For the purity of our precious bodily fluids (σκέψεις για το ρατσισμό και την επιστήμη)

Σύμφωνα με μια παλιά φήμη, «οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές». Η πίστη στην αλήθεια της φράσης αυτής είναι ευθέως ανάλογη προς το βαθμό ξεζουμίσματος των μεταναστών από συγκεκριμένα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας. Είναι αληθής η φράση, με την έννοια ότι οι Έλληνες δεν είναι γενικά κάτι, όπως και κανένας πληθυσμός κανενός κράτους δεν είναι γενικά κάτι. Δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στο να είναι κανείς Έλληνας ή Ισπανός ή οτιδήποτε άλλο, που να διασφαλίζει το απρόσβλητό του από την ασθένεια του ρατσισμού. Η αλήθεια όμως είναι ότι –παρά το τι είναι και τι δεν είναι οι Έλληνες- συγκεκριμένα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας συμπεριφέρθηκαν και συνεχίζουν να συμπεριφέρονται στους μετανάστες σαν οι τελευταίοι να ήταν σκουπίδια: φθηνό εργατικό δυναμικό σε καθεστώς τρομερής υπερεκμετάλλευσης που εκδιώκεται με το χειρότερο τρόπο όταν οι υπηρεσίες του δεν είναι πια απαραίτητες.

Αυτή η συμπεριφορά συνιστά εφαρμοσμένο ρατσισμό. Το τι ακριβώς έχει στο κεφάλι του ο εργοδότης, ο αστυνομικός, ο βιαστής στο μπορντέλο, ο νομοθέτης, ο καθηγητής, αν πράγματι δηλαδή πιστεύει ότι ο μετανάστης ανήκει σε μια κατώτερη φυλή, ήταν για πολλά χρόνια σημείο μικρής πρακτικής σημασίας. Η Ελλάδα ζούσε το όνειρο της ισχύος πατώντας στη σκληρή δουλειά και εκμετάλλευση των μεταναστών, και δεν είχε ανάγκη από την ιδεολογία του ρατσισμού, αυτήν των φυλών, της καθαρότητας του αίματος κλπ. Ακόμη και το χαρτί της εγκληματικότητας, σαν τρόπος ελέγχου των μεταναστών, με την εξαίρεση κάποιων δεξιών και χουντοβασιλικών δεν παίχτηκε με όρους «καθαρού» ρατσισμού, αλλά με γιαλατζί κοινωνιολογία.

Η Ελλάδα της κρίσης όμως, η ταπεινωμένη Ελλάδα, η Ελλάδα των μικροαστών που τους έπιασαν στα πράσα και τους συνέτριψαν δεν έχει χώρο για κοινωνιολογία. Πρέπει να ρίξει κάπου το φταίξιμο, να βρει έναν κατώτερο ώστε να επιβεβαιώσει τη θέση της, πρέπει να διώξει, και στην ανάγκη πρέπει να δώσει και κάποιο φόρο αίματος ή μάλλον να βάλει τους μετανάστες να το κάνουν κι αυτό. Σ’αυτή την Ελλάδα ταιριάζει γάντι ολόκληρο το πακέτο των ρατσιστικών ανοησιών και φυσικά βρέθηκαν κιόλας εκείνοι που το παρέχουν με συνέπεια.

Η συζήτηση για το ποιος ανήκει και ποιος δεν ανήκει στην «ελληνική φυλή» άνοιξε με τον πιο γελοίο τρόπο –όπως αναμένεται για τέτοιου είδους ανοησίες- στη διαμάχη για τα φυλετικά χαρακτηριστικά γνωστού έλληνα μπασκετμπολίστα. Μια ναζιστική οργάνωση λοιπόν, τα μέλη της οποίας –αν εξαιρέσουμε το συνήθως ξυρισμένο κεφάλι- δεν διακρίνονται από ιδιαίτερη ομοιογένεια στα φαινοτυπικά τους χαρακτηριστικά, διακινεί στην ελληνική κοινωνία την αίσθηση ότι θα μπορούσε να αποτελέσει τον «πορτιέρη» για τον έλεγχο της εισόδου της «ελληνικής φυλής», παρασυρμένη ίσως από το νυχτερινό επάγγελμα πολλών επιφανών «στελεχών» της. Τα εργαλεία της «ναζιστικής επιστήμης» βγήκαν ξανά στο προσκήνιο και η συζήτηση έφτασε μέχρι και τα «ποσοστά ελληνικότητας».

Έχει θέση η «πραγματική» επιστήμη για όλα αυτά? Πώς ορίζεται μια φυλή? ποια χαρακτηριστικά μπορούν να ξεχωρίσουν μια φυλή από μια άλλη και τι κάνει μια φυλή ανώτερη? Αν ο ρατσισμός δεν έχει επιστημονική βάση, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν ρατσιστές βιολόγοι? Πώς γίνεται στην εποχή της κατάκτησης του ανθρώπινου γονιδιώματος να μην έχουν λήξει τα ζητήματα αυτά?

Στο σημείο αυτό θέλω να σου ξεκαθαρίσω κάτι. Ό,τι και να μας διδάσκει η επιστήμη της Βιολογίας είναι σίγουρο ότι ο ρατσιστής δεν θα πειστεί. Πάντα θα βρίσκει κάποιο εθνικιστικό blog που ξέρει καλύτερα, κάποιον renegade «εθνικό» επιστήμονα που βρήκε ένα τρόπο να μετράει την ελληνικότητα από τη γωνία του ρινικού οστού, κάποιον ανόητο εθνικόφρονα συνάδελφο που διδάσκει την αμορφωσιά του μίσους. Ο κρετίνος δεν έχει καν ανάγκη τη Βιολογία. Του αρκεί που είναι κρετίνος, και μάλιστα όσο παραμένει ρατσιστής η κατάστασή του επιδεινώνεται. Ο άνθρωπος που σήμερα δεν εννοεί να δεχθεί ότι δεν είναι ο Ήλιος που γυρίζει γύρω από τη Γη έχει σοβαρό πρόβλημα αντίληψης (ή συμφέρον) και το κάνει ακόμη χειρότερο, μιας και αρνείται με δικιά του πρωτοβουλία ένα σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση του φυσικού κόσμου. Συνεπώς, τούτο το κειμενάκι δεν συζητά με ανθρώπους μολυσμένους από το ρατσιστικό μίσος. Τα λέω σε σένα που είσαι έντιμος άνθρωπος, και καμιά φορά συζητώντας και ξανασυζητώντας με καλή διάθεση το θέμα με ρατσιστές φίλους σου (προσωπικά δεν έχω φιλίες με ρατσιστές, δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να είσαι φίλος με κάποιον που έχει τόσο μίσος μέσα του) παρασύρεσαι και φτάνεις να θεωρείς το «φυλετικό» πλαίσιο σαν κάτι δεδομένο.

Η αναφορά στη φυλή δεν είναι σημερινή, δεν είναι όμως και αρχαία, όπως νομίζουν πολλοί. Η φυλή δεν έρχεται από εποχές που θεωρούνταν απόλυτα φυσιολογικό ένας άνθρωπος να μεταμορφώνεται σε νούφαρο ή μια κοπέλα να γονιμοποιείται από χρυσή βροχή. Η σύγχρονη φυλή εμφανίζεται βασικά σαν άλλοθι για την ντροπιαστική επανεμφάνιση της δουλοκτησίας στην Αμερική πολλά χρόνια αφότου είχε εκλείψει κι από την ίδια την Ευρώπη, δανειζόμενη τα ρατσιστικά εργαλεία των Ευρωπαίων προγόνων ενάντια στους Εβραίους και τους Άραβες. Έτσι, η έννοια της φυλής εισάγεται ταυτόχρονα με την έννοια της φυλετικής ανωτερότητας του λευκού, του Καυκάσιου τύπου (όπως τον ονόμασε ο Johann Blumenbach στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν χώρισε το ανθρώπινο είδος σε 5 κύριες φυλές και έβαλε τον Καυκάσιο τύπο στην κορυφή. Είναι ενδιαφέρον ότι, αν και άνοιξε το πεδίο για τη ρατσιστική Βιολογία, ο ίδιος ο Blumenbach δεν θα χαρακτηριζόταν ρατσιστής για τα δεδομένα της εποχής του. Μεταξύ μας, με δοσμένο το πλαίσιο της εποχής του δεν νομίζω ότι θα είχε και σε μεγάλη εκτίμηση τους σημερινούς ρατσιστές). Σε μια νέα κοινωνία που ιδρύθηκε πάνω στις διακηρύξεις της Ισότητας, η θεμελίωση φυσικής/βιολογικής ανισότητας λειτουργεί σαν δικαιολόγηση της ανισότητας/καταπίεσης (ο Blumenbach και ο Jefferson έγραφαν τα ιστορικά κείμενά τους τις ίδιες ακριβώς μέρες!). Η ακραία εκδήλωση αυτού, και συνάμα η απόδειξή του, είναι ότι η προσπάθεια κάποιων επιστημόνων να δικαιολογήσουν την κοινωνική ανισότητα στη βάση της βιολογικής δεν αφορά μόνο την «εύκολη» περίπτωση όπου έχουμε «λευκούς» δουλοκτήτες και «μαύρους» δούλους. Στην Ευρώπη του 18ου-19ου αιώνα ήταν κοινή πεποίθηση σε μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας ότι οι ταξικές διαφορές (μεταξύ ατόμων της ίδιας φυλής) έχουν τη ρίζα τους σε βαθύτερα βιολογικά αίτια. Κάποιος ήταν προλετάριος επειδή η βιολογία του τον προόριζε για τέτοιο!

Η αντίληψη ότι η επιστήμη συγκροτείται στο κενό, μέσα σε αποστειρωμένα και αποκλεισμένα εργαστήρια είναι λαθεμένη. Η επιστήμη είναι μια κοινωνική διαδικασία ενταγμένη στα πλαίσια που ορίζουν οι κυρίαρχες κάθε φορά ιδέες (δηλαδή οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης) με τους ίδιους τους επιστήμονες να καθορίζονται από τις ιδέες αυτές είτε είναι μέρος της ιδεολογίας τους είτε όχι.

Η συχνή αναφορά στη φυλή είναι ένα παράδειγμα αυτής της κυριαρχίας στο επίπεδο της γλώσσας. Ακόμη και στις στιγμές των μεγάλων προχωρημάτων, όπου η επιστήμη της Βιολογίας συγκρούστηκε με τις προσωπικές πεποιθήσεις των θεραπόντων της και τις κυρίαρχες ιδέες, δανείστηκε απ’αυτές παραστάσεις, έννοιες και γλώσσα. Η συγκρότηση της νέας επιστημονικής γλώσσας απορρόφησε, όπως γίνεται συνήθως, στοιχεία της γλώσσας της καθημερινότητας, τα σχήματα και τις μεταφορές της. Η κατανόηση των επιστημονικών περιορισμών και της έκτασης των αναλογιών, που είναι προαπαιτούμενα για τη σωστή χρήση των νέων εννοιών, συνήθως κατακτιέται με αργούς ρυθμούς (ή και καθόλου) από κάποιο σοβαρό ποσοστό της κοινωνίας με αποτέλεσμα σημαντικές παρεξηγήσεις. Οι προϋποθέσεις που έχει στο μυαλό του ένας βιολόγος όταν μιλάει για τη «γεωγραφική φυλή» δεν βρίσκουν το δρόμο τους προς την «κοινή γνώμη», η οποία  συγκρατεί μόνο τη λέξη φυλή, με τη σημασία που της προσδίδουν οι κυρίαρχες προκαταλήψεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η χρήση κατάλληλων εκλαϊκευτικών όρων είναι ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα τους επιστήμονες όλων των αντικειμένων.

Το κυρίαρχο σώμα προκαταλήψεων και ιδεολογημάτων, η «κοινή γνώμη», μπορεί να ενσωματώνει τις κατακτήσεις της επιστήμης, αλλά μέσα από τα δικά του φίλτρα, κουτσουρεύοντας και εκχυδαΐζοντας στις περισσότερες περιπτώσεις. Ακόμη και η συγκλονιστική ανακάλυψη της Εξέλιξης, και η θεμελίωση της θεωρίας της, που κονιορτοποιεί τις αντιλήψεις κατάταξης των ζωντανών οργανισμών σε «σειρά ανωτερότητας» (η «Κλίμακα των Φυσικών Όντων» του Bonnet μπορεί να είναι η χαρακτηριστικότερη, αλλά αντανακλά το γενικό τρόπο σκέψης της εποχής), έπεσε θύμα τέτοιων λεηλασιών που τελικά διαμόρφωσαν την απεχθή καρικατούρα κάποιου «κοινωνικού δαρβινισμού», με εφαρμογή στον ανταγωνισμό μεταξύ «εθνών», «φυλών», τάξεων, αλλά και μεμονωμένων ατόμων. Όσο κι αν τα επιστημονικά ζητήματα φαντάζουν ληγμένα και απρόσβλητα στην αυθεντία τους όταν ξεφυλλίζουμε ένα σκυθρωπό επιστημονικό εγχειρίδιο, η αλήθεια είναι ότι τόσο τα ίδια όσο και η πλατιά, δημόσια μετάφρασή τους σμιλεύεται κοινωνικά ώστε τελικά ταιριάζει με τις κυρίαρχες αντιλήψεις. Αν κανείς αμφιβάλλει γι’αυτό, ας κάνει τον κόπο να αναρωτηθεί για το ποσοστό των συνανθρώπων μας (ακόμη και των πτυχιούχων Βιολογίας ή και κορυφαίων βιολόγων!) που πιστεύουν σε κάποιου είδους ανώτερη ή μεταφυσική «μοναδικότητα» του Ανθρώπου. Δεν παύει να με ξαφνιάζει το βλέμμα των μαθητών μου την πρώτη φορά που βλέπουν στο βιβλίο της Βιολογίας ότι ο Άνθρωπος κατατάσσεται στο βασίλειο των Ζώων!

