Μπορείς να το εξηγήσεις?

Μια καλή συμβουλή που έχω να δώσω σε όσους εμπλέκονται συχνά σε συζητήσεις με θρησκευόμενους, είναι το να αποφεύγουν το θέμα των θαυμάτων. Όταν ο συνομιλητής σας θίξει αυτό το ζήτημα, θυμηθείτε ξαφνικά μια δουλειά που έχετε να κάνετε, πηγαίνετε στην τουαλέτα, πνιγείτε, πάντως σταματήστε να μιλάτε. Οι λόγοι για τους οποίους η συμβουλή αυτή είναι έγκυρη είναι:
α) Δεν υπάρχει καμία περίπτωση, μέσα από μια απλή ανταλλαγή επιχειρημάτων, να πείσετε κάποιον που πιστεύει πως του συνέβη ένα θαύμα ότι δεν είναι έτσι. Εάν κάποιος πιστεύει ότι πχ πήρε τη δουλειά επειδή μεσολάβησε ο Όσιρις, δεν μπορούμε με μια κουβέντα να τον πείσουμε για το αντίθετο.
β) Οι περισσότερες από τις ιστορίες για θαύματα είναι απλά, ψέμματα. Ο συνομιλητής σας το γνωρίζει, αλλά το φέρνει στη συζήτηση έτσι κι αλλιώς. Ο μηχανισμός παραγωγής ιστοριών με θαύματα δεν διαφέρει από κείνον των λεγόμενων «αστικών μύθων». Ο θρησκευόμενος συνομιλητής μας είτε μας προετοιμάζει με τη γενεαλογία της ιστορίας (συνέβη σε ένα φίλο της ξαδερφής του κουμπάρου μου) είτε ξεφορτώνεται τα περιττά και οικειοποιείται την ιστορία χωρίς -τις περισσότερες φορές- να αισθάνεται άβολα για το γεγονός ότι ψεύδεται. Στο κάτω-κάτω εάν κάποιος είναι σίγουρος ότι το θαύμα πράγματι συνέβη, τι του χρειάζονται οι γαρνιτούρες;
γ) Ο τελευταίος, όμως πολύ σημαντικός λόγος, είναι ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστείτε να γίνετε προσβλητικοί. Δεν έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία σας, οφείλεται αποκλειστικά στην αγένεια του συνομιλητή σας να διαπραγματεύεται δημόσια τις θρησκευτικές του φαντασιώσεις. Αργά ή γρήγορα θα πέσει στην κουβέντα αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε «θαύμα-οδοστρωτήρας». Μπορεί να καταφέρετε να εξηγήσετε το πως ένας βαριά άρρωστος θεραπεύτηκε χωρίς γιατρούς και φάρμακα, μπορεί να επιχειρηματολογήσετε ότι το κλαδί που έριξε ο αέρας, δεν μας χτύπησε από καθαρή τύχη, όμως απέναντι στο «θαύμα-οδοστρωτήρα» δεν έχετε εναλλακτικές. Όταν ο συνομιλητής σας γίνει τόσο αγενής ώστε να ισχυριστεί ότι καθώς γυριζε στο σπίτι του είδε μπροστά του την παρθένο μαρία (η οποία μάλιστα τον διαβεβαίωσε ότι η άρρωστη γιαγιά του θα γίνει περδίκι), θα ξεροκαταπιείτε, θα ιδρώσετε, αλλά μοιραία θα γίνετε εσείς ο αγενής, ξεστομίζοντας μια από τις παρακάτω φράσεις: 1) Έχεις θρησκευτικές παραισθήσεις 2) παίρνεις ακατάλληλα φάρμακα 3) Είσαι ηλίθιος.
Η παραπάνω συμβουλή είναι δύσκολο να τηρηθεί. Κυρίως γιατί δεν θεωρείται ευγενικό να κόβουμε μια κουβέντα στη μέση, αλλά και ίσως λόγω μιας ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας που αναπτύσσουν οι σκεπτικιστές, να απολαμβάνουν κατα βάθος τέτοιες συζητήσεις. Έτσι, οι περισσότεροι από μας έχουμε βρεθεί στην άβολη θέση να προσπαθούμε να εξηγήσουμε με λογικούς όρους, ιατρικά ή άλλα «θαύματα», των οποίων οι σημαντικές λεπτομέρειες δεν είναι γνωστές ούτε σε μας αλλά ούτε και στο συνομιλητή μας. Πολύ περισσότερο, η αδυναμία μας να παρουσιάσουμε μια πειστική επιστημονική εξήγηση για το υποτιθέμενο θαύμα, μετράει πάντα σαν απόδειξη για την αλήθεια του θαύματος αυτού.

«Προχθές είχα ένα τρομερό πονοκέφαλο που δεν περνούσε με παυσίπονα, όμως μόλις προσευχήθηκα ανακουφίστηκα αμέσως. Πώς το εξηγείς αυτό;» ρωτάει ο συνομιλητής μας αναδεικνύοντας έτσι τις διαχωριστικές γραμμές των κοσμοαντιλήψεών μας. Ο θρησκευόμενος δεν καταλαμβάνεται απλά από δέος μπροστά στα όρια της ανθρώπινης γνώσης (ή απλά της δικής του ή της δικής μας γνώσης), αλλά πολύ περισσότερο είναι πεισμένος ότι μόλις ξεπεράσουμε τα όρια αυτά μπαίνουμε στη δικαιοδοσία των θεοτήτων. Κατά βάθος, κάθε φορά που ανακαλύπτει ένα ακόμη ανεξήγητο φαινόμενο (πραγματικό ή φανταστικό) χαίρεται, καθώς έτσι ενισχύεται η πλαστή ταπεινότητα στην οποία η θρησκείες καταδικάζουν τον άνθρωπο προκειμένου να μεγιστοποιήσουν τη δόξα των θεοτήτων.

Οι θρησκευτικοί απολογητές αποδίδουν σε μας τους υλιστές μια υποτιθέμενη προσπάθεια να αντικαταστήσουμε το θεό με τον άνθρωπο ή τη φύση εξ αιτίας ενός παθολογικού εγωισμού. Αυτή η ιδέα (που αναπτύσσεται αρκετά προκλητικά στο βιβλίο των «θρησκευτικών» της Β’ Λυκείου) στις λίγες περιπτώσεις που διατυπώνεται καλοπροαίρετα, βασίζεται στην εμπεδωμένη λογική ότι πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει ένας θεός, μια ανώτερη δύναμη είτε με τη βιβλική έννοια είτε με την έννοια των δυνάμεων της φύσης (λογική στην οποία υποκύπτουν και πολλοί αυτοαποκαλούμενοι άθεοι). Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο. Ο υλιστής δεν απορρίπτει την ύπαρξη της «ανώτερης δύναμης» επειδή έχει θεοποιήσει την επιστήμη και τις δυνατότητες του ανθρώπου, αλλά γιατί γνωρίζει ότι για κάθε τι που συμβαίνει υπάρχει μια υλιστική εξήγηση έστω κι αν δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα και ακόμη ότι για κάθε σημερινή μας εξήγηση θα βρεθεί στο μέλλον μια επαρκέστερη. Η αθεϊα, σε αντίθεση με τη θρησκεία, δεν έχει ανάγκη από παντογνώστες.

Με τη σχέση Επιστήμης και θρησκείας θα ασχοληθούμε σε βάθος εδώ, καθώς το αθεϊστικό ρεύμα φαίνεται να δέχεται όλο και περισσότερο τη σχετικά αποπροσανατολιστική επίδραση των νεοδιαφωτιστών Dawkins, Dennett και σια. Προς το παρόν όμως κρατήστε μια ακόμη συμβουλή: Άν ο θρησκευόμενος φίλος σας επιμένει να του εξηγήσετε οπωσδήποτε το «θαύμα-οδοστρωτήρα», περάστε στην αντεπίθεση. Ζητήστε του να σας εξηγήσει το πώς μια γυναίκα μένει έγκυος χωρίς σεξ και στη συνέχεια γεννάει το γιό της που στην πραγματικότητα είναι ο πατέρας του. Αυτό θα τον κρατήσει απασχολημένο (και ικανοποιημένο) για το πολύτιμο μισάωρο που χρειάζεστε για να απολαύσετε τον καφέ σας!

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: