Για τις εξαγγελίες του υπουργείου παιδείας

Για μία ακόμη φορά, με αφορμή τη χθεσινή (3/9/2018) συνέντευξη του υπουργού παιδείας για την αναπροσαρμογή του Λυκείου και του συστήματος ελέγχου της κινητικότητας προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι σχολιαστές των εκπαιδευτικών θεμάτων (περίπου οι εννιά στους δέκα συμπολίτες μας δηλαδή…) βρίσκονται πιασμένοι στον ιστό του τέρατος που λέγεται Πανελλαδικές Εξετάσεις. Οι παρακάτω προτάσεις είναι μια απόπειρά μου να βάλω σε μια σειρά κάποιες ξεκάθαρες θέσεις, μιας και μου είναι αδύνατο να παρακολουθήσω μια συζήτηση χωρίς κέντρο, εστία ή προσανατολισμό.

[αφορισμός] Στον Καπιταλισμό η Εκπαίδευση υπάρχει για την παραγωγή όρων παραγωγής εργατικού δυναμικού. Οποιαδήποτε άλλη θεώρηση (περί «μόρφωσης», «παιδείας» ή οποιασδήποτε άλλης τέτοιας αφηρημένης παράστασης) συγχέει αναπόφευκτα την προσωπική διάθεση του καθενός μας, το μεράκι του για τη διερεύνηση του κόσμου, τη θέση του στην παραγωγή, τις προσλαμβάνουσές του ή τα ιδεολογικά του φίλτρα με την μεγάλη εικόνα, συγχέει την ανεκδοτολογία με τη συγκεκριμένη περιγραφή.

[σημείο] Παρά τον παραπάνω αφορισμό, η κριτική μας προς την Εκπαίδευση του Καπιταλισμού δεν γίνεται με τα δικά της κριτήρια, αλλά ωσάν αυτή η Εκπαίδευση να μπορούσε να πραγματοποιήσει τους στόχους που υπαγορεύονται από τα δικά μας. Η όποια συζήτηση, λοιπόν, από τη δική μας πλευρά για τη σχολική ζωή, το περιεχόμενο σπουδών, την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος κλπ, γίνεται υπό το πρίσμα της καλλιέργειας του ανθρώπου για/με τους άλλους ανθρώπους, του ανθρώπου κυρίαρχου των όρων παραγωγής της κοινωνικής ζωής, του ανθρώπου με βαθιά γνώση του φυσικού περιβάλλοντος και σεβασμό απέναντί του.

[σημείο] Σύμφωνα με το παραπάνω σημείο, είμαστε από θέση αρχής αντίθετοι σε κάθε αναπροσαρμογή του προγράμματος σπουδών στα πλαίσια των αναγκών του υπάρχοντος, που αναπόφευκτα προσβάλλει είτε τη συνολικότητα της μόρφωσης είτε την πρόσβαση του συνόλου των παιδιών σ’αυτή. Οι τωρινές εξαγγελίες του υπουργείου είναι ένα πρόγραμμα επίθεσης σ’αυτό που εμάς μας αρέσει να λέμε «ολόπλευρη» γνώση, αλλά ταυτόχρονα κι ένα πρόγραμμα διαστροφής του ίδιου του περιεχομένου της λεγόμενης «γενικής παιδείας».

[αφορισμός] Η ιστορική συγκυρία έδωσε σε τούτη τη συγκυβέρνηση τη δυνατότητα να παρουσιάζει κάθε νέα επίθεση σαν προοδευτική μεταρρύθμιση, να ντύνει κάθε νέο βήμα προς τα κάτω με μια αόριστη αύρα ικανοποίησης των αιτημάτων της προοδευτικής μερίδας της εκπαιδευτικής κοινότητας.

[στοιχείο] Ο υπουργός, εξειδικεύοντας τη λογική που ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε παρουσιάσει πέρυσι στη ΔΕΘ, μας εξήγησε ότι προκειμένου να χτυπηθεί το τεράστιο σύστημα φυσικής, διανοητικής και οικονομικής εξάντλησης των μαθητών/ριων, είναι ανάγκη να περιοριστεί το πρόγραμμα σπουδών στη διδασκαλία μερικών μόνο αντικειμένων ανά «προσανατολισμό» (ή «δέσμη», με την ορολογία των παλιότερων, για να καταλαβαινόμαστε) διδασκαλία που θα απλώνεται σε περισσότερες διδακτικές ώρες κάθε εβδομάδα, καταπίνοντας τα άλλα αντικείμενα.

θέλουμε στη Β’ Λυκείου να ολοκληρώνονται οι εγκύκλιες σπουδές και η Γ’ Λυκείου να αποκτά έναν χαρακτήρα προπαρασκευαστικής τάξης για την εισαγωγή στην Ανώτατη Εκπαίδευση ”

Σα να λέμε, «θα χτυπήσουμε την ανάγκη των φροντιστηρίων μετατρέποντας το ίδιο το Σχολείο σε φροντιστήριο» (κάτι που ήδη κάνουν -και το διαφημίζουν!- πολλά ιδιωτικά σχολεία), θα χτυπήσουμε τη μαθητική εξάντληση μετατρέποντας το Σχολείο σε ενορχηστρωτή αυτής της εξάντλησης.

[αφορισμός] Δεν υπάρχει καμία προοδευτική μεταρρύθμιση κομματιού της Εκπαίδευσης που εφάπτεται στις Πανελλαδικές Εξετάσεις ή καθορίζεται απ’αυτές.

[σημείο] Σύμφωνα με τον παραπάνω αφορισμό, ακόμη κι αν το Σχολείο μετατραπεί ολόκληρο σε «φροντιστήριο», η ανάγκη απόκτησης ενός πλεονεκτήματος στην κούρσα των Πανελλαδικών θα συνεχίσει να οδηγεί τα παιδιά στα φροντιστηριακά εκπαιδευτήρια. Ατράνταχτη απόδειξη γι’αυτό είναι η εμπειρία από τα ιδιωτικά σχολεία, όπου παρά το γεγονός ότι πολλοί γονείς τα επιλέγουν «για να απαλλαγούν από τα φροντιστήρια», καταλήγουν τελικά να πληρώνουν και το σχολείο και επιπλέον εξωτερικό φροντιστήριο. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι μια σκληρά ανταγωνιστική κούρσα στην οποία δεν κερδίζει εκείνος που θα πιάσει το όριο, αλλά εκείνος που θα είναι πιο μπροστά από τον άλλο.

[σημείο] Το νέο σύστημα είναι καταδικασμένο να αποτύχει στο διακηρυγμένο στόχο του (οι γραφειοκράτες της κυβέρνησης μάλλον το ξέρουν ήδη αυτό), έχοντας όμως επιτύχει να απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από την ολόπλευρη μόρφωση, τη μόρφωση για όλους. Η απάντηση του υπουργού σ’αυτό είναι μια απίστευτη σοφιστεία μισών αληθειών και εξευτελισμού της διαλεκτικής σχέσης ποιότητας-ποσότητας:

Ενδεχομένως να υπάρχει κάποιο ερώτημα «ωραία, και τι γίνεται με τα μαθήματα γενικής παιδείας;». Κοιτάξτε, ένα από τα μεγάλα λάθη είναι αυτός ο πολύ δραματικός διαχωρισμός ανάμεσα σε γενική παιδεία και κατεύθυνση. Όταν κανείς κάνει έξι ώρες Νεοελληνική Γλώσσα και Γραμματεία, μην αρχίσουμε να λέμε ότι αυτό δεν συμβάλλει στη γενική παιδεία, ή όταν κάνει τα μαθήματα Προσανατολισμού ότι αυτά δεν συμβάλλουν στη γενική παιδεία ”

Ό,τι και να λέει όμως ο υπουργός, η συστηματική διδασκαλία των αντικειμένων που εξαφανίζονται δεν αναπληρώνεται από την εμφάνισή τους ως θέματα συζήτησης στο πλαίσιο άλλων αντικειμένων, ούτε αναδύονται ως εκ θαύματος μέσα από την εξειδίκευση σε περιορισμένα αντικείμενα. Αρκεί να σημειώσουμε την παρατήρηση που ήδη κατέθεσε ο καλός συνάδελφος και σύντροφος Π. Αντωνόπουλος (βιολόγος, εκπρόσωπος κάποτε του συνδικαλιστικού μας ρεύματος των Παρεμβάσεων στην ΟΛΜΕ), ότι οι σκληροί αγώνες των προοδευτικών παιδαγωγών για τη θέση της διδασκαλίας της Εξέλιξης στο ελληνικό σχολείο ακυρώθηκαν με μιας στη χθεσινή συνέντευξη του «αριστερού» μας υπουργού.

[αφορισμός] Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν κομμάτι καμίας μορφωτικής διαδικασίας. Είναι μια κούρσα, ένα διανοητικό, φυσικό και ψυχολογικό, ταξικό καψόνι που ελέγχει την κινητικότητα προς την τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

[επέκταση] Σύμφωνα με τον παραπάνω αφορισμό, εάν τον τραβήξουμε στα άκρα του, από την πλευρά του κατανεμητικού σκοπού των Πανελλαδικών Εξετάσεων δεν θα υπήρχε καμία διαφορά εάν οι υποψήφιοι αντί να εξεταστούν στο αντικείμενο «Νεοελληνική Γλώσσα» εξεταζόταν στο αντικείμενο «Σύγχρονο Πλέξιμο» (ας θυμηθούμε πχ ότι για πολλά χρόνια συνέβαινε οι περισσότεροι άνθρωποι που εισαγόταν στα τμήματα Χημείας να μην έχουν εξεταστεί στο αντικείμενο «Χημεία»). Η μόνη διαφορά φαίνεται στον αφορισμό που ακολουθεί.

[αφορισμός] Η πραγματική σημασία της παρουσίας συγκεκριμένων αντικειμένων στα εξεταζόμενα μαθήματα των Πανελλαδικών εξετάσεων βρίσκεται στην κοινωνική νομιμοποίησή τους καθώς και στην κατασκευή αυτής της νομιμοποίησης. Το αντικείμενο «Πλέξιμο» θα φάνταζε ανάρμοστο ως προαπαιτούμενο για την εισαγωγή στο τμήμα Λογιστικής, όμως για το ίδιο τμήμα κανείς δεν αντιδρά στο αντικείμενο «Βιολογία». Αντίστροφα, η κατασκευή της ανοησίας ότι η γνώση της Νεοελληνικής είναι αδιάσπαστη από τη γνώση στοιχείων της Αττικής Διαλέκτου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην παρουσία του αντικειμένου «Αρχαία Ελληνικά» στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Εάν κανείς αμφιβάλλει για την κοινωνική νομιμοποίηση που προσδίδουν οι Πανελλαδικές Εξετάσεις σε ένα αντικείμενο, αρκεί να σκεφτεί ότι ο ακροδεξιός οχετός που σήμερα φωνάζει για την αντικατάσταση των Λατινικών από την Κοινωνιολογία («που κάνει τα παιδιά αριστερά») ως εξεταζόμενο μάθημα, δεν είδαμε να βγάζει άχνα τόσα χρόνια που η Κοινωνιολογία διδάσκεται ως μάθημα Γενικής Παιδείας.

[σημείο] Σύμφωνα με τους δύο παραπάνω αφορισμούς, η συζήτηση για το αν το αντικείμενο «Λατινικά» εφοδιάζει αποτελεσματικά ή όχι τους υποψηφίους συγκεκριμένων τμημάτων είναι ολότελα άκυρη (δυστυχώς, όπως φαίνεται κι από το κείμενο που υπογράφει σήμερα η κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ, η παγίδα αυτή έπιασε αρκετούς). Η κατάργηση των Λατινικών δεν έχει να κάνει με μορφωτικά προαπαιτούμενα, μα αποτελεί το παγοθραυστικό του υπουργείου στην εξόρμησή του ενάντια στην ολόπλευρη μόρφωση, η εύκολη παντιέρα που θα σηκώσει ενάντια στα μαθήματα «χωρίς χρησιμότητα». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το καλάθι των αχρήστων χωρά τη Βιολογία, τις Τέχνες, την παγκόσμια Ιστορία, τη θεωρητική Χημεία, τα Ανώτερα Μαθηματικά κλπ

[σημείο] Σ’αυτή τη σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική πρέπει να είμαστε σαφείς: κάθε απομάκρυνση από την «Γενική Παιδεία» καλλιεργεί τη συνείδηση ότι η πληβειακή μάζα χρειάζεται απλά ένα μικρό και «χρήσιμο» κομματάκι της γνώσης, χωρίς να πολυαπασχολείται με τα τρομακτικά και υπέροχα επιτεύγματα της συλλογικής ανθρώπινης διάνοιας (με τα οποία εξάλλου μπορεί να ασχολείται ωραιότατα μια ελίτ). Κάθε εντατικοποίηση και εξειδίκευση στο Σχολείο οδηγεί σε λιγότερη μόρφωση / μόρφωση για λιγότερους. Καμία απελευθερωτική παιδαγωγική προσέγγιση δεν δικαιούται να ξεχνά αυτή την απλή αλήθεια.

Τελειώνοντας αυτή την ας πούμε περίεργη λίστα προτάσεων, σημειώνω πως η ανάγκη για το γράψιμό τους δεν είναι για βραχυπρόθεσμούς συνδικαλιστικούς σκοπούς, έτσι για κάποια αντιπολίτευση (όπως σα να φαντάζομαι ήδη συναδέλφους/ισσες των ΣυνΕΚ να λένε). Οι τωρινές εξαγγελίες του υπουργείου πάνε πολύ πιο πέρα από την «καθιερωμένη» μεταρρύθμιση που κάθε υπουργός Παιδείας φαντασιώνεται. Εντάσσονται απόλυτα στο πλαίσιο υποταγής του Σχολείου στην Αγορά, κι ακόμη χειρότερα στη μετατροπή του ίδιου του Σχολείου σε μια ιδιότυπη Αγορά. Αν χάσουμε αυτό το πλαίσιο από το μυαλό μας, κάθε συζήτηση θα είναι απλά φλυαρία. Κι ο χρόνος για φλυαρίες μας σώθηκε πια.

 

 

yolo

.

.

.

 

Advertisements

Πρέσπες

Σ’αυτά τα νερά ήταν που κάποτε αγόρια και κορίτσια τα έβαλαν με τον ιμπεριαλισμό. Σ’αυτά τα νερά ονειρεύτηκαν έναν διαφορετικό κόσμο αλληλεγγύης και ισότητας, τον κομμουνισμό, και υπέγραψαν το όνειρό τους με το όπλο στο χέρι.

DSE TAXEIA

Δεν τους αρκεί των αφεντικών να νικούν. Δεν είναι ολοκληρωμένη η νίκη τους αν δεν ξεφτιλίσουν τον τσακισμένο σκλάβο. Παίρνουν τα όνειρά μας και τους κρεμούν φριχτά κουδούνια, τα παραμορφώνουν και μας τα πουλάνε ξανά και ξανά, ένα σάπιο εμπόρευμα ελπίδας σ’ανθρώπους σε αθλιότητα.

Να είσαι το μαντρόσκυλο του ιμπεριαλισμού σε μια ολόκληρη περιοχή κι αυτό να το πουλάς σα διεθνισμό, χειροκροτώντας σαν ηλίθιος την ώρα που τραγουδάς το Happy Birthday στον κύριο Matthew Nimetz.

Καισαριανή πρώτα, Μπελογιάννης, και τώρα Πρέσπες. Έτσι το βλέπω εγώ.

(Η φωτογραφία είναι του Απόστολου Μουσούρη, φωτογράφου του ΔΣΕ, από το λεύκωμα που κυκλοφόρησε πρόσφατα η ΣΕ στα πλαίσια των εορτασμών για τα 100 χρόνια ιστορίας του ΚΚΕ)

 

Πραξικόπημα της πλάκας, αλλά όχι για γέλια

Το χθεσινό κάλεσμα της ΧΑ σε πραξικόπημα εξελίχθηκε -όσον αφορά στο πρακτικό αποτέλεσμά του- σε φάρσα. Μερικές δεκάδες ακροδεξιών και παραθρησκευτικών έξω από τη Βουλή σε ένα σόου-ανθολογία του «τρισχιλιετούς ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», σε αγωνιστική ετοιμότητα για την κατάληψη της εξουσίας, ενώ μέσα στη Βουλή ο αρχηγός της ΧΑ διέγραφε τον εισηγητή του πραξικοπήματος την ίδια στιγμή που εκείνος ανακαλούσε και δήλωνε ότι είπε και μια κουβέντα παραπάνω, λόγω παυλομελάδικου οίστρου προφανώς.

Όσο κι αν όλα αυτά έχουν σαφώς μια γελοία πλευρά, όσο κι αν η ακροδεξιά δεν θα μπορέσει ποτέ να απαλλαγεί από τα γονίδια-Τεχέρο της, όσο κι αν κάθε πρόκλησή της ακολουθείται από κλαψουρίσματα, μετάνοιες, δηλώσεις σε στυλ «εγώ πήγαινα τη γιαγιά να ανάψει ένα κεράκι στην αγιαμαρίνα και ούτε που κατάλαβα πώς βρέθηκα ξαφνικά να ξυλοφορτώνω τον τάδε», δεν μπορώ να καταλάβω την υπερ-cool στάση των αριστερών μας απέναντι σε όλα αυτά. Αν κανείς δεν έχει πάρει σε έξτρα δόση αναβράζον σκεύασμα του παυσίπονου «η Δημοκρατία μας είναι θωρακισμένη», δεν μπορώ να καταλάβω πώς στο διάολο αντιμετωπίζει όλα αυτά σαν ένα επεισόδιο μιας τηλεοπτικής σειράς. Ακόμη περισσότερο, μου είναι αδιανόητο να ευθυγραμμιστώ με την πλακίτσα των συριζαίων, τη στιγμή που οι ναζιστικές συμμορίες -ακόμη και μέσα από απανωτά φιάσκο- φαίνεται να προσπαθούν να συσπειρωθούν και να ξαναβγαίνουν στο δρόμο.

Η ΧΑ χθες έπαιξε και έχασε. Η πλακίτσα υπερτονίζει το «έχασε» του πράγματος, κι έτσι εξαφανίζεται το πρώτο σκέλος: ότι «έπαιξε». Αυτό που έγινε χθες -ξαναλέω, όσο κι αν το πρακτικό του αποτέλεσμα ήταν η φάρσα- ήταν μια τολμηρή κίνηση της ΧΑ να βρεθεί στην πρωτοπορία της εθνικιστικής υστερίας. Έχοντας βγει από το περιθώριο, έχοντας φωτογραφηθεί σε χαριτωμένες πόζες φάτσα-κάρτα σε κάθε ένα από τα τελευταία εθνικιστικά συλλαλητήρια «για τη Μακεδονία», επιχείρησε να καπαρώσει ρόλο πρωταγωνιστή. Από τη στιγμή που η ΝΔ έκανε το κοινοβουλευτικό βήμα να καταθέσει πρόταση μομφής (αλλά όχι σήμερα, βρε κουτά. Αύριο, αφού ψηφιστούν τα προαπαιτούμενα! Άλλοι τιτάνες από κει…), η ΧΑ είχε την επιλογή ή να γίνει η θορυβώδης ουρά του Κούλη ή να κλιμακώσει. Με εκατοντάδες χιλιάδες μακεδονομάχους έξω στην πλατεία Συντάγματος, το κάλεσμα για ανατροπή της κυβέρνησης με τον παλιό-καλό χακί τρόπο μπορεί να φάνταζε ένα καλό σχέδιο. Μπορεί να μην είχαν ακόμη τη δυνατότητα να το πραγματοποιήσουν, αλλά όλα τα φώτα θα ήταν πάνω τους. Έτσι, ο βουλευτής είπε αυτά που είχε να πει (γραμμένα σε χαρτί, και όχι «αυθόρμητα»), οι συναγωνιστές του χειροκρότησαν με χαρά, αλλά… έλλειπαν οι εκατοντάδες χιλιάδες, οι δεκάδες χιλιάδες, έλλειπαν ακόμα και οι χιλιάδες και -αλίμονο!- και οι εκατοντάδες.

Αυτό είναι το στοιχείο που μετέτρεψε ένα πολιτικό σχέδιο σε φιάσκο. Εάν στην πλατεία Συντάγματος παιζόταν το «κακός χαμός στις αμμουδιές του Ομήρου ΙΙ», κανείς από κείνους που σήμερα γελούν στις τηλεοράσεις, που εκθειάζουν την αποτελεσματικότητα του «συνταγματικού τόξου», που κάνουν πλακίτσα, δεν θα έβγαζε άχνα. Εάν οι αριθμοί είχαν μαζευτεί, τα κανάλια θα μας έλεγαν «κάλεσαν σε πραξικόπημα για το ποδόσφαιρο», όπως μας έλεγαν τη μέρα που τάγμα εφόδου της ΧΑ έσφαξε τον Παύλο Φύσσα. Το «εάν», θα μου πεις, είναι μεγάλη κουβέντα, και το ότι τελικά το κάλεσμα σε συλλαλητήριο πήγε άπατο έχει τη σημασία του. Φυσικά και την έχει, όμως αυτό ας το σκεφτούν εκείνοι που τροφοδοτούν το κλίμα του εθνικού πανικού (κλίμα ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της ελληνικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας) σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, από τη Δεξιά μέχρι το ΚΚ και ακόμα και κάποιους εξωκοινοβουλευτικούς.

Το κρίσιμο στοιχείο της χθεσινής μέρας, λοιπόν, δεν είναι ότι η ΧΑ απέτυχε (απέτυχε συνολικά; συσπείρωσε μήπως κάποιο κομμάτι εθνικιστών; σταματάει ο ναζισμός επειδή κάποια από τα πραξικοπήματά του αποδεικνύονται «της μπυραρίας»;), αλλά ότι η ΧΑ αισθάνθηκε ότι είχε έρθει η ώρα να κάνει κίνηση. Ακόμα περισσότερο, κανένας δεν φαίνεται να προβληματίζεται από το γεγονός ότι η ΧΑ απέτυχε από μόνη της, ότι εκείνη την ίδια στιγμή (με όρους πολιτικού χρόνου) που κάλεσε σε πραξικόπημα, δεν βρέθηκαν μπροστά της εκείνες οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα την τσάκιζαν μια για πάντα.

Σήμερα μπορεί να επικρατεί διάθεση πλάκας, μπορεί να παρακολουθούμε την εξέλιξη της «άγριας καταδίωξης στο Ξηρόμερο» από τα ΜΜΕ, μπορεί να βλέπουμε τους Καμμένο και Κουβέλη να έχουν ψηλώσει από δυο μέτρα ο καθένας και να καμαρώνουν στον τηλεοπτικό καθρέφτη φορώντας την κοινοβουλευτική λεοντή, αλλά ποιοι πραγματικά θα σταματήσουν τους ναζί;

Ποιοι θα σταματήσουν τους ναζί; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα σήμερα. Κι αν ποντάρεις στη νεράιδα της «θωράκισης της Δημοκρατίας», αυτή είναι πνιγμένη κάπου στη Μεσόγειο, μαζί με τόσους και τόσους πρόσφυγες. Να! Έχω και τη φωτογραφία…

kastelorizo

Χτύπος

Από μαθητής, κάθε φορά που ο δάσκαλος μας μιλούσε για κάποιον από τους μεγάλους πολέμους, είχα στο μυαλό μου καρφωμένη μια απορία. Τι σκεφτόταν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής; τι έκαναν για να σταματήσουν τον πόλεμο; Δυστυχώς, οι απαντήσεις θόλωναν καθώς ο περίγυρος είχε τον τρόπο του να διοχετεύει τη σκέψη μας σε παρελκυστικές εικόνες, του κακόγουστου εθνικιστικού τύπου κυρίως.

Και να που ήρθε η πραγματικότητα για να θέσει, με το δικό της τιτάνιο τρόπο, ξανά το ερώτημα. Τι στο διάολο θα κάνουν οι άνθρωποι μπροστά σε τούτον τον επικείμενο πόλεμο;

Πριν λίγες μέρες πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας ένα εθνικιστικό συλλαλητήριο, απ’αυτά «για τη Μακεδονία». Για την επιτυχία του κινητοποιήθηκαν στο φως της μέρας διάφοροι πολιτιστικοί σύλλογοι (δεν θέλω να αναφερθώ παραπέρα, για όποιον/α ενδιαφέρεται τα καλέσματα υπάρχουν στο internet) καθώς και κάποιες ομάδες ορθόδοξων χριστιανών, και πίσω από το φως διάφοροι εθνικιστές, ναζί και τραμπούκοι, που τόσα χρόνια -ακόμη και στην εποχή της θεαματικής ανόδου των εκλογικών ποσοστών της ΧΑ- δεν είχαν καταφέρει να εμφανιστούν ανοιχτά στην πόλη.

Το συλλαλητήριο αυτό -παρά την προώθηση, την κάλυψη, και τα θριαμβευτικά ρεπορτάζ- υπήρξε μια οικτρή αποτυχία. Μια πλατεία πλημμυρισμένη από υπαλλήλους των σωμάτων ασφαλείας, κάποιες εκατοντάδες περαστικών που στεκόταν για λίγα λεπτά για να καταλάβουν και να φωτογραφίσουν, και στη μέση της πλατείας μια μάζωξη 700 περίπου ανθρώπων, που παρίστανε τη λαοθάλασσα που τους είπαν ότι θα είναι αλλά δεν ήταν…

Δυστυχώς, αυτό το εθνικιστικό φιάσκο κατάφερε να προκαλέσει μια θλιβερή καινοτομία. Μέσα στις συλλογικότητες που το υποστήριξαν φιγουράρισε και η ΕΛΜΕ Ιωαννίνων, το εργασιακό σωματείο των καθηγητών και καθηγητριών της Μέσης Εκπαίδευσης (για την ιστορία, η απόφαση πάρθηκε στο ΔΣ του σωματείου με τις ψήφους της ΔΑΚΕ, μία ψήφο από την ΠΕΚ και ένα λευκό από τις ΣυνΕΚ). Το σωματείο μας είναι εδώ και καιρό στα κακά του τα χάλια, αυτό είναι αλήθεια, μα αυτή η απόφαση ήταν ένας εξευτελισμός που με στενοχώρησε αφάνταστα.

Ξέρεις, υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι να αποτρέψεις τον πόλεμο κι ακόμη περισσότεροι για να τον ξεκινήσεις. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το αν στην ιστορία η μία ή η άλλη απόφαση ήταν προς την κατεύθυνση της ειρήνης ή του πολέμου, για το αν πέτυχε το σκοπό της, για το αν πέτυχε το αντίθετο απ’αυτό που προσδοκούσε, μα σίγουρα υπάρχει μια τακτική που δεν λαθεύει: κάθε φορά που χτυπάς το τύμπανο του πολέμου ο πόλεμος έρχεται πιο κοντά. Εκείνος που σηκώνει το χέρι του για να χτυπήσει το μακάβριο αυτό τύμπανο δεν έχει δικαιολογία, δεν μπορεί να πει «το έκανα για την ειρήνη, το έκανα για τη ζωή», εκτός κι αν είναι ένας τελειωμένος υποκριτής.

Με την απόφασή της η ΕΛΜΕ Ιωαννίνων χτύπησε το τύμπανο του πολέμου. Δεν υπάρχει δικαιολογία γι’αυτό. Το χτύπημα αυτό γίνεται ακόμη πιο ντροπιαστικό αν σκεφτεί κανείς τι πραγματικά σήμαινε: ένα σωματείο δασκάλων, αυτών που περισσότερο απ’όλους θα έπρεπε να θυμίζουν μέχρι τελευταία στιγμή τις συμφορές του πολέμου, αυτών που θα έπρεπε να κρατάνε με νύχια και με δόντια τα νιάτα στο δρόμο της ζωής, της γνώσης και της δημιουργίας, αυτό το συγκεκριμένο σωματείο φώναξε στους μαθητές και τις μαθήτριες «φύγετε από τις αίθουσες, φορέστε τη στολή και πάτε να σκοτώσετε και να σκοτωθείτε». Μπορείς να κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις, μπορείς να πεις ότι στο κάτω-κάτω ήταν «απλά ένα συλλαλητήριο για τα δίκαια της χώρας». Ό,τι και να πεις όμως, όποια δικαιολογία και σοφιστεία και να επιστρατεύσεις, το χέρι του σωματείου μας κατέβηκε πάνω στο τύμπανο, το χτύπησε και, κρυμμένο πίσω από «τα δίκαια της χώρας», ψέλλισε «πόλεμος!».

Δεν με ενδιαφέρει το ότι η απόφαση αυτή συντρίφτηκε πάνω στην ολοκληρωτική απουσία εκπαιδευτικών από τη θλιβερή εθνικιστική φιέστα. Δεν με ενδιαφέρει για ποιους λόγους, κάτω από ποιες πιέσεις ή προσδοκίες (πολιτικές ή και προσωπικές) προέκυψαν οι ψήφοι που στήριξαν αυτό το αίσχος. Η πραγματικότητα της υπογραφής δεν αλλάζει, το σωματείο των εκπαιδευτικών έχει πολλή δουλειά μπροστά του για να ξεπλύνει το τεράστιο αυτό σφάλμα.

Λέω «σφάλμα» ενώ μόλις πριν έγραψα για «πιέσεις» και για «προσδοκίες». Μπορεί να είναι κι έτσι. Μπορεί αυτή να είναι η απάντηση στο ερώτημα «τι έκαναν οι άνθρωποι μπροστά στον πόλεμο;». Τι έκαναν; Τι άλλο από τις συνηθισμένες μικροβρωμοδουλειές τους…

sillalitiriomkd

(Η φωτογραφία είναι από το δημοσιογραφικό site «Τύπος Ιωαννίνων», http://www.typos-i.gr)

Για την απεργία ή «απεργία» της 30 του Μάη

Μια περίεργη κατάσταση έχουμε μπροστά μας. Η ομοσπονδία μας μάς καλεί να απεργήσουμε στις 30 του Μάη όχι απλά με ένα εργοδοτικό πλαίσιο αλλά και συμμετέχοντας σε ένα διαταξικό μπλοκ με τον εύγλωττο τίτλο «κοινωνική συμμαχία». Πολλές γνώμες έχουν ακουστεί από τους συντρόφους και τις συντρόφισσές μου για το τι πρέπει να κάνουμε -σε μια συζήτηση που (χωρίς να το θέλω) μπόρεσα να παρακολουθήσω μόνο επιφανειακά- γνώμες που κινούνται από το «δεν τρέχει τίποτα, είναι μια απεργία σαν όλες τις άλλες» μέχρι το «να σαμποτάρουμε αυτό το πράμα που δεν είναι καν απεργία». Κατά μία έννοια, όλες οι τοποθετήσεις έχουν μέσα τους δίκιο -αυτή είναι η εποχή μας, τέτοια παλαβά θέματα μας ξερνάει. Η πολιτική όμως δεν γίνεται ψάχνοντας τα μέρη δίκιου που μπορεί να έχει η κάθε συλλογιστική, μα ανιχνεύοντας εκείνον τον κύριο άξονα που μπορούμε να πιαστούμε ή για να εκτιναχθούμε ή έστω να κρατηθούμε.

Χωρίς να μπορώ να πάρω μέρος στο διάλογο, αρκούμαι στη διατύπωση μερικών ερωτημάτων.

  • Η στάση μας απέναντι σε μια κινητοποίηση καθορίζεται από το πόσο ξεφτιλισμένες είναι οι ηγεσίες μας; αν ναι, έχω κάποια νέα, αλλά μεταξύ μας: οι ηγεσίες μας δεν είναι απλά ξεφτιλισμένες αλλά τελειωτικά εξαγορασμένες. Ήταν από καιρό, ήταν ακόμη και στη μεγάλη απεργιακή άνοδο των πρώτων μνημονιακών χρόνων, όταν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι και εργαζόμενες ανταποκρινόταν στα καλέσματά τους.
  • Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι εχθρός μας ή εμπόδιο στην πάλη μας κατά του εχθρού; Εάν πρόκειται για έναν εχθρό που εμφανίζεται έτσι αυτόνομα, αν είμαστε μπροστά στο ιστορικό παράδοξο όπου η γραφειοκρατία μιας κοινωνικής τάξης που δεν έχει καμία εξουσία μπορεί να έχει τέτοια δύναμη, τότε έχουμε πολλά να ξανασκεφτούμε, και το τι θα κάνουμε στην απεργία της 30 του Μάη είναι το λιγότερο.
  • Ποιος είναι ο στόχος των αφεντικών στη συγκρότηση της «κοινωνικής συμμαχίας»; Επιθυμούν μήπως οι βιομήχανοι και οι εφοπλιστές να κινητοποιήσουν το προλεταριάτο στο δρόμο υπό τα συνθήματα της μπουρζουαζίας ή μήπως πρόκειται για το αντίθετο; Μήπως, δηλαδή, ο πραγματικός στόχος των αφεντικών είναι η παραπέρα παράλυση μιας τάξης ήδη παραδομένης στη σύγχυση και την απογοήτευση; Μήπως το κέρδος των αφεντικών είναι η ακόμα μεγαλύτερη απαξίωση των συνδικάτων;
  • Ποιος είναι ο στόχος των εργατοπατέρων στη συμμετοχή τους στην «κοινωνική συμμαχία»; Αυτό που φέρνουν στα τραπέζια των αφεντικών είναι εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιζόμενων προλετάριων ή μήπως το αντίθετο, δηλαδή, την ολοκληρωτική μετατροπή του συνδικαλισμού σε μια διαδικασία που κρίνεται στα σαλόνια της μπουρζουαζίας με συναντήσεις «κορυφής»;
  • Σε συνέχεια των παραπάνω ερωτημάτων, πώς θα εξυπηρετηθούν οι στόχοι τόσο των αφεντικών όσο και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας εάν η συμμετοχή στην απεργία είναι μεγάλη και πώς αν είναι ασήμαντη; Εάν, με λίγα λόγια, το βράδυ της απεργίας μετρήσουμε μεγάλα ποσοστά (λέμε τώρα…) στα σαλόνια των αφεντικών και των γραφειοκρατών θα ακουστεί με ανακούφιση «ουφ! Τους βάλαμε για τα καλά στο τσεπάκι!» ή θα επικρατήσει προβληματισμός;
  • Με δεδομένο ότι το απεργιακό πλαίσιο της ομοσπονδίας είναι αντιδραστικό, κρίνουμε ότι οι συνάδελφοι και οι συναδέλφισσες που θα απεργήσουν, θα το κάνουν για το πλαίσιο αυτό; Κρίνουμε ότι όλον αυτό τον καιρό το κοινωνικό βάρος των απεργιών που κάναμε παιζόταν στο πλαίσιο;

Οι απαντήσεις σ’αυτά τα μικρά ερωτήματα καθορίζουν τη δική μου (αναγκαστικά προσωπική) στάση. Θα ήθελα κάποια στιγμή να συζητήσουμε πάνω στα όρια του πότε η συμμετοχή σε μια απεργία μπορεί να είναι «προοδευτική» ή «αντιδραστική», αλλά δυσκολεύομαι, μιας και -μέχρι τα τώρα- οι μόνες φορές που έχω κάνει τέτοιες συζητήσεις είναι με συναδέλφους και συναδέλφισσες που έψαχναν θεωρητικοποίηση στην απροθυμία τους να απεργήσουν ή και στην ανοιχτή τους εχθρότητα προς την απεργία και τα συνδικάτα γενικότερα.

 

mafalda

 

 

Δύο φωτογραφίες…

…που τραβήχτηκαν κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ.

Στην πρώτη φωτογραφία, αμερικάνοι νεολαίοι κρατούν τη σημαία των αντιπάλων τους μετά από μια νίκη του αμερικάνικου στρατού (1967).

vietnam01

 

Στη δεύτερη φωτογραφία, αμερικάνοι νεολαίοι κρατούν τη σημαία των αντιπάλων τους μετά από μια ήττα του αμερικάνικου στρατού (1968).

vietnam02

Απέναντι στον Εθνικισμό

Τα ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ των κρατών, όπως και όλα τα άλλα ζητήματα του πραγματικού κόσμου, είναι τέτοιας φύσης που εμπλέκουν ένα σωρό παράγοντες. Το αν θα ξεδιαλύνουμε την ουσία μέσα στη σύγχυση, θα καθορίσει το συμπέρασμά μας.

Εδώ και λίγο καιρό, έχει ξανανοίξει το λεγόμενο “μακεδονικό ζήτημα”. Φυσικά, ο όρος “μακεδονικό” δεν έχει καμία σχέση με την ιστορική περιγραφή του ζητήματος, περιγραφή που θα έφερνε, το δίχως άλλο, σε πολύ άβολη θέση αρκετούς από τους σημερινούς “δεν είμαι εθνικιστής, αλλά…” μακεδονομάχους μας.

Μέσα σ’αυτή τη σημερινή συζήτηση υπάρχουν (ευτυχώς) αρκετοί φίλοι/ες και συλλογικότητες που αισθάνονται την ανάγκη να καταδικάσουν τον “εθνικισμό απ’όπου κι αν προέρχεται”. Είναι όμως αυτό αρκετό? Ακόμη περισσότερο, είναι μια διάθεση που μπορεί να μας φέρει έστω κι ένα βήμα πιο κοντά σε μια ήττα του εθνικισμού?

Ένα πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι η αντιπαράθεση με τον εθνικισμό δεν είναι αντιπαράθεση ενός ακαδημαϊκού πάνελ. Εάν ήταν έτσι, προφανώς η καταδίκη του εθνικισμού έτσι γενικά θα ήταν αρκετή. Ο εθνικισμός όμως είναι πολιτικό πρόγραμμα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν κανείς τοποθετείται απέναντι στον εθνικισμό σαν ιδέα, σα νοοτροπία, σα συναίσθημα, αλλά το πώς τοποθετείται απέναντι σε ένα κάθε φορά συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα.

Μια σοβαρή πολιτική γραμμή περιστρέφεται πάντα σε δυο άξονες, διαλεκτικά συνδεμένους. Ο ένας είναι το άμεσο καθήκον, ο άλλος το μελλοντικό. Ο ένας αφορά στη θέση που παίρνουμε σήμερα, κι ο άλλος στο όραμα, ή όπως αλλιώς θα μπορούσε να ειπωθεί, ο ένας αφορά στην τακτική κι ο άλλος στη στρατηγική.

Εάν κανείς αγνοήσει τη διαλεκτική σύνδεση μεταξύ των δύο αξόνων, είναι εύκολο να καταλήξει σε ένα εκχυδαϊσμένο σχήμα, που βλέπει την πολιτική να συγκροτείται από ένα κομμάτι “ρεαλισμού” κι από ένα κομμάτι “ευχής”. Μαρξιστές της συμφοράς, σαν κι αυτούς που στρογγυλοκάθονται σήμερα στις κυβερνητικές καρέκλες, βλέπουν το ζήτημα από τη σκοπιά του “ρεαλισμού”. Αντιδιαμετρικά προβληματική είναι η μετατροπή της διεθνιστικής πάλης σε “ευχή”, που διαδίδεται μεταξύ των ανθρώπων που ήδη βρίσκουν τον εθνικισμό απεχθή, και δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει πολιτικό έδαφος.

Ο Προλεταριακός Διεθνισμός λύνει από τη σκοπιά της Επανάστασης το παραπάνω πρόβλημα στη βάση της ενότητας του παγκόσμιου προλεταριάτου, και φυσικά, στη δοσμένη περίπτωση, του βαλκανικού. Το προλεταριάτο όμως δεν υπάρχει “έτσι κι αλλιώς” (εάν κανείς μείνει στην τυπική περιγραφή των πραγμάτων, ίσως πράγματι μια πολιτική στάση που θα συνοψιζόταν στο “κάτω όλοι οι εθνικισμοί, ζήτω η ενότητα του προλεταριάτου” να ήταν ικανή), μα συγκροτείται κατά την κίνηση ενάντια στο υπάρχον. Έτσι, η ενότητα του προλεταριάτου είναι κενό γράμμα χωρίς την αντιπαραθετική προς τους συγκεκριμένους εκμεταλλευτές του κίνηση, κίνηση που αντιστοιχεί στο δικό της πολιτικό πρόγραμμα. Άρα, η λενινιστική απαίτηση για την πάλη ενάντια στη “δική μας” αστική τάξη δεν είναι μια συναισθηματική, ευγενική παραχώρηση προς το “απέναντι” προλεταριάτο, ένα σαχλό fair-play, μα το συμπύκνωμα της διαλεκτικής θεωρίας-πράξης σε μια μάχιμη πολιτική γραμμή.

Η σύγκρουση μεταξύ εθνικισμών δεν είναι ούτε σύγκρουση πολιτισμών, ούτε σύγκρουση συναισθημάτων. Είναι σύγκρουση μεταξύ αστικών κρατικών πολιτικών. Έτσι, είναι πραγματικά χωρίς ιδιαίτερη αξία να καταδείχνει κανείς το αυτονόητο, δηλαδή το ότι “υπάρχουν εθνικιστές και από τις δύο πλευρές”, ή ακόμη το να προσπαθεί ιμπρεσιονιστικά να αποφασίσει σε ποια από τις δύο πλευρές το εθνικιστικό αίσθημα είναι πιο διαδεδομένο μέσα στο λαό. Τελικά, είναι χωρίς ιδιαίτερη αξία το να καταδικάζει κανείς “όλους τους εθνικισμούς” και να νομίζει ότι αυτό αποτελεί προλεταριακή πολιτική παρέμβαση. Το σύνθημα “κάτω όλοι οι εθνικισμοί” είναι -από τη σκοπιά της πολιτικής- απραγματοποίητο. Και είναι τέτοιο γιατί δεν αναθέτει κανένα ειδικό καθήκον πάλης, δεν αναδείχνει κανένα βήμα συγκρότησης του προλεταριάτου.

Το σύνθημα “κάτω όλοι οι εθνικισμοί” αγνοεί το γεγονός ότι ο εθνικισμός δεν είναι “απλά” μια επιθετική στάση προς τον απέναντι, μα ένα πολιτικό πρόγραμμα που πραγματώνεται συνολικά τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα. Η ιμπεριαλιστική πολιτική του ελληνικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια πηγαίνει χέρι-χέρι με την ένταση της εκμετάλλευσης του ελληνικού προλεταριάτου – ντόπιων και μεταναστών. Είναι απαραίτητο να σημειώσουμε πως στο ζήτημα που μας απασχολεί σήμερα, οι ίσες αποστάσεις απέναντι στους εθνικισμούς αποκρύπτουν το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη σύγκρουση η επιτιθέμενη πλευρά είναι εκείνη του ελληνικού κράτους.

Η αστική κυριαρχία δεν είναι ποτέ αόριστη. Ουσιαστική πάλη ενάντια στον εθνικισμό σημαίνει άρνηση συναίνεσης/ένταξης των υποτελών στο πολιτικό πρόγραμμα της άρχουσας τάξης. Η άρνηση αυτή δεν μπορεί να προϋποθέτει την αντίστοιχη άρνηση των απέναντι, καθώς πρώτα και κύρια κόβει τους δεσμούς του προλεταριάτου με τις επιδιώξεις της “δικής του” αστικής τάξης, για την ακρίβεια οδηγεί στην ήττα τους, είτε προς τα μέσα είτε προς τα έξω. Μια τέτοια στάση σε καμία περίπτωση δεν “τρέφει τον απέναντι εθνικισμό”, όπως λέγεται συχνά, μα αποτελεί σταθερό βήμα για την ενότητα με το προλεταριάτο των άλλων χωρών.

Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι ο στόχος του να ξεμπερδέψουμε οριστικά με τους εθνικισμούς μπορεί να μας είναι αδιάφορος. Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι διαφοροποιούμαστε συναισθηματικά με κείνους που, με αγνές προθέσεις, καταδικάζουν “κάθε εθνικισμό”. Σημαίνει όμως ότι κατανοούμε την πολιτική με όρους συγκεκριμένης πάλης τάξης ενάντια σε τάξη.

*Από το αποψινό σημείωμα παρέλειψα σκόπιμα την αναφορά σε ένα άλλο, επιτακτικό, καθήκον, αυτό της οργάνωσης της κομμουνιστικής διεθνιστικής πρωτοπορίας σε διεθνές επίπεδο, μιας και θα έπρεπε να τοποθετηθώ πιο συγκεκριμένα, πράγμα που δεν θα είχα το θράσος να κάνω. Προφανώς όμως, είναι η μόνη περίπτωση που η χρήση του “ενάντια σε κάθε εθνικισμό” θα μου φαινόταν απόλυτα ταιριαστή.

nationalism

Previous Older Entries