Όλα τα παραπάνω έχουν τη σημασία τους. Στο σώμα της Βιολογίας (και κάθε επιστήμης) εντυπώνονται όλες οι συγκρούσεις, οι υποχωρήσεις και συμβιβασμοί, οι λαθεμένες αντιλήψεις, όλα αυτά που έπαιξαν ρόλο στη συγκρότησή της. Έτσι είναι ευάλωτη σε «βολικές χρήσεις» και ερμηνείες. Δεν είναι λοιπόν περίεργο το γεγονός ότι η επιστημονική κοινότητα δεν ξεκαθαρίζει ομόθυμα και συνολικά τη θέση της απέναντι σε ουσιαστικά ζητήματα όπως το ρατσισμό, την θεώρηση του Λευκού Αρσενικού Ανθρώπου ως κεντρική ύπαρξη του έμβιου κόσμου, αλλά και άλλων αντιλήψεων, όπως αυτής που βλέπει το Άτομο σαν το σκηνικό του μεγάλου βιολογικού θεάτρου ή τελικά (και ίσως κεντρικά) αυτού που ο Dawkins αποκαλεί «νεκρό χέρι του Πλάτωνα», την τάση μας να μιλάμε με όρους τύπων.

Όλα αυτά παίζουν το ρόλο τους στην ανάδυση και την επιβίωση της έννοιας της φυλής. Η κοινή λογική βλέπει στον πλούτο της πραγματικότητας μια αφόρητη ενόχληση. Η ασύλληπτη ποικιλομορφία στη φύση, ακόμη και σε άτομα του ίδιου είδους, είναι για την κοινή λογική απλά θόρυβος που σκεπάζει τις πρότυπες κατηγορίες. Για την κοινή λογική λοιπόν «στην αρχή υπάρχει η φυλή», οι καρικατούρες του Καυκάσιου και του Νέγρου σαν πρότυπα σχήματα, και στη συνέχεια ακολουθεί η ζωντανή πραγματικότητα που, σαν ατελής που είναι, παρουσιάζει ποικιλομορφία και αποκλίσεις από το πρότυπο. Η κοινή λογική πρώτα κατασκευάζει το πρότυπο του Καυκάσιου, επειδή τα πρότυπα της είναι απαραίτητα για να θεωρήσει τον κόσμο, και στη συνέχεια κατασκευάζει πάνω του όλες τις πιθανές αποκλίσεις. Τι κι αν οι Έλληνες δεν μοιάζουν γενικά με τους Γερμανούς? Τι κι αν οι Θεσπρωτοί διαφέρουν από τους Κρητικούς? Τι κι αν ο αρχηγός του Ναζιστικού κόμματος δεν ικανοποιεί κανένα από τα κριτήρια του ρατσιστή? Ο Αφρικάνος είναι Αφρικάνος ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κενυάτης μοιάζει με τον Αιγύπτιο όσο και ο Σουηδός με τον Κύπριο. Ο Ασιάτης δε είναι κοντός και κίτρινος και αυτό οφείλει να καλύπτει ακόμη και τον γκαρ της εθνικής ομάδας μπάσκετ της Ν. Κορέας.

Η στενομυαλιά που οδηγεί κάποιον στην αποδοχή του ρατσιστικού διαχωρισμού, φυσικά συνοδεύεται από τη βεβαιότητα ότι ο ίδιος ο ρατσιστής ανήκει στην ανώτερη φυλή. Θα ήταν ένα πραγματικό επιχείρημα υπέρ μιας «αντικειμενικής» ρατσιστικής βιολογίας εάν εμφανιζόταν έστω κι ένας υποστηρικτής του φυλετικού διαχωρισμού που να παραδεχόταν ότι ο ίδιος ανήκει σε κατώτερη φυλή! Κάθε μάθημα που παίρνουμε από την κοινωνία μας από μικρά παιδία ακόμη, μας διδάσκει να θεωρούμε τον κόσμο και την κοινωνία με τον πολύτιμο εαυτό μας στο κέντρο (ο Ήλιος γυρίζει γύρω από τη Γη και οι Αυστραλοί είναι «από κάτω»!). Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το προνόμιο της διαφορετικότητας το κρατάμε μόνο για τους «δικούς μας» (σαν φύλακα-άγγελο της ατομικότητας) ενώ τσουβαλιάζουμε όλους τους άλλους (σαν άλλοθι εκμετάλλευσης τις περισσότερες φορές). Η κοινή μας λογική βλέπει την τεράστια φαινοτυπική ποικιλία των κοντινών μας σαν απόδειξη ανθρωπιάς (στο κάτω-κάτω η ατομικότητα είναι για το μέσο κρετίνο το Α και το Ω του να είσαι άνθρωπος), όμως αναρωτιέται «πώς οι κινέζοι ξεχωρίζουν ο ένας τον άλλο?» και διαπιστώνει πως «όλοι οι μαύροι είναι ίδιοι», ανοίγοντας έτσι την πόρτα για την «απο-ανθρωποποίησή» τους: Ο δουλοκτήτης και η κόρη του έχουν τα δικά τους ατομικά χαρακτηριστικά, όμως οι δούλοι τους «είναι όλοι ίδιοι» και το ίδιο ισχύει για το πώς βλέπει ο αξιωματικός των SS τα ανθρώπινα πλάσματα που εξοντώνει, σαν μάζα. Ο ρατσιστής είναι τόσο σίγουρος γι’αυτή του την παρατήρηση που δεν μπορεί καν να μπει στον κόπο να σκεφτεί ότι και οι άνθρωποι από άλλες γωνιές του πλανήτη βλέπουν τους «δικούς του» «όλους ίδιους».

Το ότι προσπαθώ να σε πείσω ότι η φυλή είναι ένα κατασκεύασμα, δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι την εικόνα ενός ισοπεδωμένου κόσμου. Η φυλετική θεώρηση της ανθρωπότητας βλέπει τον κύριο όγκο της διαφορετικότητας να εντοπίζεται ανάμεσα σε καλά ορισμένες ομάδες ενώ κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να βρίσκει βάση σε σοβαρά επιστημονικά δεδομένα. Αντίθετα μάλιστα, αν συγκρίνουμε δύο τυχαία ζεύγη ανθρώπων (από οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη) θα διαπιστώσουμε ότι διαφέρουν περίπου στο ίδιο ποσοστό. Έχοντας ανατραφεί με την αντίληψη των φυλών ως δεδομένη ίσως φαίνεται περίεργο ότι διαφέρουμε πρακτικά το ίδιο με οποιονδήποτε άνθρωπο πάνω στον πλανήτη. Στην πραγματικότητα, η ποικιλομορφία του ανθρώπινου είδους θα διατηρούνταν σχεδόν ανέπαφη ακόμη κι αν οι ναζί κατάφερναν να εξολοθρεύσουν όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους εκτός από κείνους που θεωρούν ως «Άρειους». Προφανώς δεν περιμένω από έναν ναζί να πειστεί ότι και η «δικιά του» ομάδα κουβαλάει μέσα της σχεδόν το σύνολο της ανθρώπινης ποικιλομορφίας, δηλαδή σχεδόν ό,τι και οι αφρικάνοι, πακιστανοί και ισραηλινοί!

Μας αρέσει ή όχι (σε τέτοια ζητήματα η Ιστορία δεν ζήτησε την πολύτιμη γνώμη μας!) μεγάλο μέρος της έρευνας του φυσικού κόσμου στηρίχθηκε στο παλιό-καλό τρυκ: «το σπάω σε κομμάτια, τα μελετάω, και μετά το ξανασυνθέτω». Η προσπάθεια για τη συστηματική ταξινόμηση των ζωντανών οργανισμών εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό. Η ταξινόμηση αυτή δεν είναι υπόθεση απόδοσης ταυτοτήτων παρόμοια με την ονοματοδοσία του Αδάμ σε όλα τα πλάσματα της Εδέμ (Γεν 2, 19), αλλά εργαλείο για την προσέγγιση της υλικής πραγματικότητας και διαμορφώνεται με βάση τις προϋπάρχουσες αντιλήψεις μας (ρισκάρω εδώ μια διαφοροποίηση στην τοποθέτηση του ζητήματος. Για παράδειγμα ο John Maynard Smith βλέπει την ταξινόμηση σαν εργαλείο και πραγματικότητα ταυτόχρονα). Για να καταλήξουμε σε μια λογική ταξινόμησης, πρέπει να βάλουμε από τα πριν κάποια κριτήρια, που δεν μπορούν παρά να εξυπηρετούν τους στόχους της εργασίας μας. Η απλή ερώτηση «τι είναι Οξύ? Τι είναι Βάση?» δεν έχει μία «σωστή» απάντηση, κι αυτή εξαρτάται από το τι μας ενδιαφέρει να μελετήσουμε κάθε φορά. Δεν υπάρχει ταξινόμηση χωρίς στόχους και καλά προσδιορισμένα κριτήρια που έχουν τεθεί από τα πριν. Με την ίδια λογική, δεν υπάρχει ταξινόμηση εάν τα κριτήρια αλλάζουν κατά τη διαδικασία επειδή τα αποτελέσματα της ταξινόμησης δεν μας εξυπηρετούν. Ας πούμε ότι θέλω να τακτοποιήσω τα τουβλάκια σε μια αίθουσα νηπιαγωγείου. Θα τα τακτοποιήσω ανάλογα με το χρώμα τους ώστε να έχω ικανοποιητικό αισθητικό (για μένα) αποτέλεσμα? Θα τα χωρίσω με βάση το μέγεθος ώστε στη συνέχεια να τα στοιβάξω με σταθερότητα? Ανάλογα με το υλικό μήπως, για να δουλέψω αμέσως την επόμενη μέρα το θέμα με τα υλικά? Θα εφαρμόσω μικτή ταξινόμηση με μόνο κριτήριο το πώς θα χωράνε καλύτερα στα κουτιά? Θα αποφασίσω να τα τακτοποιήσω στο κουτί με το οποίο τα αγοράσαμε ώστε να μην ψάχνεται ο συνάδελφος την επόμενη χρονιά? Κι αν -αφού έχω τελειώσει την τακτοποίηση- βρω ένα ξεχασμένο κουτί με διαφορετικά και ατακτοποίητα τουβλάκια? Δεν ξέρω αν έχεις δει την ταινία Hi-Fidelity, του υπέροχου John Cusack. Μέσα σε όλα, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, φανατικός συλλέκτης δίσκων βινυλίου, μετά από το χωρισμό του με τη Λώρα προσπαθεί να αναδιοργανώσει «αυτοβιογραφικά» τη δισκοθήκη του. Αν διαθέτεις μεγάλη βιβλιοθήκη θα συμφωνήσεις ότι μια «απλή» τακτοποίησή της δεν είναι ποτέ τόσο απλή υπόθεση. Περνώντας από τα τουβλάκια, όπου η ταξινόμηση παρουσιάζει κάποια ζητήματα, στη δισκοθήκη/βιβλιοθήκη βλέπουμε ότι ήδη συναντάμε πολύ μεγαλύτερη δυσκολία. Ο λόγος γι’αυτό είναι ότι α) το σύστημα που μας απασχολεί είναι πολυπλοκότερο και β) το σύστημα ενσωματώνει χαρακτηριστικά που αφορούν στις ιδιαίτερες απόψεις-προτιμήσεις-προκαταλήψεις-συναισθηματισμούς εκείνου που ταξινομεί. Στην περίπτωση των ανθρώπων δε (και κείνων των ειδών που εμπλέκονται συχνότερα στη ζωή τους) έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα σκασμό από υποκειμενικούς παράγοντες τόσο των υπό ταξινόμηση ατόμων, όσο και των ίδιων των ταξινομητών, αλλά και των κοινωνιών στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσεται και καθιερώνεται η συγκεκριμένη ταξινόμηση παρά το γεγονός ότι θα περιμέναμε ότι τα «αντικειμενικά» φυσικά δεδομένα ελαχιστοποιούν την αυθαιρεσία μας. Και ο πιο καλοπροαίρετος και ακέραιος ταξινομητής έχει μεγαλώσει και έχει εκπαιδευτεί σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον.

Έτσι, για το σύνολο των ταξονομικών διαιρέσεων των ζωντανών οργανισμών υπάρχει στην επιστημονική κοινότητα σχετική αντιπαράθεση όχι μόνο στο ποιοι οργανισμοί «μπαίνουν» πού, αλλά και στα αρχικά κριτήρια. Ακόμη και στην περίπτωση του Είδους προκύπτουν διαφορές σαν συνέπειες των διαφορετικών ορισμών του. Η βιολογική έννοια του Είδους το καθιστά μια αρκετά «ασφαλή» ταξινομητική βαθμίδα. Έτσι, «τα Είδη είναι ομάδες από διασταυρούμενους φυσικούς πληθυσμούς, αναπαραγωγικά απομονωμένους από άλλες τέτοιες ομάδες».  Αυτή η «αναπαραγωγική απομόνωση» επιτυγχάνεται με διάφορους τρόπους και σύμφωνα με τον Ernst Mayr «Οι απομονωτικοί μηχανισμοί των ειδών συνιστούν στρατηγήματα που σκοπό έχουν να προστατεύσουν την ακεραιότητα των καλά ισορροπημένων και αρμονικών γονότυπων. Η οργάνωση των ατόμων και των πληθυσμών σε είδη εμποδίζει την κατάρρευση των καλά ισορροπημένων, επιτυχημένων γονότυπων, κάτι που θα συνέβαινε αν διασταυρωνόταν με ξένους, παράταιρους γονότυπους, και έτσι αποτρέπεται η παραγωγή κατώτερων ή στείρων υβριδίων». Κρίμα για τους ναζί, αλλά η φύση έχει ήδη μηχανισμούς προστασίας του πλούτου της, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η απαγόρευση ζευγαρώματος μεταξύ ενός «Άρειου» κι ενός «Εβραίου», ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι διαχωρισμοί αυτοί έχουν έστω κι ελάχιστη σημασία (για να μην πω για τον περιβόητο έρωτα χρυσαυγίτη με τουρκάλα και κάνω το blog μεσημεριανό show).

 

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη λέξη φυλή για να περιγράψουν διαφορετικές καταστάσεις. Μιλάμε πχ για την «ανθρώπινη φυλή» για την «φυλή των ηπειρωτών», για μια «φυλή ινδιάνων» (ή για Σαρακατσάνους και Καραγκούνηδες, αν θες κάτι πιο φολκ). Η έννοια της φυλής υπάρχει στη Βιολογία, όμως περιγράφει κάτι ουσιωδώς διαφορετικό απ’αυτό που ελπίζει ο ρατσιστής. Στη Βιολογία υπάρχει η έννοια της γεωγραφικής φυλής, που αφορά σε διαφορετικούς πληθυσμούς του ίδιου είδους. Τα χαρακτηριστικά που μπορούν να μας οδηγήσουν σε ένα νέο διαχωρισμό, ένα υπο-είδος (έχω κι εδώ κάποιες ενστάσεις, αλλά τις αφήνω για λίγο) ή ακόμη κι ένα καινούργιο είδος μπορούν να αναπτυχθούν σε σχετικά παγιωμένους και απομονωμένους πληθυσμούς. Αν λοιπόν μπορούμε να συναντήσουμε τέτοιες περιπτώσεις σε άλλους ζωντανούς οργανισμούς, για τους οποίους τα φυσικά γεωγραφικά εμπόδια είναι ανυπέρβλητοι παράγοντες απομόνωσης, για τον άνθρωπο κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Η ίδια η εμφάνιση του ανθρώπου συνδέεται με τη μετανάστευση. Ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία είναι ταυτόχρονα και μια διαδικασία τεράστιων μετακινήσεων, εποικισμού, κατακτήσεων, λεηλασιών και επιμειξιών. Σε καμιά της φάση η ανθρωπότητα δεν συνάντησε ανυπέρβλητα φυσικά εμπόδια και φυσικά όποιος πληθυσμός πόνταρε σ’αυτά για την προστασία του απλά έμεινε έκπληκτος μπροστά στις επιδρομές των μελλοντικών κατακτητών του. Το κριτήριο της απομόνωσης δεν ισχύει λοιπόν για τον άνθρωπο, αλλά αν αυτό ισχύει για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, τι συμβαίνει με κείνα τα διαστήματα στα οποία -τουλάχιστον για κάποιους πληθυσμούς- είχαμε μια σχετική ακινησία? Μήπως κατά τη διάρκειά τους διαμορφώθηκαν οι φυλές?

Αν οι φυλές πράγματι υπάρχουν, τότε οφείλουμε να υποδείξουμε έναν ασφαλή τρόπο διάκρισής τους. Το να ορίσουμε όμως με σχετικά συμπαγή τρόπο μια ανθρώπινη φυλή αποτελεί από μόνο του ένα σκληρό μεθοδολογικό πρόβλημα. Εάν κανείς ψάχνει τη φυλή, για παράδειγμα, στις διαφορές του Καυκάσιου με τον Ασιάτη, σημαίνει ότι έχει αποφασίσει από τα πριν ποιός είναι ο Καυκάσιος και ποιος ο Ασιάτης. Αυτό όμως πολύ απλά σημαίνει ότι αναζητούμε διαφορές που σε προηγούμενο στάδιο θεωρήσαμε δεδομένες. Πρόκειται για μια μη-αποδεκτή κυκλική λογική, που αποκτά νόημα μόνο με την παρέμβαση των ιδεολογικών/κοινωνικών μας προκαταλήψεων. Ας σκεφτούμε όμως για λίγο αυτό που πριν αφήσαμε στη μέση. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα οι ανθρώπινοι πληθυσμοί έμειναν εγκλωβισμένοι στις μεγάλες γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη, τις ηπείρους. Ας δεχθούμε ότι αυτό διαμόρφωσε χοντρικά πέντε μεγάλες φυλές. Η λογική συνέπεια είναι ότι μεταξύ πχ των Ασιατών βρίσκουμε μικρότερη διαφοροποίηση απ’ότι γενικά μεταξύ Ασιατών και Καυκάσιων. Αλήθεια? Ας αναρωτηθούμε πόσο «ίδιοι» είναι οι Τούρκοι, οι Μογγόλοι, οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες και οι Ινδοί. Καθόλου. Ας πάμε παρακάτω παραδεχόμενοι ότι το σύστημα θέλει ραφινάρισμα. Ακόμη κι αν βγάλουμε αυθαίρετα τους Ινδούς έξω από την κατηγορία «Ασιάτες», οι διαφορές μεταξύ των υπολοίπων είναι επίσης τεράστιες. Μπορούμε να χωρίσουμε σε ακόμη μικρότερα σύνολα, ας πούμε σε Μογγόλους, Κινέζους, Ιάπωνες και ΝΑ Ασιάτες. Όσο βαθύτερα κι αν πάμε τους διαχωρισμούς μας, πάλι θα βρίσκουμε ομάδες που εξαιρούνται και νέους διαχωρισμούς, σε σημείο να αναρωτηθούμε αν πράγματι έχει νόημα κάτι τέτοιο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ακόμη και οι μάστορες της ρατσιστικής βιολογίας, οι ναζί, αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα στον ορισμό του «Άρειου», με εισαγωγή επιμέρους τύπων και παρα-τύπων που ο καθένας τους φυσικά διεκδικεί την ανωτερότητα μέσα στους «Άρειους» (είναι σπαρταριστοί οι καυγάδες των ρατσιστών για το αν είναι η γωνία της μύτης, το σχήμα του κρανίου, ή το μέγεθος του πέους που πρέπει να εξετάζουν ενώ υπάρχει και η αναφορά για συγκεκριμένο επιστήμονα που αναζητεί ο ίδιος τα πολύτιμα στοιχεία στο γυναικείο στήθος. Τι βολικό!). Όταν η ταξινόμηση δεν βασίζεται σε σχετικά αντικειμενικά κριτήρια, αλλά στο συναίσθημα και τις προκαταλήψεις μας μπορεί να μας τρελάνει, όμως στην περίπτωση του John Cusack αυτό οδηγεί σε μια όμορφη ταινία ενώ στην περίπτωση των ναζί σε γενοκτονίες.

Γενοκτονία και βαρβαρότητα. Αυτή είναι η φυσική κατάληξη της ρατσιστικής θεώρησης του κόσμου. Το μοιραίο συμπλήρωμα του ρατσισμού είναι η ανωτερότητα της ράτσας και το δικό της συμπλήρωμα, η εξουσία πάνω στις άλλες ράτσες. Δεν υπάρχει ρατσισμός που να μην είναι επιθετικός κι αυτό ισχύει για το σημερινό «αντιπαγκοσμιοποιητικό» ρατσισμό κάποιων σύγχρονων πονηρών ρατσιστών που «μάχονται ενάντια στη νέα τάξη που θέλει να μας κάνει όλους ίδιους» (και άρα ο ρατσισμός και ο εθνικισμός τους παρουσιάζονται σαν αντισυστημικές λογικές). Δεν είναι τυχαίο ότι στα λόγια αυτών των απατεώνων (που μας έρχονται από τις μαγικές ΗΠΑ) πάντα τα «σεβαστά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φυλών» έχουν να κάνουν με την ανώτερη ευφυΐα του λευκού και την ταχύτητα/δύναμη του νέγρου. Φυσικά! Για το ρατσιστή ο λευκός σκέφτεται ενώ ο νέγρος είναι μια εξελιγμένη μαϊμού… Οι σύγχρονοι «εκλεπτυσμένοι» ρατσιστές δανείζονται τη γλώσσα τους από τη Βιολογία όταν μιλάνε για «γονίδια». Οι πιο απίστευτες ερμηνείες του ήδη απίστευτου γενετικού ντετερμινισμού βγαίνουν στο προσκήνιο προκειμένου να θεμελιώσουν επιστημονικά το ρατσισμό (έχει ενδιαφέρον πάντα το δέος που προκαλεί στο μέσο μικροαστό η λέξη «επιστημονικά»). Η «γονιδιακή» ερμηνεία του ρατσισμού όμως δεν είναι τίποτε άλλο από την επικαιροποίηση του παλιού-καλού κριτηρίου του αίματος, που μας έρχεται από πολύ παλιότερες εποχές. Στην περίπτωση του ρατσιστή, όλες οι προκαταλήψεις, μεταφυσικές ή και γιαλατζί-επιστημονικές θεοποιούνται. Για το ρατσιστή το αίμα παραμένει η ταυτότητά του, και ένα βήμα τον χωρίζει από τον τρελαμένο ναζί που είναι σίγουρος ότι στο αίμα της φυλής του ενυπάρχει και το αίμα των θεών. Όλες αυτές οι αρχαίες ή και κάπως πιο σύγχρονες θεωρίες ταλαιπωρούν το μυαλό του ρατσιστή και φυσικά δεν είναι τυχαία η καμπάνια για την «αιμοδοσία μόνο για έλληνες» που είδαμε λίγους μήνες πριν. Η πραγματικότητα βέβαια είναι αμείλικτη: Στην κρίσιμη στιγμή και ο πιο φανατικός ρατσιστής θα προτιμούσε μια μετάγγιση αίματος προερχόμενου από άλλη φυλή παρά το θάνατο. Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν αυτή η ανωτερότητα του αίματος αφορά και στο κύριο συστατικό του, το νερό, οπότε ίσως θα είχε νόημα να φράξουμε τη Μεσόγειο ή να εμποδίσουμε τα κακά αλβανικά σύννεφα να βρέχουν πάνω μας. Όλα αυτά βέβαια αφορούν τον πεζικάριο ρατσιστή/ναζι (τον «ακτιβιστή», όπως προτιμούν τώρα τελευταία να λένε τα ΜΜΕ) ενώ ο λίγο πιο διανοούμενος και μελετημένος μιλάει για το αίμα μόνο συναισθηματικά/μεταφορικά. Έχει μελετήσει τη βιολογία του από αμφίβολα εγχειρίδια που τα γνωρίζουν μόνο οι μυημένοι και που «φυσικά αποκλείονται από τα πανεπιστήμια των εβραιομαρξιστών», και είναι σε θέση να σε θαμπώσει πετώντας σου πεντέξι ονόματα ανύπαρκτων γονιδίων που υποτίθεται ότι κωδικοποιούν την ανωτερότητα της φάρας του (by the way, θέλω μια φορά να καταλάβω πώς στο καλό ορίζουν την ανωτερότητα όλοι αυτοί. Πόσο ανώτερος αισθάνεται ας πούμε ο λευκός άντρας ρατσιστής απέναντι στον HIV?).

Στην πραγματικότητα το ιερό δισκοπότηρο της ρατσιστικής βιολογίας (με την εξαίρεση κατασκευασμένων και ανυπόληπτων ερευνών), το σούπερ-γονίδιο το οποίο είναι αποκλειστικό σε κάποια από τις υποτιθέμενες φυλές, δεν έχει βρεθεί ακόμη, κι εδώ που τα λέμε το να βρεθεί είναι κάπως πιο απίθανο από το να αποδειχθεί ότι τελικά σκεφτόμαστε με τα νύχια μας. Όλο το κυνηγητό των γονιδίων βέβαια έχει να κάνει με το λανθασμένο τρόπο που σημαντικό μέρος της επιστημονικής κοινότητας τοποθετείται απέναντι στο ζήτημα, που αφήνει  πόρτες και παράθυρα ξεκλείδωτα απέναντι στο γενετικό ντετερμινισμό. Ακόμη κι έτσι, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι δεν υπάρχει κανένα μα κανένα γενετικό χαρακτηριστικό που να συναντάται μόνο σε κάποια από τις ομάδες ανθρώπων που ορίζονται ως φυλές και σε καμία άλλη. Φυσικά υπάρχουν διαβαθμίσεις και διαφοροποιήσεις κι εκεί βρίσκει καταφύγιο ο ακόμη πιο κατεργάρης ρατσιστής. Κάποια χαρακτηριστικά βρίσκονται σε μεγαλύτερα ποσοστά σε έναν πληθυσμό και μικρότερα σε κάποιο άλλο. Δεν θα μπορούσε η ποσόστωση αυτή να αποτελέσει κριτήριο ορισμού των φυλών? Ας το εξετάσουμε για μια στιγμή: α) ας πούμε ότι το άγριο χαρακτηριστικό το καθοριστικό για τη φυλή Χ είναι η εμφάνιση του σε ποσοστό 90% και πάνω στον συγκεκριμένο πληθυσμό. Αυτό το 90% είναι προφανώς ένας μέσος όρος που αφορά στο σύνολο του πληθυσμού, αλλά το πρόβλημα είναι ότι κάθε ένα συγκεκριμένο άτομο πρέπει ή να ανήκει στη φυλή ή να μην ανήκει (το να δεχθεί κανείς ότι κάποιος μπορεί να ανήκει κατά ένα ποσοστό σε μια φυλή μας οδηγεί στην παράνοια της ναζιστικής βιολογίας, που προκειμένου να βγάλει ποσοστά γερμανικότητας εξευτέλισε κάθε κατάκτηση της Βιολογίας). Αν λοιπόν το χαρακτηριστικό αυτό είναι τυπικό και καθοριστικό/αποκλειστικό για τη φυλή, αν σημαίνει «το να ανήκει κανείς στη φυλή», τότε το ποσοστό των ανθρώπων που δεν το έχουν, είναι αυτομάτως απόβλητοι (και φυσικά τίθεται το ερώτημα πώς στο διάολο βρέθηκαν μέσα στη φυλή) β) αν δεχθούμε τις ποσοστώσεις τότε πάλι η έννοια της φυλής σχετικοποιείται ανεπανόρθωτα. Καθένας ανήκει σε μια φυλή σύμφωνα με κάποια του χαρακτηριστικά και σε διαφορετική σύμφωνα με άλλα. Κάνοντας την εξέταση για το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας, η νοσηλεύτρια κούνησε με συμπάθεια το κεφάλι της σαν έμαθε από ποια περιοχή κατάγομαι και αυτό γιατί εκεί έχουμε υψηλά ποσοστά της νόσου. Αυτό αυτομάτως μας διαφοροποιεί από το υπόλοιπο της «ελληνικής φυλής» και μας δίνει έναν βαθμό συγγένειας με άλλες περιοχές της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής ή και της ΝΑ Ασίας, που επίσης παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά της νόσου.

Έγραψα μια εξυπνάδα πιο πάνω, όμως πραγματικά δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα στην ένσταση του ρατσιστή: πώς το ξέρεις ότι κάποια στιγμή δεν θα ανακαλύψουμε αυτά τα γονίδια ανώτερης συμπεριφοράς/ευφυΐας σε κάποιες φυλές? Κατ’αρχάς πρέπει να συμφωνήσουμε ότι κανείς δεν τα έχει βρει ακόμη και ότι όσοι το διατείνονται είναι κοινοί απατεώνες. Όμως το βασικό είναι ότι όλες αυτές οι ιδέες έρχονται στην επιστήμη απ’έξω, απ την ιδεολογία. Είναι προκαταλήψεις που αποζητούν την επιστημονική επιβεβαίωση αλλά δεν προέρχονται από την επιστημονική περιπέτεια της ανακάλυψης και έρευνας του φυσικού κόσμου. Δεν είναι μόνο ο ρατσισμός που έχει τέτοιες απαιτήσεις, αλλά και κάθε ιδεολογία. Η θρησκεία είναι αντίστοιχο παράδειγμα και καταλήγει στο ίδιο ερώτημα: και που ξέρεις ότι δεν θα βρεθεί η επιστημονική απόδειξη της ύπαρξης του θεού? Η επιστήμη όμως δεν είναι για να απαντάει στις ερωτήσεις ενός άλλου πλαισίου λογικής (όσο είναι πλαίσιο λογικής ο ρατσισμός ή η θρησκεία).

Όπως σου είπα παραπάνω, στην περίπτωση των ανθρώπινων πληθυσμών δεν έχουμε καμιά σημαντική απομόνωση και βρίσκονται σε διαρκή μετανάστευση και ανάμιξη, σε διαρκή αναβρασμό. Το όνειρο του ρατσιστή είναι ένας κόσμος όπου αυτό που η ανθρωπότητα έκανε για χιλιάδες χρόνια, θα σταματήσει επειδή το θέλει αυτός, με τον ίδιο τρόπο που ο ναζί θέλει να κάνει την κοινωνία καρικατούρα των φτηνιάρικων fantasy διηγημάτων που διαβάζει (όταν μπορεί να διαβάσει). Εκεί που απέτυχε ο Ατλαντικός ή τα Ουράλια, εκεί ο ρατσιστής φαντάζεται το θρίαμβό του, στο να επιβάλει την απομόνωση, που στο δικό του –φτωχό- μυαλό συνεπάγεται κάποιου είδους «βιολογική καθαρότητα». Είναι από αυτή την άποψη εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε ότι η πολυπόθητη για το ρατσιστή, βιολογική απομόνωση δεν κατορθώθηκε ούτε σε περιόδους οξυμένης φυλετικής καταπίεσης ή εθνικών συγκρούσεων, σε περιστάσεις δηλαδή που με μια πρώτη ματιά την ευνοούν. Ο λευκός γαιοκτήμονας του αμερικανικού νότου μπορεί να θεωρούσε τους δούλους του πίθηκους, όμως αυτό δεν τον εμπόδιζε να ζευγαρώνει μαζί τους. Πρόσφατα, στο γιουγκοσλαβικό εμφύλιο ο βιασμός χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον σαν όπλο: πάρα πολλές βιασμένες κοπέλες γέννησαν παιδιά «των άλλων». Το ίδιο μοτίβο βιασμών και επιμειξίας επαναλαμβάνεται σε ολόκληρη την ιστορία πρακτικά απαράλλαχτο. Η πολιτισμένη και αριστοκρατική Αγγλία, αυτή που θυματοποίησε ρατσιστικά πολλούς πληθυσμούς στον πλανήτη, υπήρξε στο παρελθόν τυπικό θέατρο τέτοιων επιδρομών.

Όπως είπαμε και παραπάνω η Επιστήμη είναι ευάλωτη. Αρκετοί επιστήμονες (και όχι μόνο οι επιστήμονες των Ναζί, όπως μας βολεύει να πιστεύουμε) χρησιμοποιούν τα εργαλεία τους ενάντια στην επιστήμη τους, προς εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων ιδεολογικών τους αναγκών. Αυτοί ποικίλουν, από απλούς απατεώνες (που, για παράδειγμα, μπορεί ακόμη και να κατασκευάσουν στοιχεία για να δείξουν την ανωτερότητα ή την αρχαιότητα/συνέχεια του «έθνους» τους ή για να πολεμήσουν την Εξέλιξη, για να αναφέρουμε δυο χαρακτηριστικές και συνηθισμένες περιπτώσεις) μέχρι «αθώους» (σε εισαγωγικά. Κανείς δεν είναι πραγματικά αθώος σ’αυτά τα θέματα) επιστήμονες οι οποίοι καταλήγουν σε συμπεράσματα με τον τρόπο σκέψης που τους έμαθε η κοινωνία παρά με την πειθαρχία της επιστημονικής μεθόδου. Πολύ περισσότερο, τα πορίσματα των επιστημών γυρνάνε πίσω στην κοινωνία όχι με τους δικούς τους (απαιτητικούς) όρους, αλλά μέσα από τα πρίσματα και τους φακούς διάφορων «νόμιμων» διαμεσολαβητών όπως είναι τα λαϊκά «επιστημονικά» περιοδικά και βιβλία και το σχολείο, αλλά και άλλων –φαινομενικά άσχετων- όπως το καφενείο, η εκκλησία και το κατηχητικό κλπ. Έτσι, εκτός του ότι έχουμε σημαντική μερίδα επιστημόνων που αναζητούν το «γονίδιο της εγκληματικότητας», το όνειρο αυτό ταιριάζει γάντι στον τυπικό μικροαστό, που θέλει μια επιστημονική διαβεβαίωση για το ότι το περιθώριο της κοινωνίας ήταν προορισμένο για περιθώριο και ότι ο ίδιος δεν πρόκειται να βρεθεί εκεί μιας και τα γονίδιά του δεν ευνοούν κάτι τέτοιο. Το’να χέρι νίβει τ’άλλο!

Τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης έθεσαν το πάνω όριο της ρατσιστικής βιολογίας: τη γενοκτονία. Δικαιολογημένα λοιπόν ο ρατσισμός και ο γενετικός ντετερμινισμός έχασαν την απήχησή τους για πολλά χρόνια μετά την ήττα των ναζί. Ένας απροσδόκητος σύμμαχος όμως του έδωσε τελικά ξανά την απαραίτητη νομιμοποίηση. Μετά την υποχώρηση του τελευταίου παγκόσμιου επαναστατικού ρεύματος, ο νεοφιλελευθερισμός ήρθε ευαγγελιζόμενος τις απεριόριστες δυνατότητες του ατόμου απέναντι σε άλλα άτομα. Ο «κοινωνικός δαρβινισμός» και ο γενετικός ντετερμινισμός αναδύθηκαν ξανά για να πλαισιώσουν το νέο ρεύμα. Οι ικανοί επιβιώνουν και οι σκάρτοι είναι ή υπάλληλοι ή πίσω απ’τα σίδερα. Το πετυχημένο πρόσωπο κερδίζει στη συνέντευξη, ο άραβας μένει για πάντα στον έλεγχο διαβατηρίων, η γυναίκα πρέπει να μοιάζει με τα περιοδικά, ο λευκός φοράει κοστούμι και ο μελαμψός καθαρίζει τα τζάμια. Το όπλο του αστυνομικού εκπυρσοκροτεί τυχαία σχεδόν πάντα απέναντι σε αλλόφυλους και μια χώρα ολόκληρη μπορεί να ισοπεδώνεται για τους ίδιους τυχαίους λόγους. Τόση ώρα κάθομαι και σου γράφω λοιπόν ότι φυλές δεν υπάρχουν, όμως υπάρχουν και με το παραπάνω. Υπάρχουν γιατί οι κοινωνίες μας το έχουν ανάγκη, υπάρχουν γιατί κάπως πρέπει να δικαιολογείται η ιεραρχική δομή τους. Η φυλή καθορίζεται με βάση τα κοινωνικά μοντέλα, ισοπεδώνοντας την πραγματικότητα, «στριμώχνοντας» ενοχλητικές διαφοροποιήσεις στα μοντέλα αυτά και απαιτώντας από τη Βιολογία επιστημονική τεκμηρίωση. Στο κάτω-κάτω η φυλή υπάρχει γιατί έτσι πιστεύουν οι περισσότεροι.

Εάν δεν ζούσαμε στην περίοδο που ζούμε, θα σου πρότεινα την ενασχόληση με τα πονήματα των ρατσιστών βιολόγων/ερευνητών ως μέσο διασκέδασης. Εάν δεν ζούσαμε στην περίοδο που ζούμε, θα μπορούσαμε να σπαταλάμε ώρες με το να διακωμωδούμε τις ανόητες θεωρίες τους, το κυνήγι των «καθαρών», τα κριτήρια για το ποιος ανήκει σε ποια φυλή, τις απόπειρες ποσοτικοποίησης χαρακτηριστικών όπως η νοημοσύνη, η γενναιότητα, το ήθος κλπ. Όμως ζούμε στην περίοδο που ζούμε. Η φυλή, το «αίμα και η τιμή» διεκδικούν να καθορίσουν τις ζωές μας και οι φορείς αυτών των αντιλήψεων έχουν ήδη εξοπλιστεί με τα μαχαίρια που τους πρόσφεραν γενναιόδωρα τα αφεντικά μας. Η πάλη ενάντια στο ρατσισμό και το ναζισμό δεν μπορεί παρά να διεξαχθεί σε όλα τα επίπεδα. Κυρίως όμως, δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο με την ορμή της υπέρβασης της κοινωνίας των καπιταλιστών, μαζί και των ιδεών της και της επιστήμης της.

Ο μεγάλος Κάρολος Δαρβίνος τα λέει καλύτερα από μένα: «αν η ένδεια των φτωχών μας δεν έχει ως αιτία τους νόμους της φύσης αλλά τους θεσμούς μας, μεγάλο το αμάρτημά μας»…

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: