Τζουμέρκα, 1947

Τελείωνε ο χειμώνας του ’47. Αποσπάσματα του στρατού και της χωροφυλακής, με τη γαλανόλευκη και το στέμμα στο καπέλο, κυνηγούσαν στα Τζουμέρκα έναν επικίνδυνο και ματοβαμμένο ληστή. Ο ληστής αυτός ήταν ο μπάρμπας μου, ο Μήτσος ο Παπαδημητρίου από το Βουργαρέλι της Άρτας. Στέλεχος του απελευθερωτή ΕΛΑΣ, τον συνεπήρε κάποτε η φλόγα του «Δίκιου» (έτσι απλά το έλεγαν τότε, και έτσι είναι) και, παρατώντας μια καριέρα στη χωροφυλακή (ήταν ενωμοτάρχης όταν τα παράτησε), τάχθηκε κάτω από την κόκκινη σημαία στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας. Αυτό ήταν και το έγκλημά του, και δεν άργησαν να βρεθούν εκείνα τα ανθρωπάκια που υπέγραψαν ένα σκατόχαρτο που βεβαίωνε την εγκληματική δράση του Μήτσου. Αυτοί που είτε σιώπησαν,  είτε εκμεταλλεύτηκαν την Κατοχή για να πλουτίσουν, είτε συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους Ναζί, αυτοί ήταν που τόλμησαν να βάλουν το όνομά τους στα χαρτιά της κατηγορίας. (Κάνω παρένθεση για να σου πω ότι είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι κάποιοι απ’αυτούς πέθαναν μετανιωμένοι. Κάνω παρένθεση για να σου πω ότι ποσώς με ενδιαφέρει)

Νύχτα και μέρα τον κυνηγούσαν τα αποσπάσματα μα δεν τον έβρισκαν γιατί όλες οι πόρτες των έντιμων ανθρώπων ήταν ανοιχτές γι’αυτόν. Και οι χαφιέδες δεν άργησαν να βρουν τη λύση, και πιάνουν συγγενείς και φίλους από τα γύρω χωριά και τους κατεβάζουν να τους φυλακίσουν στην Άρτα για να μην μπορούν να βοηθήσουν το συμμορίτη. Εκεί θα περίμεναν, σε μια άθλια μάντρα στολισμένη με κομμένα κεφάλια Κομμουνιστών, τα μαντάτα της σύλληψης και της εκτέλεσης.

Πρώτες μέρες του Απρίλη του ’47, και οι χωροφύλακες κατεβάζουν από το Βουργαρέλι στην Άρτα τη γιαγιά μου (ΕΑΜίτισσα κι εκείνη, όπως και όλα της τα αδέρφια) και το μικρό παιδί της (το παιδί που κάποτε μεγάλωσε κι έγινε έντιμος άνθρωπος και Κομμουνιστής σαν το μπάρμπα του, κι έκανε και μένα και τον αδερφό μου Κομμουνιστές). Έφιπποι οι χωροφύλακες, πεζή η μάνα με το παιδί. Ώσπου, ένας νεαρός χωροφύλακας καλεί το παιδάκι να ανέβει να καβαλήσει μαζί του: «Έλα δω μικρέ, να ξεκουραστείς και να φας και λίγο ψωμί απ’το δικό μου». Πέρναγε η ώρα και το βλέμμα του αξιωματικού πίεζε το νεαρό χωροφύλακα να ξαναφήσει κάτω το παιδί. Στο κάτω-κάτω, τι άλλο ήταν κι’αυτό παρά ένα μικρό κουμούνι? Υπακούει ο χωροφύλακας, μα πριν κατεβάσει τον πατέρα μου του λέει: «Άκου να δεις μικρέ, τώρα που θα σε δώσω ξανά στη μάνα σου, πες της να μη στενοχωριέται. Πες της ότι χθες πέθανε ο Βασιλιάς, να χαρεί!».

Λίγες μέρες μετά, ο μπάρμπας μου εκτελέστηκε σε ένα χωριό έξω από τα Γιάννενα. Στο χωριό ανακοινώθηκε ότι το Έθνος έχει έναν εχθρό λιγότερο κι ότι αυτό το τέλος θα έχουν και οι υπόλοιποι. Και το είχαν.

(εδώ από κάτω, κανονικά θα υπήρχε ένας επίλογος που θα σε καλούσε να αγωνιστείς για το λαμπερό μέλλον της Ανθρωπότητας. Όμως μου σώθηκαν οι επίλογοι φίλε. Ό,τι κατάλαβες, κατάλαβες)

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: