Περί αντιγραφής…

Η Κριτική είναι ένα εργαλείο πανίσχυρο. Όπως κάθε εργαλείο όμως, πρέπει να ξέρεις πώς να το δουλέψεις, αλλιώς θα τρώγαμε τη μπριζόλα με τον κάβουρα του υδραυλικού. Και τώρα που μ’αυτή την εξυπνάδα εξασφάλισα μια κάποια συναίνεση, πάω παρακάτω. Έχω μεγάλο πρόβλημα με κείνου του είδους την «κριτική» που δεν βασίζεται σε ένα αυστηρό πλαίσιο αντιλήψεων, με λίγα λόγια πιστεύω ότι η κριτική ενός γεγονότος –η αντιπαράθεση πάνω σ’αυτό- είναι αναγκαστικά η σύγκρουση διαφορετικών πλαισίων αντιλήψεων πάνω στο πεδίο που δημιουργείται από το γεγονός αυτό. Εκεί είναι και η μεγάλη επιτυχία μιας ιεραρχικής κοινωνίας, όχι ότι απαγορεύει την άσκηση κριτικής από τους υποτελείς (σε ακραίες περιπτώσεις βέβαια φτάνει και εκεί), αλλά ότι τους επιβάλλει ένα πλαίσιο ετερόκλητων και ανόητων αντιλήψεων, που τους εμποδίζει να δουν τη γενική εικόνα και να βγάλουν γενικά συμπεράσματα. Η επιβολή της σύγχυσης είναι πιο αποτελεσματική σ’αυτό απ’ότι η επιβολή συγκεκριμένων ιδεών.

Ένα βήμα πιο πέρα τώρα. Η κριτική οφείλει να είναι συνεπής στο πλαίσιο αντιλήψεων απ’το οποίο πηγάζει. Η αντιπαράθεση με ένα άλλο πλαίσιο οφείλει να υπακούει σ’αυτή την επιταγή, όχι μόνο γιατί έτσι το αρχικό πλαίσιο μπορεί να κινδυνέψει ή να υπονομευτεί, αλλά και ακριβώς για να έχει τη δυνατότητα να κινδυνέψει ή να υπονομευτεί.

Είμαι σίγουρος ότι αναρωτιέσαι γιατί στα λέω όλα αυτά. Πάρε ένα παράδειγμα λοιπόν για να καταλάβεις. Πολλές φορές έχουν αποκαλυφθεί ερωτικά σκάνδαλα μεταξύ «ιερωμένων». Η κριτική μας σ’αυτό (όταν δεν έχει σχέση με άλλα αδικήματα, όπως παιδεραστία) μπορεί να επιτίθεται στην υποκρισία τους, αλλά όχι στο τι έκαναν στο κρεβάτι τους. Αν προχωρήσουμε εκεί, ουσιαστικά ακυρώνουμε το δικό μας πλαίσιο. Ένα άλλο παράδειγμα που τελευταία είναι συχνά στο προσκήνιο. Η πλάκα για το πόσο ανιστόρητοι ή ανορθόγραφοι είναι οι ναζί, επίσης οφείλει να καταδεικνύει τη δικιά τους αντίφαση. Η Αριστερά δεν ξεφτιλίζει ανθρώπους επειδή δεν ξέρουν ορθογραφία, όμως όταν κάποιος σε πρήζει για την ιερότητα της ελληνικής γλώσσας και δεν ξέρει να γράψει «Ελλάδα», αυτό είναι κάτι.

calvin

Συνεχίζω, πιστεύοντας ότι κατάλαβες. Λίγες ώρες πριν, είχαμε το απαράδεκτο γεγονός της επικύρωσης της απόλυσης της συναδέλφισσας που έπιασε το γιο του πρωθυπουργού να αντιγράφει. Πρόκειται αναμφίβολα περί αίσχους βγαλμένου από τον κόσμο του Ντίκενς, όπου το παιδί της ελίτ μπορεί να κάνει ό,τι θέλει κι αλίμονο σε κείνον που θα βρεθεί στο δρόμο του! Είναι σαφές το μήνυμα, σαφής και η αντίδρασή μας σ’αυτό: Η συναδέλφισσα να δικαιωθεί και ο αέρας της ελίτ να κοπεί.

Με κάποια ανησυχία όμως, βλέπω να αναπτύσσεται μια ακόμη διάσταση στο θέμα. Εκείνη που ανάγει σαν το κύριο θέμα την ίδια την αντιγραφή. Είναι λάθος, και είναι λάθος μεγάλο. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η αντιγραφή δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, ο λόγος για τον οποίο γίνεται, από ποιόν γίνεται και η ψυχολογία του, παίζουν σημαντικό ρόλο στο πώς θα την αξιολογήσουμε και πώς θα την αντιμετωπίσουμε. Είναι διαφορετικοί οι λόγοι που ένα καλομαθημένο πλουσιόπαιδο επιχειρεί να εξαπατήσει τους δασκάλους του, να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο που συνήθως ακολουθούν οι άνθρωποι της τάξης του, να παραμερίσει, να ποδοπατήσει για να αναδειχθεί, και διαφορετικοί οι λόγοι για ένα παιδί της Εργατικής Τάξης, που εξαπατά για να επιβιώσει σε ένα σύστημα φτιαγμένο για να το πετάξει έξω. Σε ένα κακό γενικά βιβλίο του, ο Λεόν Τρότσκυ διαχωρίζει εύστοχα την πονηριά εκείνου που υποδουλώνει, από την πονηριά με την οποία κάποιος απελευθερώνεται απ’τα δεσμά του. Δεν πάω να το σχετικοποιήσω, και μη μου πεις ότι ενθαρρύνω έτσι την αντιγραφή, γιατί απλά θα δείξεις ότι δεν καταλαβαίνεις τι διαβάζεις. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η ανάγκη για αντιγραφή γεννιέται αποκλειστικά μέσα σε ένα εξετασιοκεντρικό περιβάλλον. Το κύριό μας πρόβλημα είναι ότι όλο και περισσότερο υποκαθιστούμε τη διδασκαλία, με την αξιολόγηση των μαθητών, ότι οι εξετάσεις και η πιστοποίηση καταλαμβάνουν ξανά όλο και μεγαλύτερο χώρο στη σχολική ζωή. Όταν ένα παιδί σκέφτεται ότι δεν έρχεται στο σχολείο για να μάθει, αλλά για να εξεταστεί και να πιστοποιηθεί, τότε είναι φυσικό να ξεστρατίσει με τη σειρά του στη λογική της εξαπάτησης του εξεταστή. Το πλαίσιο φτιάχνει την εξαίρεση… (κάποτε είχαμε ένα πρόβλημα διαρρήξεων σε ένα σχολείο που υπηρετούσα. Αλλάξαμε τις κλειδαριές σε «ασφαλείας» και ο διευθυντής μου είπε ότι έτσι θα ησυχάσουμε από τις παραβιάσεις. Του απάντησα ότι αυτή είναι η μία πιθανότητα. Η άλλη είναι να γίνουν καλύτεροι οι διαρρήκτες…)

Στο δικό μου μάθημα λίγα παιδιά αντιγράφουν. Προσπαθώ, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοι, να πείσω με την πρακτική μου και τη συμπεριφορά μου τα παιδιά ότι εκεί μέσα μαθαίνουμε, ότι κάθε μέρα πρέπει να μαθαίνουμε περισσότερα, να γινόμαστε καλύτεροι. Θέλω τα παιδιά μου να ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΝ το να μαθαίνουν, ακριβώς γιατί θέλω να το αποζητούν αυτό ακόμη κι όταν φύγουν απ’το σχολείο. Ακόμη όμως κι όταν έρθει εκείνη η στιγμή των (υποχρεωτικών από το νόμο) διαγωνισμάτων, προσπαθώ να τους δείξω ότι μπορούν να το θεωρήσουν σαν μια ευκαιρία να δουν μήπως υστερούν κάπου. Επίσης, τα θέματά μου είναι προσαρμοσμένα σ’αυτά που έχω διδάξει, δεν προσπαθώ να πιάσω τα παιδιά αδιάβαστα ή να τα παγιδέψω, γιατί τότε θα νομιμοποιήσω/ενθαρρύνω την εξαπάτηση και από μέρους τους (σκέψου το κι αυτό!). Τέλος, στην περίπτωση που κάποιο παιδί θα αντιγράψει, προσπαθώ ακόμη κι αυτό να το εκμεταλλευτώ για καλό, να δω τι φταίει, γιατί το έκανε και πού μπορώ να βοηθήσω. Έχω φτάσει ακόμη και να «κάνω το κορόιδο» και να επαινέσω μαθητή που αντέγραψε για το πόσο όμορφα έλυσε την άσκηση, με αποτέλεσμα να καθίσει μετά να σκιστεί να καταλάβει πώς λύνονται οι ασκήσεις αυτές για να μην με απογοητεύσει! Δεν θέλω να πω ότι αυτά που κάνω εγώ είναι τα σωστά, κι αυτά που κάνουν οι άλλοι λανθασμένα. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι ένας δάσκαλος έχει επαφή με τα παιδιά του, ξέρει τι συμβαίνει μέσα τους, και αντιμετωπίζει όλες τις καταστάσεις με ανθρωπιά και για το καλό τους, και όχι σαν ιεροεξεταστής.

Πίσω στην αφορμή. Σε μια κεντρική εξεταστική διαδικασία, που ένας συνάδελφος επιτηρεί, δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Τα πράγματα είναι σαφή, ο μαθητής που θα αντιγράψει, το κάνει γνωρίζοντας ότι αν τον πιάσουν την έβαψε. Η συναδέλφισσα είχε την ατυχία να πιάσει τον λάθος άνθρωπο και γι’αυτό την πληρώνει σήμερα. Όπως σου είπα και πριν, πρόκειται περί αίσχους!

Για την κατάντια αυτή θα κατηγορήσω την ελίτ και τη σάπια νοοτροπία της, προσέχοντας όμως τις συνεπαγωγές μου. Είναι αυτή η σάπια νοοτροπία που οδηγεί σ’αυτή τη συγκεκριμένη αντιγραφή και στη συνέχεια στη δικαίωση του αντιγραφέα και την καταδίκη εκείνου που τον έπιασε. Όχι το αντίστροφο. Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι ένα ολόκληρο σύστημα απαξιώθηκε εθελοντικά προκειμένου να κάνει τον καλό στον πρωθυπουργό, και όχι η αντιγραφή.

Αν βάλουμε το κάρο μπροστά απ’το άλογο και επικεντρώσουμε στην αντιγραφή, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα την πληρώσουν τα παιδιά της Εργατικής Τάξης, έτσι λειτουργούν τα καθολικά μέτρα και οι γενικοί αφορισμοί στην κοινωνία μας. Άκου, όσο υπάρχουν αφεντικά και εξουσιαστικοί μηχανισμοί, τόσο οι από κάτω θα αγωνίζονται να ζήσουν ανασαίνοντας στις ρωγμές τους, μας αρέσει ή όχι. Ο φτωχοδιάβολος πάντα θα μπαίνει στην αποθήκη του αφεντικού να κλέψει λίγο αλεύρι, γιατί αλλιώς θα πεθάνει της πείνας. Ο κλασικός νεοφιλελεύθερος κρετίνος φυσικά θα σπεύσει υποκριτικά να καταδικάσει την «κλοπή απ’όπου κι αν προέρχεται». Ο Κομμουνιστής όμως δεν επιτρέπεται να ξεχνά ότι η κλοπή «προέρχεται» από την ίδια την ύπαρξη της αποθήκης σαν ιδιοκτησία του αφεντικού…

Μ’αυτά και μ’αυτά, Καλό Ηλιοστάσιο!

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: