Λεπτομέρειες

Παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα τη δράση των περιφερόμενων ναζιστικών ομάδων. Την παρακολουθούμε από κοντά και με λεπτομέρεια καθώς τα αντικειμενικά ΜΜΕ μας, φροντίζουν να μας ενημερώνουν για καθετί που αφορά τους «ακτιβισμούς» τους με την ίδια ζέση που συστηματικά αποκρύπτουν κάθε βρωμιά τους. Ταυτόχρονα, παρακολουθούμε το συγκινητικό αγώνα της ελληνικής κοινωνίας να απενοχοποιήσει τη φρίκη, να την εντάξει στην καθημερινότητά της ως κάτι φυσικό. Είναι το λογικό βήμα που έπρεπε να γίνει για να έχει το κεφάλι της ήσυχο. Απέναντι σε κάτι φριχτό οφείλεις να αντιδράσεις, απέναντι σε μια συνηθισμένη καθημερινή εικόνα γιατί στο διάολο να πρέπει να κάνεις κάτι? Υπάρχει βέβαια ένα σοφό ρητό που μας προειδοποιεί ότι κανείς δεν μπορεί να λέει ψέματα για πολύ καιρό χωρίς ή να τρελαθεί ή να τα πιστέψει. Αν πάρει κανείς στα σοβαρά την προειδοποίηση αυτή, τότε θα υποψιαστεί ότι το επόμενο βήμα για την (όχι και τόσο) σοκαρισμένη ελληνική κοινωνία είναι το χειροκρότημα. Το αναξιοπρεπές και δουλικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, αυτοί που έτσι κι αλλιώς αποτελούν τα άχυρα με τα οποία φτιάχνεται το σκιάχτρο του «ελληναρά», αφού έκανε για καιρό ότι δεν βλέπει, πέρασε μια περίοδο στη στάση ανοχής και αργότερα θα πνίξει τις όποιες αντιρρήσεις του στο θόρυβο του χειροκροτήματος. Στους ναζιστικούς “ακτιβισμούς” των τελευταίων ημερών, όλο και πιο συχνά, συναντάμε την εικόνα του παλιού-καλού γνωστού μας, του «φιλήσυχου νοικοκύρη» που χειροκροτά τα «παιδιά με τις μαύρες μπλούζες».

Πολλά έχουν γραφεί για το ζήτημα, άλλα σωστά και άλλα όχι (εδώ που τα λέμε, αυτά που έχουν γραφεί είναι πολύ περισσότερα απ’αυτά που έχουν γίνει σαν απάντηση στις προκλήσεις των ναζί). Εδώ θέλω να σχολιάσω δύο σημεία μόνο του “θεάματος”, δύο λεπτομέρειες που μου κάνουν εντύπωση.

Η πρώτη έχει να κάνει με τις δηλώσεις των “νοικοκυραίων” και συγκεκριμένα με ένα μονότονο μοτίβο τους. Δεν ξέρω αν το έχεις προσέξει, αλλά όλοι μα όλοι βγαίνουν σαν τσούρμο εναντίον των μεταναστών “για το καλό των παιδιών τους”. Δεν είναι ότι ανησυχούν για την πάρτη τους, το κάνουν για τα παιδιά τους. Με τον ίδιο τρόπο που φυσικά δεν ήθελαν να ρίξουν έναν ακόμη αυθαίρετο όροφο στην οικοδομή, αλλά το έκαναν για τα παιδιά τους. Όπως έκαναν “μαύρα” ακριβοπληρωμένα ιδιαίτερα ή έπαιρναν φακελάκια για τα παιδιά τους. Όπως εκμεταλλεύονταν ή έκλεβαν το διπλανό τους με κάθε τρόπο και ευκαιρία για τα παιδιά τους. Όπως πλούτιζαν σε βάρος των ίδιων μεταναστών, που τώρα δεν θέλουν καν να βλέπουν, για τα παιδιά τους. Ποτέ για την πάρτη τους. Ο “ελληναράς” δεν έκανε τίποτα για την πάρτη του, όποια βρωμιά έκανε την έκανε πάντα “για τα παιδιά του”, δήλωση που θεωρούσε ότι του εξασφάλιζε μια κάποια άφεση αμαρτιών. Οι ίδιοι άνθρωποι φυσικά, δυο χρόνια τώρα που πραγματικά παίζεται το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους, δεν κατέβηκαν ούτε μια φορά στο δρόμο, δεν έκαναν ούτε μια μέρα απεργίας (επίσης επειδή “έχουν παιδιά να θρέψουν”, λες και οι υπόλοιποι δεν έχουμε) και στο τέλος πήγαν σαν τα τρομαγμένα πρόβατα και έβαλαν τον Αντώνη Σαμαρά, τον Βαγγέλη Βενιζέλο και τον Φώτη Κουβέλη να φροντίσουν για το καλό των παιδιών τους. Δεν με πείθουν και δεν πείθουν και κανένα. Υποστηρίζουν τη δράση των ναζί επειδή είναι κρετίνοι, επειδή νοιάζονται μόνο για την πάρτη τους, επειδή η καρδιά τους είναι μαύρη από το μίσος. Καλύτερα λοιπόν να μην πιάνουν τα μικρά παιδιά στο στόμα τους, κανένα παιδί δεν θα αντλούσε αυθόρμητα ευχαρίστηση στη θέα ενός μαχαιρώματος, εντάξει?

Η δεύτερη αφορά στον ίδιο το λόγο των ναζί. Πρόσεξε ότι κάθε φορά που απευθύνονται στους “αγανακτισμένους” (πόσες φορές θα αλλάξει χέρια αυτή η λέξη?) πολίτες, ξεκινάνε με το “ήρθαμε εδώ για να…” ή κάτι αντίστοιχο. Με μια πρώτη ματιά θα θεωρήσει κανείς ότι είναι μια ευθεία ομολογία του ότι έχουν στήσει ένα περιφερόμενο σόου, χωρίς πραγματική σχέση με την περιοχή στην οποία επιχειρούν (ακόμη είναι νωρίς για τέτοια). Είναι όμως κάτι πολύ πιο βαθύ. Οι ναζί ποτέ δεν “είναι εκεί”, οι ναζί πάντα “έρχονται”. Ο ναζισμός θέλει να είναι ένα μαζικό κίνημα, κρατώντας όμως το στοιχείο της εξουσίας στον υπέρτατο βαθμό, πράγμα που αποτελεί και μια θεμελιώδη εσωτερική του αντίφαση. Οι ναζί επιδιώκουν την κινητοποίηση των τοπικών κοινωνιών, αλλά όχι και την αυτενέργειά τους, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να απελευθέρωνε δυναμικές αντίθετες με τις επιδιώξεις τους. Επιδιώκουν την κινητοποίηση της κοινωνίας κάτω από τον αυστηρό έλεγχό τους και όσο το δυνατόν περισσότερο, στο ρόλο της υποστηρικτικής δύναμης. Με αυτή τη λογική, ο ναζί δεν θεωρεί ποτέ τον εαυτό του ισότιμο μέρος της τοπικής κοινωνίας, ο ναζί πάντα έρχεται “απ’έξω” για να δείξει στην τοπική κοινωνία “πώς γίνεται η δουλειά”. Σε κάθε ευκαιρία που τους δίνεται να απευθυνθούν λοιπόν στο συγκεντρωμένο πλήθος, επισημαίνουν με έμφαση ότι “ήρθαν”.

Έτσι πάει. Το πλήθος θέλει σωτήρες και οι σωτήρες πάντα έρχονται έξω και πάνω από το πλήθος. Για την ακρίβεια, απ’όσο πιο μακριά “έρχονται”, όσο πιο ξένοι είναι προς καθετί ανθρώπινο, τόσο πιο πολύ αναδεικνύεται ο υπεράνθρωπός και ηγετικός τους ρόλος. Οι ναζί λοιπόν είναι “αυτοί που έρχονται”, είναι οι “έλληνες”, είναι αυτοί που το πλήθος πρέπει να αποθεώσει. Οι ναζί δεν θα νικηθούν προτού το πλήθος αποτινάξει την άθλια νοοτροπία του πλήθους, προτού αυτο-οργανωθεί για να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Ο παλιός κόσμος δεν μπορεί να νικήσει το ναζισμό, ο παλιός κόσμος είναι ένα άθαφτο πτώμα. Μένει να αποδειχθεί αν οι άνθρωποι που ορκίζονται στην Ελευθερία, την Αξιοπρέπεια και την Αλληλεγγύη, οι Κομμουνιστές και οι Αναρχικοί πρωτίστως, θα συνεχίσουν να παίζουν το ρόλο της εφεδρείας του παλιού κόσμου ή αν θα μπουν θαρρετά στον όμορφο αγώνα για την αυτο-οργάνωση και τη χειραφέτηση της ανθρωπότητας. Και ξέρεις, ο άνθρωπος που έχει γευτεί την Ελευθερία δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, μόνο αυτός ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί μπροστά στις “μαύρες μπλούζες”, να σφίξει τη γροθιά του και να πει: “ελάτε λοιπόν!”

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: