Ενάντια στο “ενάντια στην ανάθεση”

unionpower Ανήκω σε κείνη τη φυλή των οργανωτικά ακάλυπτων κομμουνιστών. Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιούμαι σχεδόν αποκλειστικά μέσα στη συνδικαλιστική μας παράταξη, που κι εκείνη με τη σειρά της είναι ένα πολύχρωμο ασκέρι οργανώσεων και αγωνιστών της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Μέσα στην αδυναμία του συνδικαλισμού (ακόμη και με την ένσταση ότι δεν είναι κάτι ενιαίο) να συσπειρώσει, να εμπνεύσει, να νικήσει, δεν είναι λίγες οι φορές που καταράστηκα τη σιχαμένη λογική της ανάθεσης. Αποκαμωμένος και απογοητευμένος από τη μικρή συμμετοχή των συναδέλφων μου στις υποθέσεις του σωματείου, τα έβαζα συχνά με τη γάγγραινα της ανάθεσης, επικαλούμενος το γνωστό, μπανάλ μάντρα “αν δεν πλαισιώσετε το σωματείο τότε αφήνετε τον κυβερνητικό συνδικαλισμό και τη γραφειοκρατία να αλωνίζουν”. Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, και χωρίς να αθωώνω τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία για τις λυσσαλέες προσπάθειές της να απομαζικοποιήσει και να απονευρώσει τα σωματεία, στο μικρό κείμενο που ακολουθεί αναρωτιέμαι αν το ανάθεμα στην ανάθεση είναι μια πολιτική στάση χρήσιμη στην αναγκαία ανασυγκρότηση και αντεπίθεση του εργατικού κινήματος.

Στη φετινή, ετεροχρονισμένη, πορεία της “εργατικής πρωτομαγιάς στην πόλη μου ήμασταν γύρω στους τριακόσιους ανθρώπους, ένας μικρός σχετικά αριθμός. Η διαφορά με τις πορείες άλλων χρόνων ήταν ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων εντασσόταν στα μπλοκ της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, σε μπλοκ που κυριαρχούσαν οι κόκκινες σημαίες, με αρκετές απ’αυτές να φέρουν και το σφυροδρέπανο. Δεν χωράει αμφιβολία, εάν κάποιος ξένος συναντούσε την πορεία αυτή, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια πορεία τριακοσίων οπαδών της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Κι όμως. Εάν κάποιος έκλεινε τα μάτια του και άκουγε μόνο τα συνθήματα, τότε θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα μεγάλο μπλοκ της ΓΣΕΕ ή της ΑΔΕΔΥ. Συντηρητικά συνθήματα, στην πλειοψηφία τους αυστηρά συνδικαλιστικά, με τα λίγα που ξέφευγαν να αφορούν στους πρόσφυγες ή σε μια αόριστη καταδίκη του Ιμπεριαλισμού. Με λίγα λόγια, είχες μια μικρή διαδήλωση κομμουνιστών που παρίστανε το μαζικό κίνημα (το ίδιο και χειρότερο γινόταν λίγα τετράγωνα πιο πέρα, στη διαδήλωση του ΠΑΜΕ, με τη διαφορά ότι εκεί οι περισσότερες σημαίες ήταν άσπρες και έγραφαν “ΠΑΜΕ”). Το μαζικό κίνημα ήταν λοιπόν έτοιμο, στημένο, το είχαν στήσει οι κομμουνιστές, και απλά περίμενε (περιμένει) τις μάζες να το… μαζικοποιήσουν.
Τι σχέση έχει το παραπάνω σχόλιο με το θέμα που υποσχέθηκα να αναπτύξω? Θα δούμε παρακάτω.
Το “όνειρο” ενός κομμουνιστή που μάχεται στο σωματείο του ενάντια σε λογικές ανάθεσης είναι η ολόψυχη συμμετοχή των συναδέλφων του στη ζωή του σωματείου. Η παρουσία τους και η ουσιαστική συμβολή τους στην επεξεργασία θέσεων στις γενικές συνελεύσεις, ο διαρκής έλεγχος των εκλεγμένων εκπροσώπων, η στήριξη των αποφάσεων και η συντεταγμένη, μαζική δράση σύμφωνα μ’αυτές, όλα αυτά μαζί θα ήταν ο θάνατος της ανάθεσης, ένα σωματείο πρότυπο εργατικής δημοκρατίας. Εδώ ακριβώς θα πρέπει να κάνουμε μια στάση, και να αναρωτηθούμε αν αυτός ο πόθος είναι έγκυρος, πολύ περισσότερο αν δικαιούμαστε να προβάλλουμε αυτόν μας τον πόθο σαν μέτρο της υγείας στην πολιτική συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας. Τελικά, οφείλουμε να αναρωτηθούμε μήπως αυτή η σύγχυση μεταφέρεται και στα καθήκοντα που βάζουμε στους εαυτούς μας, και καταλήγουμε να κυνηγάμε την άκρη του ουράνιου τόξου και στη συνεχή απογοήτευση.
Τα σωματεία δεν υπάρχουν για να φέρουν τον Κομμουνισμό. Τα σωματεία είναι μέρος του κύκλου της μισθωτής εργασίας. Οι άνθρωποι εντάσσονται σ’αυτά για να διαπραγματευτούν με το αφεντικό τους όρους της εργασίας τους. Για να το κάνουν αυτό πρέπει να έχουν ένα σωματείο που το αφεντικό αποδέχεται και να μιλούν για λογαριασμό τους συνάδελφοι με την ειδική ικανότητα να είναι αμφίπλευρα αξιόπιστοι (όσο είναι αυτό δυνατό): να μεταφέρουν τις ανάγκες και τα αιτήματα των συναδέλφων τους προς το αφεντικό, άλλα “σε λογικά πλαίσια” ώστε εκείνο να μην απορρίπτει τη διαπραγμάτευση μαζί τους. Αυτή είναι η “κανονικότητα” ενός σωματείου. Είναι ένας αστικός θεσμός, προορισμένος για ένα αστικό καθήκον. Λογικό είναι ότι γεννά και αναπαράγει αστική νοοτροπία. Οι συνάδελφοι εκλέγουν και αποσύρονται, ώστε να μην είναι και πολύ ορατοί στους επιστάτες και το αφεντικό, κοιτούν “τη δουλειά τους” αποφεύγοντας τα μπλεξίματα. Ο συνδικαλιστής που εκλέγουν κάνει τις επαφές με τη διοίκηση για λογαριασμό τους και σιγά-σιγά οι υποθέσεις τους αφήνονται στις ικανότητές του, στον τρόπο που διαχειρίζεται τις σχέσεις του με τους από πάνω. Τελικά, ο συνδικαλιστής αυτονομείται, λογοδοτεί μόνο αόριστα στη βάση που τον εξέλεξε, την οποία φτάνει να αντιμετωπίζει σαν δεξαμενή ψηφοφόρων, που περιστασιακά επιβραβεύεται με κάποια αποκλειστική πληροφορία ή μια εξυπηρετησούλα. Γνωρίζω πως αυτή η περιγραφή ακούγεται ισοπεδωτική και άδικη τόσο προς την εσωτερική ζωή κάποιων σωματείων όσο και προς τον κόπο ορισμένων αγωνιστών συνδικαλιστών, όμως αυτή είναι η βασική εικόνα και όλα τα υπόλοιπα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν εξαιρέσεις. Χρήσιμος και ρεαλιστικός συνδικαλισμός θεωρείται εκείνος που, χωρίς να πολυανακατεύει τους συναδέλφους, διαχειρίζεται τις υποθέσεις τους. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση συναντά τις περισσότερες φορές την άρνηση και την απροθυμία των ίδιων των συναδέλφων. Στις περιπτώσεις δε που κάποιος επιχειρεί να αποκαλύψει τη σύνδεση ενός επιχειρησιακού ή κλαδικού αιτήματος με ένα γενικότερο πολιτικό σχέδιο ή αγώνα, εκεί τρώει σίγουρα τα μούτρα του, μιας και “εμείς έχουμε τα προβλήματά μας τώρα να λύσουμε όπως μπορούμε”.
Η ζωή του σωματείου λοιπόν δημιουργεί αστική και όχι κομμουνιστική νοοτροπία, η ζωή του σωματείου είναι δομημένη πάνω στις σκαλωσιές της ανάθεσης. Έχοντας γράψει όλα αυτά, πρέπει τώρα να εξηγήσουμε πώς στο καλό γίνεται και παρατηρούμε και τα αντίθετά τους. Πώς γίνεται και σε κάποια σωματεία η εκλογική δύναμη των επαναστατών είναι τόσο μεγάλη που καταντά ασύμβατη με τη γενική επιρροή τους στην κοινωνία? Πώς γίνεται και σε ορισμένες περιόδους η συμμετοχή στις συνελεύσεις και τις απεργίες είναι τόσο μεγάλη που διαψεύδει την παραπάνω “σκοτεινή” περιγραφή για σωματεία από τη φύση τους βουτηγμένα στην ανάθεση? Πώς γίνεται και μέσα από συνδικαλιστικούς αγώνες ξεπηδούν νέες γενιές επαναστατών?
Οι απαντήσεις μας δεν χρειάζονται εξωτικές εξηγήσεις. Ο λόγος που οι συνάδελφοι μάς ψηφίζουν σε κάποια σωματεία (στη δική μας Ομοσπονδία το άθροισμα της Αριστεράς ξεπερνούσε το 60% στις προηγούμενες εκλογές με μεγάλο μέρος αυτού να πηγαίνει στο ΚΚ και την άκρα Αριστερά) είναι επειδή είμαστε “φωνακλάδες”. Στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που μας στηρίζουν, το κάνουν όχι εξαιτίας, αλλά παρά το γεγονός ότι είμαστε κομμουνιστές. Προφανώς έχει σημασία που κάποιος διαλέγει τον επαναστάτη από τον δεξιό ή το τσιράκι του αφεντικού, δεν σκοπεύω να το μειώσω αυτό, όμως ακόμη κι έτσι ο συνάδελφος γνωρίζει πως θα τρέξουμε για την υπόθεσή του όσο μπορούμε και με ειλικρίνεια, γι’αυτό μας στηρίζει. Για να απαντήσουμε στο δεύτερο ερώτημα, αρκεί να αναρωτηθούμε πότε στα τελευταία χρόνια η συμμετοχή στις συνελεύσεις και τις κινητοποιήσεις των σωματείων ήταν μαζική. Η εμπειρία δεν αφήνει περιθώρια ποικίλων απαντήσεων: Κάθε φορά που τα σωματεία κινητοποιήθηκαν μαζικά υπήρχε στον ορίζοντα μια πιθανή (ή ακόμη και φανταστική) διαπραγμάτευση, μια άμεση διεκδίκηση, η προσμονή καταιγιστικών εξελίξεων. Αυτό ισχύει τόσο για τις κλαδικές απεργίες, όσο και για τις γενικές πολιτικές απεργίες, οι οποίες ήταν τόσο πιο μαζικές όσο ακουμπούσαν το στόχο του ροκανίσματος κυβερνητικών πλειοψηφιών. Η μαζική συμμετοχή λοιπόν δεν ήταν απόδραση από τη διαπραγμάτευση, αλλά έκφραση μιας συλλογικής αίσθησης ότι η διαπραγμάτευση χρειάζεται την παρουσία μας στο δρόμο. Σ’αυτές τις στιγμές της μαζικής συμμετοχής είναι που η κανονικότητα του σωματείου γίνεται κομμάτια. Μια μεγάλη κινητοποίηση δεν μπορεί να είναι υπόθεση των “ειδικών”, για να πετύχει πρέπει να μοιραστούν ανακοινώσεις, να γίνουν ενημερώσεις, να στηθούν απεργιακές επιτροπές και επιτροπές αγώνα που συντονίζουν τη δράση τους. Το “ΔΣ” παύει να είναι αποτελεσματικό εργαλείο, οι συνάδελφοι μαζί με τον οργανωτικό τους ρόλο αποκτούν και φωνή, οι συνελεύσεις και οι συσκέψεις μετατρέπονται σε εργαστήρια πολιτικής. Με λίγα λόγια, είναι σ’αυτές τις σπάνιες στιγμές που οι εργαζόμενοι σηκώνουν το πέπλο της αστικής μοιρολατρίας και της ανάθεσης και κρυφοκοιτάζουν τον εναλλακτικό κόσμο της εργατικής δημοκρατίας. Με τη λήξη του αγώνα, οι περισσότεροι συνάδελφοι επιστρέφουν στην κανονικότητα, όμως η εμπειρία της αυτο-οργάνωσης αλλάζει τη συνείδηση μιας -μικρής ή λίγο μεγαλύτερης- μειοψηφίας. Η κομμουνιστική συνείδηση γεννιέται ενάντια στην κανονικότητα του συνδικαλισμού και όχι εξαιτίας της.
Όποιος συναρτά την πολιτική του παρέμβαση στα σωματεία με τους κύκλους του παροδικού απεγκλωβισμού των συναδέλφων του από τη λογική της ανάθεσης, πολύ απλά δεν κάνει τίποτα για να προετοιμάσει αυτόν τον απεγκλωβισμό.
Αν δεν θέλουμε να ξεγελάμε τους εαυτούς μας, πρέπει να δούμε σοβαρά την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στο εργατικό κίνημα της χώρας: άμαζες συνελεύσεις, απεργιακές κινητοποιήσεις συμβολικού χαρακτήρα, πλήρης απόγνωση σε σχέση με την πολιτική εναλλακτική. Η μεγάλη μάχη του Μνημονίου ΙΙΙ χάθηκε χωρίς να δοθεί, όπως κι εκείνη η “πολυαναμενόμενη” του Ασφαλιστικού. Επιβεβαιώνοντας τον παραπάνω συλλογισμό μου, οι μόνες μάχες που είχαν ένα στοιχείο δυναμικότητας ήταν συνδεμένες με κάποια ελπίδα διαπραγμάτευσης ή άμεσης διεκδίκησης (όπως οι κινητοποιήσεις των αναπληρωτών εκπαιδευτικών). Είναι δεδομένο ότι σ’αυτή τη “μαύρη” περίοδο οι κομμουνιστές δεν πρόκειται να σταματήσουν την προσπάθεια της εμπλοκής των συναδέλφων στη ζωή του σωματείου. Αρκεί όμως αυτό? Κατά τη γνώμη μου, εδώ και 6 χρόνια έχουμε περάσει στην περίοδο που οι μεγάλες διαπραγματεύσεις έχουν πεθάνει. Όμως, το να περιμένει κανείς ότι το επόμενο μεγάλο ξέσπασμα θα χαρακτηρίζεται από ουσιωδώς διαφορετικές αυταπάτες επιστροφής στην προ κρίσης ομαλότητα “επειδή έτσι”, επειδή “συσσωρεύτηκαν πολύτιμες εμπειρίες”, επειδή “οι μάσκες έπεσαν”, αυτό θα ήταν εγκληματική αφέλεια. Αυτές τις μέρες συμπληρώνουμε έναν χρόνο από τη μάχη του ΟΧΙ και το πραξικόπημα του ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στο 61%. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: αφού η επαναστατική Αριστερά ήξερε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να το πάει μέχρι τέλους, πώς θα μπορούσε να αποτρέψει το πραξικόπημά του? Σ’αυτό εδώ το blog έχω επιχειρηματολογήσει εκτενώς για το ότι η επίκληση στο ΟΧΙ, που ακολούθησε το περασμένο καλοκαίρι και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ήταν χαμένη υπόθεση.
Ξαναγυρνάω στην εικόνα της πρωτομαγιάτικης πορείας. Υπάρχουν στιγμές που οι λιγοστοί επαναστάτες μιας πόλης μπορούν να γίνουν η ατμομηχανή μιας μαζικής κινητοποίησης, κι αυτό είναι ένα καθήκον που δεν πρέπει να αποφεύγουν. Όταν περνούμε όμως σε περίοδο που δεν δίνει τέτοιες στιγμές, τότε το κύριο καθήκον δεν είναι να παριστάνουμε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, αλλά η οικοδόμηση ενός συνειδητού δικτύου επαναστατών που θα διασφαλίσει ότι η επόμενη μεγάλη μάχη (που δεν θα την φέρουμε εμείς) θα δοθεί με άλλους όρους. Όσες κατάρες και να ρίξουμε στην ανάθεση, όσο κι αν τηρήσουμε κατά γράμμα τα καθήκοντα ενός αγωνιστικού συνδικαλισμού, η μεγάλη μάζα των συναδέλφων μας θα παραμείνει αδρανής γιατί πολύ απλά (ας το παραδεχτούμε) ούτε τα μεγαλύτερα επαναστατικά κόμματα στην Ιστορία δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μεγάλα κινήματα αναντίστοιχα με την εποχή τους. Αυτή τη στιγμή η κύρια δουλειά μας δεν είναι μ’αυτό το κομμάτι, αλλά με κείνο που μέσα από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου (που έληξε) είδε τη συνείδησή του να προχωρά, να μετατρέπεται σε πρωτοπορία. Μια αποφασιστική, οργανωμένη, επαναστατική κομμουνιστική μειοψηφία σε κάθε εργασιακό και κοινωνικό χώρο είναι σήμερα αναγκαιότητα. Το να παραμελούμε αυτό το καθήκον, το να συνεχίζουμε στην κινηματική πεπατημένη, δεν σημαίνει ότι θεμελιώνουμε ουσιαστική επαφή με την πλειοψηφία, αλλά αντίθετα ότι μοιραζόμαστε την απόγνωσή της και βυθιζόμαστε σ’αυτή.
Οι σκόρπιες σκέψεις μου για το ζήτημα σταματούν εδώ. Για το ποιος μπορεί να είναι ο φορέας εκείνος που θα αναλάβει το καθήκον που περιγράφω, δεν θέλω να μιλήσω. Εδώ και αρκετά χρόνια (από τότε που το κίνημα ήταν ακόμη στα πολύ πάνω του ακόμα) δεν βλέπω κανέναν φορέα που να συγκεντρώνει ή έστω να ενδιαφέρεται να συγκεντρώσει τα χαρακτηριστικά που πιστεύω ότι χρειαζόμαστε. Μ’αυτήν την έννοια ίσως όλο το παραπάνω κείμενο τινάζεται στον αέρα, αλλά προτιμώ να κλείσει έτσι, παρά με συνειδητή (αυτο)εξαπάτηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις αμμουδιές του εθνικού πανικού

Όταν σφαγιάστηκε η Χημεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν άνοιξε ρουθούνι. Δυο-τρεις ανακοινώσεις, μια διαμαρτυρία της ΕΕΧ κι αυτό ήταν όλο. Το αντικείμενό μου καταλαμβάνει πια μόλις 45 λεπτά του εβδομαδιαίου προγράμματος, σε απόλυτη αναντιστοιχία με το γεγονός ότι η Χημεία είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη Επιστήμη στο σύγχρονο κόσμο.

Κόπηκε μέρα μεσημέρι. Κι όμως, δεν βγήκε κανείς να φωνάξει πόσο ζημιώνεται το έθνος μας, πόσο κουτσουρεμένη βγαίνει η σκέψη των παιδιών, πόσο εύκολα απαρνούμαστε κομμάτι της πολιτιστικής και επιστημονικής μας κληρονομιάς. Δεν είχαμε ιντερνετικές εξομολογήσεις για το πόσο ανυπομονούσαν διάφοροι για το μάθημα της Χημείας, πώς τους ενθουσίαζε. Δεν είχαμε δημόσιο αυτομαστίγωμα του τύπου “πραγματικά λυπάμαι τον εαυτό μου που δεν έμαθα Χημεία όταν έπρεπε”. Πολύ περισσότερο, οι άνθρωποι που υποστήριξαν -με τα δικά τους επιχειρήματα- τη μείωση των ωρών διδασκαλίας της Χημείας δεν χαρακτηρίστηκαν από κανέναν ως “ανθέλληνες”, ως επικίνδυνοι, ως “αναρωτιέμαι πώς τους επιτρέπουν να διδάσκουν στα σχολεία μας”. Ακόμη και σήμερα η συζήτηση στον επιστημονικό κόσμο για την αυτονομία της διδασκαλίας των ξεχωριστών κλάδων των Φυσικών Επιστημών είναι εντονότατη, μα κατηγορίες τέτοιου τύπου δεν έχουν ακουστεί.

Τι στο καλό συμβαίνει λοιπόν με τη συζήτηση για τη μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο? (αυτή είναι η πραγματική συζήτηση. Όλα τα υπόλοιπα είναι φασαρία εκ του πονηρού). Γιατί αυτή η ένταση και το άγχος?

LinA

Παρένθεση. Οικογενειακό μαζικό τραπέζωμα. Όλοι χαρούμενοι, είχαν καιρό να βρεθούν, αγκαλιάζονται, λένε τα νέα τους. Τρώνε, συζητούν. Κάποια στιγμή, κάποιος λέει τη λάθος κουβέντα, μια κουβέντα που θα μπορούσε και να πέσει κάτω. Μέσα σε λίγα λεπτά το τραπέζωμα έχει διαλυθεί, πικρά λόγια λέγονται, ιστορίες από παλιά ζωντανεύουν σε διάφορες βολικές εκδοχές και φεύγουν όλοι στενοχωρημένοι και “σιγά μην ξαναπατήσω εγώ στης μάνας σου” ή κάτι τέτοιο.

Έτσι συμβαίνει στις οικογένειες που έχουν άλυτα προβλήματα, προβλήματα συγκρότησης, ένοχα μυστικά…

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την πρόταση για μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο?

Η ένταση της σημερινής συζήτησης δεν δικαιολογείται από το ίδιο το αντικείμενό της. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τα “αρχαία” αυτό για το οποίο συζητάμε, όσο κι αν κανείς νομίζει ότι αυτό κάνει. Η πρόταση για τη χαλάρωση των “αρχαίων” είναι η λάθος κουβέντα στο οικογενειακό τραπέζωμα. Είναι η κουβέντα που θυμίζει στην οικογένεια το ένοχο μυστικό της, το πτώμα που κρύβει στο υπόγειο.

Η συζήτηση για τα “αρχαία” ξαναφέρνει στην επιφάνεια όλους τους καταστατικούς μύθους του Ελληνικού κράτους, της αδιατάραχτης συνέχειας, της ομοιογένειας, της καθαρότητας, του ίδιου του συστατικού του δικαιώματος. Ξαναζωντανεύει το γλωσσικό πόλεμο, αυτόν τον εξαιρετικό -μα καλά κρυμμένο- συνοδοιπόρο του ταξικού πολέμου, φέρνει στην επιφάνεια όλο εκείνο το απεχθές, πολιτικά ετερόκλητο, φάσμα των νεοκαθαρευουσιάνων και των υπέρμαχων του “πολυτονικού”, των “ν” του “ως” και της “πειθαρχίας που σε διδάσκει η αρχαία Ελληνική”. Πάνω απ’όλα, ξεσκάβει το πτώμα του πολιτισμικού και γλωσσικού πλούτου αυτού του τόπου που τσακίστηκε με λύσσα πότε από το χωροφύλακα, πότε από το δάσκαλο και πότε από το διπλωμάτη.

Αυτή είναι η πηγή της έντασης, σ’αυτή πρέπει να τοποθετηθούμε. Η Ελληνική Αριστερά κάποτε σήκωσε αυτή τη μάχη αναδεικνύοντας διανοητικούς γίγαντες και μεγάλους δασκάλους. Ας ξαναπιάσουμε το νήμα τους.

 

 

*  Κάποιοι λένε ότι η συζήτηση για τα “αρχαία” είναι παρελκυστική. Ότι προωθείται πονηρά για να μην δούμε το πραγματικό ζήτημα που είναι οι περικοπές που γίνονται στην εκπαίδευση. Η απάντησή μου είναι ότι αν μια συζήτηση σηκώνει τέτοια αναστάτωση μέσα στην κοινωνία, τότε είναι μια συζήτηση που οφείλει να γίνει. Ακόμη, εάν απειληθεί έστω και μια διδακτική ώρα συναδέλφου, εγώ προσωπικά θα είμαι, όπως πάντα, στο δρόμο. Την προηγούμενη φορά που απειλήθηκαν συνάδελφοι/ισσες μας, με τις διαθεσιμότητες που έφερε η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Κουβέλη, βγήκαμε σε μια απεργία με συμμετοχή χωρίς προηγούμενο και σε μαχητικές κινητοποιήσεις που κράτησαν μέχρι και την αποκατάσταση των ανθρώπων μας. Δεν είμαι σίγουρος, και πες ό,τι θες, πως στο στρατόπεδο των κεντρικών δημόσιων υπερασπιστών των “αρχαίων” υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συμπαραστάθηκαν στον αγώνα μας τότε ή πρόκειται να συμπαρασταθούν αν κινδυνέψουν συνάδελφοι φιλόλογοι. Πάλι εμείς θα είμαστε στο δρόμο και πάλι εκείνοι θα λένε για περιττούς τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους…

** Κάτι ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον, που αξίζει νομίζω να το γράψω εδώ. Την άποψή μου για τη διδασκαλία των “αρχαίων” και ιδιαίτερα για την ιδεολογική χρήση της τη λέω με κάθε ευκαιρία και φυσικά την είπα και τώρα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υπέθεσαν αυτόματα, χωρίς καν να το σκεφτούν ελπίζω, ότι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι θεωρώ τα “αρχαία” δύσκολα, ότι δεν ήμουν καλός σ’αυτά σαν μαθητής, ότι δεν τα αγαπώ. Δεν τους πέρασε καν απ’το μυαλό ότι η θέση μου αυτή μπορεί να ξεκινά από το ακριβώς αντίθετο. Δεν είναι βλάκες (κάποιοι απ’αυτούς τουλάχιστον), μα αυτό δείχνει τη φύση της συζήτησης που λέγαμε παραπάνω: Εμείς που δεν θέλουμε τα “αρχαία” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο τα μισούμε ενώ οι άλλοι που τα θέλουν τα αγαπούν. Σωστά. Ακόμη κι αν πρόκειται για ανθρώπους που η μόνη τους σχέση με την αρχαιότητα είναι κάτι περικεφαλαίες που φορούσαν στα συλλαλητήρια του 1992, ίσως και μερικοί “αρχαιοελληνικού” τύπου χαρακτήρες στα πανώ των υποστηρικτών της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Ελλάδας…

*** Για το γλωσσικό πόλεμο δεν θα πω εδώ πολλά, έχω ξαναγράψει. Αν και νομίζω ότι η άποψή μου καλύπτεται απ’αυτήν την υπέροχη σκηνή με τον αγαπημένο ηθοποιό, Γιώργο Γαβριηλίδη, που θα τη δεις αν πατήσεις πάνω στην εικόνα του. Enjoy! (από το αρχαιοελληνικό “εντζόυ”)

gg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φαντασία, ma non troppo…

Με το σημερινό ποστ θα στενοχωρηθούμε λίγο, το ξέρω. Θα το γράψω όμως γιατί δεν είναι σωστό να κρατάμε κάποια πράγματα μέσα μας.
Κυκλοφορεί ξανά στα “μέσα” μια διάλεξη του γνωστού και αγαπημένου Ευγένιου Τριβιζά από ένα TEDx του 2013 (για τη σαχλαμάρα που λέγεται TED ελπίζω κάποια στιγμή να βρω χρόνο να βγάλω εδώ μέσα όση χολή της αρμόζει, αλλά όχι τώρα). Σ’αυτή του τη διάλεξη, ο Τριβιζάς μιλά για τις αρετές της φαντασίας και την κακή σχέση της εκπαίδευσης μ’αυτήν. Η διάλεξη δυστυχώς είναι τυπικό δείγμα TED (αοριστίες, μανιπουλάρισμα του κοινού, ύμνοι στην “καινοτομία”), και μιας και βλέπω αγαπητούς μου φίλους να την αναπαράγουν και να την επικροτούν, ας πω κι εγώ μια άλλη γνώμη μπας και βγάλουμε άκρη.

trivizas

Για αρχή, θέλω να σου πω ότι δεν μου αρέσει καθόλου μα καθόλου το τσαλαβούτημα στην Επιστήμη για εύκολο εντυπωσιασμό. Ο Τριβιζάς, μπλέκει στη διάλεξή του την παραμυθική φαντασία με την φαντασία στην επιστημονική έρευνα, αδιαφορώντας για την έκταση της συμβατότητάς τους. Αντίθετα, ενισχύει τη γενική σύγχυση αναφέροντας ποιητικές εκφράσεις γνωστών επιστημόνων σαν απόδειξη του ρόλου που παίζει η φαντασία στην Επιστήμη. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι φαίνεται πως δεν τις έχει κατανοήσει, ας σκεφτούμε ότι πίσω από μια ποιητική έκφραση ενός επιστήμονα για ένα φυσικό φαινόμενο δεν κρύβεται απλά η “φαντασία”, αλλά η σκληρή και απογοητευτική καθημερινή δουλειά, κρύβεται μια θεωρία, κρύβονται ανελέητα Μαθηματικά και ΦυσικοΧημεία. Επίσης, ας μην υπερεκτιμούμε τη δυνατότητα ακόμη και μεγάλων επιστημόνων να πετυχαίνουν τις κατάλληλες εκλαϊκεύσεις της θεωρίας τους ή διδακτικά άρτιες ποιητικές μεταφορές της. Έχουμε σχολιάσει ξανά σε τούτο το blog τη λανθασμένη αποφθεγματική χρήση των επιστημονικών θεωριών σαν γαρνιτούρα άρθρων και διαλέξεων κι ο Τριβιζάς δεν αποφεύγει το ατόπημα αυτό.
Ας μπούμε όμως στο ψητό. Το παράπονο του Τριβιζά, και έχει 100% δίκιο σ’αυτό, είναι πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα σκοτώνει τη φαντασία. Το ίδιο, με λίγο πιο άνετο ύφος, μας έλεγε πριν από λίγα χρόνια και ο κύριος Robinson σε αντίστοιχες διαλέξεις που έσπαγαν τα ρεκόρ των views και των like στα “μέσα”. Τίποτα καινούργιο εδώ. Όποιος έχει παίξει τρίλιζα και ναυμαχία την ώρα των Αρχαίων, γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι το σχολείο καταπιέζει τη φαντασία. Όποιος έχει δει ένα υπέροχο (ή έτσι νόμιζε όταν το έγραφε τέλος πάντων) γραπτό του να του επιστρέφεται γεμάτο κόκκινες διαγραφές δεν υπάρχει περίπτωση να διαφωνήσει με τους Τριβιζά και Robinson. Γιατί όμως?
Αν παρατηρήσει κανείς αυτές τις διαλέξεις, θα διαπιστώσει ότι αποφεύγουν με-μικρή ή μεγαλύτερη- μαεστρία το βασικό ερώτημα. Το ζήτημα δεν είναι να πεις με ωραία λόγια αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα επιτίθεται στη φαντασία, αλλά το γιατί το κάνει. Κι εκεί οι Τριβιζάς και Robinson δεν μας λένε απολύτως τίποτα. Ή μάλλον, κάτι μας λένε. Ο Τριβιζάς μας αναφέρει το παράδειγμα του “αόρατου καγκουρώ”, για το οποίο δέχτηκε την επίπληξη μιας “ηλικιωμένης εκπαιδευτικού”, που δεν καταλάβαινε γιατί τα παιδιά θα έπρεπε να κοιτούν ένα καγκουρώ που δεν υπάρχει στ’αλήθεια. Βλέπεις? Εδώ δεν είναι το “εκπαιδευτικό σύστημα” που σκοτώνει τη φαντασία. Είναι η “ηλικιωμένη εκπαιδευτικός”. Στη μόνη στιγμή που έφτασε να ονοματιστεί ο ένοχος, αυτός ήταν ο εκπαιδευτικός. Όχι τυχαία.
Σε τούτο το blog έχουμε αφιερώσει πολλά ποστ στο ίδιο θέμα. Όμως το έχουμε κάνει με μια -ενοχλητική για κάποιους- εμμονή. Την ανάδειξη της βασικής αιτίας που το σχολείο μας καταπιέζει τη δημιουργική και κριτική σκέψη. Έχουμε μιλήσει για το ρόλο του σχολείου σα μηχανισμό εκπαίδευσης της εργατικής τάξης, σα μηχανισμό ταξικής κατανομής, σα μηχανισμό κατήχησης. Έχουμε πει ότι το βασικό πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι ότι είναι η εκπαίδευση του καπιταλισμού. Είμαι σίγουρος ότι αυτό ακούγεται “ξύλινο”, αλλά ας απαντήσουμε: θα μπορούσε το καπιταλιστικό σχολείο να διαμορφώνει μαζικά προσωπικότητες που θα αμφισβητούσαν το ίδιο το σύστημα? Πού στο διάολο χωρά η δημιουργικότητα, η κριτική σκέψη και η φαντασία σε ένα εργοστάσιο παραγωγής υπάκουων εργαζομένων?
Αν ο Τριβιζάς αποφεύγει στη διάλεξη του το βασικό ερώτημα “γιατί το Σχολείο μας σκοτώνει τη Φαντασία?”, δεν συμβαίνει το ίδιο με το ερώτημα “τι μας χρειάζεται η Φαντασία?”. Εκεί μας δίνει μια πολύ σαφή εικόνα της λογικής του. Η φαντασία συνδέεται απ’ευθείας με την ιδέα της καινοτομίας: κάποιος επινόησε την ηλεκτρική σκούπα, κάποιος άλλος τα post-it, ένας τρίτος το βέλκρο. Η φαντασία είναι το μέσο με το οποίο το άτομο “ξεχωρίζει”, κάνει την εφεύρεση, γίνεται πλούσιο. Στο κάτω-κάτω, όπως ξεκάθαρα μας λέει ο παραμυθάς μας, “αν είχαμε περισσότερους τέτοιους εφευρέτες, θα βγαίναμε γρηγορότερα από την κρίση”. Αν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό, σε ένα άλλο σημείο μας διαβεβαιώνει ότι είναι η φαντασία που παράγει τον πλούτο και όχι η εργασία. Όχι λοιπόν, για τον υπέρμαχο της φαντασίας, αγαπητό κύριο Τριβιζά, ο πλούτος του κόσμου δεν παράγεται από την εργασία δισεκατομμυρίων προλετάριων, μα από τη φαντασία κάποιων εξαιρετικών προσωπικοτήτων (έρμε Κάρολε…).
Στο τέλος της διάλεξης, ο Τριβιζάς μας μιλάει για το “πείραμα του συνδετήρα”. Πόσες διαφορετικές χρήσεις ενός συνδετήρα μπορείτε να φανταστείτε? Εκείνοι που μπορούν να φανταστούν πολλές, είναι τα εξαιρετικά άτομα, εκείνα που θα πάνε τον κόσμο μας μπροστά. Αν κάτι μας χρειάζεται, σύμφωνα με τον Τριβιζά, είναι περισσότεροι άνθρωποι που να φαντάζονται πολλές χρήσεις του συνδετήρα, όπως τα μικρά παιδιά, πριν το σχολείο “τους σκοτώσει την φαντασία”. Έχω άλλη άποψη. Είναι πλέον βέβαιο πως κάθε τεχνολογική πρόοδος, κάθε “καινοτομία”, κάθε “φανταστική επινόηση εξαιρετικών ανθρώπων” είναι καταδικασμένη να εξυπηρετεί τη βαρβαρότητα στην οποία βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο καθημερινά. Αν είναι κάτι που μπορεί να δώσει ελπίδα σ’αυτή την ετοιμοθάνατη ανθρωπότητα, αυτό είναι άνθρωποι που μπορούν να φανταστούν, και να πραγματώσουν, έναν άλλο τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας, απαλλαγμένο από τη σαπίλα του καπιταλισμού.
Ελπίζω να προλάβουμε να δούμε αυτόν τον νέο κόσμο της ισότητας, της απόλυτης Ελευθερίας και της αχαλίνωτης φαντασίας. Ελπίζω να τον προλάβουμε όλοι, κι εγώ και ο Ευγένιος Τριβιζάς. Και τότε, όχι απλά θα του χτυπήσω το ότι είχα δίκιο, αλλά θα τον προκαλέσω και σε έναν αγώνα δρόμου καβάλα σε κβαντικά λάμα που θα φτύνουν καραμέλες.

Και πάλι για το σκίτσο του CH

Σπάνια το κάνω αυτό σ’αυτό το blog, αλλά ετούτο το post είναι συνέχεια του ακριβώς προηγούμενου (κάνε αν θες τον κόπο να το διαβάσεις).

Από την πλευρά των ανθρώπων που εκτίμησαν το (ρατσιστικό, κατά τη γνώμη μου) σκίτσο στο CH σαν κάτι που τοποθετείται στην απελευθερωτική πλευρά, ακούστηκαν διάφορα επιχειρήματα, άλλα σοβαρά και άλλα ακατανόητα και απολογητικά. Από τα σοβαρά επιχειρήματα ξεχωρίζω δυο, που σε ένα βαθμό επικαλύπτονται, και επιχειρώ εδώ να απαντήσω. Πριν το κάνω αυτό όμως, οφείλω να σου πω ότι αν συζητάμε σήμερα και πάλι για το σκίτσο του CH δεν είναι επειδή ψειρίζουμε τη μαϊμού. Αυτή η συζήτηση δεν θα γινόταν με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση αν το συγκεκριμένο σκίτσο είχε δημοσιευτεί σε ένα έντυπο της άλλης πλευράς.

Το πρώτο από τα επιχειρήματα υπερασπίζεται το σκίτσο σαν σαρκαστικό. Το σκίτσο, λέει, περιέχει σαρκασμό τον οποίο δεν πιάσαμε εμείς που το κατακρίνουμε. Εκείνο που δεν μας λέει αυτό το επιχείρημα, και γι’αυτό είναι ελλιπές είναι το γιατί δεν το πιάσαμε. Η μια απάντηση θα ήταν ότι είμαστε ηλίθιοι, η οποία απορρίπτεται αφ’ενός γιατί δεν μας συμφέρει και αφ’ετέρου γιατί αν ήταν έτσι δεν θα είχε γίνει όλη αυτή η κουβέντα. Η άλλη θα ήταν ότι δεν είμαστε εκπαιδευμένοι στο ιδιαίτερο χιούμορ του CH. Δεν μπορώ να σου αποδείξω αυτό που θα πω, όμως κι αυτό απορρίπτεται μιας και γνωρίζω πως μεταξύ εκείνων που βρήκαν το σκίτσο ρατσιστικό υπάρχουν άνθρωποι πολύ, μα πολύ, καλά εκπαιδευμένοι στο συγκεκριμένο χιούμορ. Η τρίτη, είναι η δική μου απάντηση: δεν πιάσαμε το σαρκασμό γιατί ο σαρκασμός δεν υπήρχε. Ένα πετυχημένο σαρκαστικό σκίτσο περιέχει το κλειδί που θα κινητοποιήσει τον δέκτη στην κατεύθυνση του ατόπου, της αντίφασης, της υπερβολής και άρα του σαρκασμού. Το συγκεκριμένο σκίτσο δεν είχε τέτοιο κλειδί. Αντίθετα, όλες οι επιλογές του, από το σχέδιο μέχρι τη λεζάντα, ήταν απόλυτα και μονοσήμαντα συνεπείς. Δεν θέλω να ποστάρω το σκίτσο εδώ, όμως μπορείς πολύ εύκολα να το βρεις παντού. Κοίτα το, μελέτησέ το όσο θες, μα κλειδί που να υποδηλώνει το σαρκασμό δεν θα βρεις. Κι εδώ όμως υπάρχει ένας αντίλογος. Ότι το κλειδί δεν βρίσκεται στο ίδιο το σκίτσο, αλλά έξω απ’αυτό. Ότι δηλαδή, γνωρίζοντας πως ο σκιτσογράφος δεν είναι ρατσιστής, τότε αμέσως το σκίτσο γίνεται αντιληπτό ως σαρκαστικό. Συγγνώμη, αλλά στο δικό μου σύστημα λογικής αυτό το επιχείρημα έχει την ίδια αξία με τη φράση “το Μνημόνιο της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι Μνημόνιο επειδή η κυβέρνηση Τσίπρα είναι αντιμνημονιακή”.

Το δεύτερο από τα σοβαρά επιχειρήματα είναι ότι το σκίτσο ξεσκεπάζει τις ρατσιστικές αντιλήψεις. Είναι να αναρωτιέται κανείς όμως, τι ακριβώς κρυφό και άρρητο υπάρχει που να χρειάζεται ξεσκέπασμα? Τα περιστατικά της Κολωνίας τα χρησιμοποίησαν από την πρώτη στιγμή τα φασιστάκια του PEGIDA για να χύσουν το δηλητήριό τους. Το ίδιο πράγμα που λέει η λεζάντα του σκίτσου το λέει φωναχτά και περήφανα κάθε Ευρωπαίος ρατσιστής (όπως και κομμάτι της Ευρωπαϊκής “Αριστεράς και Προόδου”, δυστυχώς). Η λεζάντα του σκίτσου θα μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά μόνο εάν εκτόξευε στα άκρα το ρατσιστικό λόγο και μ’αυτό τον τρόπο ξεσκέπαζε τη βαρβαρότητα. Όμως ξαναλέω, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο, και ο καταραμένος λόγος γι’αυτό είναι γιατί ο δημόσιος ρατσιστικός λόγος δεν είναι πλέον συγκαλυμμένος μα απροκάλυπτος. Στην πραγματικότητα λοιπόν, ο κώδικας του σκίτσου έχει ήδη ξεπεραστεί από τα πράγματα, με τη δυσάρεστη συνέπεια όχι απλά να μην ξεσκεπάζει το ρατσιστικό λόγο, αλλά να τον προβάλλει, και μάλιστα ντύνοντάς τον και με ένα καλοφτιαγμένο (από τεχνικής άποψης) σκίτσο, που ο οπαδός της Μαρίν ΛεΠεν θα μπορούσε άνετα να κολλήσει στο παράθυρο του αυτοκινήτου του…

Δεν είμαι από κείνους που πιστεύουν ότι το έμβλημα που έγινε το άψυχο κορμί του μικρού Aylan δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται σε μια γελοιογραφία. Εάν το επιτρέψαμε να γίνει έμβλημα, κώδικας δηλαδή, σαν τέτοιο μπορεί φυσικά να χρησιμοποιηθεί. Προσωπικά, υπερασπίστηκα το CH στην περίπτωση προηγούμενου σκίτσου, που έδειχνε τον Aylan νεκρό κάτω από μια ρεκλάμα αλυσίδας JunkFood. Εκείνο ήταν σοκαριστικό, ήταν βλάσφημο, ενδεχομένως δεν άντεχες να το κοιτάς, μα έφτυνε τις αξίες μιας τελειωμένης κοινωνίας. Το προχθεσινό σκίτσο φτύνει τον Aylan.

Θα μου επιτρέψεις, αντί για επίλογο, να βάλω εδώ ένα σκίτσο του μακαρίτη Phil Evans, ενός σπουδαίου επαναστάτη μαρξιστή σκιτσογράφου. Στο σκίτσο αυτό, αν το παρατηρήσεις καλά και το συγκρίνεις με το σκίτσο του CH, θα καταλάβεις πιστεύω πώς επιτυγχάνεται ο σαρκασμός και το ξεσκέπασμα του κυρίαρχου λόγου, και γιατί το CH πέτυχε το ακριβώς αντίθετο.

*** Επειδή δεν είμαι εχθρός του CH, μάλλον το αντίθετο, θα κρατήσω μέχρι τέλους την ελπίδα πως κάποιος καλός γαλλομαθής θα μας εξηγήσει ότι το κλειδί για την κατανόηση του σαρκασμού βρίσκεται στην επιλογή των λέξεων. Μικρή ελπίδα…

Έναν χρόνο μετά, δεν είμαι Charlie

Καμιά φορά, ακόμη κι ένα θαρραλέο μέσο έκφρασης αποσυνδέεται σιγά-σιγά από το κοινωνικό ρεύμα που το έθρεψε όταν αυτό υποχωρεί. Τότε ή πεθαίνει ή γίνεται συνταγή, μανιέρα ας πούμε. Είναι όμως δυνατό σ’αυτή την περίπτωση, η ριζοσπαστική μορφή να κρατήσει τα χαρακτηριστικά της, υπηρετώντας όμως είτε τον εαυτό της, είτε και το εντελώς αντίθετο απ’το ιδρυτικό της υπόστρωμα.

Αφορμή γι’αυτή τη θολή ουβερτούρα είναι το ζήτημα του χιούμορ, που μας απασχολεί με κάποιο τρόπο σήμερα. Συγκεκριμένα, ένα απόλυτα βλάσφημο είδος χιούμορ, με αντίπαλο «τους πάντες και τα πάντα». Όταν, πιτσιρικάδες το ρουφούσαμε μέσα από το «Παρά Πέντε» και τη «Βαβέλ», ξέραμε ότι «τους πάντες και τα πάντα» σήμαινε «κάθε αξία και φορέα του παλιού κόσμου», ακόμη κι αν καμιά φορά αυτό το χιουμοριστικό πετροβόλημα μας στενοχωρούσε γιατί έθιγε κομμάτια του παλιού κόσμου που είχαν τρυπώσει μέσα μας χωρίς να τα καταλάβουμε. Αυτό το πετροβόλημα μας έκανε καλύτερους ανθρώπους.

Μ’αυτή την έννοια, ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε σε ποια πλευρά του οδοφράγματος στεκόταν αυτοί οι αγαπημένοι μας σκιτσογράφοι και κομίστες. Ξέραμε ότι, ακόμη κι όταν μας βαρούσαν ανελέητα, ήταν μαζί μας.

Με «τους πάντες και τα πάντα» όμως δεν μπορεί να εννοούμε εκείνες τις πτυχές της ζωής μας που μας δένουν αναγκαστικά με τον παλιό κόσμο. Ναι, ας μην έχουμε κανέναν σεβασμό! Ας κοροϊδέψουμε τον προλετάριο όταν κάθεται στον καναπέ του και καταναλώνει μαζική κουλτούρα, όταν είναι μοιρολάτρης, θεοσεβούμενος, φαλλοκράτης, του αξίζει. Αν τον κοροϊδέψουμε όμως επειδή είναι προλετάριος, τότε το πράγμα αλλάζει. Ας γελάσουμε όσο θέλουμε με το σύντροφό μας μετανάστη (κι εδώ θα διαφωνήσω με αρκετούς συντρόφους, το γνωρίζω) για κείνα τα στοιχεία της κουλτούρας του που θεωρούμε οπισθοδρομικά, αλλά τι πραγματικά λέμε όταν τον κοροϊδεύουμε επειδή είναι μετανάστης? Τι το αστείο υπάρχει στο να αναπαράγουμε «με καλλιτεχνική χάρη» τη χυδαιότητα των αφεντικών ενάντια στους καταπιεσμένους? Αυτό δεν είναι χιούμορ, και δεν είναι ούτε βλάσφημο, ούτε δημιουργικό, ούτε τίποτα. Απλά καθόμαστε σαν απρόσκλητοι βλάκες στο τραπέζι του αφεντικού και γελάμε με τα αστεία του.

Στο τελευταίο φύλλο του Charlie Hebdo δημοσιεύτηκε ένα εμετικό σκίτσο στο οποίο παρουσιαζόταν η συγκλονιστική εικόνα του νεκρού σώματος του προσφυγόπουλου Aylan, μαζί με εικόνες κακομούτσουνων μεταναστών που κυνηγούσαν Ευρωπαίες γυναίκες για να τις “χουφτώσουν”. Για να το καταλάβει και ο κάθε ηλίθιος, η λεζάντα έγραφε ότι αυτό θα γινόταν ο μικρός Aylan σε περίπτωση που ζούσε. Είναι βέβαιο ότι και σ’αυτή την περίπτωση το CH θα βρει υποστηρικτές, εκείνους που πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο σκίτσο (όπως και πολλά άλλα παλιότερα) είχε σαρκαστικό χαρακτήρα. Θα προσπαθήσουν να μας πείσουν πως στην πραγματικότητα το σκίτσο δεν ήταν ρατσιστικό, αλλά αντίθετα, ξεσκέπαζε τις σκέψεις των ρατσιστών. Λυπάμαι, δεν του φαίνεται. Η διαβεβαίωση ότι ο σκιτσογράφος που έφτιαξε αυτή τη μαλακία δεν είναι ρατσιστής δεν αρκεί για να αλλάξει το πρόσημο και την κατεύθυνση στο σαρκασμό του σκίτσου. Αντίθετα, μάλλον φανερώνει αυτό που έγραψα εισαγωγικά, ότι η φόρμα έχει πλέον αυτονομηθεί τόσο ώστε να υπηρετεί μόνο τον εαυτό της, πράγμα που σε μια εποχή σαν τη δική μας σημαίνει απλά ότι υπηρετεί τις κυρίαρχες προκαταλήψεις.

Goncharov

Πραγματικά δεν ξέρω τι θα γινόταν ο μικρός Aylan αν η ρατσιστική, ιμπεριαλιστική Ευρώπη του είχε επιτρέψει να ζήσει. Ακόμη κι αν ήξερα ότι θα γίνει αυτό που λέει το σκίτσο, πάλι δεν καταλαβαίνω πώς αυτό μπορεί να δώσει άλλη διάσταση στο συνειδητό φόνο εκείνου και χιλιάδων άλλων σαν εκείνον. Ελπίζω όμως ότι όλα αυτά τα παιδιά θα ζήσουν όπως τους αξίζει (στην Ευρώπη, στην πατρίδα τους, όπου θελήσουν. Δεν θα το αποφασίσω εγώ αυτό), θα μορφωθούν, θα ερωτευτούν και θα αγωνιστούν με όλα τα άλλα παιδιά για να δώσουν τέλος στον άθλιο κόσμο, το δικό μας κόσμο, που σκότωσε τον Aylan και τώρα κάνει πλακίτσα με την εικόνα του άψυχου κορμιού του.

Το Charlie πέρυσι τέτοιον καιρό περιγελούσε τους υποκριτές (δεξιούς πολιτικούς, παπάδες και δε συμμαζεύεται) που καμωνόταν τους φίλους του. Σήμερα μοιάζει να τους φλερτάρει. Ελπίζω, για πολλούς λόγους, η κατρακύλα να σταματήσει εδώ. Το γέλιο του βασανιστή πάνω απ’το θύμα του δεν είναι χιούμορ. Ας μην τα μπερδεύουμε άλλο.

Σβήνοντας αθόρυβα στο twitter…

Δεδομένο 1. Η Νέα Δημοκρατία, το κόμμα με τη μεγαλύτερη οργανωτική βάση αυτή τη στιγμή, είχε χθες εσωκομματικές εκλογές για τη θέση του προέδρου.

Δεδομένο 2. Πριν λίγες μέρες ξανακυκλοφόρησε η μούφα είδηση (hoax, που θα λέγαμε στο χωριό μου) για τον αστυνομικό που υπέκυψε τελικά στα τραύματα που του είχαν προκαλέσει οι “κουκουλοφόροι” το 2007.

Τι σχέση μπορούν να έχουν αυτά τα δύο δεδομένα? Πολύ απλά, τρεις(3) στους τέσσερις(4) υποψήφιους προέδρους της ΝΔ κοινοποίησαν τη μούφα μέσω των λογαριασμών τους στο twitter. Τρεις στους τέσσερις υποψήφιους πρωθυπουργούς (γιατί έτσι πάει με τη ΝΔ ή τουλάχιστον έτσι πήγαινε κάποτε) αυτής της χώρας δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν το κατά πόσο η είδηση για τον “άτυχο αστυνομικό” είχε κάποια αλήθεια.

Το γεγονός αυτό, όπως είναι λογικό, προκάλεσε τη δέουσα ιντερνετική καζούρα με αρκετά γουστόζικα σχόλια, ειρωνείες και μπινελίκια.

Είναι τραγικό. Γιατί όμως?

Ας θέσουμε για μια στιγμή κάποια ερωτήματα. Για ποιο λόγο θα έπρεπε οι επιφανείς νεοδημοκράτες μας να διασταυρώσουν την είδηση? Γιατί θα έπρεπε να κάνουν την αφαίρεση για να δουν ότι ο “άτυχος αστυνομικός” δεν θα μπορούσε καν (λόγω ηλικίας) να είναι διορισμένος τη χρονιά που υποτίθεται πως έγινε η επίθεση εναντίον του? Τόσες και τόσες μούφες κυκλοφορούν στο ίντερνετ, αυτή μας πείραξε?

Αν αυτά τα ερωτήματα ακούγονται σαν ελαφρυντικά για τους δεξιούς μας, θα δώσω ένα ακόμη μιας κι εγώ ο ίδιος, όπως και αρκετοί φίλοι μου έχουμε κοινοποιήσει ειδήσεις που αργότερα τις μασήσαμε, και μάλιστα ειδήσεις με “σημάδια”, δηλαδή λάθος ημερομηνίες, ανύπαρκτα πρόσωπα, φωτοσοπαρισμένες φωτογραφίες κλπ (ίσως αυτό να είναι και το κόστος της ταχύτητας της διάδοσης των πληροφοριών και της ελευθερίας που τη χαρακτηρίζει).

Ισχύει εδώ ένας γενικότερος κανόνας, ότι όχι μόνο η αξιολόγηση αλλά και η ίδια η παρατήρηση προϋποθέτει κάποια θεωρία. Αναπαράγουμε μια είδηση χωρίς να την ελέγξουμε ή να την διασταυρώσουμε επειδή ΜΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ αληθινή, κι αυτό έχει να κάνει με την εικόνα που έχουμε διαμορφώσει για τον κόσμο μας. Η είδηση δηλαδή δεν δημιουργεί την εικόνα, αλλά την επιβεβαιώνει. Με άλλα λόγια, οι μούφες που -κακώς- αναπαράγουμε είναι μια εικόνα της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο μας, της κοσμοθεωρίας μας (θα αποφύγω εδώ τον όρο “ιδεολογία”, γιατί ανήκω σε κείνο το ρεύμα που τον χρωματίζει σχεδόν πάντα αρνητικά, αν και σύμφωνα με άλλους οι δύο αυτοί όροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν αδιαφοροποίητα).

Το πρόβλημα λοιπόν με τους υποψήφιους προέδρους της ΝΔ είναι ότι η κοσμοθεωρία τους έκανε την είδηση για τον “άτυχο αστυνομικό” να μοιάζει αληθινή. Το πρόβλημα είναι ότι η εικόνα που εκείνοι, καθώς κι εκείνοι που τους υποστηρίζουν, έχουν για τον κόσμο μας είναι μια εικόνα στην οποία χωράνε Πακιστανοί που βιάζουν ζευγάρια Ελλήνων σε κάθε ελληνική πόλη κάθε Χριστούγεννα, λείψανα του αγίου Τάδε που θεραπεύουν κάθε αρρώστια, Έλληνες μαθητές που βραβεύονται από τη NASA για μια σαΐτα που έφτιαξαν, και φυσικά “κουκουλοφόροι” που σκοτώνουν αβέρτα αστυνομικούς όπου τους βρουν. Η εικόνα που έχουν για τον κόσμο μας είναι μια εικόνα που δικαιολογεί όλα τα εμετικά σχέδιά τους.

Το πρόβλημα με τους υποψήφιους προέδρους της ΝΔ λοιπόν δεν είναι τόσο το ότι είναι απρόσεκτοι. Το πραγματικό πρόβλημα είναι πως είναι δεξιοί…

republicanbrain

Σκόρπιες σκέψεις για σκόρπιες καταστάσεις

Το παρακάτω σημείωμα δεν είναι “γενικής χρήσης”. Αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους, εκείνους που μοιραζόμαστε τις ίδιες πολιτικές αγωνίες και δράση.

Από χθες το βράδυ, ένα μεγάλο μέρος των πάλαι ποτέ “παπαγάλων της διαπλοκής” βάλθηκε να μας πείσει ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας χαρισματικός ηγέτης (οι ίδιοι άνθρωποι έλεγαν χαρισματικό ηγέτη και τον Κώστα Καραμανλή, αν θυμάσαι) που πέτυχε το ακατόρθωτο: να είναι ο μόνος πολιτικός που έφερε μνημόνιο και να μένει στη θέση του με ακλόνητη την κυριαρχία του. Η μικρή διαφορά είναι ότι ο Τσίπρας δεν έχει ακόμη εφαρμόσει τίποτα απ’αυτά που συνεννοήθηκε με τα αφεντικά. Τόσο ο Παπανδρέου όσο και ο Σαμαράς κράτησαν για περίπου μια διετία εφαρμογής σκληρών μέτρων πριν πέσουν, συνεπώς όσο η συζήτηση για τα μέτρα του Μνημονίου(ΙΙΙ) παραμένει συζήτηση, η επιτυχία του Τσίπρα δεν απαιτεί εξωτικές εξηγήσεις.

Παρ’όλα αυτά πρόκειται το δίχως άλλο για επιτυχία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε μια τυπική για ρεφορμιστικό κόμμα διαδικασία, κατά την οποία από το 2012 μέχρι σήμερα κατάφερε σε κάθε φάση (από τις μαζικές απεργίες, μέχρι την κυβέρνηση που θα έσκιζε τα μνημόνια και τέλος σήμερα που θα απαλύνει τις συνέπειές τους) να συγκεντρώσει και να εκφράσει τις ρεφορμιστικές αυταπάτες των μαζών. Η θεωρία της “μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ σε μνημονιακό κόμμα” είναι επιπόλαιη, τυπική, και -πάνω απ’όλα- οδηγεί σε καταστροφές τύπου ΛαΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει τη μια ή την άλλη στροφή από την πρώτη μέρα της ύπαρξής του (ή και πριν, από τον πρόδρομο ΣΥΝ ακόμη), αλλά παραμένει ένα κόμμα που πατά πάνω στις αυταπάτες των εργαζομένων και μεταγράφει τις διαθέσεις και τους αγώνες τους σε κείνη τη γλώσσα που είναι κατανοητή και συμβατή με τον κόσμο των αφεντικών. Για να το επιτύχει αυτό ένα προηγούμενο διάστημα ήταν υποχρεωμένος να κρατά στο δυναμικό του (και μάλιστα να βασίζεται και να προβάλλει) ένα αριστερό κινηματικό κομμάτι του, το οποίο -για λόγους δικής του πολιτικής ανεπάρκειας και ρεφορμιστικής νωθρότητας- είχε την εντύπωση ότι με κάποιο τρόπο καθορίζει την πολιτική, ότι “ελέγχει την ΚΕ”, ότι διασφαλίζει την αριστερή πορεία του κόμματος. Αποδείχθηκε ότι ο μηχανισμός ΣΥΡΙΖΑ προσαρμόστηκε στα νέα του καθήκοντα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο μηχανισμός ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να έχει ανάγκη τους “αριστερούς” πολύ πριν οι “αριστεροί” συνειδητοποιήσουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να τους εκφράζει.

Πολλές αναλύσεις περί “μετάλλαξης” του ΣΥΡΙΖΑ κυκλοφορούν αριστερά και δεξιά, όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: υποτιμούν τη δυνατότητα κομμάτων σαν το ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματώνουν τις διαθέσεις των μαζών, κι έτσι αναπόφευκτα ψάχνουν την επιτυχία τους σε “χαρισματικούς ηγέτες” και “λαοπλάνους” όπως ο Τσίπρας σήμερα ή ο Αντρέας Παπανδρέου παλιότερα. Τα φαινόμενα παρειδωλίας που συνοδεύουν τέτοιες εκτιμήσεις δεν με εκπλήσσουν. Για παράδειγμα, πολλοί αναρωτιούνται πώς ο ΣΥΡΙΖΑ, που κινητοποιούσε τόσο κόσμο όλα αυτά τα χρόνια ενάντια στα μνημόνια, εφαρμόζει σήμερα αυτή τη μνημονιακή πολιτική, χάνοντας από τα μάτια τους μια απλή αλήθεια: ο ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε κινητοποίησε κάποιον κόσμο (δε λέω ότι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ δεν συμμετείχαν στους αγώνες, ελπίζω να είναι αντιληπτή η διαφορά). Αυτό που έκανε ήταν να χτίζει σχέσεις εκπροσώπησης με τον κόσμο που αγωνιζόταν, να ενσωματώνει, να μετατρέπει τον αγώνα σε υπόσχεση. Αν κάτι έκανε καλά σε κινηματικό επίπεδο ο μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό ήταν το σαμποτάζ του ταξικού αγώνα όταν αυτός έπαιρνε διαστάσεις δύσκολα ενσωματώσιμες, με αποκορύφωμα την αναστολή της απεργίας των εκπαιδευτικών υπό καθεστώς επιστράτευσης το Μάη του ’13, σαμποτάζ στο οποίο έπαιξαν ενεργότατο ρόλο στελέχη του που σήμερα φιγουράρουν στη ΛαΕ (αν θέλουμε να τελειώνουμε και με το παραμύθι κάποιας “καθαρής” διάκρισης αριστεράς/δεξιάς μέσα στο κόμμα αυτό). Δεν θέλω να μπω σε προβλέψεις για το σε πόσο καιρό από την εφαρμογή του Μνημονίου(ΙΙΙ) θα αρχίσουν έντονοι εργατικοί αγώνες και πότε θα συντριβεί η νέα κυβέρνηση, μα με την εμπειρία των τελευταίων χρόνων, οι υποσχέσεις του Τσίπρα για “κυβέρνηση τετραετίας” (υποσχέσεις που είχε δώσει και το Γενάρη) ακούγονται υπερβολικά αισιόδοξες από μέρους του.

Όπως μας έχουν εξηγήσει παλιότεροι σύντροφοι, ο κοινοβουλευτισμός είναι βαθιά αλλοτριωμένη δημοκρατία, μια πρακτική μέσω της οποίας τα ταξικά συμφέροντα αντανακλώνται μόνο διαστρεβλωμένα, που αντικαθιστά τα πραγματικά ερωτήματα με άλλα, που μετατρέπει τη συλλογικότητα σε απλό άθροισμα μονάδων, μια πρακτική για να “καταπιέζεται και να εξαπατάται” ο λαός.

Με την προκήρυξη των εκλογών, κάθε άνθρωπος με μια στοιχειώδη μαρξιστική παιδεία είδε ότι ο αντικειμενικός τους στόχος ήταν η πολιτική νομιμοποίηση του Μνημονίου(ΙΙΙ). Η προηγούμενη βουλή δεν είχε αυτή τη νομιμοποίηση καθώς είχε ψηφιστεί για να καταργήσει τα μνημόνια “με ένα νόμο, ένα άρθρο” και αυτό ήταν μια παραφωνία που έπρεπε να διορθωθεί. Σήμερα, βλέπω αρκετά σχόλια “γκρίνιας” για το ότι αυτές οι εκλογές πέτυχαν τελικά αυτό το στόχο τους και αναρωτιέμαι γιατί. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις αυτό παρουσιάζεται σαν αντίφαση μεταξύ του 61% του ΟΧΙ και του χθεσινού αποτελέσματος: “πώς είναι δυνατό ένας λαός που ψήφισε συντριπτικά ΟΧΙ στα μνημόνια, να δίνει σήμερα τέτοια ποσοστά στα κόμματα που θα τα εφαρμόσουν?”, αυτό είναι το ερώτημά τους. Πρόκειται για μια καθαρά τυπική αντιμετώπιση των κοινωνικών διαδικασιών. Το σχήμα «λαός=λαός» δεν ισχύει. Ο κόσμος που έδωσε 61% στο ΟΧΙ δεν είναι ίδιος με τον κόσμο που ψήφισε χθες. Ούτε καν εμείς που το συζητάμε εδώ τώρα δεν είμαστε ίδιοι. Ούτε η διαδικασία στην οποία συμμετείχε ήταν ίδια με το δημοψήφισμα σε τύπο και χρόνο. Όποιος φτιάχνει φανταστικές οντότητες σε στυλ «λαός», που πορεύονται αναλλοίωτες στην ιστορία, είναι καταδικασμένος να παρακολουθεί πάντα σοκαρισμένος τη ζωντανή πραγματικότητα. Ο «λαός» του Ιούλη συγκροτήθηκε με βάση συγκεκριμένους άξονες γύρω από το ΟΧΙ, άξονες στους οποίους δεν βρέθηκαν δυνάμεις που να δώσουν διέξοδο. Αν λοιπόν πρέπει να προβληματιστούμε από κάτι, αυτό είναι η ανεπάρκεια των πολιτικών οργανώσεων του πυρήνα του ΟΧΙ, της εργατικής τάξης, και όχι ο «λαός».

Μια πρώτη άμυνα απέναντι στα δεδομένα αυτά είναι η άποψη ότι το ΟΧΙ εκφράστηκε χθες με την αποχή. Προφανώς ένα μεγάλο μέρος ανθρώπων απογοητευμένων από την προδοσία του Ιούλη (πολλοί έχουν πρόβλημα με τον όρο “προδοσία”. Όπως εξήγησα παραπάνω, αυτός δεν αφορά τη γενικότερη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά την ουσιαστική παραχάραξη του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος) δεν πήγε να ψηφίσει, με διάφορες ταχύτητες συνείδησης και πολιτικής επένδυσης. Όμως η εξήγηση “το ΟΧΙ εκφράστηκε με αποχή” δεν είναι ούτε επαρκής, ούτε χρήσιμη. Αντίθετα, θεωρώ ότι είναι ένα γενναίο χώσιμο του κεφαλιού στην άμμο. Αν κάτι μπορεί να μας πάει μπροστά σαν Επαναστατική Αριστερά δεν είναι να εξηγήσουμε γιατί μέρος της απογοήτευσης εκφράστηκε με σκεπτικισμό και αποχή, αλλά γιατί το μεγαλύτερο μέρος της απογοήτευσης εκφράστηκε με (όποιου βαθμού) εμπιστοσύνη σε κείνους που προκάλεσαν την απογοήτευση. Ακόμη περισσότερο, γιατί η απογοήτευση από την προδοσία του ΟΧΙ δεν στράφηκε υπέρ εκείνων  που συνέχιζαν να υπερασπίζονται το ΟΧΙ.

Ένα μικρό σχόλιο μόνο για μια άλλη παρέκκλιση. Κάποιοι λειτουργούν αντίστροφα και καταλήγουν στο ότι, για να καταλήξουμε σ’αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα μετά το ΟΧΙ, τότε αυτό σημαίνει ότι το ΟΧΙ δεν είχε μέσα του καμία προοδευτική δυναμική. Είναι απλά η άλλη όψη του νομίσματος που ήθελε το ΟΧΙ να εκφράζεται ριζοσπαστικά και αγνά στο διηνεκές. Έχουμε αντιμετωπίσει κι άλλες φορές αυτήν την εντελώς στατική λογική. Θυμάμαι κάποιους εξυπνάκηδες (κυρίως του ΚΚΕ) τον Ιούνη του 2013 να λένε “αν οι εκπαιδευτικοί ήθελαν πραγματικά την απεργία το Μάη, τότε γιατί δεν απεργούν τώρα?”, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει στη συνείδηση το άδειασμα από την ηγεσία που εμπιστεύτηκες.

Εμείς οι αριστεροί εκδηλώνουμε καμιά φορά μια υπερβολική εμπιστοσύνη στη δύναμη των λέξεων των τυπωμένων πάνω στο χαρτί. Όσο σωστή κι αν είναι η προσπάθεια αποσαφήνισης και συγκρότησης ενός συμπαγούς προγράμματος, η υποτίμηση των πραγματικών και πλούσιων τρόπων με τους οποίους παράγεται και προωθείται η πολιτική θέση μας οδηγεί στην τυπολατρία. Υπάρχει λοιπόν μια εκτίμηση ότι η αποτυχία της ΛαΕ έχει να κάνει με το πρόγραμμά της. “Δεν ήταν ξεκάθαρο”, λένε κάποιοι, “δεν ήταν αρκετά αντιΕΕ” άλλοι, “δεν ήταν αντικαπιταλιστικό” ακόμη (για τα ΜΜΕ σήμερα, η ΛαΕ έχασε επειδή κάπου μίλησε για εθνικό νόμισμα). Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά, ανάλογα με τη θέση του καθένα, όμως είναι οι πραγματική αιτία για την αποτυχία του σχήματος αυτού? Κατά τη γνώμη μου, όχι. Η ΛαΕ δεν έχασε επειδή δεν είχε (ή δεν παρουσίασε) το σωστό πρόγραμμα (που δεν είχε, για να είμαστε ειλικρινείς. Αυτό που είχε ήταν ένα ρεσιτάλ παλιακού ρεφορμισμού, παραλυτικού σε συνθήκες τεράστιας δομικής κρίσης του καπιταλισμού), αλλά επειδή οι άνθρωποι που δημιούργησαν τη ΛαΕ δεν είναι καταγεγραμμένοι στο μυαλό των εργαζομένων σαν λιγότερο “συστημικοί” από κείνους που έμειναν στο ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάμε για ανθρώπους που κάλυψαν δημόσια κάθε κωλοτούμπα του ΣΥΡΙΖΑ (ανεξάρτητα από τη διαβεβαίωσή τους -ποιος ξέρει ή ενδιαφέρεται?- ότι μέσα στο κόμμα “τα έλεγαν”), έπαιξαν ρόλο στο κλείσιμο και το σαμποτάρισμα αγώνων, άσκησαν κυβερνητική εξουσία μνημονιακής κατεύθυνσης. Ακόμη και την τελευταία στιγμή, καταγράφηκαν σαν άνθρωποι που ενώ μιλούσαν στο όνομα του ΟΧΙ, το έβαζαν στα ζύγια των κομματικών συσχετισμών. Πώς να πιστέψεις (ειδικά μετά από μια τεράστια προδοσία) ότι θα καθοδηγήσουν τη ρήξη και τη σύγκρουση άνθρωποι που ενώ λένε πως η κυβέρνηση ψηφίζει την απόλυτη καταστροφή σε συμφωνία με το Κεφάλαιο, δεν κάνουν τίποτα για να την ανατρέψουν παρά αντίθετα κωλοτρίβονται στη σαπίλα των εσωκομματικών παιχνιδιών? Όσες κορώνες και να έβγαλαν αυτές τις 20 μέρες, η πλειοψηφία των στελεχών της ΛαΕ είναι ταυτισμένοι με το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ και κάποιες από τις χειρότερες επιλογές του. Οι σύντροφοι που εγκατέλειψαν την Επαναστατική Αριστερά για κάποιο μεγάλο μέτωπο μ’αυτό το δυναμικό, απλά έκαναν μια τραγικά λαθεμένη ανάγνωση, όχι μόνο του προγράμματος της ΛαΕ, που το υπερασπίστηκαν σα δικό τους, αλλά της δυναμικής που είχε στην κοινωνία αυτή η συγκρότηση.

Αν αυτό ήταν ένα εξαιρετικά προβληματικό σημείο για τη ΛαΕ, το οποίο μοιράστηκε με την Επαναστατική Αριστερά λόγω αιμοδοσίας της δεύτερης προς την πρώτη, υπάρχει ένα σημείο που το μοιράστηκαν συμμετρικά. Η εκλογική καμπάνια η βασισμένη στο “ΟΧΙ που δεν ηττήθηκε” ήταν για μια ακόμη φορά καμπάνια ταυτότητας. Η μάχη του ΟΧΙ δόθηκε με συγκλονιστικό τρόπο, κερδήθηκε και στη συνέχεια αυτή η νίκη συντρίφτηκε με τον πιο απόλυτο τρόπο, με τον τρόπο του “όλα ή τίποτα” από την πλευρά του Τσίπρα. Η επιμονή στο ΟΧΙ δημιούργησε δύο σοβαρά προβλήματα:

  • Νομιμοποίησε, δια του αντιστρόφου, την απογοήτευση. Η μονότονη επανάληψη “μην απογοητεύεστε, δεν χάσαμε”, η ανάγκη συνεχούς διαβεβαίωσης ότι “το ΟΧΙ δεν ηττήθηκε”, έπεισε ακόμη και τον πιο αισιόδοξο ότι η δυναμική του ΟΧΙ έχει τελειώσει. Η εκλογική μάχη λοιπόν, δόθηκε κατά κύριο λόγο με το σχήμα “αυτοί πρόδωσαν, εμείς συνεχίζουμε”. Εδώ, με τις ιστορικές αναλογίες να βαράνε κόκκινο, θυμάμαι μια παράγραφο του Τρότσκυ μετά τη συντριβή της Κινέζικης Επανάστασης:

“εξηγούσα πως η αντιπολίτευση δε θα μπορούσε με κανένα τρόπο να ανέβει χάρη στην ήττα της Κινέζικης Επανάστασης. Η επαλήθευση στις προβλέψεις μας θα μας φέρει 5 ή 10 χιλιάδες καινούργιους οπαδούς. Για τα εκατομμύρια όμως τους ανθρώπους, εκείνο που έχει αποφασιστική σημασία δεν είναι η επαλήθευση της πρόγνωσης, αλλά προπαντός το γεγονός της συντριβής του προλεταριάτου”.

  • Άφησε την ευκαιρία της συζήτησης που πάντα ανάβει σε προεκλογική περίοδο να πάει χαμένη. Μένοντας στο ΟΧΙ, χάθηκε η ευκαιρία να εξηγηθεί με σαφήνεια το Μνημόνιο(ΙΙΙ), ο χαρακτήρας του και η πρόταση για τη μάχη απέναντί του. Ποιού τύπου αγώνες μας χρειάζονται, ποιές συμμαχίες, ποιές οι αδυναμίες του μπλοκ εξουσίας, τίποτα απ’αυτά δεν αναλύθηκε καθαρά και διεξοδικά στην εργατική τάξη. Όλη αυτή η συζήτηση περιορίστηκε στο γενικόλογο σχήμα “μαζί τα ψήφισαν, μαζί θα κυβερνήσουν”, σχήμα που η εκλογική κωλοφαρδία του Τσίπρα ακύρωσε, μαζί με κάποιο μέρος της αξιοπιστίας μας.

Υπάρχει ένα τελευταίο θέμα, που δεν γίνεται να μην το συζητήσουμε. Η εκλογική συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΕΕΚ, φέροντας το καθήκον της συσπείρωσης της Επαναστατικής Αριστεράς ακόμη και με το κόστος της διάσπασης, κατάφερε να αυξήσει εκλογικά τις δυνάμεις της και σε ποσοστό και σε αριθμό ψήφων. Ακόμη καλύτερα, ένα μικρό κομμάτι ανθρώπων που εγκατέλειψαν το ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο καλοκαίρι προσέγγισαν τώρα την Επαναστατική Αριστερά. Εκτιμώ ότι το επόμενο διάστημα, και ειδικά μετά την αποτυχία της ΛαΕ, αυτό το ρεύμα θα ενισχυθεί. Αυτό μπορεί να μας χαροποιεί, αλλά δεν μπορεί και να μην μας βάζει σε σκέψεις: Έχουμε στα χέρια μας ένα πολιτικό εργαλείο που μπορεί να δώσει διέξοδο στις αγωνίες αυτών των ανθρώπων? Μετά από τόσα χρόνια μετωπικής δράσης, μήπως είναι καιρός οι όποιες πολιτικές συμφωνίες να αποκρυσταλλωθούν και οργανωτικά? Θα αποκτήσει το πρόγραμμά μας μια ιδιαίτερη επαναστατική ταυτότητα, αντιληπτή άμεσα από την εργατική τάξη και τη νεολαία ή θα συνεχίσουμε στο δρόμο της κοπτοραπτικής των “μπούλετ” απ’τα οποία κάθε τάση θα προκρίνει αυτά που της κάνουν? Οι άνθρωποι που προσεγγίζουν την Επαναστατική Αριστερά αηδιασμένοι από τους ηγεμονισμούς και τις μηχανορραφίες του ρεφορμισμού, θα ανασάνουν στο χώρο μας ή θα βρουν μια απ’τα ίδια? Θα συνεχίσει το μέτωπο να είναι απλά το όχημα για την οικοδόμηση των επιμέρους οργανώσεων του?

Δεν έχω την παραμικρή εγγύηση ότι όλα αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν με τρόπο που να μας πηγαίνει μπροστά. Τη συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΕΕΚ την υποστήριξα περισσότερο γι’αυτό που θα μπορούσε να είναι, η μήτρα μιας πανελλαδικής, διεθνιστικής, γειωμένης αυθεντικά επαναστατικής οργάνωσης. Το αν θα καταφέρει να γίνει κιόλας, αυτό δεν το γνωρίζω. Πάντως άλλοι υποψήφιοι για τη θέση δεν υπάρχουν…

Previous Older Entries

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 124 ακόμα followers