Μια παραβολή

Καμιά φορά, μια παραβολή μπορεί να πει όλα όσα θα χρειαζόταν ώρες και μέρες για να ειπωθούν. Έτσι κι εγώ αυτή τη φορά θα σου πω μια ιστορία που αφηγήθηκα αντί τοποθέτησης σε μια μάζωξη συντρόφων.

 

Μια φορά κι έναν καιρό, δύο έμποροι που επέστρεφαν σπίτι από το παζάρι όπου είχαν πουλήσει όλη τους την πραμάτεια, και παρά το γεγονός ότι είχαν τις τσέπες γεμάτες χρήματα, αποφασίζουν να κόψουν δρόμο από το δάσος που κρυβόταν αδίστακτοι ληστές, μπας και προλάβουν τη νύχτα. Δεν πρόλαβαν. Η νύχτα είχε ήδη καλύψει το δάσος πριν φτάσουν στη μέση του. Ξάφνου, τους κόβουν το δρόμο  πέντε πάνοπλοι ληστές.

–          «Μην είστε τίποτα έμποροι, καλοί μου κύριοι», λέει ένας τρομαχτικός γίγαντας, που φαινόταν ο αρχηγός των ληστών, «και οι τσέπες σας είναι γεμάτες από λίρες?»

–          «όχι καλέ μου κύριε!», του απαντά ο ψυχραιμότερος από τους δύο εμπόρους, «εσείς όμως, μήπως είστε οι ληστές του δάσους, για τους οποίους ακούγονται τα πιο φριχτά πράγματα?»

–          «Μα φυσικά και όχι!», απαντά ο ληστής κλείνοντας το μάτι στους συντρόφους του.

–          «Α, ωραία!», λέει ο ψύχραιμος έμπορος, «γιατί αν ήσαστε, θα σφύριζα τώρα και θα πεταγόταν η φρουρά μας που σας έχει περικυκλώσει αθόρυβα για να σας κόψει το λαιμό!»

Εκείνη τη στιγμή τον τραβά λίγο πιο κει ο δεύτερος έμπορος και του ψιθυρίζει:

–          «Γιατί τους είπες ψέματα? Δεν έχουμε φρουρά, κι άμα το καταλάβουν, θα μας γδάρουν κι από πάνω που τους κοροϊδέψαμε»

Κι ο πρώτος του απαντά:

–          «Γιατί βρε ανόητε? Μήπως κι αυτοί ψέματα δεν μας είπαν?»

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: