Επιβράβευση και Τιμωρία: Όταν το Σχολείο αποτυγχάνει να κινητοποιήσει.

Προχθές πήρα ένα μήνυμα από κάποιον φίλο. Ήταν κάποιο link που -από το όνομα και μόνο- φαινόταν ενδιαφέρον. Το άνοιξα και κόλλησα έναν ιό. Το μήνυμα στάλθηκε αυτόματα σε διάφορους φίλους μου και κάποιοι απ’αυτούς που το άνοιξαν ήδη με καταριούνται. Τώρα που το σκέφτομαι, η δομή του μηνύματος ήταν τέτοια, που θεωρώ τον εαυτό μου πολύ χαζό που δεν κατάλαβα με την πρώτη ότι επρόκειτο για ιό. Έπρεπε να είμαι πιο προσεκτικός και σε εγρήγορση. Δεν ήμουν, αλλά μιας και την πάτησα είμαι σίγουρος ότι την επόμενη φορά θα είμαι.

wfΟ μεγάλος Jack London, αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του «Ασπροδόντη» στη νεαρή ηλικία του ταλαίπωρου και  αγαπημένου ζώου. Εκεί παρουσιάζει τον τρόπο που ο Ασπροδόντης μαθαίνει τον κόσμο, με την παλιά-καλή μέθοδο της Δοκιμής και του Λάθους. Αν παραβλέψεις το γεγονός ότι προβάλλει στον Ασπροδόντη την ανθρώπινη συλλογιστική, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο κομμάτι θα έπρεπε να διδάσκεται σε κάθε σοβαρή παιδαγωγική σχολή (με την ευκαιρία, σου προτείνω να ξαναδιαβάσεις το βιβλίο αυτό. Τώρα που μεγάλωσες θα δεις πως θα σου αρέσει ακόμη περισσότερο).

Δοκιμή και Λάθος λοιπόν. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνουμε, και είναι ο ίδιος ανεξάρτητα αν πρόκειται περί φυσικής Δοκιμής ή περί νοητικής. Εννοώ ότι σαφώς στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, το μεγαλύτερο μέρος των Δοκιμών, έχουν φυσικό χαρακτήρα: Δοκιμάζουμε την ισορροπία μας και μαθαίνουμε να περπατάμε, τους διάφορους τρόπους  που ο ήχος περνάει από τη στοματική μας κοιλότητα, τα καλέσματα προς άλλα πρόσωπα, το πιάσιμο μιας μπάλας, ακόμη και το άγγιγμα μιας καυτής εστίας στην κουζίνα! Μεγαλώνοντας έχουμε μάθει να γενικεύουμε, να κάνουμε αφηρημένες σκέψεις και αναπόφευκτα να κάνουμε και νοητικά πειράματα: Η εστία της κουζίνας με έκαψε, άρα υποθέτω ότι και η αναμμένη σόμπα θα κάνει το ίδιο. Όσο ωριμάζουμε είμαστε σε θέση να χρησιμοποιήσουμε τις εμπειρίες που έχουμε συσσωρεύσει, για να κάνουμε υποθέσεις για όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων μας, ακόμη και για κάτι τόσο περίπλοκο όσο οι διαπροσωπικές σχέσεις. Οι υποθέσεις μας είναι τόσο πιο πετυχημένες, όσο τα συμπεράσματα που αντλήσαμε από τις εμπειρίες μας είναι σωστά. Ή αλλιώς, όταν για κάθε εμπειρία μας έχουμε θεμελιώσει μια σωστή σύνδεση αιτίου-αποτελέσματος. Ο άνθρωπος που δεν έχει μάθει να συνδέει τα αποτελέσματα με τα σωστά αίτια είναι καταδικασμένος να πιστεύει ότι «έχει την υγεία του επειδή τον φυλάει ο άγιος…», ότι «είναι άνεργος επειδή του παίρνουν τη δουλειά οι ξένοι», ότι «δεν αντιδρούμε επειδή μας ψεκάζουν». Είμαι ακλόνητα πεισμένος ότι αυτή η μέθοδος Δοκιμής/Λάθους, ο Σωματικός/Βιωματικός τρόπος μάθησης θα πρέπει να αποτελεί τη βάση μιας προοδευτικής παιδαγωγικής.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα όμως βασίζεται στο δίπολο Επιβράβευση/Τιμωρία. Προδίδοντας από τώρα την αρνητική μου στάση απέναντι στη μέθοδο αυτή, λέω ότι μου θυμίζει περισσότερο την εκπαίδευση των σκύλων. Το σύστημα αυτό όμως είναι απαραίτητο για την εκπαίδευση των ζώων ακριβώς γιατί τα εκπαιδεύουμε για το πώς να συμπεριφέρονται σε ένα πλαίσιο που δεν είναι το φυσικό τους. Το να μάθει ο σκύλος να φέρνει τα παπούτσια του αφεντικού του δεν ανήκει στο φυσικό πλαίσιο της ζωής του.

Μήπως λοιπόν συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και με τα παιδιά μας? Η απάντηση δυστυχώς είναι «ναι». Ο λόγος που στο σχολείο ακολουθείται η τακτική «μαστίγιο και καρότο» είναι ότι τα παιδιά εκπαιδεύονται ώστε να θεωρήσουν ένα αφύσικο, ασύμβατο με καθετί ανθρώπινο, πλαίσιο ως δεδομένο και φυσιολογικό.

Κάθε πράξη ενός ανθρώπου έχει τις φυσικές της συνέπειες. Οι φυσικές αυτές συνέπειες είναι οι πρώτοι και καλύτεροί μας δάσκαλοι. Μαθαίνουμε με το σώμα μας. Το να ζορίσω το μηχανισμό ενός παιχνιδιού μου,  μου μαθαίνει την έννοια του ορίου θραύσης ακόμη κι αν δεν γνωρίζω τον όρο. Η έννοια του κέντρου βάρους και της σχέσης του με την ισορροπία γεννιέται στο μυαλό μου από τις απανωτές πτώσεις στις εντυπωσιακές φιγούρες που επιχειρώ, πριν ο δάσκαλος μου μιλήσει γι’αυτήν. Το να πικράνω με τα λόγια μου ένα φίλο τον οδηγεί να μη μου μιλάει πια, κι’αυτό είναι ένα μάθημα που δεν θα το έπαιρνα με τον ίδιο τρόπο αν κάποιος απλά με κατηχούσε στα μυστήρια των κοινωνικών σχέσεων. Προφανώς, όσο μεγαλώνουμε είμαστε σε θέση να κάνουμε αφηρημένες σκέψεις και να δημιουργούμε αναπαραστάσεις των φυσικών συνεπειών των πράξεών μας, με βάση τις αναφορές και τα πρότυπα που οικοδομήσαμε μέσω του σωματικού τρόπου μάθησης. Η επιτυχία ενός εκπαιδευτικού συστήματος έγκειται στο να χτίσει πάνω στα πρότυπα αυτά. Ένα αποτυχημένο εκπαιδευτικό σύστημα, όπως αυτό του Σχολείου του καπιταλισμού, επιχειρεί να τα αντικαταστήσει, να τα ακρωτηριάσει ή να τα στρεβλώσει.

Για να γίνει κάτι τέτοιο, το μικρό παιδί πρέπει να δεχθεί πολύ ισχυρή πίεση, που να εξουδετερώνει τις φυσικές του ορμές. Αυτή η πίεση προέρχεται ικανοποιητικά από το σύστημα Επιβράβευσης/Τιμωρίας.

cr2

Το σύστημα Επιβράβευσης/Τιμωρίας είναι δομημένο έτσι ώστε να απομακρύνει το παιδί από οποιαδήποτε συναίσθηση των φυσικών συνεπειών των πράξεών του και να βάλει στη θέση της ένα αυθαίρετο τεχνητό πλαίσιο κανόνων συμπεριφοράς και μάθησης, όπως θα πούμε πολλές φορές και παρακάτω. Μάλιστα, το πρώτο μάθημα του συστήματος Επιβράβευσης/Τιμωρίας είναι ακριβώς η αποδοχή της δικαιοδοσίας του «από πάνω» να ορίζει την επιβράβευση ή την τιμωρία. Ας τα δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τα πράγματα.

Δεν υπάρχει κανείς που να σχετίζεται με την εκπαίδευση που να μην καταδικάζει τη λεγόμενη «βαθμοθηρία» σαν μια συμπεριφορά που θολώνει τα κίνητρα του μαθητή και εμποδίζει τελικά τη μάθηση. Αυτό φυσικά ακούγεται ωραίο, όμως τα κίνητρα του μαθητή δεν θολώνουν από τη βαθμοθηρία, αλλά από την ίδια την ύπαρξη των βαθμών. Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι, παρά τις αρνητικές συνέπειες του συστήματος της βαθμολόγησης, αυτό παραμένει το μοναδικό συνολικό σύστημα αξιολόγησης άρα και βελτίωσης του μαθητή (το «άρα» εδώ μπαίνει εντελώς αυθαίρετα κατά τη γνώμη μου). Αν όμως οι βαθμοί είναι ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιολόγησης τότε γιατί συζητάμε με τα παιδιά για την πρόοδό τους? Γιατί ζητάμε από τους κηδεμόνες τους να έρθουν στο σχολείο για να τους ενημερώσουμε? Φαντάζομαι ότι εάν ένας κηδεμόνας, που θα επισκεφθεί το σχολείο για να ενημερωθεί για τις επιδόσεις του παιδιού του, εισπράξει την ξερή απάντηση «17», θα φύγει απορημένος και ανικανοποίητος. Με κάθε κηδεμόνα συνηθίζουμε να συζητάμε, για αρκετή ώρα μάλιστα, για τις προόδους και τις αδυναμίες του παιδιού του, προσπαθούμε να δώσουμε όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένη εικόνα και να βρούμε λύσεις. Όλη αυτή τη σημαντική συζήτηση, κι ακόμη περισσότερα, που μπορούμε να πούμε ή να σκεφτούμε για το παιδί, καλούμαστε στο τέλος του τριμήνου/τετραμήνου να την αντικαταστήσουμε/ αναπαραστήσουμε/ κωδικοποιήσουμε με έναν ξερό βαθμό από το 1 ως το 20. Είναι απόλυτα βέβαιο ότι πίσω από τον ίδιο βαθμό δεν θα καταφέρουμε να βρούμε ούτε δύο ίδιες περιπτώσεις παιδιών σ’ολόκληρη τη χώρα. Τόσο καλά για το «μοναδικό συνολικό σύστημα αξιολόγησης»! Εάν λοιπόν οι βαθμοί δεν μπορούν να σταθούν δίχως συμπληρωματικές εξηγήσεις/περιγραφές, εάν από τη στιγμή που οι περιγραφές αυτές δοθούν, οι βαθμοί χάνουν την ισχύ τους, εάν δεν μπορούν να περιγράψουν επαρκώς εκείνον στον οποίο αποδίδονται, τότε γιατί αποτελούν καθολικά αποδεκτή πρακτική και ποια είναι η αξία τους?

Ο κυριότερος λόγος γι’αυτό είναι ότι εμπεδώνουν τη δικαιοδοσία του «από πάνω» να αξιολογεί, «σταμπάροντας» τον «από κάτω». Ο δάσκαλος έχει χίλιους δυο τρόπους να δείχνει στο μαθητή τις αδυναμίες του ώστε να τις διορθώσει, και τις κατακτήσεις του ώστε να τις ατσαλώσει, χωρίς να χρειάζεται τους βαθμούς. Αν το καλοσκεφτείς, σε ένα σωρό άλλες δραστηριότητες που πραγματικά μαθαίνεις κάτι (από οδήγηση μέχρι υπολογιστές και από μουσική μέχρι μαγειρική) οι βαθμοί δεν εμπλέκονται πουθενά παρά μόνο σε μια ενδεχόμενη ανάγκη «πιστοποίησης». Ακόμη και στην περίπτωση αυτή όμως, η στενή συνεργασία δασκάλου-μαθητή έχει εφοδιάσει το μαθητή με ικανοποιητική επίγνωση των δυνατοτήτων του. Με την εξαίρεση κάποιας πραγματικά άτυχης στιγμής, δεν υπάρχουν υπό κατάταξη μαθητές ωδείου που να μην γνωρίζουν από τα πριν πώς θα τα πάνε στις εξετάσεις ή –ακόμη καλύτερα- να μην γνωρίζουν τα όρια, τις δυνατότητες και τις ανεπάρκειές τους. Η ίδια η συστηματική προετοιμασία του ρεπερτορίου τους σε συνεργασία με το δάσκαλο, έχει αναδείξει τις προόδους και τα όριά τους. Αν αυτό ισχύει για επί μέρους θεσμούς μαθητείας, θα έπρεπε να ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για το Σχολείο, του οποίου σκοπός είναι μια γενικότερη και ανώτερη καλλιέργεια. Ο βαθμός στην περίπτωση του Σχολείου είναι ένα τεχνητό κίνητρο, άσχετο με τη φυσική τάση του ανθρώπου προς τη μάθηση. Ο ψυχολόγος του μέλλοντος θα γράψει αρκετά για τον τρόπο που το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αφού έχει ασκήσει αφόρητες πιέσεις για να τσακίσει αυτή τη φυσική τάση για μάθηση, «αγωνιά» στη συνέχεια να την αναστήσει με μια αλλοτριωμένη μορφή κινητήριας δύναμης, όπως ακριβώς ο Δρ Φρανκενστάιν προσπαθούσε να δώσει ζωή στο τέρας που έφτιαξε από κομμάτια σκοτωμένων.

Μια επίσης πολύτιμη υπηρεσία των βαθμών προς την Εξουσία είναι η θεμελίωση της μάθησης και της προόδου ως ιδιωτική υπόθεση. Οι βαθμοί είναι ατομικοί, πράγμα που αποθαρρύνει την επίσης φυσική τάση των ανθρώπων για συνεργασία. Τα παιδιά μαθαίνουν τον πιο αφύσικο ανταγωνισμό μέσα από τους βαθμούς. Μαθαίνουν ότι δεν μπορούν να κάνουν ομαδικά μια εργασία γιατί θα υπάρξει αδυναμία στην απόδοση των βαθμών, και επίσης μαθαίνουν να επιδιώκουν μια ομαδική εργασία για να πάρουν υψηλό βαθμό σε βάρος του φιλότιμου συμμαθητή τους που θα τη δουλέψει. Ο ατομικός βαθμός χρωματίζει την παρουσία του μαθητή στο σχολείο και σιγά-σιγά γίνεται η ταυτότητά του. Μια ταυτότητα που μπορεί να μετρηθεί και να συγκριθεί ποσοτικά με τις γύρω ατομικές ταυτότητες.

Οι βαθμοί λοιπόν είναι αφύσικοι, είναι μονόδρομοι (ο αξιολογητής αξιολογεί τον αξιολογούμενο), είναι αυθαίρετοι εξ ορισμού (ακόμη και οι πιο «αντικειμενικοί») και προάγουν τον ατομισμό. Με λίγα λόγια, είναι το καλύτερο μάθημα για έναν άνθρωπο που πρέπει να μάθει να ζει χωρίς αντιρρήσεις σε μια παράλογη κοινωνία.

Το σύστημα ποινών και τιμωρίας είναι ακριβώς αντίστοιχη περίπτωση. Κάθε λάθος μας, κάθε αστοχία, κάθε άδικη πράξη μας έχει τις δικές της φυσικές συνέπειες, από τις οποίες μαθαίνουμε. Το σύστημα ποινών-τιμωρίας στο Σχολείο υπάρχει για να ακυρώνει αυτές τις φυσικές συνέπειες, τους καλύτερους δασκάλους μας, και στη θέση τους τοποθετεί μια αυθαίρετη κλίμακα ποινών (στην πραγματικότητα τίποτε περισσότερο από μια διαβαθμισμένη διάρκεια απομάκρυνσης από το σχολείο). Είναι εντυπωσιακό το πώς μια ευρεία γκάμα λαθών, σκανταλιών και αδικημάτων έρχεται να ταιριάξει με το ζόρι στην εντελώς στείρα κλίμακα αποβολών. Για να λειτουργήσει το σύστημα αυτό πρέπει να είναι καθολικό και άκαμπτο. Ο δάσκαλος που θα επιχειρήσει την επιβολή μιας ποινής περισσότερο προσαρμοσμένης στις φυσικές συνέπειες της σκανταλιάς (που θα τις μεγεθύνει ώστε να καταστούν σαφείς στο παιδί κι έτσι να πάρει πράγματι ένα χρήσιμο μάθημα) είναι –σκοπίμως- νομικά εκτεθειμένος. Για παράδειγμα, ο δάσκαλος που θα δει ένα μαθητή να γεμίζει το προαύλιο με σκουπίδια έχει το δικαίωμα να του «ρίξει» αποβολή, αλλά όχι να τον υποχρεώσει να μαζέψει τα σκουπίδια που πέταξε! Ακόμη πιο θλιβερή είναι η περίπτωση της συνεδρίασης του συλλόγου διδασκόντων ενός σχολείου για την τιμωρία ενός μαθητή. Εκεί, μορφωμένοι και έμπειροι παιδαγωγοί είναι υποχρεωμένοι να προτείνουν τη διάρκεια της αποβολής που «ταιριάζει» κατά τη γνώμη τους στο αδίκημα και τίποτε άλλο, ενδεχομένως παιδαγωγικά αποτελεσματικότερο. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να συμπεριφέρονται «υπεύθυνα» για να μην έχουν τις προβλεπόμενες κυρώσεις και όχι για να αποφύγουν τις φυσικές δυσάρεστες συνέπειες των λαθών τους. Το πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η μέθοδος ανάπτυξης της υπευθυνότητας το βλέπει κανείς από το πώς συμπεριφέρονται τόσοι και τόσοι συνάνθρωποί μας…

rules

Κυκλοφορεί πλατιά ο μύθος ότι το σύστημα ποινών-τιμωρίας μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος διαπαιδαγώγησης αρκεί να εφαρμόζεται χωρίς παρεκκλίσεις απ’όλους. Σύμφωνα με τον ίδιο μύθο είμαστε εμείς, οι πιο «ανεκτικοί» δάσκαλοι, που υπονομεύουμε την ισχύ του συστήματος αυτού επειδή το χαλαρώνουμε. Για να λειτουργήσει δεν πρέπει να αμφισβητείται από κανέναν. Είναι όμως έτσι?

Υπηρέτησα κάποτε σε ένα σχολείο, του οποίου ο διευθυντής ήταν οπαδός αυτής της «σκληρής» γραμμής. Τα αποτελέσματα ήταν «αξιοθαύμαστα» και κρατούσε το σχολείο στη γροθιά του, όπως ο Δ. Παπαγιαννόπουλος τους ψηφοφόρους του Γκόρτσου. Γονείς και συνάδελφοι ήταν απολύτως ικανοποιημένοι από την πειθαρχία των παιδιών, και οι δικές μου αντιαυταρχικές ενστάσεις ακουγόταν για καιρό σαν υστερικές ιδεοληψίες. Κι όμως. Από την επόμενη κιόλας της συνταξιοδότησης του συγκεκριμένου διευθυντή και την διαδοχή του από έναν γλυκύτατο και αξιότατο συνάδελφο, το σχολείο μετατράπηκε σε κόλαση. Κανείς δεν άκουγε κανέναν και η παραβατικότητα –ελαφρά και βαριά- φούντωνε. Τι είχε συμβεί? Το άκαμπτο και αυστηρό τιμωρητικό σύστημα δεν μπορεί να διαπαιδαγωγήσει ελεύθερους ανθρώπους. Μόλις αρθεί η απειλή της τιμωρίας, ο άνθρωπος αγκαλιάζει την «παρανομία» με ακόμη περισσότερο πάθος, ακριβώς όπως ο απαίδευτος οδηγός γκαζώνει μόλις περάσει από το «καρτέρι» ελέγχου ταχύτητας της Τροχαίας. Οι φυσικές συνέπειες των πράξεών μας είναι που μας διαπαιδαγωγούν και αν ένα εκπαιδευτικό σύστημα θέλει να είναι ουσιαστικό τότε πρέπει να βασιστεί στην εμβάθυνση και τον αναστοχασμό πάνω στις εμπειρίες αυτές. Η τιμωρία δεν διαπαιδαγωγεί, παρά μόνο αφήνει πίσω της στρατιές απαίδευτων ανθρώπων που με την πρώτη ευκαιρία και τη μεγαλύτερη ευκολία θα στραφούν ο ένας ενάντια στον άλλο, ακυρώνοντας όλα όσα συνιστούν την ανθρώπινη ιδιότητα. Το παιδί που θα πέσει από την καρέκλα, θα είναι πολύ προσεκτικό πριν ανέβει στο τραπέζι, ενώ αν ποντάραμε στην τιμωρία του απλά θα περιμένει να φύγουμε για να το κάνει.

Υπάρχουν αρκετοί συνάδελφοι (μειοψηφία ωστόσο) που συμφωνούν πάνω-κάτω με τις παραπάνω διαπιστώσεις. Όμως προβάλλουν έναν μεσοβέζικο διακανονισμό: «Ακόμη κι αν το σύστημα Επιβράβευσης/Τιμωρίας είναι ένα τεχνητό σύστημα κινητοποίησης των παιδιών, δεν θα μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε ώστε τουλάχιστον η πλειοψηφία των παιδιών να μάθει μερικά χρήσιμα πράγματα από το Σχολείο? Στο κάτω-κάτω, τα παιδιά μεγάλωσαν μ’αυτές τις νοοτροπίες και όταν βγουν στον ‘πραγματικό κόσμο’ μ’αυτές πάλι τις νοοτροπίες θα πρέπει να κινηθούν».

Αφήνω προς το παρόν τη βασική μου ένσταση πάνω στην τοποθέτηση αυτή, ότι δηλαδή το Σχολείο δεν πρέπει να μαθαίνει τους ανθρώπους να επιπλέουν στο βούρκο των παλιών εξουσιαστικών νοοτροπιών, αλλά να τους κινητοποιεί ώστε να τις αλλάξουν. Ας δεχτούμε την τοποθέτηση των συναδέλφων σαν κάποια βάση συζήτησης κι ας αναρωτηθούμε: Τι στο καλό μπορούμε να μάθουμε τους νέους ανθρώπους κινητοποιώντας τους μέσα από το σύστημα Επιβράβευσης/Τιμωρίας?

Απ’όσα έγραψα παραπάνω γίνεται προφανές πως δεν πιστεύω ότι η τιμωρία διαπαιδαγωγεί ελεύθερους ανθρώπους. Ίσα-ίσα, συσσωρεύει στο μυαλό του νέου ανθρώπου χαρακτηριστικά που μόνο τον καθηλώνουν κοινωνικά και συναισθηματικά. Η ισχύς της τιμωρίας βασίζεται στην ισχύ εκείνου που την επιβάλλει. Η συστηματική αποδοχή της τιμωρίας από το παιδί, του ενισχύει την άκριτη αναγνώριση της ισχύος εκείνου που βρίσκεται από πάνω του. Η συστηματική απαξίωσή της από κάποιο παιδί το οδηγεί στο περιθώριο, καθώς αντιδρά εντικτώδικα σε οποιαδήποτε οδηγία, ακόμη και κάποια που θα ήταν πιθανώς χρήσιμη σε κείνο και τους συμμαθητές του. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ενδιάμεσος δρόμος σπάνια υπάρχει, καθώς η συγκρότηση και οι αντιστάσεις του παιδιού δεν έχουν σκληρύνει ακόμη κατά την μαθητική του περίοδο, όταν δέχεται την επίθεση του τιμωρητικού πλαισίου. Το πιο χρήσιμο μάθημα του τιμωρητικού πλαισίου και ταυτόχρονα η μεγάλη του επιτυχία είναι όταν διαμορφώνει ανθρώπους που, ενώ δεν αμφισβητούν το πλαίσιο που τους θέτει η εξουσία, μαθαίνουν να το ξεγελούν και να το παρακάμπτουν για να κάνουν τη δουλειά τους. Το παιδί που μόλις χτύπησε το συμμαθητή του εμφανίζεται με το πιο αθώο χαμόγελο μπροστά στο δάσκαλο, ώστε κάθε υποψία αίρεται. Ο εκπρόσωπος του πενταμελούς συζητά όλο ευγένεια με τους καθηγητές για το αίτημα της εκδρομής και φεύγοντας από το γραφείο χειρονομεί μπροστά στην κλειστή πια πόρτα, ικανοποιημένος για το ότι τους τούμπαρε. Τα χαμηλωμένα μάτια, το «μάλιστα Κύριε, έχετε δίκιο», στην ανάγκη ακόμη και το «συγγνώμη Κύριε, αλλά ο Χ και ο Ψ κάνουν φασαρία και δεν με αφήνουν να προσέξω», όλα αυτά μπορούν να είναι χρήσιμες τεχνικές που η άσκησή τους αφήνει γενναία σημάδια στην προσωπικότητα του παιδιού. Η Τιμωρία δεν διαμορφώνει υπεύθυνους ανθρώπους, αλλά προσεκτικούς! (θυμάμαι τώρα το ανέκδοτο, όπου λέει ο ένας κρατούμενος στον άλλο: «σε ρίξανε μέσα γιατί λήστεψες την τράπεζα, έτσι?», κι εκείνος του απαντά: «όχι! Με ρίξανε μέσα γιατί με έπιασαν!!!»). Ένα παιδί που αντιδρά στις ποινές, επειδή δεν έχει συγκροτήσει ακόμη την ικανότητά του να κάνει κριτικές γενικεύσεις, είναι εύκολο να αναπτύξει προσωπική απέχθεια απέναντι σε κείνους που υπηρετούν το τιμωρητικό πλαίσιο και επιβάλλουν τις τιμωρίες. Η προσωπική διάσταση που αναγκαστικά παίρνει η σχέση αυτή, αποκρύπτει την πραγματική φύση της Εξουσίας. Το παιδί μαθαίνει να αποζητά την εξουσία είτε για να μεταχειριστεί τους άλλους προς όφελός του (υιοθετώντας τις πρακτικές του δασκάλου-εξουσιαστή) είτε ακόμη και για να βελτιώσει τα πράγματα (ευελπιστώντας να γίνει καλύτερος καθοδηγητής από τον δάσκαλο-εξουσιαστή). Σε κάθε περίπτωση, η απόρριψη της ίδιας της ανάγκης για Εξουσία, όλο και απομακρύνεται απ’το μενού.

Τα ίδια πάνω-κάτω φαινόμενα μπορούμε να παρατηρήσουμε και σε σχέση με τη γνώση. Υπάρχει η άποψη ότι, επειδή ένα παιδί δεν έχει ακόμη την ωριμότητα να καταλάβει τι του είναι χρήσιμο να μάθει και τι όχι, ένα ποσοστό καταπίεσης ή αντίθετα τεχνητής κινητοποίησης μέσω της επιβράβευσης, είναι απαραίτητο. Κι εδώ έχω αντίθετη άποψη: ο άνθρωπος που δεν κινητοποιείται από την ίδια τη διάθεσή του για μάθηση, δεν θα κινητοποιηθεί ουσιαστικά με κανέναν άλλο τρόπο. Η αυταπάτη της κινητοποίησης μέσω των βαθμών πολλές φορές αναδύεται σαν εκλογίκευση της αδυναμίας (ή ακριβέστερα της απροθυμίας) του καπιταλιστικού Σχολείου να γνωρίσει σε βάθος το κάθε παιδί ξεχωριστά, να νιώσει τις ιδιαιτερότητες και τους πόθους του, να επικοινωνήσει με τα άγχη του, όλα αυτά τα οποία συνήθως προσπαθούν να πράξουν φιλότιμα (αλλά χειροτεχνικά) οι έντιμοι συνάδελφοι χωρίς καμία βοήθεια και στήριξη. Η βαθμολογία αντικαθιστά βίαια τον αναστοχασμό με την αξιολόγηση και πετυχαίνει σημαντικά χτυπήματα στο χαρακτήρα του παιδιού. Παρά το γεγονός ότι η λεγόμενη βαθμοθηρία θεωρείται από πολλούς ως μια κακή πλευρά της λογικής των βαθμών, στην πραγματικότητα είναι το νόμιμο παιδί της. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η βαθμοθηρία είναι η ιδεολογία του βαθμολογικού αξιολογητικού συστήματος. Η «ποσότητα μάθησης» (προφανώς ακούγεται γελοίο!) εκφράζεται από το βαθμό, και τελικά ο βαθμός αποκόπτεται απ’αυτήν και αποκτά τη δική του αυτόνομη σημασία. Το Σχολείο επιβραβεύει τους καλούς βαθμούς (και υπάρχει λόγος που το καπιταλιστικό Σχολείο επιβραβεύει μόνο την αριστεία και όχι (και) την προσπάθεια) και από τη στιγμή που τίθεται αυτός ο στόχος, το παιδί που θα τον αποδεχθεί είναι εύκολο να αποπροσανατολιστεί.  Από τη στιγμή που αυτή η μετατόπιση θα ολοκληρωθεί στο μυαλό του παιδιού, από τη στιγμή δηλαδή που για κείνο θα είναι οι βαθμοί και όχι η μάθηση ο στόχος, τότε όλες οι τεχνικές αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμες. Το παιδί μαθαίνει να μειώνει τους συμμαθητές του και να μην συνεργάζεται, να αντιγράφει, να ξεγελά το δάσκαλο. Ακόμη περισσότερο, το παιδί μαθαίνει την τεχνική του να κρατά το δάσκαλο ικανοποιημένο!

Κλείνοντας τις σκέψεις μου αυτές, και με βάση το τελευταίο σχόλιο, θέλω να θίξω ένα λεπτό θέμα και ελπίζω να γίνω κατανοητός. Μετά από κάποια χρόνια που υπηρετώ το Δημόσιο Σχολείο, έχω παρατηρήσει μια επικίνδυνη διαστροφή σε ορισμένα από τα παιδιά μου, που με ανησυχεί βαθύτατα. Το δικό μου μάθημα βασίζεται στην ελεύθερη διατύπωση των απόψεων, στην ανεμπόδιστη και χωρίς βαθμολογικές επιπτώσεις έκφραση των αντιρρήσεων και αποριών των παιδιών μου. Παρά το γεγονός αυτό, κάθε φορά που ρωτάω κάτι, βλέπω στα μάτια ορισμένων από τα παιδιά που απαντούν, την αγωνία για το αν απαντούν σωστά. Ακόμη χειρότερα, κάποιες φορές εφαρμόζουν ένα είδος «διαφορικής» απάντησης, μιας απάντησης δηλαδή που εξαρτάται από τις δικές μου αντιδράσεις. Ανάλογα με τις εκφράσεις του προσώπου μου, μπορούν να αλλάξουν τη θέση τους στα μισά της απάντησης. Κάποτε έκανα αυτό το «πείραμα» (μου βγήκε αυθόρμητα στην πραγματικότητα) και στη συνέχεια το συζήτησα με τα παιδιά μου με την πρώτη ευκαιρία. Μιας και είχαμε μιλήσει για τις γεωγραφικές συντεταγμένες, σήκωσα ένα παιδί στο χάρτη για να μου δείξει πώς βρίσκουμε το γεωγραφικό μήκος. Σηκώθηκε με αυτοπεποίθηση και ξεκίνησε να σέρνει το δάχτυλό του από αριστερά προς τα δεξιά. Καθώς το έκανε, όλο και πιο αργά, με την άκρη του ματιού του τσέκαρε τις αντιδράσεις μου. Ανταποκρίθηκα υποκρινόμενος ένα ελαφρά αποδοκιμαστικό ύφος κι αμέσως το χέρι του άρχισε να κινείται από  πάνω προς τα κάτω! Η πλήρης συντριβή για μένα! Ένα παιδί που σηκώθηκε γνωρίζοντας τι πρέπει να κάνει, κατέληξε στη λάθος απάντηση μόνο και μόνο για να με ευχαριστήσει!!! (Περιττό να πω ότι από τότε, προσέχω πάρα πολύ τις αντιδράσεις μου στις απαντήσεις των παιδιών…)

cr

Αν τα παραδοσιακά μέσα του καπιταλιστικού Σχολείου για την κινητοποίηση των παιδιών δεν είναι αυτά που θα θέλαμε, τι θα μπορούσε να αλλάξει? Για αρχή, θα μπορούσαμε να αποδεχθούμε το γεγονός ότι τα παιδιά μπορούν να αντλήσουν ικανοποίηση από τη μάθηση χωρίς να καταπιέζονται ή να αισθάνονται ότι κάνουν αγγαρεία. Ας σκοτώσουμε αυτόν τον βολικό μύθο, που φορτώνει την ευθύνη της έλλειψης ενδιαφέροντος των παιδιών αποκλειστικά στις πλάτες τους. Για να αλλάξει αυτό, πρέπει να δοθεί στον εκπαιδευτικό χώρος για να κάνει τη δουλειά του. Να καταργηθεί το εξεταστικό κάτεργο, να απαλλαγούν οι δάσκαλοι από το άγχος της «ύλης», να μπορούν να κάνουν τον προγραμματισμό τους με βάση τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και φυσικά να γνωρίζουν ότι και την επόμενη χρονιά θα είναι στο ίδιο σχολείο για να συνεχίσουν τη δουλειά. Να μειωθούν οι μαθητές ανά τμήμα ώστε να μπορεί ο δάσκαλος να καθοδηγήσει τον κάθε μαθητή ξεχωριστά ανάλογα με τους δικούς του ρυθμούς, καθώς και για να διευκολυνθεί η συνεργασία στο τμήμα. Το εκπαιδευτικό σύστημα να πάψει να περιστρέφεται γύρω από τα Μαθηματικά και τα Αρχαία και να ανοίξει σε όλους τους τομείς της σύγχρονης ζωής, παρέχοντας σφαιρική και κριτική εκπαίδευση στα παιδιά, καθώς και τη δυνατότητα να ασχοληθούν πρακτικά και να εμβαθύνουν πάνω στα ενδιαφέροντά τους. Να στηθούν εργαστήρια, όπου κάθε παιδί θα μπορεί να δουλεύει το project που το ίδιο έχει επιλέξει σε συνεργασία με το δάσκαλο ως ισότιμο συνεργάτη. Να γεμίσει το γκρίζο Σχολείο, χρώμα και πολιτισμό…
Το Σχολείο όμως δεν είναι ξεκομμένο από την κοινωνία. Για την ακρίβεια είναι σε πλήρη συμβατότητα μ’αυτή. Για να γίνουν όλα αυτά που περιγράφω πιο πάνω, χρειάζεται η ίδια η κοινωνία να θέσει την Παιδεία στην πρώτη θέση των ιεραρχήσεών της με εργαλείο το αποκλειστικά Δημόσιο Σχολείο. Μ’αυτή την έννοια, το Σχολείο που περιγράφω δεν θα μπορέσει να σταθεί στο παρόν κοινωνικό σύστημα, αλλά θα είναι κατάκτηση (από τις πρώτες) της Σοσιαλιστικής κοινωνίας που θα χτίσουμε όταν με το καλό ξυπνήσουμε.

hc

Μέχρι τότε, η υπόθεση αυτή θα πέφτει στις πλάτες των ίδιων των εκπαιδευτικών. Όπως γράφω και παραπάνω, πολλοί συνάδελφοι, είτε συμμερίζονται απόλυτα αυτά που γράφω εδώ είτε συμφωνούν σε ένα βαθμό, είτε βλέπουν τα φαινόμενα αυτά σαν στρεβλώσεις του συστήματος και όχι επιδιώξεις του, παλεύουν καθημερινά δίνοντας την ψυχή τους. Ο άνθρωπος που θα γνωρίσει το εκπαιδευτικό σύστημα από μέσα (όχι ο αξιολογητής, όχι αυτός που θα έρθει να καταργήσει, να απαξιώσει και να απολύσει), θα καταλάβει ότι όλη η δουλειά γίνεται με το φιλότιμο και το μεράκι μιας σημαντικής μερίδας εκπαιδευτικών. Αυτοί είναι που υποφέρουν μαζί με τα παιδιά, που αφουγκράζονται τους καημούς και τα όνειρά τους, που προσπαθούν με κάθε τρόπο να δείξουν τη γνώση σαν ένα στόχο προς κατάκτηση κι όχι σαν θέμα εξέτασης, σαν ένα μέσο για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αυτοί οι εκπαιδευτικοί είναι που με νύχια και με δόντια πέφτουν καθημερινά πάνω στον τοίχο της συντριπτικής κυριαρχίας της εξουσιαστικής και ατομικιστικής νοοτροπίας του άθλιου καπιταλιστικού συστήματος. Αυτοί είναι, σε τελική ανάλυση, οι πράκτορες του μέλλοντος, αυτοί που πάνω απ’όλα θέλουν τα παιδιά ευτυχισμένα, ανήσυχα και περίεργα.

Θα τα καταφέρουμε? Δεν ξέρω. Κάθε φορά όμως που βλέπω το συνάδελφο και τα παιδιά να βγαίνουν από την τάξη με χαμόγελο, είμαι σίγουρος ότι είμαστε ένα βήμα πιο κοντά.

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: