οποιουδήποτε. Ο σκοπός του σημειώματος είναι να φωτίσει τον Οκτώβρη από την πλευρά ενός από τους αρχιτέκτονές του. Το κέντρο λοιπόν είναι ο Οκτώβρης, κι αυτός όχι σαν ημερομηνία, αλλά σαν μοναδική και κορυφαία στιγμή στην ιστορία του αγώνα για την Ελευθερία. Είναι γνωστό άλλωστε ότι αν και αυτοπροσδιορίζομαι ως “τροτσκιστής” (αυτή είναι η ταμπέλα που μου κόλλησε η πάλη των ιδεών έτσι όπως εξελίχθηκε στην Ιστορία, όσο ανυπόστατη κι αν είναι) στέκομαι κριτικά ή και ενάντια σε αρκετές πτυχές της πλούσιας επαναστατικής δραστηριότητας του Τρότσκυ.
2. Το σημείωμα εξετάζει τα γεγονότα με άξονα τη δραστηριότητα του Τρότσκυ. Αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να φαίνεται ότι υποτιμάται η συμβολή άλλων μπολσεβίκων ηγετών. Διαβεβαιώνω τον αναγνώστη ότι κάτι τέτοιο δεν είναι στις προθέσεις μου, μα πραγματικά δεν βρήκα φόρμουλα αντιμετώπισης του προβλήματος στα πλαίσια ενός σημειώματος λίγων σελίδων.
3. Το σημείωμα αυτό είναι μια παρουσίαση και όχι μια δικαστική διερεύνηση της δραστηριότητας του Τρότσκυ. Έτσι, βασίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του στα γραπτά του ίδιου του Τρότσκυ για το θέμα. Θα ήταν μια κίνηση εξαιρετικής εντιμότητας από την πλευρά των όσων παρουσιάζουν κάποια άλλη άποψη να ελέγξουν τις πηγές τους. Είναι βέβαιο πως για κάθε μία απ’αυτές (τουλάχιστον από όσους έζησαν τον Οκτώβρη ως μπολσεβίκοι) θα ανακαλύψουν παλιότερες αναφορές των ίδιων συγγραφέων που βεβαιώνουν την πολύτιμη συμβολή του Τρότσκυ. Το δημόσιο έργο της ακύρωσης του αρχιτέκτονα αυτού της Οκτωβριανής Επανάστασης υπήρξε ο ιδεολογικός φόρος που έπρεπε να πληρώσει κανείς είτε για να παραμείνει στην ηγετική ομάδα του Κόμματος είτε απλά για να μείνει ζωντανός τη μαύρη εποχή που ακολούθησε το σοβιετικό Θερμιδώρ. Έτσι, τα ντοκουμέντα αυτά των σταλινικών εργαστηρίων βρίθουν από ανακρίβειες, κατασκευές και απίστευτες αντιφάσεις αντιφάσεις που δεν θα βρει κανείς, όσο και να ψάξει, στις αφηγήσεις του Τρότσκυ και των κειμένων που γράφτηκαν στο διάστημα αμέσως μετά την Επανάσταση.

Έχει λεχθεί από παλιά ότι ένας σωστός άνθρωπος έχει το πλεονέκτημα, ακόμη και με κακή μνήμη, να μην έρχεται ποτέ σε αντίφαση με τον εαυτό του, ενώ ένας ύπουλος, ασυνείδητος και ανειλικρινής άνθρωπος πρέπει πάντα να θυμάται αυτό που είπε στο παρελθόν, για να μη ντροπιάζει τον εαυτό του.
(Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 59. “Ένεκεν” 2008)

banner2017

 

1. Ο “μενσεβικισμός” του Τρότσκυ

Ο Τρότσκυ έγινε μέλος των μπολσεβίκων μόλις το 1917. Στην πρώτη φάση του σχίσματος (1903), κυρίως εξ αιτίας των οργανωτικών του αντιλήψεων και σε αντίθεση με κείνες του Λένιν, πήρε το μέρος των μενσεβίκων, από τους οποίους διαχωρίστηκε ένα χρόνο αργότερα στη βάση της ανάλυσής του για τον ανεξάρτητο και ηγετικό ρόλο του προλεταριάτου στην επερχόμενη επανάσταση. Μέχρι και τον πόλεμο κράτησε μια ανεξάρτητη στάση απέναντι στις δύο φράξιες (που τουλάχιστον μέχρι το 1912 λειτουργούσαν ενιαία), γεγονός που αργότερα αποτίμησε αρνητικά:
Από το 1904 βρισκόμουν έξω απ’ τις δυο σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις. Στην επανάσταση του 1905 – 1907 εργάστηκα δίπλα – δίπλα με τους μπολσεβίκους. Στα χρόνια της αντίδρασης υπερασπίστηκα τις επαναστατικές μεθόδους εναντίον των μενσεβίκων, στο διεθνή επαναστατικό τύπο. Δεν είχα ωστόσο χάσει την ελπίδα, πώς οι μενσεβίκοι θα προσανατολίζονταν προς τ’ αριστερά και γι’ αυτό το λόγο έκανα μια σειρά προσπάθειες ορός την κατεύθυνση της συνένωσης. Μονάχα κατά τη διάρκεια του πολέμου πείστηκα πια, πώς αυτές οι προσπάθειές μου ήταν ανώφελες.
(Λ. Τρότσκυ: Η Ζωή μου, σ.309. «Αλήθεια» 1981)
Ο συμφιλιωτισμός μου πήγαζε από ένα είδος σοσιαλεπαναστατικού φαταλισμού. Πίστευα πως η λογική της ταξικής πάλης θα ανάγκαζε τις δύο φράξιες να ακολουθήσουν την ίδια επαναστατική γραμμή.
(Λ. Τρότσκυ: Η Διαρκής Επανάσταση, σ.55. «Αλλαγή» 1982)
Η Ιστορία καταγράφει τον Τρότσκυ ως ηγετικό μέλος μιας μικρής ομάδας γύρω από την έκδοση «Βπέριοντ», τους αποκαλούμενους «Διαχτιδικούς». Κάτι τέτοιο μάλλον δεν ισχύει. Αυτό που είναι βέβαιο, και ίσως η πηγή της παρεξήγησης αυτής, είναι ότι η ηγετική ομάδα των Διαχτιδικών (Ουρίτσκυ, Γιόφφε, Καραχάν, Λουνατσάρσκυ κ.α) συναρτούσε την απόφασή της για τη συγχώνευσή της με τους μπολσεβίκους με τη στάση του Τρότσκυ. Επιστρέφοντας στην Πετρούπολη από τον Καναδά, το Μάη του 1917, ο Τρότσκυ έπεισε τους Διαχτιδικούς (που όλα λένε πως έμεναν χωριστά από τους Μπολσεβίκους μόνο και μόνο στη βάση προσωπικών πικριών, ενώ τίποτε πια δεν τους χώριζε πολιτικά. Ο Λένιν έγραφε σχετικά: “Στο ζήτημα του πολέμου η “Διαχτιδική” κράτησε διεθνιστική θέση και στην τακτική της ήταν πάντα κοντά στους Μπολσεβίκους”) και τελικά συγχωνεύτηκαν με τους Μπολσεβίκους στο ενοποιητικό συνέδριο του Ιούλη 1917 (όπου στην ψηφοφορία για την Κεντρική Επιτροπή ο Τρότσκυ κατέλαβε την τρίτη θέση μετά τους Λένιν και Ζηνόβιεφ). Ο Λένιν, που δεν τσιγκουνευόταν τη σκληρή κριτική, δήλωνε λίγες μέρες μετά την εξέγερση, με αφορμή τη συζήτηση για συγκυβέρνηση με τους Μενσεβίκους, ότι: «Ο Τρότσκυ από καιρό έχει πει πως η ενότητα είναι αδύνατη. Ο Τρότσκυ το κατάλαβε αυτό – και από τότε δεν υπάρχει καλύτερος μπολσεβίκος» (Λ. Τρότσκυ: Η Διαρκής Επανάσταση, σ.58. «Αλλαγή» 1982)
Ο Τρότσκυ λειτούργησε από τις πρώτες μέρες της επιστροφής του σαν κανονικό και ισότιμο μέλος των Μπολσεβίκων. Μέσα σ’όλα τα στοιχεία που πείθουν γι’αυτό, ξεχωρίζουμε δύο αναφορές. Η πρώτη, γραμμένη από το Ρασκόλνικοφ το 1923 (κάποια χρόνια αργότερα θα έγραφε μια άλλη, ολότελα διαφορετική ιστορία) στο τεύχος 10 της Προλετάρσκαγια Ρεβολουτσίγια:
Ο αντίλαλος από τις παλιές διαφωνίες της προπολεμικής περιόδου είχε σβήσει τελείως. Δεν υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στη γραμμή του Λένιν και τη γραμμή του Τρότσκυ. Η συγχώνευση, αισθητή ήδη από την εποχή του πολέμου, είχε επιτευχθεί οριστικά και αμετάκλητα από τη στιγμή της επιστροφής του Λεόν Νταβίντοβιτς [Τρότσκυ] στη Ρωσία. Απο την πρώτη δημόσια ομιλία του, όλοι εμείς οι παλιοί λενινιστές αισθανθήκαμε ότι ήταν δικός μας”. Στο τεύχος 5 του ίδιου περιοδικού βρίσκουμε την ίδια εκτίμηση: “Ο Λεόν Νταβίντοβιτς, εκείνον τον καιρό, τυπικά δεν ήταν μέλος του Κόμματός μας, αλλά στην πραγματικότητα δούλευε μέσα σ’αυτό συνεχώς από την πρώτη μέρα που ήρθε από την Αμερική. Ωστόσο, αμέσως μετά την πρώτη του ομιλία στο Σοβιέτ, όλοι τον είδαμε ως έναν από τους ηγέτες του Κόμματός μας” (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 52-53. “Ένεκεν” 2008). Η δεύτερη αναφορά είναι από τον ίδιο το Λένιν. Καθώς οι Μπολσεβίκοι κατάρτιζαν τους καταλόγους των υποψηφίων τους για τη Συντακτική Συνέλευση, ο Λένιν εξέφρασε την άποψη ότι σ’αυτούς δεν θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται σύντροφοι που μόλις είχαν προσχωρήσει στο Κόμμα. Απ’αυτή τη γενική στάση εξαιρούσε τον Τρότσκυ: “κανένας δεν θα εναντιωνόταν στην ανάδειξη ενός τέτοιου υποψηφίου όπως είναι λόγου χάρη ο Λ. Ντ. Τρότσκυ, γιατί: πρώτον ο Τρότσκυ αμέσως μόλις γύρισε πήρε τη θέση του διεθνιστή· δεύτερον, πάλεψε μέσα στους “Διαχτιδικούς” για τη συγχώνευσή τους με τους Μπολσεβίκους και τέλος, στη διάρκεια των δύσκολων ημερών του Ιούλη, στάθηκε αντάξιος των καθηκόντων του και αποδείχθηκε αφοσιωμένο μέλος του Κόμματος του επαναστατικού προλεταριάτου” (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 56. “Ένεκεν” 2008)

2. Απρίλης

Στις 4 του Απρίλη 1917 ο Λένιν καταθέτει τις «θέσεις» του, συνταράσσοντας το πολιτικό σκηνικό μαζί και το κόμμα του. Το παλιό μπολσεβίκικο σχήμα για την «επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» κατεδαφίζεται καθώς ο Λένιν αντιλαμβάνεται ότι η Επανάσταση δεν προχωρά σύμφωνα με καλά καθορισμένα και ξέχωρα στάδια, ότι η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να εκπληρώσει τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα “στο διάβα της”. Οι θεωρίες των σταδίων έπρεπε να πεταχτούν «στο αρχείο των μπολσεβίκικων προεπαναστατικών σπανίων αντικειμένων». Επιτίθεται δε με χαρακτηριστική σφοδρότητα εναντίον του Κάμενεφ που επανέφερε το ζήτημα της «ολοκλήρωσης» των σταδίων «θυσιάζοντας το ζωντανό Μαρξισμό στο νεκρό γράμμα«:
Το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικοδημοκρατικής επανάστασης τοποθετήθηκε λαθεμένα. Στο ζήτημα αυτό δόθηκε μια αφηρημένη, απλή, μονόχρωμη, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, τοποθέτηση, που δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα. Όποιος βάζει το ζήτημα έτσι, όποιος ρωτάει σήμερα: «τέλειωσε άραγε η αστικοδημοκρατική επανάσταση;» και σταματά εδώ – αυτός στερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να καταλάβει την εξαιρετικά πολύπλοκη, τουλάχιστο «δίχρωμη» πραγματικότητα. Αυτό στη Θεωρία. Και στην πράξη παραδίνεται ανίσχυρος στη μικροαστική επαναστατικότητα.
(Β.Ι. Λένιν: Οι Θέσεις του Απρίλη, σ.21. «Σύγχρονη Εποχή» 1986)
Ο Λένιν, το διάστημα αυτό, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να πείσει το κόμμα να αντιληφθεί το ρόλο των Σοβιέτ σαν ένα «καινούργιο τύπο κράτους» που έπρεπε να στεριώσει εκμηδενίζοντας την εξουσία που κατέκτησε η αστική τάξη. Όμως, τόσο η κεντρική επιτροπή των Μπολσεβίκων όσο και η επιτροπή τους της Πετρούπολης τάχθηκαν συντριπτικά κατά των «θέσεων»:
“Οι απριλιάτικες θέσεις του Λένιν – δηλώνει μια επίσημη ιστορική έκδοση – δεν είχαν αληθινά τύχη μέσα στην επιτροπή της Πετρούπολης. Υπέρ αυτών των θέσεων που άφησαν εποχή τάχθηκαν μόνο δύο ψήφοι, δεκατρεις κατά, με μιαν αποχή”. “Παράτολμα φαινότανε τα συμπεράσματα του Λένιν ακόμα και στους πιο ενθουσιώθεις μαθητές του” – γράφει ο Ποντβόισκι.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 426. “Παρασκήνιο” 2006)
Ο Στάλιν κράτησε μεσοβέζικη θέση και ταυτίστηκε με το ψήφισμα του Σοβιέτ του Κρασνογιάρσκ που κατέληγε ως εξής: «… [το Σοβιέτ] να υποστηρίξει την προσωρινή κυβέρνηση στις ενέργειές της μονάχα στο βαθμό που ακολουθεί μια πορεία ικανοποίησης των αιτημάτων της εργατικής τάξης και της επαναστατημένης αγροτιάς στην επανάσταση που πραγματοποιείται» (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 223. “Ένεκεν” 2008) ενώ ο Τρότσκυ -που δεν ήταν ακόμη μπολσεβίκος- βλέπει στη στροφή του Λένιν μια επιβεβαίωση των δικών του θέσεων της Διαρκούς Επανάστασης:
Στη Ν. Υόρκη, στις αρχές του Μάρτη, αφιέρωσα μια σειρά από άρθρα στο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων στη Ρωσία και στις προοπτικές πού διανοίγονταν για την επανάσταση. Τον ίδιον καιρό ο Λένιν έστελνε απ’ τη Γενεύη στην Πετρούπολη τα «Γράμματα απ’ το Εξωτερικό». Τα άρθρα μας αυτά, γραμμένα από δυο σημεία του κόσμου πού τα χώριζε ο ωκεανός, δίνουν ταυτόσημη ανάλυση της κατάστασης και καταλήγουν στις ίδιες ολότελα προβλέψεις. Όλες οι βασικές φόρμουλες σχετικά με τη στάση μας απέναντι στους αγρότες, την αστική τάξη, την προσωρινή κυβέρνηση, τον πόλεμο και τη διεθνή επανάσταση, είναι απόλυτα ίδιες.
(Λ. Τρότσκυ: Η Ζωή μου, σ.309. «Αλήθεια» 1981)
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Λένιν εισάγει στις «θέσεις» του το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» σε μια περίοδο που οι μπολσεβίκοι ούτε είχαν την πλειοψηφία στα όργανα αυτά ούτε φαινόταν πολύ πιθανό να την αποκτήσουν σύντομα. Τέτοια ήταν η πεποίθησή του ότι η πορεία της επανάστασης εξαρτιόνταν από το άμεσο λύσιμο του κόμπου της διπλής εξουσίας μπουρζουαζίας/Σοβιέτ:
…στα περισσότερα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών το Κόμμα μας είναι μειοψηφία, και για την ώρα αποτελεί αδύνατη μειοψηφία, απέναντι στο συνασπισμό όλων των μικροαστικών, οπορτουνιστικών στοιχείων, που πέφτουν κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης και που διοχετεύουν την επιρροή της στο προλεταριάτο…
…Να εξηγήσουμε στις μάζες ότι το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών είναι η μόνη δυνατή μορφή επαναστατικής κυβέρνησης…
…Όσο είμαστε μειοψηφία, δουλειά μας είναι να κάνουμε κριτική και εξήγηση των λαθών, προπαγανδίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη να περάσει όλη η κρατική εξουσία στα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, έτσι που οι μάζες με την πείρα τους να απαλλαγούν από τα λάθη τους.
(Β.Ι. Λένιν: Οι Θέσεις του Απρίλη, σ.8-9. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1986)
Αυτή η διαλεκτική της Επανάστασης, που διέφευγε από την παλιά φρουρά των μπολσεβίκων, πέρασε με ενστικτώδη αλλά πολύ ακριβή τρόπο στο γράψιμο του αμερικάνου συγγραφέα της Επανάστασης Τζων Ρηντ:
Η πάλη ανάμεσα στο προλεταριάτο και στις μεσαίες τάξεις, ανάμεσα στα Σοβιέτ και την Κυβέρνηση, που είχε αρχίσει τις πρώτες μέρες του Μάρτη, έφτασε στο οξύτερο σημείο της. Η Ρωσία, που με ένα πήδημα είχε περάσει απ’ το μεσαίωνα στον εικοστό αιώνα, πρόσφερε στον κατάπληκτο κόσμο το θέαμα δύο επαναστάσεων, της πολιτικής και της κοινωνικής επανάστασης, που πάλευαν μεταξύ τους σε αγώνα ζωής ή θανάτου.
(Τζ. Ρηντ: Ιστορία της Ρωσικής Επαναστάσεως (Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο), σ.36. «Οι φίλοι της Ιστορίας» 1956)

3. Προς τον Οκτώβρη

Η ίδια εικόνα επικράτησε και τις μέρες του Σεπτέμβρη – Οκτώβρη 1917. Όσο τα στοιχεία του «μικροαστικού σοσιαλισμού» ήλπιζαν σε έναν ήπιο, συμβιβαστικό τρόπο λειτουργίας μεταξύ των δύο μορφών εξουσίας, της αστικής και της σοβιετικής, τόσο οι πιο αποφασισμένοι και των δύο πλευρών συνειδητοποιούσαν ότι η μεταβατική εκείνη περίοδος θα έληγε σύντομα με την επικράτηση της μιας και τον αφανισμό της άλλης. Η διαμάχη αυτή πέρασε και μέσα στο κόμμα των μπολσεβίκων, αναπτυσσόμενη σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας ήταν το κατά πόσον τα Σοβιέτ αποτελούσαν πράγματι ένα νέο τύπο κράτους που έπρεπε να διεκδικήσει αυτό το ρόλο για τον εαυτό του. Ο δεύτερος – βασισμένος στην ανάλυση ότι το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ περνούσε μέσα από την ένοπλη εξέγερση- αφορούσε στο χρόνο και τους όρους εκδήλωσης της εξέγερσης αυτής. Δεν είναι σωστό να περιοριζόμαστε στη δεύτερη διαμάχη, καθώς ένα μεγάλο μέρος αναφορών και κειμένων δείχνει ότι δεν ήταν λίγοι εκείνοι που και μέσα στο κόμμα αμφισβητούσαν τη δυνατότητα των Σοβιέτ να ασκήσουν κρατική εξουσία. Εξ’ άλλου, μέρος της διστακτικότητας στην απόφαση για εξέγερση οφείλεται ακριβώς σ’ αυτήν την αντίληψη:
Η επαναστατική παράδοση του κόμματος, η πίεση των εργατών της βάσης, η κριτική του Λένιν στην κορυφή, ανάγκασαν το ανώτερο στρώμα του κόμματος μέσα στο Μαγιάπριλο, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Στάλιν, “να μπει σε καινούργιο δρόμο”. Θα’πρεπε όμως να αγνοεί κανείς ολότελα την πολιτική ψυχολογία για να δεχτεί ότι μια απλή ψήφος προσχώρησης στις θέσεις του Λένιν σημαίνει πραγματική και ολοκληρωτική παραίτηση από τη “σφαλερή θέση στα βασικά ζητήματα”. Στην πραγματικότητα οι αγοραία δημοκρατικές απόψεις που είχαν οργανικά ενισχυθεί στα χρόνια του πολέμου, όσο κι αν προσαρμόστηκαν με το καινούργιο πρόγραμμα, παράμεναν σε υπόκωφη αντίθεση μαζί του.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 428. “Παρασκήνιο” 2006)

4. Η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη…

Ο Λένιν το διέβλεπε αυτό και έτσι, παρά την αναγκαστική του απουσία λόγω παρανομίας, βομβάρδιζε την κεντρική επιτροπή και τις κυριότερες κομματικές οργανώσεις με επιστολές που έθεταν πιεστικά το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας με ένοπλη εξέγερση. Η στροφή αυτή της ιστορίας του Οκτώβρη ξεκινά με την απόφαση των Εσέρων και Μενσεβίκων να διοργανώσουν στις 14 Σεπτέμβρη τη λεγόμενη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη. Αυτή, θα αποτελούσε ένα όργανο δημοκρατικής επίφασης που θα χτυπούσε την αυξανόμενη ισχύ και επιρροή των Σοβιέτ. Παρ’ ότι δεν πέτυχε το στόχο της – να σώσει τις δομές του Φλεβάρη σχηματίζοντας μια κυβέρνηση συνασπισμού χωρίς να περιλαμβάνει επίσημα τους Καντέτους- συγκρότησε το Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας (γνωστό ως «προ-κοινοβούλιο»). Το Συμβούλιο θα προετοίμαζε τη Συντακτική Συνέλευση και ουσιαστικά θα αποτελούσε το κοινοβουλευτικό αντίβαρο εν όψει του προγραμματισμένου 2ου πανρωσικού συνεδρίου των Σοβιέτ. Σύμφωνα με τον Τρότσκυ μάλλον θα την υποκαθιστούσε, αλλά το σημαντικό είναι ότι προσπαθούσε να υπονομεύσει την επιρροή των Σοβιέτ (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 336. “Ένεκεν” 2008).
Τις μέρες που προηγήθηκαν της Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης ο Λένιν καλεί με άλλες δύο επιστολές, την Κεντρική Επιτροπή καθώς και τις επιτροπές Πετρούπολης και Μόσχας να προχωρήσουν άμεσα στην ένοπλη εξέγερση. Δίνει σαφείς οδηγίες για τα σημεία που πρέπει να χτυπηθούν καθώς και για την περικύκλωση του θεάτρου όπου θα διεξαγόταν η συνδιάσκεψη και τη σύλληψη των αντιπροσώπων. Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής που ακολούθησε, η πρόταση του Λένιν καταψηφίστηκε. Ο Τρότσκυ, μαζί με τον Σβερντλώφ και τον Μπουχάριν, θεώρησαν τη στιγμή ακατάλληλη ενώ ο Στάλιν, που τότε απέφυγε να πάρει σαφή θέση, δήλωσε αργότερα ότι ο Λένιν είχε άδικο:
“…ο Ίλιτς, που κρυβόταν εκείνον τον καιρό, δεν ήταν σύμφωνος και έγραψε ότι αυτά τα σκουπίδια [η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη] πρέπει να διαλυθούν και να συλληφθούν. Εμείς καταλαβαίναμε ότι το ζήτημα δεν ήταν και τόσο απλό, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η Συνδιάσκεψη αποτελούνταν κατά το μισό ή τουλάχιστον στο ένα της τρίτο από αντιπροσώπους από το μέτωπο, και ότι με το να τους συλλάβουμε και να τους διαλύσουμε δεν μπορούσαμε παρά να καταστρέψουμε την όλη υπόθεση και να χειροτερέψουμε τις σχέσεις μας με το μέτωπο”
(Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 236. “Ένεκεν” 2008)

5. …και το Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας

Οι μπολσεβίκοι τελικά πήραν μέρος στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, γεγονός που οδήγησε το Λένιν να ασκήσει σκληρή κριτική στα μέλη της αντιπροσωπείας τους τόσο για την ίδια τη συμμετοχή τους όσο και για τη συμπεριφορά τους στο όργανο αυτό. Οι 136 αντιπρόσωποι του κόμματος έπρεπε «να εγκαταλείψουν την αίθουσα», να αφήσουν δυο-τρεις συντρόφους για να έχουν μια εικόνα και το «99% της μπολσεβίκικης αντιπροσωπείας να πάει στα εργοστάσια και τους στρατώνες» (Τ. Κλιφ: Λένιν-Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ, σ.369. «Εργατική Δημοκρατία» 1997). Η κομματική αντιπροσωπεία προχώρησε και σε ένα ακόμη πιο σημαντικό σφάλμα. Ενέκρινε την πρόταση του Ρύκωφ για συμμετοχή στο Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας καταψηφίζοντας την πρόταση του Τρότσκυ για μποϋκοτάζ. Ο Λένιν αντιδρά στην απόφαση αυτή και επαναφέρει το ζήτημα του μποϋκοτάζ:
«Ο Τρότσκυ υποστήριξε το μποϋκοτάζ. Μπράβο σύντροφε Τρότσκυ!
Η πρόταση για μποϋκοτάζ ηττήθηκε στη μπολσεβίκικη αντιπροσωπεία της Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης. Ζήτω το μποϋκοτάζ!»
(Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 57. “Ένεκεν” 2008)
Η Κεντρική Επιτροπή τελευταία στιγμή διορθώνει την πορεία του κόμματος και αποφασίζει την αποχώρηση των μπολσεβίκων αντιπροσώπων από το Συμβούλιο με την έναρξη των εργασιών του (7 Οκτώβρη). Ο Τρότσκυ διαβάζει τη δήλωση αποχώρησης:
Φεύγοντας απ’ αυτό το Συμβούλιο, κάνουμε έκκληση στο θάρρος και στη φρόνηση των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών όλης της Ρωσίας…
Η Πετρούπολη κινδυνεύει! Η Επανάσταση κινδυνεύει!
Η κυβέρνηση αύξησε τον κίνδυνο, οι ιθύνουσες τάξεις τον έκαμαν απειλητικότερο. Μόνο ο λαός μπορεί να ετοιμάσει τη σωτηρία του και τη σωτηρία της χώρας. Απευθυνόμαστε λοιπόν στο λαό.
-Ζήτω η τίμια και άμεση δημοκρατική ειρήνη!
-Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!
-Όλη η γη στο λαό
-Ζήτω η Συντακτική Συνέλευση!
(Τζων Ρηντ: Ιστορία της Ρωσικής Επαναστάσεως (Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο), σ.143. Εκδόσεις «Οι φίλοι της Ιστορίας» 1956)
Μέσα στις βρισιές και τις κραυγές των αντιπάλων αντιπροσώπων για τον προδοτικό ρόλο των μπολσεβίκων, το κόμμα έμπαινε στην τροχιά της ένοπλης εξέγερσης:
Ότι αυτό το βήμα ήταν είσοδος στο δρόμο της εξέγερσης, αυτό ήταν καθαρό για τους εχθρούς και τους αντιπάλους. «Ο Τρότσκυ, παίρνοντας το ασκέρι του από το προ-Κοινοβούλιο -γράφει ο Σουχάνοβ – προσανατολιζόταν καθαρά στην κατεύθυνση της βίαιης εξέγερσης”.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 429. “Παρασκήνιο” 2006)

6. Προς την εξέγερση

Στο μεταξύ, ο Λένιν συνεχίζει να πιέζει τα κομματικά όργανα με παροτρύνσεις για άμεση εξέγερση. Στις 10 Οκτώβρη ρισκάρει την αποκάλυψή του και εμφανίζεται στην Κεντρική Επιτροπή για να υποστηρίξει την πρότασή του για άμεση εξέγερση. Από τα 11 παρόντα μέλη της κεντρικής Επιτροπής μόνο δύο, οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ, καταψήφισαν την πρόταση. Το ότι το κόμμα είχε επιτέλους στα χέρια του την απόφαση για εξέγερση δεν σημαίνει ότι όλα είχαν κλειδώσει. Στις 11 Οκτώβρη η συνεδρίαση των Σοβιέτ των Βόρειων Περιοχών δεν παίρνει απόφαση για εξέγερση (ο Λένιν πόνταρε πολύ στην απόφαση αυτή καθώς έκρινε ότι οι επαναστατικές δυνάμεις της Φινλανδίας, της Λετονίας καθώς και του στόλου της Βαλτικής θα μπορούσαν να χτυπήσουν άμεσα την Πετρούπολη). Μια σειρά από προσπάθειες για συγκρότηση οργανωτικού κέντρου της εξέγερσης από την πλευρά του κόμματος έπεσαν στο κενό φανερώνοντας ότι οι επιφυλάξεις δεν είχαν εγκαταλείψει την πλειοψηφία των στελεχών. Στις 10 Οκτώβρη η Κεντρική Επιτροπή δημιούργησε επταμελές καθοδηγητικό όργανο της εξέγερσης με τους Λένιν, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Τρότσκυ, Στάλιν, Σοκόλνικοφ και Μπουμπνώφ, που δεν λειτούργησε ποτέ. Η κομματική επιτροπή Πετρούπολης συνεδρίασε στις 15 Οκτώβρη και εκτίμησε ότι δεν υπήρχε μαχητική διάθεση στις μάζες. Στις 16 Οκτώβρη, η Κεντρική Επιτροπή επικυρώνει την εκτίμηση της επιτροπής Πετρούπολης. Με τις εκτιμήσεις αυτές η δυνατότητα εξέγερσης τίθεται υπό αμφισβήτηση, όμως ο Λένιν αντέστρεψε το κλίμα προτείνοντας (στο πνεύμα των απόψεων του Τρότσκυ) να κρατηθεί η απόφαση της 10ης Οκτώβρη σαν γενική αρχή και ο καθορισμός του χρόνου της εξέγερσης να μείνει ανοιχτός για τα Σοβιέτ. Στην ίδια συνεδρίαση συστήνεται το -κομματικό- στρατιωτικό επαναστατικό κέντρο με τους Σβερντλώφ, Στάλιν, Μπουμπνώφ, Ουρίτσκι και Ντζερζίνσκι για να δουλέψει σαν μέρος της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής (ΣΕΕ) που στο μεταξύ (13 Οκτώβρη) είχε συγκροτηθεί από το Σοβιέτ της Πετρούπολης με πρόεδρο τον Τρότσκυ. Το κέντρο αυτό επίσης δεν λειτούργησε ποτέ. Οι Σβερντλώφ, Μπουμπνώφ, Ουρίτσκι και Ντζερζίνσκι μπαίνουν σταδιακά και με ατομική τους πρωτοβουλία στις εργασίες της ΣΕΕ. Ο Στάλιν δεν εμφανίστηκε ποτέ σε καμιά από τις συνεδριάσεις της.

7. Η «στιγμή»

Οι Λένιν και Τρότσκυ μοιραζόταν την εκτίμηση για την «τέχνη της εξέγερσης»:
Όπως ο σιδεράς δεν μπορεί να πιάσει με γυμνό χέρι το πυρωμένο σίδερο, έτσι και το προλεταριάτο δεν μπορεί με γυμνά τα χέρια να καταλάβει την εξουσία: του χρειάζεται οργάνωση κατάλληλη γι’αυτή τη δουλειά. Στο συνδυασμό της μαζικής εξέγερσης με τη συνωμοσία, στην υποταγή της συνωμοσίας στην εξέγερση, στην οργάνωση της εξέγερσης διαμέσου της συνωμοσίας, βρίσκεται ο περίπλοκος και βαρύς σε ευθύνες τομέας της επαναστατικής πολιτικής που ο Μαρξ και ο Ένγκελς αποκαλούσαν «τέχνη της εξέγερσης». Αυτό, προϋποθέτει σωστή γενική διεύθυνση των μαζών, ευλυγισία προσανατολισμού απέναντι στις ευμετάβολες περιστάσεις, μελετημένο σχέδιο επίθεσης, σύνεση στην τεχνική προετοιμασία και τόλμη στο χτύπημα.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 449. “Παρασκήνιο” 2006)
Μια καρικατούρα της τέχνης αυτής προσπάθησαν όμως να επικαλεστούν οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ για να υποστηρίξουν δημόσια την αντίθεσή τους στην εξέγερση. Ο Τρότσκυ απαντά:
Οι αντίπαλοι της εξέγερσης, μέσα στις ίδιες τις γραμμές του μπολσεβίκικου κόμματος έβρισκαν, ωστόσο, αρκετά πατήματα για πεσιμιστικά συμπεράσματα. Ο Ζηνόβιεφ και ο Κάμενεφ ορμηνεύανε να μην υποτιμάμε τις δυνάμεις του εχθρού. «Η Πετρούπολη αποφασίζει, όμως στην Πετρούπολη οι εχθροί διαθέτουνε σημαντικές δυνάμεις: πέντε χιλιάδες γιούνκερ τέλεια εξοπλισμένους και που ξέρουν πώς να πολεμάνε, ένα επιτελείο, συν συντάγματα κρούσης, συν Κοζάκους, συν σημαντικότατο πυροβολικό απλωμένο σαν βεντάλια γύρω από το Πίτερ. Περ’απ’αυτό οι αντίπαλοι με τη βοήθεια της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής, θα δοκιμάσουν σχεδόν στα σίγουρα να φέρουνε στρατό από το μέτωπο…». Η απαρίθμηση είναι επιβλητική, μα δεν είναι παρά απαρίθμηση. Αν συνολικά ο στρατός είναι κοινωνική συσσωμάτωση, όταν χωρίζει ανοιχτά στα δύο, οι δύο στρατοί είναι οι συσσωματώσεις των αντιμαχόμενων στρατοπέδων. Ο στρατός των ιδιοκτητών έφερνε μέσα του το σαράκι της απομόνωσης και της φθοράς.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 469. “Παρασκήνιο” 2006)
Στις 18 Οκτώβρη, με άρθρο τους στη μη-κομματική εφημερίδα του Γκόρκυ «Νόβαγια Ζιζν» φτάνουν μέχρι το σημείο να αποκαλύψουν τα σχέδια των μπολσεβίκων για ένοπλη εξέγερση στο προσεχές διάστημα. Ο Λένιν ζητάει τη διαγραφή των δύο στελεχών. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι δύο μέρες μετά, στο κύριο άρθρο της «Πράβντα» -με ευθύνη του Στάλιν ως εκδότη- γίνεται κριτική στον «οξύ τόνο» του Λένιν (Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 227. “Ένεκεν” 2008). Με την απόφαση για εξέγερση να έχει αποκαλυφθεί, τα πράγματα τραβιούνται στα άκρα. Η κυβέρνηση κινείται ενάντια στα Σοβιέτ και τους μπολσεβίκους. Η επανάσταση πρέπει πλέον να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Στις 22 Οκτώβρη το Σοβιέτ της Πετρούπολης ζητάει από το στρατιωτικό διοικητήριο, τον έλεγχο πάνω στις αποφάσεις του, πράγμα που απορρίπτεται. Όμως μία μετά την άλλη, οι στρατιωτικές μονάδες τίθενται υπό τις διαταγές της ΣΕΕ. Στις 24 Οκτώβρη η κυβέρνηση κάνει μια μοιραία σπασμωδική απόπειρα που δίνει στην ΣΕΕ την αφορμή να κινηθεί. Διατάζει την απαγόρευση του επαναστατικού τύπου και το κλείσιμο των τυπογραφείων του Σοβιέτ και των μπολσεβίκων.
Πολύ πρωί ανταμώθηκα στις σκάλες μ’ έναν εργάτη και μιαν εργάτρια, πού έρχονταν λαχανιασμένοι απ’ το τυπογραφείο του κόμματος. Η κυβέρνηση είχε απαγορέψει το κεντρικό όργανο του κόμματος και την εφημερίδα του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Το τυπογραφείο το είχαν σφραγίσει κυβερνητικοί υπάλληλοι πού τους συνόδευαν γιούνκερς. Για μια στιγμή τούτη η είδηση έκανε εντύπωση: Πόση δύναμη επίδρασης είχαν οι τύποι πάνω στο μυαλό!
– Και δε μπορούμε να σχίσουμε τις σφραγίδες; ρώτησε η εργάτρια.
– Σχίστε τες, τους απάντησα. Και για να μη σας συμβεί τίποτα, θα σας δώσουμε και μια σίγουρη φρουρά.
(Λέων Τρότσκυ: Η Ζωή μου, σ.302. «Αλήθεια» 1981)
Με υποδειγματικό, ακατανίκητο και αναίμακτο τρόπο, οι φρουρές που συντονιζόταν από την ΣΕΕ (για την ακρίβεια ένα μικρό μέρος αυτών ήταν αρκετό) υπό την πυρετώδη καθοδήγηση του Τρότσκυ, άλλαξαν για πάντα τη ροή της Ιστορίας. Μέσα σε λίγες ώρες η πρωτεύουσα είχε πέσει, πρακτικά χωρίς αντίσταση
(Τ. Κλιφ: Λένιν-Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ, σ.400. «Εργατική Δημοκρατία» 1997).

Επίλογος: Η «βιασύνη» του Λένιν και η «αναβλητικότητα» του Τρότσκυ

Όπως είδαμε παραπάνω, το μπολσεβίκικο κόμμα δεν είχε, ούτε στις μέρες του 1917, την ομοιογένεια που ο μύθος του αποδίδει. Υπήρξαν πολλές στιγμές δυσπραγίας και έντασης με τα ίδια πρόσωπα να χαράσσουν, επιφανειακά αντιφατικές, διαχωριστικές γραμμές. Ο σταλινικός μύθος που, παρά τις κατοπινές κατασκευές του Κρεμλίνου, δεν κατάφερε ποτέ να αποδώσει τεκμηριωμένα μια σημαντική θέση για το Στάλιν στην ιστορία του Οκτώβρη, προσπαθεί να βάλει τον Τρότσκυ απέναντι από το Λένιν, μαζί με τους Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ. Είναι όμως έτσι;
Ο Λένιν πράγματι ασκούσε μεγάλη πίεση στο κόμμα για την ένοπλη εξέγερση, πίεση που κοντραρίστηκε και από τους Ζηνόβιεφ/Κάμενεφ και από τον Τρότσκυ. Η άποψη των πρώτων συνδεόταν με τη βασική τους ένσταση για την κατάληψη της εξουσίας. Γι’ αυτούς, η προοπτική βρισκόταν στη Συντακτική Συνέλευση, όπου θα φανερωνόταν η τεράστια αύξηση της επιρροής των μπολσεβίκων. Τα Σοβιέτ θα ενδυναμώνονταν και σιγά-σιγά η εξουσία θα περνούσε «φυσικά» πάνω τους. Εάν τηρούνταν η κοινοβουλευτική νομιμότητα κανείς δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την εξέλιξη αυτή. Η αντίθεση του Τρότσκυ με το Λένιν βρισκόταν στον αντίποδα της σκέψης των Ζηνόβιεφ/Κάμενεφ. Ενώ ο Λένιν υποστήριζε την άμεση κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους και την επακόλουθη «παράδοσή» της στα Σοβιέτ, ο Τρότσκυ ήταν βέβαιος ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε τελικά και τα Σοβιέτ και το κόμμα:
Η πρόταση του Λένιν να περικυκλώσουνε την Αλεξαντρίνκα και να συλλάβουν τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη εκπορευόταν από το γεγονός ότι η εξέγερση έπρεπε να έχει επικεφαλής της όχι το Σοβιέτ, μα το κόμμα, που θα’κανε απ’ ευθείας έκκληση στα εργοστάσια και τους στρατώνες…
…»Ποιος πρέπει να πάρει την εξουσία; – γράφει ο Λένιν το βράδυ της 24. Αυτό για την ώρα δεν έχει σημασία. Ας την πάρει η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή ή «ένα άλλο σώμα» που θα δηλώσει πως θα παραδώσει την εξουσία μόνο στους αληθινούς εκπροσώπους των συμφερόντων του λαού…». Ένα “άλλο σώμα”, αυτές οι λέξεις βαλμένες σε αινιγματικά εισαγωγικά σημαίνουν σε συνωμοτική γλώσσα την Κεντρική Επιτροπή των μπολσεβίκων.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 547-548. “Παρασκήνιο” 2006)
Η επικράτηση της εξουσίας των Σοβιέτ θα έπρεπε να προκύψει σαν αποτέλεσμα της κινητοποίησης των ίδιων των Σοβιέτ. Ο ρόλος των μπολσεβίκων θα ήταν -σαν το μοναδικό κόμμα που υποστήριζε τη σοβιετική εξουσία- να κινητοποιήσουν τα Σοβιέτ και να βοηθήσουν στο συντονισμό των δυνάμεών τους. Η βιασύνη του Λένιν το Σεπτέμβρη θα μπορούσε να είχε υπονομεύσει την Επανάσταση:
Το κόμμα έβαζε σε κίνηση το Σοβιέτ. Το Σοβιέτ έβαζε σε κίνηση τους εργάτες, τους στρατιώτες, ως ένα μέρος τους αγρότες. Ό,τι κέρδιζες σε μάζα, το’χανες σε ταχύτητα. Αν φανταστούμε αυτό το μηχανισμό μεταβίβασης σαν σύστημα από οδοντωτούς τροχούς – σύγκριση στην οποία, με άλλη ευκαιρία και σ’άλλη περίοδο, είχε καταφύγει ο Λένιν – μπορούμε να πούμε πως μια ανυπόμονη απόπειρα να προσαρμόσουν απευθείας τον τροχό του κόμματος στο γιγαντιαίο τροχό των μαζών περιέκλεινε τον κίνδυνο να σπάσουν τα δόντια του τροχού του κόμματος κι όμως να μη μπουν σε κίνηση αρκετές μάζες.
(Λ. Τρότσκυ. Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, σ. 546. “Παρασκήνιο” 2006)
Ο Τρότσκυ δεν είναι αυστηρός με τον Λένιν. Εκτιμά ότι η πίεση που ασκούσε ήταν, ως ένα βαθμό, μέρος μιας δικαιολογημένης υπερβολής στην προσπάθειά του να αντισταθμίσει το συντηρητισμό της κομματικής ηγεσίας, πράγμα που αρκετοί αναφέρουν σα γενικό χαρακτηριστικό της πολιτικής συμπεριφοράς του Λένιν. Για τον Τρότσκυ, οι υπερβολές του Λένιν αντανακλούσαν απλά «θυμό, διαμαρτυρία και περιφρόνηση ενάντια στη μοιρολατρική, αναβλητική, σοσιαλδημοκρατική, μενσεβίκικη αντιμετώπιση της επανάστασης» (Λ. Τρότσκυ: Τα μαθήματα του Οχτώβρη, σ.64. «Αλλαγή» 1985). Σε κάθε περίπτωση, η υπερβολή είναι υπερβολή, ακόμη κι από το στόμα του αδιαμφισβήτητου ηγέτη της Επανάστασης, Λένιν:
Η αργοπορία είναι έγκλημα. Η αναμονή του Συνεδρίου των Σοβιέτ είναι ένα παιδαριώδες παιχνίδι με τυπικότητες -ένα επαίσχυντο παιχνίδι με τυπικότητες, μια προδοσία της επανάστασης”.
(Λ. Τρότσκυ: Τα μαθήματα του Οχτώβρη, σ.64. «Αλλαγή» 1985).
Η εκτίμηση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπρεπε να έχουν τα Σοβιέτ στην εξέγερση υπήρχε φυσικά ενστικτωδώς σε αρκετούς μπολσεβίκους, όμως η συγκρότησή της σε ένα στιβαρό μαρξιστικό θεωρητικό σχήμα επέτρεψε στον Τρότσκυ να καθοδηγήσει αποτελεσματικά την εξέγερση του Οκτώβρη, να μεγιστοποιήσει τη νομιμοποίησή της στις μάζες και να τη μετατρέψει σε παντοτινό παράδειγμα για την απελευθερωτική δράση των καταπιεσμένων:
«Όλη η δουλειά της πρακτικής οργάνωσης της εξέγερσης έγινε κάτω από την άμεση ηγεσία του πρόεδρου του Σοβιέτ της Πετρούπολης, Τρότσκυ. Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι τη γρήγορη προσχώρηση της Φρουράς στο πλευρό του Σοβιέτ και την τολμηρή εκτέλεση των εργασιών της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, το Κόμμα τη χρωστάει βασικά και πάνω απ’ όλους στο σύντροφο Τρότσκυ»
(Λ. Τρότσκυ: Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας, σ. 58. “Ένεκεν” 2008)
Τα παραπάνω λόγια για τον Τρότσκυ δεν προέρχονται από κάποιον φανατικό «τροτσκιστή», αλλά από τον ίδιο τον κατοπινό του δολοφόνο, το Στάλιν!

 

(Σημείωση: Τα αποσπάσματα που πάρθηκαν από το βιβλίο “ Η σταλινική σχολή της πλαστογραφίας” μπορεί κανείς να τα βρει και στον τόμο “η παραμορφωμένη επανάσταση”, σε μετάφραση Έλλης Δυοβουνιώτη και πρόλογο του Πάμπλο (“Σελίδες” 1989). Στο μεγαλύτερο μέρος του πρόκειται για το ίδιο βιβλίο)

Ο Λ. Τρότσκυ, τις ημέρες του εμφύλιου πολέμου, απευθύνεται στους μαχητές του Κόκκινου Στρατού πάνω στο θρυλικό, ειδικά διαμορφωμένο, θωρακισμένο τραίνο του.

Previous Older Entries