Προς τις εκλογές της 17ης Ιούνη: Σκόρπιες σκέψεις

Με το παρακάτω κείμενο επιχειρώ να τοποθετηθώ για κάποια από τα ζητήματα που μας απασχολούν βαδίζοντας προς την 17η Ιούνη. Δεν μιλάω για τα πάντα ούτε διεκδικώ για τις σκέψεις μου το χαρακτήρα της ανάλυσης. Έχω γράψει παλιότερα πως πιστεύω ότι οι πολιτικές αναλύσεις είναι δουλειά για τα πολιτικά κόμματα και όχι για τα ψωνάκια του διαδικτύου ή τις περσόνες της Αριστεράς.

Από την 5η Μάη 2010 και την πρώτη “μάχη του Συντάγματος” κάποιοι από εμάς έχουμε λιώσει τη γλώσσα μας να λέμε ότι αυτή η νέα φάση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα αναδεικνύει σαν κεντρικό το ζήτημα της εξουσίας. Η εποχή της διαπραγμάτευσης τελείωσε, ο απέναντι πέταξε κάτω τη σκακιέρα μαζί με τα κομμάτια και δήλωσε με κυνισμό ότι τα θέλει όλα. Ή αυτός ή εμείς. Όπως έγραφα και λίγες εβδομάδες πριν, η ίδια η ιστορική εξέλιξη εξαφάνισε σήμερα την απόσταση μεταξύ του επιμέρους και του γενικού με αποτέλεσμα ακόμη κι ο πιο αποσπασματικός ή απομονωμένος αγώνας να βρίσκει τα προαπαιτούμενα για τη νίκη του στη γενίκευσή του, και την πολιτική του έκφραση στην απαίτηση ενός συνολικού προγράμματος. Η εξέλιξη αυτή γιγαντώθηκε πέρυσι τέτοιον καιρό με το κίνημα των πλατειών. Μεγάλα μικροαστικά στρώματα, εξοντωμένα από την κρίση, συχνά και με πιο βάρβαρο τρόπο από τους μισθωτούς, παρασύρθηκαν στον τρόπο δράσης της οργανωμένης εργατικής τάξης, και κατέβηκαν στο δρόμο. Αυτό, ακόμη κι αν έλειπε ο πολιτικός φορέας που θα μπορούσε άμεσα να το μεταφράσει σε πολιτική, σηματοδοτούσε το σπάσιμο της κοινωνικής συναίνεσης. Η ελληνική μεγαλοαστική τάξη, από το Μάη του 2011, απέμεινε μόνη με την αγωνία της, με συντριμμένα τα οράματα με τα οποία έδενε επί δεκαετίες τους από κάτω στο άρμα της. Απέμεινε μόνη, να παλεύει να κρατήσει τη σχέση της με το νόμισμα-διέξοδο προς την παγκόσμια αγορά, ένα μακάβριο όραμα που πλέον για τους από κάτω σημαίνει μόνο ερήμωση, ανεξάρτητα με το αν φτάνουν να μεταγράψουν και πολιτικά αυτή τη βιωματική διαπίστωση.

Κι ενώ ήταν προφανές ότι το “μέτωπο” των από κάτω ήταν διαμορφωμένο μόνο αόριστα, χωρίς οργανωτική και πολιτική συγκρότηση, η αστική τάξη στάθηκε ανήμπορή να εκμεταλλευτεί την αδυναμία αυτή καθώς η αγωνία της συνδέεται όχι με ένα τοπικό φαινόμενο, αλλά με τη βαθιά παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού. Κάθε σχεδιασμός των από πάνω, κάθε χειρισμός ήταν καταδικασμένος να φανερωθεί ως αποτυχημένος και να απορριφθεί, πολλές φορές σε διάστημα λιγότερο της μιας βδομάδας από την ανακοίνωσή του. Ακόμη και η μεγάλη ντρίπλα, που θα κέρδιζε χρόνο για τη μεγαλοαστική τάξη βγάζοντας πρωθυπουργό έναν “αντιμνημονιακό” Αντώνη Σαμαρά κάηκε με τη συγκρότηση της κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης του τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμου. Στο σημείο αυτό πρέπει να παραδεχθώ ένα λάθος στις εκτιμήσεις μου. Σε δημόσιες τοποθετήσεις μου είχα πει κατ’επανάληψη ότι τα μικροαστικά στρώματα ήθελαν το περασμένο καλοκαίρι μια γρήγορη νίκη, αντίστοιχη της γοργής μαζικοποίησης της συμμετοχής τους στον αγώνα. Η ανυπομονησία αυτή, με δεδομένη την κάμψη του κινήματος των πλατειών και τη γενική υποχώρηση που σάλπισε η Αριστερά το Νοέμβρη του 2011, πίστευα ότι θα οδηγούσε σε -αντίστοιχα ραγδαία- απογοήτευση, αποστράτευση και τελικά επιστροφή στις αγκαλιές του αντιπάλου με την ουρά στα σκέλια, ακόμη και στην ανοιχτή υποστήριξη των ναζί. Αν και δεν αναθεωρώ την περιγραφή αυτή στη γενικότητά της, υπό το φώς των δεδομένων της 6ης Μάη 2012 αλλά και των ημερών που ακολούθησαν μέχρι σήμερα, πρέπει να παραδεχτώ ότι η εξέλιξη δεν έχει τους ρυθμούς που περίμενα. Μάλιστα έχει τόσο αργούς ρυθμούς που καθιστούν μια ελπίδα αντιστροφής όχι εντελώς αβάσιμη. Σε άλλη περίπτωση, το να χαρακτηρίσουμε την κεντρική πολιτική εμφάνιση ναζιστικού πόλου “από το πουθενά” ως “βραδεία εξέλιξη” θα ήταν η μεγαλύτερη ανοησία. Αυτό που εννοώ όμως είναι ότι το μπλοκ του δρόμου δεν έχει χάσει ακόμη τη δυναμική του, ότι συνεχίζει να αναζητά τη λύση στο ίδιο στρατόπεδο όπως και πέρυσι, ενώ προς τη δεξιά/ακροδεξιά στρέφονται προς το παρόν μόνο εκείνα τα καθυστερημένα κομμάτια που έτσι κι αλλιώς ήταν αρνητικά/εχθρικά απέναντι στο κίνημα. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι το κίνημα (με τη θλιβερή πρωτοβουλία της ρεφορμιστικής Αριστεράς) αποσύρθηκε από το προσκήνιο. Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι σήμερα επικρατεί κινηματική παράλυση, με μόνη ακτινοβόλο εξαίρεση των αγώνα των χαλυβουργών, που όμως (πάλι με ευθύνη της Αριστεράς) παραμένει στη γωνία. Όπως έγραψα σε προηγούμενο κείμενο, το “εμείς ή αυτοί” που χαρακτηρίζει τη συγκυρία καθορίζει και το δρόμο. Όταν οι δρόμοι των πόλεων αδειάζουν από απεργούς διαδηλωτές και νεολαίους, δυστυχώς το κενό καλύπτεται από τα τάγματα εφόδου των ναζί. Όταν η αλληλεγγύη παύει να φωτίζει τις νύχτες μας στην πλατεία, εκεί βρίσκει έδαφος ο κάθε Σαμαράς να μιλάει για “ανακατάληψη των πόλεων”. Και φυσικά, όταν δεν έχουμε μισό εκατομμύριο διαδηλωτές στο δρόμο να φωνάζουν “πάρτε το Μνημόνιο και φύγετε από εδώ”, τότε εύκολα μπαίνει ο διάολος μέσα στη ρεφορμιστική Αριστερά κι αρχίζει να μιλάει για “επαναδιαπραγματεύσεις”, συζήτηση που δίνει ανέλπιστο οξυγόνο στα κόμματα των τραπεζιτών και των εφοπλιστών.

Ξαναγυρνάω στο ζήτημα. Αυτό το μαζικό αδιαμόρφωτο πολιτικά και οργανωτικά μπλοκ του δρόμου, δεν έφτασε σε καμία φάση της ανάπτυξής του να θέσει σαν αντίπαλο τον ίδιο τον Καπιταλισμό. Οι μικρές θρυαλλίδες αντικαπιταλισμού, άμεσης δημοκρατίας και εργατικού ελέγχου, δεν κατάφεραν να κάνουν το κίνημα αυτό να πάρει φωτιά που θα απειλήσει το σύστημα. Με την έννοια αυτή, όσοι προωθούμε σήμερα το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, αναγκαστικά βασιζόμαστε και χτίζουμε πάνω σ’αυτές τις περιορισμένες εμπειρίες αυτο-οργάνωσης, εμπειρίες ενός μικρού μόνο μέρους του κινήματος των περασμένων δύο χρόνων. Όσο κι αν δεν μας αρέσει, το κίνημα φώναζε κυρίως “κάτω τα Μνημόνια” και όχι “κάτω ο Καπιταλισμός”. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε και το σοβαρό ενδεχόμενο, μεγάλο κομμάτι του κόσμου αυτού πραγματικά να πίστευε ότι η ανατροπή των Μνημονίων είναι μια σχετικά εύκολη διαδικασία που θα αποτελούνταν από μια κινηματική άνοιξη που θα ανέτρεπε την κυβέρνηση των τραπεζών και θα δικαιωνόταν από μια άλλη, “φιλική” κυβέρνηση.

Έχοντας πει τα παραπάνω, θεωρώ απόλυτα εξηγήσιμη την εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ. Η διαχειριστική σούπα που εντελώς ανεπεξέργαστα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ πρότειναν ως “κυβέρνηση με επίκεντρο την Αριστερά” πριν την 6η Μάη, έδωσε τον αέρα στον κόσμο του κινήματος των περασμένων 2 χρόνων να επενδύσει εκεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ έγινε με αυτό τον τρόπο το σώμα για το γιγάντιο “κόμμα-σκιά” που λειτουργούσε στην ελληνική κοινωνία εδώ και δύο χρόνια. Τραβώντας λίγο ακόμη την εκτίμησή μου αυτή, λέω ότι η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ οφείλεται κυρίως σε ένα συνδυασμό της “ανοιχτής” του (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, δεν είναι της παρούσης) φυσιογνωμίας και του ότι (για τους δικούς του λόγους) έθεσε κεντρικά το ζήτημα της κυβέρνησης, που στα μυαλά των περισσότερων ταυτίζεται με την εξουσία. Η μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ λοιπόν είναι ότι (ξαναλέω, για λόγους που δεν είναι της παρούσης) “ήταν εκεί”. Το τεράστιο κίνημα κατά του Μνημονίου βρήκε το μοναδικό κόμμα που έθετε το στόχο της ανατροπής του Μνημονίου χωρίς γαρνιτούρες (είτε εθνικές είτε αντικαπιταλιστικές) και το χρησιμοποίησε αμέσως μόλις το ίδιο έδωσε το σύνθημα της “φιλικής” κυβέρνησης. Η επιμονή με την οποία ο χώρος στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ ξεψειρίζει το πρόγραμμά του και στη συνέχεια κριτικάρει, παραβλέπει αυτό το βασικό στοιχείο. Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ τον στηρίζουν στη βάση των δικών τους ελπίδων και όχι στη βάση του προγράμματός του. Με την έννοια αυτή, η παραπέρα ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ την 17η Ιούνη κρίθηκε ήδη, από τη στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε το κυβερνητικό πρόγραμμά του και έθεσε σαν πράξη#1 την ακύρωση του Μνημονίου. Ό,τι και να λέμε εμείς, όσο ανέφικτο, παραπλανητικό ή οτιδήποτε άλλο κι αν μας φαίνεται, ο Τσίπρας προχώρησε σε έναν ιδιότυπο “διάλογο με το Λαό” (δεν λέω “συμβόλαιο” για να μην δώσω αφορμή γι’αυτή την ανόητη συζήτηση για το αν ο Τσίπρας κοπιάρει τον Αντρέα του ’81, κλπ). Η έκρηξη του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ αποτελεί την εκλογική έκφραση (με όλα τα χαρακτηριστικά που σχολίασα σε προηγούμενο κείμενο) του “πάρτε το Μνημόνιο και φύγετε από εδώ!”. Όποια κριτική και να κάνουμε από τα αριστερά, είναι γεγονός ότι η ελλάδα δονείται πια από την ελπίδα μιας φιλικής κυβέρνησης που θα καταργήσει το Μνημόνιο, ανεξάρτητα από το ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών.

Επιμένω σ’αυτόν τον τρόπο να εξετάζουμε τα πράγματα γιατί αυτό που πραγματικά με ενδιαφέρει είναι η κατάσταση του στρατοπέδου του κόσμου της Εργασίας, μια κατάσταση που δεν ορίζεται μόνο από τα πολιτικά πλαίσια (ίσως οι κομματικές αγιογραφίες να έχουν άλλη άποψη, λυπάμαι), αλλά πρωτίστως από τη δυναμική και την αυτοπεποίθηση του κινήματος. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα για μένα από τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, είναι το ότι θα πανηγυρίσω μια ενδεχόμενη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ ανεξάρτητα από το αν δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο στο πρόγραμμά του με το οποίο να συμφωνώ απόλυτα. Είναι προς όφελος της αυτοπεποίθησης της εργατικής τάξης να ξέρει ότι συνέτριψε στις κάλπες τα κόμματα που οργάνωσαν την επίθεση εναντίον της. Ξέρω ότι θα φανεί περίεργο (αν θες κάνε έναν κόπο να το κατανοήσεις, αλλιώς δεν έχει νόημα), αλλά με τον ίδιο τρόπο πανηγύρισα την εκλογική συντριβή του Μητσοτάκη το 1993 μαζί με ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, με αρκετούς εκ των οποίων φάγαμε παρέα τις σφαλιάρες των σοσιαλιστικών ΜΑΤ στη συνέχεια.

Είναι κεφαλαιώδους σημασίας να μπορούμε να εκτιμήσουμε την κατάσταση χωρίς να συγχέουμε τις διαστάσεις της. Δεν νιώθω καθόλου κοντά με το κυρίαρχο μέρος της ηγεσίας του ΣΥΝ, το οποίο κυριαρχεί και στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ. Δεν συμφωνώ συνολικά με την πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, γιατί -ανεξάρτητα από επιμέρους σημεία που μακάρι να γίνουν πράξη- είναι μια πρόταση διαχειριστική, μια πρόταση που η επιτυχία της περνάει μέσα από τον αφοπλισμό της κινηματικής διάθεσης των εργαζομένων. Δεν νιώθω καμία χαρά για την πιθανή υπουργοποίηση (ή εκ νέου υπουργοποίηση, καθώς υπήρξε και η εμπειρία του ‘89…) “ανθρώπων που είναι στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ γιατί ξέχασαν να πάνε στη ΔΗΜΑΡ” (ας μου επιτραπεί αυτή η παράφραση της ανόητης φράσης του Ζίζεκ). Έχω όμως κάθε λόγο να χαίρομαι για την εκλογική άνοδο της Αριστεράς στο βαθμό που αυτή αντανακλά (με στρεβλό, έστω, τρόπο) ένα ακόμη βήμα στη ρήξη των από κάτω με τα οράματα της αστικής τάξης και τα κόμματα που τα εκφράζουν. Έχω κάθε λόγο να συνεχίζω να είμαι ικανοποιημένος με αυτή τη μαζική στροφή προς τα Αριστερά, ακόμη κι αν αυτή εκφραστεί παροδικά με ασύμμετρο τρόπο, με την παραπέρα ενδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ και την πιθανή εκλογική συρρίκνωση του ΚΚ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Όταν οι άνθρωποί μας εγκαταλείπουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες τα κόμματα της αστικής τάξης και στρέφονται στην Αριστερά, τότε σίγουρα είναι η πιο λάθος αντίδραση το κούνημα του δάχτυλου και η μίζερη κριτική ότι κακώς επέλεξαν το κόμμα που επέλεξαν ενώ υπάρχει κάτι καλύτερο. Αντίθετα, η μοναδική ελπίδα για νίκη στην τωρινή φάση του ταξικού αγώνα είναι να μπορέσουμε να στεριώσουμε την πολιτική μετατόπιση αυτών των ανθρώπων και θα προσπαθήσουμε να την πάμε παρακάτω.

Υπάρχει ένας λαθεμένος κατά τη γνώμη μου τρόπος να επιχειρήσει κανείς αυτό το προχώρημα, και αυτός είναι η κυρίαρχη πρακτική του ΚΚ αλλά και ενός μέρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η συνεχής, ανελέητη και εξονυχιστική κριτική σε κάθε τι που λέει η ηγεσία του ΣΥΝ (και επιβάλλει στο σύνολο του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ), η αδιάκοπη ιδεολογική αντιπαράθεση με το δαίμονα του ρεφορμισμού με όρους γενικών αφορισμών. Η πρακτική αυτή παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν μετατοπίζονται πολιτικά επειδή κάποιος τους φάνηκε ικανότερος στην ιδεολογική πασαρέλα, αλλά επειδή κάποια πολιτικά εργαλεία κερδίζουν στην πράξη την εμπιστοσύνη τους ότι με αυτά μπορούν να βελτιώσουν τις ζωές τους. Το όποιο προχώρημα λοιπόν στη συνείδηση των εργαζομένων δεν θα περάσει μέσα από την αφ’υψηλού απαξίωση των ελπίδων τους, αλλά από τη διασφάλιση και την οργάνωση της συνέχισης της κινηματικής τους δράσης, σε ακόμη εντονότερους ρυθμούς. Σχηματικά μπορούμε να πούμε ότι το πού θα γείρει η ζυγαριά της ταξικής πάλης θα έχει να κάνει με το αν αφήσουμε να επικρατήσει η άποψη ότι η δίχρονη παρουσία στο δρόμο του αγώνα δίνει τη θέση της σε μια “φιλική” κυβέρνηση που θα τα φροντίσει όλα ή αν θα ξεκινήσει μια διαδικασία όπου οι εργαζόμενοι, με τον αέρα της ύπαρξης μιας “δικής τους” κυβέρνησης θα μπουν μπροστά για ακόμη περισσότερα.

Ακόμη κι αυτό όμως δεν είναι ζήτημα ιδεολογικό. Όπως έχω γράψει πολλές φορές εδώ, στις σημερινές συνθήκες ακόμη και το πιο μικρό βήμα μπροστά βρίσκει απέναντί του την πιο λυσσασμένη αντίδραση της αστικής τάξης. Ακόμη κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ είναι ειλικρινής και προσπαθήσει να εφαρμόσει το πρόγραμμά του χωρίς πιρουέτες, θα βρει απέναντί του -από συγκεκριμένα κομμάτια της αστικής τάξης- ένα άνευ προηγουμένου γενικευμένο σαμποτάζ. Η διαχειριστική λογική όμως του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ δεν θα του επιτρέψει να αντιμετωπίσει άμεσα και αποφασιστικά την αντίδραση, ακριβώς γιατί ο ρόλος που επιφυλάσσει για τους εργαζόμενους είναι εκείνος του υποστηρικτή/χειροκροτητή. Για να μην μιλάμε στον αέρα, ας δώσω μερικά παραδείγματα. Με δοσμένο το τραπεζικό σύστημα της χώρας, δεν υπάρχει κανένας διοικητικός τρόπος που να προβλέπεται στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ με τον οποίο θα μπορούσε να εμποδιστεί η μαζική φυγάδευση κεφαλαίου σε τράπεζες του εξωτερικού. Ο μόνος που μπορεί να εμποδίσει μια τέτοια αντίδραση είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στις τράπεζες με μια πλατιά κινητοποίηση εργατικού ελέγχου. Το ίδιο θα χρειαστεί να γίνει με τις διοικήσεις της εκπαίδευσης, της υγείας, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην εξωτερική πολιτική, παντού! Καμία “αριστερή” ή Αριστερή κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να αντισταθεί στην αντίδραση όσο το ζήτημα της εξουσίας δεν θίγεται. Η απαλλοτρίωση της μεγάλης ιδιοκτησίας, ο γενικευμένος εργατικός και λαϊκός έλεγχος και η αυτο-οργάνωση, μόνο αυτές οι κατευθύνσεις μπορούν να εγγυηθούν τη νίκη για τους εργαζόμενους.

Μια ενδεχόμενη εκλογική νίκη της Αριστεράς πρέπει να γίνει η κοινοβουλευτική εκκίνηση ενός μαζικού κινήματος αυτο-οργάνωσης, το οποίο την ίδια στιγμή που θα στηρίζει την “φιλική” κυβέρνηση σε όποια θετικά μέτρα παίρνει, θα αναπτύσσει τη δική του δυναμική προς θεμελίωση ολοένα και βαθύτερων δομών αυτο-οργάνωσης και εργατικού ελέγχου. Αυτές οι δομές θα είναι και το μόνο πραγματικό αντίβαρο σε όποια υποχώρηση ή δεξιά μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ.

Όλα αυτά είναι ο πραγματικός λόγος για την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας ισχυρής, αυθεντικής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Κάποιοι σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, υποκύπτοντας στη γοητεία του κοινοβουλευτικού κρετινισμού δηλώνουν απαξιωτικά προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ: “Γιατί θέλετε την αυτονομία σας? Για να υπερασπιστείτε το μαγαζάκι του 0,3%?”. Δεν έχουν καταλάβει τίποτα! Δεν έχουν καταλάβει ότι ακόμη και το πιο μεγάλο ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ (ή οποιουδήποτε) μπορεί να μειωθεί κοντά στο τίποτα αν δεν καταφέρει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της τάξης που του χάρισε τα ποσοστά αυτά. Πολύ περισσότερο, δεν καταλαβαίνουν ότι αυτή δεν είναι μια μάχη του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, του ΚΚ ή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά είναι μια μάχη του κόσμου της Εργασίας. Η όποια υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, η όποια συνειδητή προσπάθεια αδρανοποίησης του εργατικού κινήματος δεν θα φέρει -στις σημερινές συνθήκες- επόμενες εκλογές, επόμενες τηλεοπτικές μάχες, αλλά θα ανοίξει το δρόμο στην απόλυτη βαρβαρότητα. Οι γραφειοκράτες της ηγεσίας του ΣΥΝ μπορεί να μην το αντιλαμβάνονται, όμως και το δικό τους κεφάλι (προς το παρόν μεταφορικά, αύριο ίσως και κυριολεκτικά) εξαρτάται από την ύπαρξη ενός ισχυρού κινήματος εργατικού ελέγχου και δομών αυτο-οργάνωσης.

Παρ’όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι η κατηγορία για “μαγαζάκι” είναι απαράδεκτη (δεν αμφιβάλλω φυσικά ότι και μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχουν πολλοί σύντροφοι που επίσης δεν έχουν καταλάβει τίποτα και υποστηρίζουν την αυτονομία μόνο λόγω κομματικού πατριωτισμού, ας το προσέξουμε αυτό!) και πολλοί μέσα μας δεν αισθανόμαστε καθόλου έτσι, θα είχε νόημα μια κίνηση από τη μεριά της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που θα έσπαγε την καχυποψία μέσα στις τάξεις των αριστερών εργαζομένων και θα έδειχνε ότι την ώρα της μεγάλης μάχης, εμείς είμαστε οι τελευταίοι που ενδιαφέρονται για τα εκλογικά ποσοστά. Αυτή η κίνηση θα ήταν να μην κατέβει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις εκλογές. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα μπορούσε να παρέχει στήριξη στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ χωρίς να ενταχθεί με κανέναν τρόπο στα οργανωτικά/εκλογικά του πλαίσια (εννοώ χωρίς καν υποψήφιους) και κρατώντας την πολιτική/ οργανωτική της αυτονομία. Θα μπορούσα να αναπτύξω πάρα πολύ τη σκέψη μου αυτή, καθώς αισθάνομαι ότι διαφέρει με την άποψη αρκετών από τους συντρόφους που πρότειναν το προηγούμενο διάστημα κάτι τέτοιο. Δεν θα το κάνω όμως για έναν πάρα πολύ απλό λόγο. Οι πολιτικές προτάσεις δεν γίνονται ούτε για λόγους “ψαρέματος” ούτε για να περνάμε την ώρα μας. Μια πολιτική πρόταση έχει νόημα στο βαθμό που υπάρχει φορέας που μπορεί να τη στηρίξει ή η ίδια δημιουργεί τη δυναμική για τη συγκρότηση τέτοιου φορέα. Η άποψη ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν θα έπρεπε να κατέβει στις εκλογές στερείται αυτών των προϋποθέσεων. Η κουλτούρα γενικά της ελληνικής Αριστεράς, η μικρή ηλικία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η διαμάχη μεταξύ των οργανώσεων που την αποτελούν, τα ανοιχτά ζητήματα δημοκρατικής της συγκρότησης, όλα αυτά είναι παράμετροι που θα έκαναν αδύνατη την πρακτική εφαρμογή μιας τέτοιας εκλογικής τακτικής. Για να το πω πολύ απλά, αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν κατέβαινε στις εκλογές, την επόμενη μέρα δεν θα υπήρχε ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το ξέρω ότι το να λέω ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου σχηματισμού εξαρτάται από τη συμμετοχή του στις εκλογές έρχεται σε κάποια αντίφαση με τις επαναστατικές αναφορές του χώρου, όμως εκτός από αυτό-που-θα-θέλαμε-να-είναι υπάρχει και αυτο-που-είναι. Γνωρίζω επίσης ότι κάποιοι σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ δεν θα είχαν πρόβλημα με τη διάλυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Κάποιοι απ’αυτούς ήδη έχουν κάνει ανοιχτή πρόταση προς τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να ενταχθούν στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ.

Κάνουν λάθος. Ο ενθουσιασμός όλων μας για τις συγκλονιστικές μέρες που ζούμε, για το ότι είμαστε μέρος μιας πρωτόγνωρης μάχης κι ενός μεγάλου κοινωνικού στοιχήματος, δεν μας κάνει όλους μια σούπα. Σ’αυτή τη μάχη ο καθένας μπαίνει με τις δικές του απόψεις, με τα δικά του εργαλεία, με τις δικές του οραματικές αναφορές. Δεν αμφιβάλλω ότι οι προθέσεις των αντικαπιταλιστών συντρόφων μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ είναι το ίδιο έντιμες με τις δικές μας και επίσης δεν αμφιβάλλω ότι όταν λένε ότι μπορούμε να είμαστε στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ κρατώντας την αυτονομία μας το πιστεύουν. Συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο με κείνους? Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη για το πόσο λάθος κάνουν από το “γενικό σιωπητήριο” που έπεσε στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ και που τελικά αφορά για μια ακόμη φορά μόνο την Αντικαπιταλιστική πτέρυγα. Οι φοβερές και τρομερές “συνιστώσες” του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ θυσίασαν ακόμη και την αναιμική κριτική που ασκούσαν στο ΣΥΝ το προηγούμενο διάστημα, στο βωμό της επίτευξης του εκλογικού στόχου. Με λύπη μου βλέπω τις “συνιστώσες” που θεωρώ αδελφές οργανώσεις να έχουν αποδεχθεί ένα απίστευτο καθεστώς αυτολογοκρισίας (δεν μιλάω για τις απόψεις μεμονωμένων συντρόφων), με λύπη μου βλέπω σημαντικούς συντρόφους να βάζουν τα πιστεύω τους και τη δράση τους στην προκρούστεια κλίνη του κοινοβουλευτικού κρετινισμού.

Δεν ξέρω αν είναι περίεργο όμως η απαίτηση αυτή εξάγεται από το ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ σε ολόκληρη την Αριστερά. Δεν είναι λίγες οι φωνές που απέναντι σε κάθε αριστερή κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ υστεριάζουν: “λειτουργείτε αντικειμενικά προς όφελος του Σαμαρά!” ή “Εσείς και η ΝΔ λέτε τα ίδια!”. Είναι αστείο, αλλά υποτίθεται ότι αυτός ο χώρος είχε μελετήσει το παρελθόν και είχε βγάλει τα συμπεράσματα ότι ο Σοσιαλισμός που θέλουμε θα είναι ελεύθερος, αυτοδιαχειριζόμενος, πολυκομματικός, με φράξιες μέσα στο κόμμα, με ελεύθερο συνδικαλισμό και απεργίες. Όλα αυτά τα λαμπρά, μπροστά στο κυνήγι του ποσοστού πετάχτηκαν με ευκολία στα σκουπίδια. “Όποιος μας κάνει κριτική είναι με το Σαμαρά”. Είμαι υποχρεωμένος να πω ότι η άποψη αυτή είναι το νόμιμο παιδί του κοινοβουλευτικού κρετινισμού, είναι η λογική που υπολογίζει και αθροίζει νούμερα και ποσοστά ξεχνώντας τις κοινωνικές δυναμικές πίσω απ’αυτά. Είναι τραγικό λάθος να νομίζει κανείς ότι η επιρροή της Αριστεράς είναι μια δοσμένη “πίτα” για τη μοιρασιά της οποίας παλεύουμε μεταξύ μας. Η κοινωνική δράση της Αριστεράς είναι που φέρνει κόσμο στην Αριστερά και η δράση αυτή γίνεται με τις αντιλήψεις του καθενός μας και τους στόχους που βάζει. Αναρωτιέμαι αν οι ίδιοι σύντροφοι που σήμερα ζητάνε από την Αντικαπιταλιστική Αριστερά να αναστείλει τη δράση και την κριτική της (αυτά τα δύο πάνε μαζί όταν υπάρχει υγεία) συνειδητοποιούν ότι αυτή ακριβώς η δράση ήταν που έφερε κόσμο και στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ. Η πρωτοπόρα δράση των αγωνιστών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην εκπαίδευση, στα πρωτοβάθμια σωματεία, στια πλατείες, και γενικά όπου έφτανε ο λόγος της, έπαιξε σημαντικότατο ρόλο και στην εκλογική άνοδο της Αριστεράς, ακόμη κι αν αυτή δεν εκφράστηκε κυρίως υπέρ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά συντριπτικά υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ. Εδώ και ένα μήνα ζούμε μια νέα, πιο βάρβαρη και συνολική φάση της ναζιστικής επιθετικότητας (που είναι και “συγκρατημένη” λόγω εκλογών). ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ κάνει ότι δεν βλέπει. Ο αντιφασιστικός αγώνας έχει πέσει σχεδόν αποκλειστικά στις πλάτες της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και η μόνη αιτία γι’αυτό είναι πάλι η λογική “μην τρομάξουν οι ψηφοφόροι”. Αναρωτιέμαι αν οι σύντροφοι που μας καλούν να μετριάσουμε τη δράση μας και την κριτική μας, έχουν στο μυαλό τους ότι η αντιφασιστική πάλη μπορεί να ανασταλεί. Λίγες μέρες πριν, ο Αλέξης Τσίπρας επισκέφτηκε τη ΓΑΔΑ, όπου έκανε απαράδεκτες κατά τη γνώμη μου δηλώσεις. Αναρωτιέμαι αν οι σύντροφοι που μας καλούν να αναστείλουμε την κριτική μας, δεν αισθάνθηκαν να πνίγονται από τον κόμπο που τους δημιούργησε στο λαιμό η αυτολογοκρισία, ο φόβος να καταδικάσουν δημόσια τη στάση του επικεφαλής τους. Δεν θα πω περισσότερα πάνω στο ζήτημα αυτό. Νομίζω ότι είναι σαφές πως η Αντικαπιταλιστική Αριστερά δεν θα αφήσει οικειοθελώς το σκοινί της κοινωνικής διελκυστίνδας από τα χέρια της, δεν θα σταματήσει να συνεισφέρει στην αριστερή στροφή. Οι εποχές που στην Αριστερά επικρατούσε η νοοτροπία “ένα είναι το κόμμα”, πήγαν στα τσακίδια, είμαι ικανοποιημένος γι’αυτό και δεν θέλω να ξαναγυρίσουμε εκεί.

Επειδή όμως, τόση ώρα μιλάω για την αυτολογοκρισία των συντρόφων του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, θα ήταν εντελώς ανάρμοστο να πέσω στην ίδια παγίδα. Είναι προφανές ότι είμαι 100% υπέρ της ύπαρξης ενός μαζικού, αυτόνομου σχηματισμού της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Η υποστήριξή μου στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει να κάνει με αυτή ακριβώς την τοποθέτησή μου. Πρέπει να πω ότι το μέτωπο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ χαρακτηρίζεται από αρκετά πράγματα που δεν μου είναι δυνατό να υπερασπιστώ και γι’αυτό δεν συμμετέχω και στις διαδικασίες της. Όμως αν κάποια από αυτά μπορεί να είναι ζητήματα που μπορούν να περιμένουν μια πιο κατάλληλη στιγμή για να συζητηθούν, υπάρχουν και άλλα που επείγουν. Είμαι υποχρεωμένος να πω ότι με ενόχλησε η αντανακλαστική συμπάθεια πολλών συντρόφων προς το ΚΚ σαν αντίδραση στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ. Με ενόχλησε επίσης η “ΚΚποίηση” των επιχειρημάτων ενός μέρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ (με αποκορύφωμα την επικέντρωση στο απίστευτο “έξω από την ΕΕ”, που υπόσχομαι να είναι το θέμα του επόμενου μεγάλου κειμένου). Δεν βοηθά την Επανάσταση η επιχειρηματολογία σε στυλ “κώλος της μαϊμούς”, δεν προωθεί τα συμφέροντα της τάξης μας το ξεψάχνισμα των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ και κάθε δημόσιας δήλωσης στελεχών του για να δείξουμε ότι είναι κακοί ρεφορμιστές. Πολύ περισσότερο, είναι τραγική η θεωρία ότι με αυτόν τον τρόπο, οι άνθρωποι που απογοητεύονται από το ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ θα πάνε αριστερότερα και θα πέσουν στην αγκαλιά μας (για την ακρίβεια, δεν θέλουμε να πέσουν σε κανενός την αγκαλιά, παρά μόνο στων αγαπημένων τους. Τα επαναστατικά κόμματα κάνουν πολιτική, δεν μαντρώνουν ανθρώπους).

Έχοντας γράψει όλα αυτά, ας πω κι εγώ τα δικά μου συνθήματα για τις εκλογές της Κυριακής:
Νίκη στην Αριστερά με δυνατή Αντικαπιταλιστική Αριστερά! Ποτέ ξανά Φασισμός! Εργατικός Έλεγχος παντού!

Καλή δύναμη σε όλους!

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: