Τραγούδια

Μερικούς μήνες πριν, το πολιτικό μέτωπο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιχειρούσε να θέσει ξανά στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό το σύνθημα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου: «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία». Έχω γράψει την άποψή μου γι’αυτό σε παλιότερη ανάρτηση.

Σήμερα, είναι από τις λίγες φορές που, ξεκινώντας ένα καινούργιο κείμενο, συνειδητοποιώ ότι δεν θέλω να μοιραστώ τις σκέψεις που κυριαρχούν στο μυαλό μου.

Θα περιοριστώ λοιπόν στο να πω ότι μαζί με το «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία», περισσότερο από ποτέ έχουμε ανάγκη το «ΖΕΙ!».

Ανοίγω το κουτάκι (δεν ξέρω αν σου έχω μιλήσει ποτέ για το κουτάκι) και βγάζω πέντε αγαπημένα τραγούδια. Καλή δύναμη!

Τούτες τις μέρες (Λεοντής/Ρίτσος)

Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
Γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
Γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος
Πιο κοντά, πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους
Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν
απ’ τη βροχή και την απόσταση
Η ανάσα τους ειν’ ο καπνός ενός τραίνου
που πάει μακριά, πολύ μακριά
που πάει μακριά, πολύ μακριά
Κουβεντιάζουν και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει
Πιο κοντά, πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους
Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
Γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
Γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος
Πιο κοντά, πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους

Μου μιλάτε για κείνον (Θεοδωράκης/Νεγρεπόντης)

Πως να με νιώσετε εσείς, τι ξέρετε για κείνον
Και τι θαρρείτε, εύκολα μπορώ να τον ξεχάσω
Μου μιλάτε για κείνον σαν να ήτανε κάποιος
όπως όλοι εμείς, κάποιος μέσα στο πλήθος
Έφευγε, κι ήξερε για που, κι όπως χαμογελούσε
Τι τον περίμενε ήξερε, κι όμως χαμογελούσε
Μου μιλάτε για κείνον…
Πως να με νιώσετε όλοι εσείς, τι ήταν αυτός για μένα
Ήξερε για που πήγαινε, κι όμως χαμογελούσε
Μου μιλάτε για κείνον…
Ο Λεβέντης (Θεοδωράκης/Περγιάλης)
Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα
Τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια
με χαμηλά, τα μαύρα του τα μάτια
λεβέντης εροβόλαγε
Στα μάτια του ένα σύννεφο
μες στην καρδιά του σίδερο
Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο
κι ο χάρος εροβόλαγε
Σφαλούν τα μάτια κι οι καρδιές
σφαλούν τα παραθύρια
Μετά χιμάει ο χάροντας καβάλα
κι εκείνος χαμογέλαγε
Ποιος κατεβαίνει σήμερα στον Άδη
ποιόν κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει
γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι
λεβέντης εροβόλαγε
Αυτό είναι (Μικρούτσικος/Χικμέτ)
Είμαι μέσα στο φως που προχωρεί
Τα μάτια μου είναι πλημμυρισμένα από πόθους
Ειν’ ωραίος ο κόσμος
Ειν’ ωραίος ο κόσμος
Τα μάτια μου δεν κουράζονται να βλέπουνε τα δέντρα
Τα δέντρα τα τόσο γεμάτα από ελπίδα
Τα δέντρα τα τόσο πράσινα
Ένα μονοπάτι ηλιόλουστο τραβάει μέσα απ’ τις μουριές
Είμαι στο παράθυρο του νοσοκομείου
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών
Κάπου πρέπει ν’ ανθίζουν τα γαρούφαλλα
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών
Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος
Το να μην παραδίνεσαι αυτό είναι
Οι Γερόντοι (Μικρούτσικος/Ρίτσος)
Κάθε τόσο Μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι
απ το Μοριά, απ τη Ρούμελη
Και πιο πάνω απ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία
Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μάσπρα μουστάκια και φλοκάτες
Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι
Μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου
Στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλωνΜιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου ωστόσο πότε πότε το βλέπεις
Πούχουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια
Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ το χώμα
Και τηράνε πίσω απ τους ώμους μας
Όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες
Κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι
Όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ τα βράχια
Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων
κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ το συρματόπλεγμα,
τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς-τρείς, πέντε-πέντε,
σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του ΜεσολογγιούΚαι τότες πια δεν ξέρεις- έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς
αξούριστοι, άλαλοι,
δεν ξέρεις πια, σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους,
αν είναι ν ανάψουν το τσιγάρο τους
ή αν είναι ν ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη.Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους
που δε σηκώνει τ άδικο
Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο
στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα,
σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας,
με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας,
κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη,
σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους,
σφίγγοντας μες στα μάτια τους τα σκάγια των άστρων,
σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή,
εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ’ τ’αστροπελέκι.

ΖΕΙ!
Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: