Δεκαοχτώ Μάη, χίλια εννιακόσια ενενήντα

Ο αδελφικός μου φίλος, σύντροφος, και drummer της θρυλικής (για ποιους?) μπάντας μας, SoundHouse, Πάνος Λ. έγραψε στο προφίλ του στο F/B το παρακάτω κείμενο. Είναι όπως τα λέει, και γι’αυτό το αναδημοσιεύω .
Όποιος μεγάλωσε τη δεκαετία του 80 σε μια μικρή γκρίζα επαρχία ξέρει ότι η ζωή στη μικρή γκρίζα επαρχία δεν είχε ούτε πολύ πάθος ούτε πολύ χρώμα. Το καλοκαίρι του 1988 στην εξωτική Άρτα αυτό άλλαξε απότομα και καταλυτικά για τρεις πιτσιρικάδες που ακούγανε τη μουσική των άλλων και προσπαθούσαν να φτιάξουν τη δικιά τους. Το χρώμα ήτανε ένα βαθύ κόκκινο και παρέμεινε ως και σήμερα κόκκινο, με τρεις διαφορετικές αποχρώσεις βέβαια, αλλά πάντα κόκκινο και πάντα ουτοπικό και τίγκα στην ελπίδα και τα όνειρα. Αλλά υπήρξε και πάθος, το πάθος που νιώθεις για πρώτη φορά στη ζωή σου όταν ανοίγεται ένας νέος κόσμος μπροστά σου και μέσα στη βασιλεία του κάμπου και του βλαχομπαρόκ και του σκυλάδικου εσύ σα μια περίεργη στροφή της μοίρας έχεις βρεθεί να μπριζώνεσαι για τη μουσική και τα τραγούδια και τη μυθολογία του rock’n’roll και τα συγκροτήματα που βλέπαμε στο Μουσικόραμα και ακούγαμε σε κασσέτες και βινύλια. Μετά ήρθανε οι συναυλίες, το πρώτο αμήχανο και τρακαρισμένο support με τους Villa21, το live στη Δημοτική Ραδιοφωνία της Άρτας, η συναυλία στην κατάληψη του 3ου Λύκειου, και πρώτη και πάνω απ’όλες η συναυλία στο κάστρο της Άρτας στις 18 του Μάη σα σήμερα 23 χρόνια πριν μαζί με άλλες τοπικές μπάντες ανοίγοντας τη θρυλική εμφάνιση των Last Drive. Ύστερα ήρθαν οι σχολές, οι εξετάσεις, οι πορείες, ο Τεμπονέρας, η ενηλικίωση, οι γυναίκες, τα αριστερά κόμματα, οι ελπίδες και οι απογοητεύσεις και ξανά απ΄την αρχή ο ίδιος κύκλος. Δεν έχω πολλά να ακούω τώρα από την εποχή της εφηβικής μου μπάντας, ο Λευτέρης έχει κάποιες κασσέτες και ίσως κάπου σε κάποιο ντουλάπι έχω κι εγώ μερικές. Αλλά θυμάμαι τα πάντα. Τις πρόβες, τα εφφέ της κιθάρας του Λευτέρη, το μπάσο του Γούκου, τα ντραμς που τώρα αναπαύονται στην αποθήκη μου με την προσμονή κάποιας μελλοντικής φαζαρισμένης Δευτέρας Παρουσίας. Δε θα μπορούσα να τα ξεχάσω όλα αυτά και ούτε πρόκειται, η ζωή δεν είναι μια στατική διαδρομή σε δοκιμαστικό σωλήνα, περνάς από πολλούς αχαρτογράφητους σταθμούς και τους σημαντικότερους και πιο παθιασμένους τους θυμάσαι και σε αλλάζουν και τους αναπολείς και σε σημαδεύουνε για πάντα. Τώρα στα 40 και όλοι με άλλες προτεραιότητες και υποχρεώσεις είναι νομοτέλεια ότι θα παίρνουμε προσεκτικές δόσεις εφηβικής νοσταλγίας τρεις-τέσσερις φορές τον χρόνο σε τέτοιες επετείους όπως τη σημερινή, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού θα υπάρχει καθημερινά η ανάμνηση της αθώας και ουτοπικής εφηβείας που ζήσαμε στη μικρή γκρίζα Άρτα της δεκαετίας του 80. Είκοσι τρία χρόνια μετά, ε λοιπόν ένα τραγούδι για το Λευτέρη, τον Δημήτρη και την αφεντιά μου, που μεγαλώσανε, ασπρίσανε, καραφλιάσανε, αλλά μυαλό δεν έχουμε βάλει και ελπίζω να μην βάλουμε ποτέ.

ticket

Στους SoundHouse, ο Πάνος έπαιζε τύμπανα, ο Δημήτρης μπάσο, κι εγώ κιθάρα κι ας πούμε τραγουδούσα.

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: