Άριστοι μεταξύ των μαθητών…

Έχω γράψει και παλιότερα ότι μια από τις νοοτροπίες που με εκνευρίζουν είναι ο ιδρυματισμός, η αποδοχή των δοσμένων πλαισίων σαν ιερά και η πλήρης υποταγή και προσαρμογή της σκέψης μας στους κώδικες που αυτά τα πλαίσια επιβάλλουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας νοοτροπίας είναι ο τρόπος που συνήθως διεξάγεται η συζήτηση για τα θέματα των Πανελλαδικών εξετάσεων. Το ποιος εξετάζει ποιον, το γιατί υπάρχουν οι εξετάσεις αυτές, τι επίδραση στη συγκρότηση της συνείδησης των εφήβων έχουν, η ίδια η δομή των εξετάσεων, όλα αυτά τα ζητήματα συνήθως φεύγουν από το κάδρο. Απομένει η φωνή του εκπροσώπου του φροντιστηριακού κέντρου, που μας ανακοινώνει: «τα θέματα ήταν βατά», «το τρίτο θέμα απευθυνόταν σε καλά προετοιμασμένους μαθητές» κλπ κλπ

Αυτός ο αποσπασματικός, δήθεν «αντικειμενικός/επιστημονικός» τρόπος παρουσίασης των φετινών θεμάτων, θολώνει το πραγματικό μήνυμά τους. Τα φετινά θέματα (σαν σύνολο, όχι αναγκαστικά συνολικά) ήταν τέτοια ώστε να εξυπηρετήσουν και να επιβεβαιώσουν την κυρίαρχη αφήγηση που εκπορεύεται από τις κυβερνήσεις και θεριεύει στο περιβάλλον του κοινωνικού αυτοματισμού, της μνησικακίας, του ατομικισμού και της σαγήνης της αμορφωσιάς. Τα θέματα των εξετάσεων ήταν τέτοια, που μεταθέτουν την ευθύνη για τον περιορισμό των εισακτέων σε κάθε υποψήφιο και υποψήφια ξεχωριστά, που ενισχύουν την εικόνα ότι «στο σχολείο δεν μαθαίνουμε και πολλά» και άρα «οι καθηγητές δεν δουλεύουν», που αποθεώνουν την «αριστεία» και λοιδορούν εκείνους «που μπαίνουν στο Πανεπιστήμιο με βαθμούς κάτω από τη βάση», που –μέσα σ’αυτό το περιβάλλον της φτώχειας- δεν επιτρέπουν στους μαθητές να φύγουν από τις αγκαλιές της παραπαιδείας.

Δεν θα μπω στη λογική να σχολιάσω τα θέματα των άλλων ειδικοτήτων. Άνθρωποι που εμπιστεύομαι επιστημονικά και πολιτικά [μη σε παραξενεύει το «πολιτικά». Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος ξέρεις να τιμά και τους αντιτακτούς του αντίχειρες και τον εγκέφαλό του], έχουν ασκήσει –ατομικά αλλά και συλλογικά- έντονη κριτική στα φετινά θέματα των Μαθηματικών («Γενικής παιδείας» και «Κατεύθυνσης») και της Φυσικής «Κατεύθυνσης». Θα μιλήσω για τα θέματα της Χημείας «Κατεύθυνσης», που γενικά πέρασαν σχετικά αθόρυβα, αλλά κατά τη γνώμη μου ευθυγραμμιζόταν με τη λογική των υπολοίπων.

Γενικά, η εξέταση στο μάθημα της Χημείας θεωρούνταν (και γενικά ήταν) «ανταποδοτική». Χωρίς εκπλήξεις, με μια διαβάθμιση που οφειλόταν στην έκταση της ύλης και όχι στην προσπάθεια να «πιάσεις» τους «άριστους». Γενικά έγραφες, «για όσο» διάβαζες. Τα φετινά θέματα θεωρώ ότι παραβίασαν αυτόν τον απλό κανόνα και κινήθηκαν προς τη λογική της «αριστείας». [Εδώ θα κάνω μια παρένθεση για να σου πω ότι σε επόμενο άρθρο θα σου εξηγήσω το γιατί η λεγόμενη «αριστεία» στην πραγματικότητα δεν αποτελεί μηχανισμό ενθάρρυνσης των «πολύ καλών», αλλά μηχανισμό αποθάρρυνσης και τσακίσματος εκείνων που για οποιοδήποτε λόγο υστερούν] Φαίνεται ότι δεν είμαι ο μόνος που το πιστεύει αυτό. Η Ένωση Ελλήνων Χημικών, δηλώνει στην ανακοίνωσή της για το επίμαχο θέμα Δ3: «Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο απαιτεί πολύ καλή γνώση της Ιοντικής Ισορροπίας, συνδυαστική ικανότητα, κρίση και ικανότητα εφαρμογής της γνώσης, δηλαδή για ένα θέμα το οποίο θα διακρίνει τους άριστους μεταξύ των μαθητών». Μάλιστα. Η επιστημονική μας ένωση λοιπόν, πάει ένα βήμα πιο πέρα τα όριά της, και μας λέει ότι το θέμα ήταν μια χαρά, μιας και διακρίνει «τους άριστους μεταξύ των μαθητών», ουσιαστικά προωθεί την άποψη ότι οι Πανελλαδικές εξετάσεις είναι κάτι πολύ περισσότερο από τρόπος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται περί εντελώς λαθεμένης αντίληψης, που είναι υποταγμένη στο εξεταστικό κάτεργο που κυριαρχεί και καθορίζει κάθε πτυχή του σημερινού Λυκείου, που αντιτίθεται σε οποιαδήποτε έννοια Γενικής Παιδείας που τα παιδιά μας πρέπει να λαμβάνουν από το Δημόσιο Σχολείο. Στην πραγματικότητα υπηρετεί τον παραλογισμό που αναδύεται μέσα από τη διαδικασία των Πανελλαδικών: σκέψου μόνο ότι τα παιδιά που θα χτυπήσουν «άριστα» στα συγκεκριμένα θέματα Χημείας, είναι πιο πιθανό να περάσουν στην Ιατρική παρά στο Χημικό (στο οποίο εξάλλου περνούν πιο «εύκολα» από την Τεχνολογική κατεύθυνση, χωρίς δηλαδή να έχουν διδαχθεί καν Χημεία!!!).

Για να μην μιλάω στον αέρα όμως, θα σχολιάσω μισό λεπτό το ίδιο το επίμαχο ερώτημα [το τι θα συμβεί αν σε ένα διάλυμα που περιέχει υδροχλώριο και οξικό οξύ προσθέσουμε ποσότητα υδροξειδίου του νατρίου που δεν επαρκεί για την πλήρη εξουδετέρωση και των δύο οξέων], αλλά και την ανακοίνωση της ΕΕΧ για το σημείο. Αν κατάλαβα καλά, λέει κάτι που πρότειναν και κάποια φροντιστήρια: ότι κάποιος θα μπορούσε να διερευνήσει τις πιθανές περιπτώσεις για το ποιο οξύ αντιδρά πλήρως, και κάνοντάς το θα κατέληγε στο σωστό αποτέλεσμα. Αυτό λοιπόν που υπονοείται είναι ότι ο υποψήφιος, ακόμη κι αν δεν καταλάβαινε τι πραγματικά συμβαίνει στο διάλυμα, πάλι θα μπορούσε να λύσει την άσκηση καβαλώντας τον «τυφλοσούρτη». Αυτό όμως δεν απαιτεί «κρίση και ικανότητα εφαρμογής της γνώσης», όπως δηλώνει παρακάτω η ίδια ανακοίνωση. Προσωπικά δεν θα δεχόμουν σαν σωστή καμία απάντηση που βασίζεται σε διερεύνηση πιθανοτήτων στη βάση του ποιο οξύ, το ισχυρό ή το ασθενές, αντιδρά πρώτο. Είναι σαφές ότι με την προσθήκη του υδροξειδίου του νατρίου στο διάλυμα των οξέων, οι ισορροπίες που υπήρχαν διαταράσσονται, και τα ανιόντα υδροξειδίου που προκύπτουν από τη βάση αντιδρούν τόσο με τα πρωτόνια που προκύπτουν από το ισχυρό οξύ όσο κι από κείνα που προκύπτουν από το ασθενές. Όλο το ζουμί όμως της άσκησης, και ουσιαστικά η συλλογιστική που δίνει τη λύση, είναι στο να σκεφτούμε τι συμβαίνει με εκείνα τα πρωτόνια που «περισσεύουν», μιας και το πλήθος των ανιόντων υδροξειδίου στο διάλυμα είναι μικρότερο εκείνου των πρωτονίων. Εκεί λοιπόν, ανεξάρτητα από την προέλευση των πρωτονίων που ήδη έχουν αντιδράσει, λαμβάνει χώρα ο ανταγωνισμός δύο βάσεων (του οξικού ανιόντος και του χλωριδίου) για τα πρωτόνια που έχουν απομείνει (ξαναλέω, ανεξάρτητα από το μόριο στο οποίο αυτά βρίσκονται εκείνη τη στιγμή. Θυμήσου ότι εδώ μιλάμε για Θερμοδυναμική και όχι για Δίκαιο). Στον ανταγωνισμό αυτό, νικητής είναι το οξικό ανιόν μιας και είναι η ισχυρότερη των δύο βάσεων. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει σωστή απάντηση εάν δεν εξηγηθούν όλα τα παραπάνω. Ακόμη και αυτό που γράφει στην ανακοίνωσή της η ΕΕΧ, ότι δηλαδή δεν έχει σημασία τι πραγματικά γίνεται στο διάλυμα, αλλά τι προκύπτει τελικά, οφείλει ο εξεταζόμενος να το στηρίξει στην παραπάνω συλλογιστική, αλλιώς είναι αυθαίρετο και άρα λάθος.

Μπορεί να αναρωτιέσαι ποιο είναι το νόημα όλων αυτών που γράφω τόσην ώρα. Λοιπόν, έχω την άποψη ότι για να διδάξει ένας συνάδελφος σε τέτοιο βάθος την ύλη της Χημείας, πρέπει να του κόψουν τα τμήματα τουλάχιστον στη μέση, και να του δώσουν άλλες δύο ώρες Χημείας την εβδομάδα σε κάθε τμήμα. Συνεπώς, πρόκειται περί ενός απροκάλυπτου κλεισίματος του ματιού στην παραπαιδεία. Όσο για την «αριστεία», ας το ξανασκεφτούμε. Αν ήθελα να εξετάσω υποψήφιους για το Χημικό, θα προτιμούσα να εξετάσω το αν διαθέτουν τις προαπαιτούμενες γνώσεις για να παρακολουθήσουν χωρίς κενά το πρόγραμμα σπουδών, και όχι τις γνώσεις εκείνες που θα τους εκτόξευαν απ’ευθείας στο δεύτερο έτος!!!

Κλείνω εδώ. Επιλέγω να μην σχολιάσω το ότι στα σχήματα που δίνονται στο θέμα Δ4 δεν αναφέρεται ότι οι διακεκομμένες γραμμές περνούν από τα ΙΣ. Τέτοια εμπιστοσύνη στο ότι δεν θα αναρωτηθεί κανείς, τέτοια εμπιστοσύνη στον «τυφλοσούρτη» πια…

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: