Οδοστρωτήρας

Επειδή δεν είμαι καλά τελευταία (και ποιός είναι, θα μου πεις) και δεν θέλω να χάσω τη σκέψη μου αναζητώντας έναν (ακόμη) εξυπνακίστικο πρόλογο, θα σου πω την ιστορία μου χωρίς γαρνιτούρα κι ελπίζω τουλάχιστον εσύ να καταλάβεις.
Όταν ήμουν πιτσιρικάς, πηγαίναμε σε μια άπλα για μπάλα. Εγώ μπάλα δεν έπαιζα, ποτέ δεν έπαιξα και πάντα τη βαριόμουν και τη μισούσα. Πήγαινα όμως γιατί πήγαινε η παρέα. Εκεί απέναντι υπήρχε ένα στέκι. Ένα παλιό οίκημα με μισόκλειστα τα πατζούρια του. Η μάνα μου με προειδοποιούσε να μην πηγαίνω κατά κει και το ίδιο έκαναν όλες οι μανάδες της γειτονιάς. Το μόνο που μας περίμενε έτσι και τολμούσαμε να ζυγώσουμε ήταν ναρκωτικά (δεν ήξερα τι ήταν αυτό) και θάνατος (αυτό κάπως το ήξερα). Το να πει κάτι τέτοιο η μάνα μου ισοδυναμούσε με μια σαφή εντολή να κάνω ακριβώς το αντίθετο. Και κοίταζα, και πήγαινα και όλο και πιο κοντά. Αλλά -περίεργα- δεν έβρισκα τίποτα φρικιαστικό. Από τα παράθυρα ξεχύνονταν πάντα οι πιο όμορφες μουσικές που είχα ακούσει. Και που και που, η σκοτεινή pub άνοιγε την πόρτα της για να υποδεχθεί  ή να ξεγεννήσει ένα περίεργο πλάσμα. Τα πλάσματα αυτά με συνάρπαζαν. Τα αγόρια έμοιαζαν σαν τον Che (τον ήξερα τον Che από ένα πόστερ του πατέρα μου) και σαν τον Γιοσούα. Τα κορίτσια έμοιαζαν με νεράιδες. Μαύρες νεράιδες, αλλά νεράιδες. Και ήταν όμορφα. Αν έβλεπες τα μάτια τους, τα μακριά μαλλιά τους, τα ρούχα τους που ανέμιζαν σαν τη σημαία της Ζωής πάνω στον ιστό του σώματός τους, θα καταλάβαινες. Καμιά φορά (μα όχι τόσο συχνά όσο έλεγαν οι ιστορίες) κάποιο από τα πλάσματα δεν τα κατάφερνε. Κάποια φωνή κι ένας ανεξήγητος καυγάς, μια ακατανόητη ξεκούραση ξάπλα στο πεζοδρόμιο λίγα μέτρα από το μαγαζί, μια λιποθυμία, μια τρεχάλα στο πουθενά, ένα τρελό γέλιο ή κλάμα (ποτέ δεν κατάλαβα). Αυτό θα ήταν τα ναρκωτικά. Τον θάνατο δεν τον είδα.
Στα χρόνια που πέρασαν, η χοάνη της (ας πούμε) πολιτιστικής μου περιδίνησης με έφερε ακόμη πιο κοντά τους. Η όμορφη μουσική -που την έπαιζαν ο Hendrix και άλλοι σαν εκείνον- είχε γίνει πια δικιά μου και ολοδικιά μου και οι κοπέλες που ερωτευόμουν έμοιαζαν με τις μαύρες νεράιδες (μη ρωτάς, αυτές δεν έγιναν δικιές μου). Στην Οργάνωση που τριγυρνούσα (όχι τίποτα βαθύ. Για χάρη του πατέρα μου και με την παρέα του αδερφού μου περισσότερο) δεν θεωρούνταν αμαρτία η συναναστροφή μ’αυτόν τον κόσμο κι έτσι δεν είχα και κολλήματα. Κάναμε και το συγκρότημα τότε με τους άλλους δυο με γκαράζ/πανκ και τέτοια και έδεσε το πράγμα. Άρχισα να τους καταλαβαίνω. Πολύ περισσότερο, άρχισα να γίνομαι σαν αυτούς. Εφηβεία λέγεται αυτό? Μπορεί. Είμαι σίγουρος ότι ένας γιατρός ή ψυχολόγος θα μπορούσε να μας πει με ακρίβεια τι είναι η εφηβεία και τι ζημιά μπορεί να κάνει στη δήθεν ομαλή ροή της Ιστορίας. Σιγά-σιγά έμπαινα στο νόημα. Καταλάβαινα από τι υλικό με φτιάξανε και έβλεπα ότι ήταν σχεδόν το ίδιο με των “πλασμάτων”. Ποιό ήταν αυτό? Ήταν το τέλος του συλλογικού δρόμου, η συντριβή της αίσθησης ότι η Επανάσταση έρχεται σήμερα ή αύριο. Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο Λαός στην εξουσία. Ένα πράγμα σήμαινε αυτό. Τα μαχαίρια έμπαιναν μέσα, τα μαλλιά κόνταιναν, η δημοτικιά ερωτοτροπούσε με την καθαρεύουσα και οι λοχαγοί μας γινόταν δημοτικοί σύμβουλοι, διευθυντές, τομεάρχες. Έπαιρναν επιχορηγήσεις, άνοιγαν επιχειρήσεις και πλέον νόμος δεν ήταν το δίκιο του εργάτη, αλλά το “δεν βγαίνω μάνα μου”. Κι εμείς, σαν επιθετικοί σε απαίσιο offside, σαν γελοία εμπροσθοφυλακή, μείναμε να αναμασάμε άλλος τα λόγια του Λένιν, άλλος του Jello Biafra και άλλος και των δύο μαζί. Απολιθώματα. Αυτό ήμαστε. Ο θαυμαστός νέος κόσμος δεν είχε θέση για εφηβείες, επαναστάσεις και έρωτες. Τα στάνταρ είχαν αλλάξει (γι’αυτό την έλεγαν “αλλαγή” στο κάτω-κάτω). Η νεανική ορμή έγινε σοβαρότητα, η Επανάσταση ξέπεσε στην “τέχνη του εφικτού” και ο Έρωτας μεταμορφώθηκε σε κάτι κώλους που κοσμούσαν εξώφυλλα πρωτόγνωρων περιοδικών με αστεία ονόματα. Lifestyle και καριέρα. Αυτό απαιτούσε η εποχή και η γενιά μου έτρεξε να της το δώσει με χαρά.
Και μετά ήρθε το ‘89. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε και το ‘90. Και οι περισσότεροι από εμάς έχασαν και εκείνο το μικρό κομματάκι πίστης που τους διαφοροποιούσε από τα “πλάσματα”. Κάποιοι παραδόθηκαν και βούτηξαν στις αρετές του αντιπάλου. Από τότε δεν σταμάτησαν να φτύνουν -δημόσια και με κάθε ευκαιρία- εκεί που έγλυφαν, πράγμα που αποτελεί και τον κύριο λόγο που το σύστημα τους χρύσωνε απλόχερα. Κάποιοι (σαν εμένα) ανακαλύψαμε νέους δρόμους για την Επανάσταση, χωθήκαμε στο “χώρο” και για καλή μας τύχη δεν ξαναβγήκαμε απο’κει. Κάποιοι όμως απλά φρίκαραν. Και πύκνωσαν τις γραμμές των “πλασμάτων”. Κι έμαθε επιτέλους και δικιά μου η φάρα τι θα πει χάσιμο, τι θα πει θάνατος.
Γιατί στα λέω όλα αυτά? Για ένα και μόνο λόγο. Ακούω σήμερα ένα σωρό κρετίνους, τους ίδιους κρετίνους που είτε κατέστρεφαν τη χώρα είτε χειροκροτούσαν αυτούς που την κατέστρεφαν, να διαδίδουν από δω κι από κει τις ίδιες ανέξοδες παπαρολογίες. “Πήραμε λάθος δρόμο τόσα χρόνια” λένε, και άλλα τέτοια. Οι ίδιοι που έγιναν γιαλατζί γιάπηδες, που προσκυνούσαν κάθε μαλακία που έγραφε ο Θέμος κι ο Κωστόπουλος, που άλλαξαν το FIAT για BMW μόνο και μόνο επειδή πήρε ο γείτονας, που έτρεξαν να πλουτίσουν στο χρηματιστήριο του Σημίτη και έκαναν ότι δεν έβλεπαν το χαμό δεκάδων εργατών και ελευθεριών για την ηλίθια Ολυμπιάδα τους, που ανακουφίστηκαν γιατί πάντα μισούσαν τον Τσίρκα και το Λειβαδίτη ενώ ο Θέμελης και ο Χωμενίδης τους έπεσαν κομματάκι ελαφρύτεροι, που έκαναν το ευρώ ένα λαμπρό τοτέμ και το έχωσαν στη μούρη μας να το προσκυνήσουμε. Όλοι αυτοί, τώρα που το τοτέμ τους πάει στο διάολο, μας τα γυρίζουν τώρα. “Λάθος δρόμος” λένε, και νομίζουν ότι καθάρισαν. Αυτός ο “λάθος δρόμος” τους όμως άφησε πίσω φίλους, άλλους νεκρούς, άλλους τρελλούς και άλλους χαμένους, ανθρώπους που έτυχε να έχουν μια ιδιαίτερη αντίδραση στην αποκτήνωση, που τα λεφτά δεν τους έλεγαν και τίποτα, που ήθελαν μόνο να ερωτευτούν και να δημιουργήσουν. Ή που δεν ήθελαν να κάνουν τίποτα, αλλά αυτό ήταν στην τελική πρόβλημα δικό τους και όχι δικό σου.
Κουβεντιάζαμε κάποτε με ένα σύντροφο και μου έλεγε πόσο ανησυχούσε που στις οργανώσεις του “χώρου” μαζεύονται τόσοι “τρελοί”, τόσοι εξαρτημένοι. Του είπα ότι όσο ο “χώρος” είναι ανοιχτός γι’αυτούς τους συντρόφους, πάμε καλά. Αγώνα ενάντια στο σύστημα δώσαμε πολλοί και συνεχίζουμε να τον δίνουμε και στις μέρες μας με τη λύσσα που μας δίνει η οργή και το αντίκρυσμα της νίκης που έρχεται. Οι άνθρωποι αυτοί όμως αποτέλεσαν -για μένα τουλάχιστον- ένα λαμπερό ηθικό φάρο, καθώς ύψωσαν απέναντι στην προέλαση μιας ανελέητης γκλαμουριάς ό,τι πιο εύθραυστο είχαν. Την ψυχή τους. Και τσακίστηκαν.
Λοιπόν πρώην ψευτογιάπη, τώρα που η μασκαράτα σου συντρίφτηκε, και πριν βγεις να μας το παίξεις αγανακτισμένος, ζήτα τουλάχιστον μια συγγνώμη. Έστω και χαμηλόφωνα ρε…

Αν μου επιτρέπεις, και ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, με τούτο αποχαιρετώ τον Παύλο Τάσσιο.

Advertisements

3 Σχόλια (+add yours?)

  1. ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
    Οκτ. 03, 2011 @ 17:50:59

    Σ΄ αυτούς και σ’ αυτές που χάθηκαν στον πηγαιμό…

    ΔΙΧΩΣ ΠΗΓΑΙΜΟ

    – Φεύγω μου είπες για την έρημο
    δεν τους μπορώ πια τους ανθρώπους
    κι αποσύρθηκες στον εαυτό σου
    «φευγάτη» είσαι τώρα
    δίχως πηγαιμό
    σ’ έρωτες ανέσπερους της νόησης
    και σε ταξίδι’ αλαργινά της φαντασίας
    αρμενίζεις

  2. robopsychologist
    Οκτ. 03, 2011 @ 18:32:43

    Φοβερό κείμενο…

    Θυμήθηκα ένα απόσπασμα από το «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους», του Ραφαηλίδη, σχετικά με τη γενιά του πολυτεχνείου:

    ‎»Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας. Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απ’την ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απ’το εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.

    Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος.
    … Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής. Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει. Πράγμα που σημαίνει πως ίσως για την ανανέωση της ελληνικής πολιτικής ζωής σήμερα, πρέπει ίσως να υπάρξει και ένα δεύτερο πολυτεχνείο, και ένα τρίτο, και ένα τέταρτο, μέχρι που να πέσουν οι πολλές δημοκρατικότατες χούντες που προήλθαν απ’τη διάλυση της μεγάλης χούντας.
    Όπως και να’ναι, το έπος του Πολυτεχνείου έγινε ένα ισχυρό αντιστασιακό άλλοθι για κείνους που για εφτά χρόνια λούφαζαν, και ξαφνικά έγιναν αντιστασιακοί εν μια νυκτί, καλά προφυλαγμένοι οι περισσότεροι απ’ την πολυκέφαλη μάζα που τους περιέβαλλε πανταχόθεν…»

Αρέσει σε %d bloggers: