Ένα θρησκευόμενο ζουζούνι?

Σαν σήμερα, 24 Νοεμβρίου, κυκλοφόρησε η «Προέλευση των Ειδών»  του Κάρολου Δαρβίνου. Δημοσιεύω εδώ ένα κείμενό μου του 2009, που ήταν «έτος Δαρβίνου» και δεν το πήρε κανείς χαμπάρι στο κοσμικό ελληνικό κράτος…

Η πρόχειρη στατιστική που μπήκα στον πειρασμό να σκαρώσω με μια βόλτα στα μεγάλα βιβλιοπωλεία ετούτες εδώ τις μέρες που γιορτάζουμε την συμπλήρωση 150 χρόνων από την έκδοση της «προέλευσης των ειδών» κλείνοντας το «έτος Δαρβίνου» δεν με εξέπληξε καθόλου. Σε κανένα από τα βιβλιοπωλεία αυτά δεν υπήρξε αυξημένη ζήτηση για βιβλία σχετικά με την Εξέλιξη και –πιο απογοητευτικά- κανένας δάσκαλος ή καθηγητής δεν βοήθησε στην κατεύθυνση αυτή προτείνοντας στους μαθητές/ριες του κάτι σχετικό.

Από την απάθεια αυτή ξεφέυγουν δύο εκδόσεις. Η πρώτη είναι το καινούργιο βιβλίο του Richard Dawkins, «The greatest show on earth», για τις αρετές του οποίου θα μιλήσουμε σε άλλο κείμενο. Η δεύτερη είναι το παιδικό βιβλίο της Kathryn Lasky με τίτλο «ένα ζουζουνι παραπάνω», που, όπως ήταν αναμενόμενο για όσους με γνωρίζουν, αγόρασα στην κόρη μου με το που κυκλοφόρησε. Το βιβλίο, με την υπέροχη εικονογράφηση του Matthew Trueman, είναι μια καλή εισαγωγή στη λογική της Εξέλιξης, αλλά και μια ευχάριστη και γοητευτική ματιά στον κόσμο της Επιστήμης, καθώς δίνει την ευκαιρία στα μικρά παιδιά να μοιραστούν τις περιπέτειες ενός πάντα περίεργου και πάντα σκανταλιάρη Δαρβίνου σπάζοντας τη στείρα εικόνα που πολλές φορές καλλιεργείται για τους επιστήμονες.

Ο λόγος που γράφω αυτό εδώ το κείμενο δεν είναι βέβαια μια απόπειρα να μετατρέψω τις σελίδες του blog σε βιβλιοκριτική παιδικών βιβλίων, αλλά για να σχολιάσω την προσέγγιση του «ένα ζουζούνι παραπάνω» στο ζήτημα των θρησκευτικών πεποιθήσεων του Δαρβίνου.

Πολύ σωστά λοιπόν στο βιβλίο σχολιάζεται το γεγονός ότι ο ίδιος ο Δαρβίνος χρειάστηκε να ξεπεράσει τους περιορισμούς που έβαζε στην κατανόηση του φυσικού κόσμου η προσήλωση στις Γραφές, αλλά και αναφέρεται η έντονη αντίδραση που συνάντησε η «προέλευση των ειδών» από το στρατόπεδο της οργανωμένης θρησκείας. Ταυτόχρονα όμως θέτει με αρκετά πιεστικό τρόπο το ζήτημα των θρησκευτικών πεποιθήσεων του ίδιου του Δαρβίνου (τρεις προβληματικότατες αναφορές στις λίγες σελίδες κειμένου του βιβλίου) υποστηρίζοντας τη θέση ότι ο Δαρβίνος ήταν ένας άνθρωπος βασικά θρήσκος, που όμως απέρριπτε την κυριολεκτική ανάγνωση των Γραφών.

Δεν θα προσπαθήσω να διαγνώσω τις προθέσεις της συγγραφέως, όμως είναι σίγουρο ότι επεξεργάστηκε τα δεδομένα της βιογραφίας του Δαρβίνου όχι με τα μάτια της αλλά με την ιδεολογική τοποθέτησή της.

Ποιά είναι όμως η αλήθεια? Ήταν ο Δαρβίνος θρήσκος και γιατί μας ενδιαφέρει τόσο αυτό?

Η επιδίωξη να παρουσιαστούν σαν θρήσκοι, κορυφαίοι επιστήμονες και κυρίως όσοι φαίνεται να έχουν καταφέρει γερά πλήγματα στο σώμα των θρησκειών με τις ανακαλύψεις ή τις θεωρίες τους δεν είναι καινούργια και δεν αφορά μόνο στον Δαρβίνο. Η τάση αυτή φαίνεται να πηγάζει και από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, της Επιστήμης και των θρησκειών. Έτσι, θα βρει κανείς σημαντικό αριθμό κληρικών και θρησκευτικών απολογητών που ισχυρίζονται ότι η θρησκεία και η επιστημονική έρευνα δεν έρχονται σε αντιπαράθεση, ότι η «αρνητική» στάση της εκκλησίας απέναντι στην Επιστήμη αποτελεί μια κακή στιγμή της συνύπαρξης δύο κατά τα άλλα μονιασμένων συνοδοιπόρων. Το ίδιο περίπου θα βρούμε και στην απέναντι όχθη, με επιστήμονες να ιδρώνουν (κυρίως στις ΗΠΑ) να πείσουν ότι η Επιστήμη δεν υπονομεύει τις θρησκευτικές αντιλήψεις για διάφορους λόγους που δεν έχουν σημασία εδώ. Πίστευα πάντα ότι αυτή η υποκριτική μετριοπάθεια δεν έχει συμμετρικά αποτελέσματα, ότι δηλαδή η στάση αυτή εξυπηρετεί την πλευρά της Πίστης και καθόλου περίεργα, τη λιγότερο μετριοπαθή εκδοχή της (αυτό παρενθετικά δεν έχει να κάνει με τη φιλοσοφική δυναμική των δύο συστημάτων, αλλά με την κοινωνική τους δυναμική και είναι ακριβώς αυτό που δεν καταλαβαίνει ο Richard Dawkins όταν κάνει κριτική στην αντίληψη του Steven Jay Gould περί των μη-επικαλυπτόμενων αυθεντιών). Έτσι, θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω στη Lasky και να σκιαγραφήσω τη δικιά μου ανάγνωση στο ζήτημα της Πίστης του Δαρβίνου.

Το πρώτο πράγμα που οφείλει να έχει κανείς στο μυαλό του είναι ότι, όπως φαίνεται από τα γραπτά του ίδιου, ο Δαρβίνος είχε πλήρη επίγνωση των ιδεολογικών επιπτώσεων των ανακαλύψεών του (νομίζω είναι σωστότερο να μιλάμε για την Εξέλιξη σαν μια «ανακάλυψη» και όχι σαν μια «θεωρία», καθώς ο δεύτερος όρος έχει δημιουργήσει συγχύσεις), αλλά και της έντασης με την οποία οι συντηρητικές δυνάμεις θα αντιμετώπιζαν τις ανακοινώσεις του. Η εμπειρία αυτή εξάλλου τον συνόδευε από την αρχή του ταξιδιού του όχι μόνο με τη μεταφορική έννοια, αλλά και με την κυριολεκτική, αφού ο ίδιος αναφέρει τους καυγάδες του με τον FitzRoy, τον υπερσυντηρητικό καπετάνιο του Beagle, στην καμπίνα του οποίου φιλοξενούνταν. Ο Δαρβίνος λοιπόν έστησε από νωρίς τη δικιά του γραμμή άμυνας επιμένοντας ότι οι ανακοινώσεις του πρέπει να αξιολογηθούν με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια χωρίς φορτίσεις και από την άλλη στην άποψη ότι η θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός είναι απόλυτα προσωπικό ζήτημα και δεν μπορούν να εκτίθενται στη δημόσια σφαίρα. Η στάση αυτή (ανεξάρτητα από το εάν ήταν ειλικρινής ή πονηρή) ήταν κυρίως αυτό που χαρακτήριζε τη δημόσια τοποθέτηση του Δαρβίνου στο ζήτημα της θρησκείας και όχι η Πίστη, όπως φαίνεται να νομίζει η Lasky. Ο γιός του Δαρβίνου, σε ένα κείμενό του ακριβώς με αυτό το θέμα, αναφέρει ότι ο πατέρας του ήταν πάντα εξαιρετικά απρόθυμος να μιλήσει για ζητήματα θρησκείας, και απέφευγε πάντα, ακόμη και με αστείες δικαιολογίες να τοποθετηθεί στο ζήτημα. Η κόντρα του με την Πίστη είχε εξάλλου ανάψει με την παρουσίαση των ανακαλύψεών του και δεν χρειαζόταν τη μεσολάβηση των προσωπικών του απόψεων.

Προσωπικά, είμαι πεισμένος ότι ο Δαρβίνος ενεργούσε σε μεγάλο βαθμό σκόπιμα. Ξέροντας ότι πρέπει να υπερασπιστεί τις ανακαλύψεις του σε έναν αφιλόξενο κόσμο, γνωρίζοντας ότι αυτό στο οποίο κατέληξε ήταν εκ των πραγμάτων επικίνδυνο, προσπαθούσε να διασφαλίσει μια νηφάλια συζήτηση, πράγμα που όπως γνωρίζουμε ούτε και σήμερα έχει επιτευχθεί. Η πιο «ακραία» τοποθέτηση του Δαρβίνου στο ζήτημα είναι ο διπλωματικός αυτοπροσδιορισμός του ως αγνωστικιστή: «…δεν έχω υπάρξει ποτέ άθεος με την έννοια της άρνησης της ύπαρξης ενός θεού. Νομίζω γενικά (και όλο και περισσότερο καθώς μεγαλώνω), όχι όμως πάντα, ότι η πιο σωστή περιγραφή ως προς τη θρησκευτική μου στάση θα ήταν εκείνη του αγνωστικιστή». Ο Λέον Τρότσκυ περιγράφει εύστοχα τη στάση του αυτή σαν έναν «φόρο πνευματικής υποτέλειας», σαν το ιδεολογικό τίμημα που έπρεπε ο Δαρβίνος να πληρώσει προκειμένου να ακουστεί.

Αυτή είναι η μισή ανάγνωση της τοποθέτησης του Δαρβίνου. Η άλλη μισή έχει να κάνει με την εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά του συμπλέγματος ιδεών που κρύβεται πίσω από το γενικό και πολλές φορές παραπλανητικό τίτλο «Αθεΐα». Δεν θέλω να είμαι πονηρός και δεν προσπαθώ να εντάξω στο στρατόπεδό μας, ανθρώπους που είναι συνειδητά σκεπτικιστές ή αγνωστικιστές για να μεγαλώσω τεχνητά την απήχηση της Αθεΐας. Όμως, οφείλουμε να συνυπολογίζουμε ότι η σύγχρονη Αθεΐα, μπολιασμένη με την υλιστική κοσμοθεώρηση, δεν έχει καμία σχέση με ό,τι χαρακτηριζόταν έτσι την εποχή του Βολταίρου ή ακόμη και του Δαρβίνου. Μια ματιά στα κείμενα των «μεγάλων πολέμιων της εκκλησίας», ακόμη και στην εποχή που η φιλοσοφία έλαμπε πάνω στη λεπίδα της γκιλοτίνας, θα μας δείξει ότι δεν ξέφυγαν ποτέ ουσιαστικά από τον Ντεϊσμό. Ακόμη και στην απολαυστική πραγματεία του Βαρώνου του Όλμπαχ (του πρώτου ουσιαστικά Άθεου κατά πολλούς) «Περί τριών απατεώνων», όπου επιτίθεται με απίστευτη σφοδρότητα εναντίων των ιδρυτών των μεγάλων θρησκειών, βρίσκει κανείς τα στοιχεία αυτού του Ντεϊσμού με τη μορφή της Πίστης στις ανώτερες δυνάμεις της Φύσης. Είναι η ίδια ακριβώς αντίληψη που εμφανίζεται και στις απόψεις του Αινστάιν παρά τον ξεκάθαρα δηλωμένο αθεϊσμό του (μα πάρα πολύ ξεκάθαρα, όσο κι αν ένα αγαπημένο χόμπυ των απολογητών είναι η εμφάνιση πλαστογραφημένων επιστολών του ή κολλάζ κειμένων του που «αποδεικνύουν» το αντίθετο). Τα όρια αυτού που αποκαλείται σύγχρονη Αθεΐα γίνονται φανερά ακόμη και στις αντιλήψεις πιο σύγχρονων άθεων όπως του Russell ή ακόμη και του Dawkins που αισθάνονται υποχρεωμένοι, για μεθοδολογικούς λόγους, να δηλώνουν αγνωστικιστές με την παρατήρηση ότι είναι το ίδιο αγνωστικιστές απέναντι στο Γιαχβέ όσο και στο Μεγάλο Τζουτζου ή ακόμη και στις Νεράιδες ή το ιπτάμενο Μακαρονοτέρας. Κατανοώ ότι αυτή η τοποθέτηση, με το 0.1% που αφήνει περιθώριο στην Πίστη, μπορεί να αποτελεί ρητορικό όπλο στα χέρια των απολογητών, όμως δεν μπορώ να είμαι τόσο άδικος με όλους αυτούς τους σπουδαίους επιστήμονες μανιπουλάροντας τις δηλωμένες θέσεις τους ώστε να φαίνεται ότι ταυτίζονται πλήρως με τη δικιά μου αθεϊστική εκδοχή. Δεν θα επιχειρήσω να στριμώξω αναδρομικά όλες αυτές τις απόψεις στην δικιά μου κοσμοαντίληψη, όπως κάνουν οι Μορμόνοι που βαφτίζουν τους πεθαμένους. Από την άλλη όμως αρνούμαι την ίδια δυνατότητα και στους θρησκευτικούς απολογητές. Όταν κάποιος δηλώνει ότι «πιστεύει» στη δύναμη της Φύσης δεν είναι το ίδιο με το να δηλώνει υποταγή στο Ναζωραίο ή το Μωάμεθ και αυτή η σκόπιμη θολούρα πρέπει κάποτε να πάψει.

Οι θρησκείες επικαλούνται την απαράλλαχτη ουσία του κόσμου και βρίσκουν δικαίωση στην ανακατασκευή του παρελθόντος ώστε να φαίνονται αιώνιες και απαλλαγμένες από τα σημάδια της εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης και των κοινωνιών. Εμείς δεν έχουμε ανάγκη από κάτι τέτοιο. Αντίθετα, παραδεχόμαστε ότι η δικιά μας κοσμοαντίληψη είναι σε βρεφικό ακόμη στάδιο (γεγονός που φαίνεται ακόμη και από τον ετεροκαθορισμό μας και την αποδοχή του όρου «Άθεος»). Είναι όμως μια κοσμοαντίληψη που βασίζεται στην αποσαφήνιση των νόμων του φυσικού κόσμου που εμπλουτίζεται συνεχώς από τις επιστημονικές ανακαλύψεις (ακόμη και ο αγαπημένος μου Διαλεκτικός Υλισμός είναι μια ανακάλυψη και μάλιστα αρκετά πρόσφατη). Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη της δικιάς μας σκέψης και χαρίζουμε την αυθεντία πάνω στις αιώνιες αλήθειες στους απέναντι.

Κλείνοντας, και για να γυρίσουμε στις αντιλήψεις του Δαρβίνου, πρέπει να πω ότι για μένα ανεξάρτητα από το για ποιούς λόγους και πως αυτοπροσδιοριζόταν, είχε μια σοβαρή στάση απέναντι στο ζήτημα, που δεν θα μπορούσε να χωρέσει στις έτοιμες και εύκολες απαντήσεις οποιασδήποτε θρησκείας, όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα:

«Εκείνο όμως που θα μπορούσα να πω είναι, ότι αυτό το μεγάλο και θαυμαστό σύμπαν, μαζί με τους ενσυνείδητους εαυτούς μας, αποκλείεται να πιστέψουμε ότι έχει προκύψει τυχαία, και αυτό μου φαίνεται ότι αποτελεί το βασικότερο επιχείρημα που συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης του θεού, δεν έχω όμως καταφέρει να αποφανθώ αν το επιχείρημα αυτό έχει ουσιαστική αξία. Κατανοώ πως, αν παραδεχθούμε την ύπαρξη του Πρώτου Κινούντος, το μυαλό και πάλι θα θέλει να μάθει από που προήλθε αυτό το Κινούν και πως προέκυψε. Ούτε μπορώ να παραβλέψω τη δυσκολία που οφείλεται στα τρομακτικά δεινά που πλήττουν τον κόσμο…»

Μάταια λοιπόν θα προσπαθήσουν οι κληρικοί και οι απολογητές να διευρύνουν τις όποιες χαραμάδες στη συλλογιστική των μεγάλων επιστημόνων. Η Επιστήμη πάντα θα είναι εντελώς αντίθετη στην Πίστη και πάντα θα τη χαστουκίζει με την περίφημη απόκριση του μεγάλου Laplace στο Ναπολέοντα: «Κύριε, δεν έχω ανάγκη από την υπόθεση αυτή». Παράδοξα όμως, η θρησκεία δεν πρότεινε ποτέ το άλλο μάγουλο…

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: