Της Πέμπτης, της αποκαλούμενης «Μεγάλης», 1982…

Στην εκκλησία, αναγκαστικά. Ανάμεσα από γριές. Χαζεύω τις εικόνες. Θάνατος παντού. Θάνατος. Ώρες ατελείωτες να αναρωτιέμαι γιατί κάτω από το σταυρωμένο Γιοσούα να απεικονίζονται τα κόκκαλα των πεθαμένων, γιατί όλοι οι άγιοι είναι τόσο λυπημένοι αφού ο Χριστός τον έσωσε τελικά τον κόσμο. Μέσα σ’όλα, συνειδητοποίησα ότι στις αγιογραφίες χρησιμοποιούν πολύ πράσινο για τους τόνους του δέρματος, κοίτα που τελικά οι σκιές δεν είναι στ’αλήθεια μαύρες. Ούτε καν οι σκιές. Μόνο ο θάνατος είναι μαύρος, και τα ρούχα που φοράνε οι γριές. Πρέπει να τα φοράνε διακόσια χρόνια τουλάχιστον. Και τα δικά μου ρούχα είναι καινούργια και με πνίγουν έτσι ατσαλάκωτα. Η μυρωδιά των κεριών καλύπτει τη μυρωδιά των γριών, αλλά τα φώτα τους κάνουν τους αγίους να μοιάζουν ακόμη πιο λυπημένοι. Γιατί είναι λυπημένοι όμως? Δεν έσωσε ο Χριστός τον κόσμο τελικά? Η μύτη είναι μια μακριά καμπύλη γραμμή, και άλλες δυο από δω κι από κει, αυτό είναι εύκολο να το θυμάμαι. Τα μαλλιά έχουν μπούκλες, κι αυτό το θυμάμαι. Και τα μάτια. Τα χέρια τους γιατί είναι έτσι? Σαν σπασμένα είναι ή σα να’χουν κάποια αρρώστια. Όλα τα χέρια είναι σαν εκείνου του παράλυτου, πριν όμως τον κάνει καλά ο Γιοσούα.  Σ’ένα χώρο πιο πίσω έχουν μαζέψει ήδη τα λουλούδια. Τα δικά μας είναι μόνο μωβ και άσπρα. Στον Παντοκράτορα πάλι κόκκινα πήραν. Αυτή τη φορά θα φτιάξουν και το Γκεβάρα πάνω στον Επιτάφιο ό,τι κι αν πει ο παπάς και δεν θα το ξηλώσουν όπως πέρυσι με το σφυροδρέπανο. Εμείς έχουμε μόνο άσπρα και μωβ. Κι ο επίτροπος είναι βρωμιάρης, ακόμη σιχαίνομαι που μου χάιδεψε το κεφάλι. Είναι βρωμιάρης και μωβ. Ο πατέρας μου έχει πάει στην παλιά του γειτονιά, στον Άγιο Νικόλαο. Μόνο αυτή τη μέρα πάει στην εκκλησία. Για το Χριστό που τον σταυρώσανε λέει, όμως στην πραγματικότητα πάει για τους μπαρμπάδες του που τους εκτέλεσαν κάτι τύποι σαν τον επίτροπο. Μωβ. Είμαι σίγουρος ότι ακούω τον παπά να λέει κάτι για τη θάλασσα, αλλά δεν καταλαβαίνω τι θέλει να πει. Η γριά δίπλα έχει ένα βιβλιαράκι που μπορεί να εξηγεί, διακοσίων χρόνων κι’αυτό. Ο σταυρός φέρνει γύρω-γύρω το ναό και όλοι κατεβάζουν τα κεφάλια και λυπούνται. Λες και δεν τους ξέρω. Πρέπει να θυμηθώ την καμπύλη της μύτης. Τουλάχιστον μέχρι να φτάσω στο ζαχαροπλαστείο του παππού για να την σχεδιάσω σε ένα από τα χαρτιά που τυλίγει τα γλυκά (ο παππούς είναι στην Αθήνα. Άρρωστος. Η μαμά κλαίει). Λες και δεν το ξέρω ότι καθόλου δεν τους νοιάζει. Ε, λοιπόν, οι άγιοι έχουν λυπημένα πρόσωπα για να δείχνουν σ’αυτούς και τον Επίτροπο πώς πρέπει να λυπούνται. Τουλάχιστον μαθαίνω να ζωγραφίζω…

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: