ΔΑΠ-ΝΔΦΚ

Λοιπόν, θυμάμαι τη μέρα που σε γνώρισα. Δευτεροετής εγώ, πρωτοετής εσύ. Πήγα να πάρω σημειώσεις από ένα φίλο για την εξεταστική. Μέσα οχτώβρη ήταν και τα μαθήματα αυτά δεν τα έδωσα τελικά. Anyway, μου λέει ο φίλος “έλα να σου γνωρίσω τον καινούργιο μου συγκάτοικο”. Οι γονείς μεροκαματιάρηδες, λεφτά για δικό σου σπίτι με τίποτα δεν έπαιζαν, νοίκιασες εκείνο το δωμάτιο κι ας μην τον ήξερες καν το δικό μου. Δώσαμε τα χέρια, ήπιαμε καφε. Πιάσαμε και κουβέντα. Σου είπα για τα γυράδικα τα καλά, ποιά είναι φτηνά και ποιές μέρες έχει το καλό το φαγητό η λέσχη. “Και τις άλλες μέρες να πηγαίνεις όμως τα απογεύματα, το φαγητό είναι χάλια, αλλά παίρνεις μπέχο ένα γάλα Δωδώνη, αν το πίνεις”, έτσι σου είπα.

Δεν ξαναμιλήσαμε από τότε. Σε δυο κιόλας βδομάδες είχες ξεψαρώσει, είχες κάνει παρέες κι όλα καλά. Μετά χάθηκες για λίγο, αλλά ξαναβρεθήκαμε. Αφισοκολλητής εγώ της άκρας αριστεράς, βράδυ, στριμωγμένος με το σύντροφο από παρέα τραμπούκων της ΔΑΠ. Εσύ και κανα δυο νέοι ακόμη λίγο πιο πίσω, σας είχε βγάλει η μαμά-λύκαινα να δείτε πώς γίνεται το κυνήγι. Δεν έμεινες όμως εκεί. Γρήγορα εξελίχθηκες και από τραμπούκος δεύτερης διαλογής έγινες στέλεχος στη σχολή και τελικά υπεύθυνος πανεπιστημίου για τη σιχαμένη ΔΑΠ. Απορούσα, γιατί αναγκαστικά μάθαινα για σένα, πώς στο διάολο περνούσες τα μαθήματα αφού δεν πατούσες στο αμφιθέατρο παρά μόνο σε καμιά συνέλευση. Απορούσα πού στο διάολο έβρισκες τα λεφτά για όλα αυτά τα πανάκριβα ρούχα. Ωραίος όμως! Έσκαγες μύτη στη λέσχη συνοδευόμενος από πεντέξι πράγματα-γυναίκες, μιλούσες φωναχτά για να σε ακούνε όλοι, έλεγες με τους “συναγωνιστές” σου αστεία για αδερφές, αλβανούς, κουμούνια και εβραίους και ποτέ-μα-ποτέ δεν έτρωγες από το φαγητό που έτρεφε εμάς τους ταπεινούς. Εσύ πρόεδρος της σχολής, εσύ να μιλάς με τον πρύτανη λες και ήταν το φιλαράκι σου από παλιά, εσύ στη Μύκονο με τη ΔΑΠ, εσύ κάθε μέρα στην τοπική τηλεόραση, εσύ γραμματέας της ΟΝΝΕΔ, εσύ, εσύ, εσύ.

Και επιτέλους εσύ υποψήφιος νομαρχιακός σύμβουλος και όλος ο κόσμος δικός σου. Τα τελευταία λεφτά της οικογένειας για έγχρωμα φυλλάδια με τη φάτσα σου, όλο καινοτομίες αυτοί οι νέοι πολιτικοί και ανελέητη ιδεολογικοπολιτική πάλη με πάρτυ σε κλαμπ της πόλης και κεράσματα. Και ξαφνικά, σκατά! Πάτωσες την Κυριακή των εκλογών. Βλέπεις, μπορεί να έκανες τη χαμαλοδουλειά για το κόμμα, αλλά το κόμμα έχει τους δικούς του ανθρώπους να προωθήσει -της τάξης του- και σίγουρα δεν θα έφτιαχνε τη μέρα σε ένα χωριατάκι έτσι απλά. Και τα είχες δώσει όλα για το κόμμα! Κάτι έσπασε μέσα σου. Άρχισαν οι διαφωνίες και τελικά δεν άργησες να επιβεβαιώσεις τον επαρχιωτισμό σου. “Καλύτερα μεγάλος στο χωριό” σκέφτηκες και -αφού έκανες το σχετικό σαματά- μεταπήδησες στον ελπιδοφόρο φορέα της Πολιτικής Άνοιξης. Υποψήφιος βουλευτής στις επόμενες εθνικές εκλογές με τον ελλάςελλάςαντώνηςσαμαράς και σας την κάνει ο γιός-του-αγωγιάτη και μπαίνει εκείνος στη βουλή κι εσύ στα σκατά για δεύτερη φορά. Τρίτη και φαρμακερή απόπειρα να λάμψεις με κείνο το γελοίο θνησιγενές κόμμα του «κυρίου-τίποτα» και πια κατάλαβες ότι η μεγάλη πολιτική σε χρεώνει βαριά ενώ το μικροπαραγοντιλίκι όλο και πέντε φράγκα σου χώνει στην τσεπούλα.
Τα χρόνια περνούν, παίρνουμε πτυχίο και οι δύο, εσύ χωρίς να έχεις μάθει τίποτα, και κάνουμε και μεταπτυχιακό. Το πήρες κι αυτό, αν και δεν εμφανίστηκες πουθενά. Μετά κάποια δουλειά από δω, κάποια από κει, κάπως τα έφερνες βόλτα και πάντα μοστράριζες στα κεντρικά καφέ με ύφος πρωθυπουργού, πανάκριβα ρούχα και χαρτοφύλακα (νομίζω πως δεν είχε τίποτα μέσα). Χαθήκαμε πάλι.
Δύο χρόνια πριν, δεν με κατάλαβες, συναντηθήκαμε στην καφετέρια κάτω από το σινεμά. Ήρθα με τις κόρες μου να πάρουμε ποπ-κορν (το άτιμο, πώς σε πετάει για πλάκα έξω από τον προϋπολογισμό!) και σε είδα παρέα με έναν παλιό αρχιΔΑΠίτη και τη γυναίκα του (ΔΑΠίτισα και κείνη, η καημένη, την είχε γκόμενα και την πάσσαρε από νέο σε νέο, ωραία κοπέλα ήταν τότε, για να τους θαμπώνει και μετά, από απροσεξία, τη γκάστρωσε και την παντρεύτηκε. Πάντα τη θεωρούσε ηλίθια και το έδειχνε. Εκείνη χαμογελούσε). Μαζί τους τέσσερα-πέντε λαμπερά τρυφερούδια, ΔΑΠιτάκια το δίχως άλλο. Τα αγοράκια ήταν σαν μίνι Αβραμοπουλοι και τα κοριτσάκια σαν την Έλενα Ράπτη. Έστησα αυτί. Ο παλιός αρχιΔΑΠίτης (είχες ξαναγυρίσει στη ΝΔ στο μεταξύ, το “σάπιο πολιτικό σύστημα” φαίνεται είχε… ξεσαπίσει) σας εξηγούσε με λεπτομέρειες πώς θα στήσετε τη νέα επιχείρηση, λίγα λεφτά χρειάζεται στην αρχή μόνο, σίγουρη επιτυχία, μεγάλη-καινοτομία-κανείς-δεν-το-έχει-ξανακάνει και οι γνωστές μαλακίες. Μπαγάσηδες, σκέφτηκα, μια ζωή το ίδιο παραμύθι πουλάτε και στους άλλους και στους εαυτούς σας.
Κι όμως! Επιδότηση, γραφεία, επιχείρηση με αρχαιοπρεπές όνομα γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες και κάρτα επαγγελματική να φυσάει. Οι παλιές γνωριμίες ενεργοποιήθηκαν, στα γνωστά κανάλια άρχισε πάλι να τρέχει το νέκταρ της συναλλαγής και ένα, δύο, τρία, πάμε! και πάλι σκατά! Ήξερε ο ΔΑΠίτης ο παλιός, η γάτα που πήρε εσένα τον ξοφλημένο και τα νινάκια και τσέπωσε και τις επιδοτήσεις και φτιάχτηκε γιατί με τον αέρα του επιχειρηματία πήρε και καναδυό δουλειές από την κυβέρνηση του “Μπαϊρακτάρη” και πάει στο διάολο και η δουλειά και το αρχαιοπρεπές όνομα κατά πως του έπρεπε από την αρχή.
Άφραγκος. Το έμαθα. Τα έμαθα όλα δηλαδή και κάποια άλλα πιο προσωπικά και πρέπει να πω ότι σε λυπήθηκα. Αν καμιά φορά αναρωτιέσαι πώς μου’ρθε και σε χαιρέτησα εκείνη τη μέρα, είναι ακριβώς γι’αυτό. Σε λυπήθηκα.
Κοίτα τώρα πώς τα έφερε η τύχη. Σταμπαρισμένος πια από τον τίτλο του “αποτυχημένου” δεν μπορείς να βάλεις τις παλιές μηχανές σε κίνηση. Προσπαθείς, αλλά τίποτα. Δουλειά πουθενά, το διορισμό που σου αντιστοιχούσε για τις υπηρεσίες σου τον κλώτσησες με τα μεγαλοπιάσματά σου. Παρ’όλα αυτά, σε βλέπω κάθε μέρα στα κεντρικά καφέ, με τα καλά σου ρούχα και το χαρτοφύλακα, να σκοτώνεις τα ελάχιστα χρήματα της σύνταξης του πατέρα σου για τους εσπρέσο σου. Ακόμη και τώρα ελπίζεις ότι αν πιστέψεις στη επιτυχία, “όλες οι δυνάμεις του σύμπαντος θα συνωμοτήσουν υπέρ σου». Με είχες πλάτη προχθές και δεν κατάλαβες. Χαζεύαμε και οι δυο τις εφημερίδες στο περίπτερο ή μάλλον τις χάζευα μόνος μου. Εσύ, παρέα με ένα άλλο κοστουμαρισμένο, σίγουρα το ίδιο “executive” και επιτυχημένο όπως κι εσύ, αναλύατε το πώς θα βγούμε από την κρίση. Μνημόνιο, λιγότερο κράτος, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και “τι στο καλό σημαίνει συλλογική σύμβαση? ο καθένας να παίρνει όσα δουλεύει!”.

Αμετανόητος ρε κατεργάρη, αμετανόητος ακόμη και τούτη τη στιγμή που ο κόσμος που πίστεψες τραβάει για τα σκουπιδιάρικα. Ακόμη και σήμερα, ελπίζεις να πουλήσεις άθλιες υπηρεσίες σε οποιονδήποτε αγοράσει και να σώσεις έτσι το τομάρι σου.

Είσαι είδος μεγαλειώδες. Είσαι η πανούκλα η ίδια. Σε χαιρετώ με το πιο θερμό “fuck off” μου…

(ο ΔΑΠίτης που περιγράφεται στην αφήγηση είναι μια φρανκενσταϊνική συρραφή διαφόρων ΔΑΠιτών που «γνώρισα» σαν φοιτητής)

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: