Φτώχεια

Κάποτε είχα ακούσει μια ιστορία -δεν ξέρω αν ισχύει. Οι παριζιάνοι λέει, που σουλατσάριζαν μπροστά από τη Notre Dame δεν είχαν ποτέ προσέξει τους άστεγους στο πλάι της, μέχρι που βγήκαν οι πρώτες φωτογραφίες και τότε εμφανίστηκαν «ως δια μαγείας».

Εδώ και πολλά χρόνια κυκλοφορώ σχεδόν αποκλειστικά στο κέντρο της πόλης που με φιλοξενεί. Σήμερα -επειδή είχα ψιλοβαρεθεί την «οικογενειακή/τουριστική» διαδρομή- αποφάσισα να κάνω τον περίπατό μου στα στενά που τριγυρνούσα όταν πρωτοήρθα, όταν την εξερευνούσα την πόλη και την ρουφούσα. Φτώχεια. Φτώχεια καταραμένη. Σπίτια ερείπια, παράθυρα από χαρτί, φως από τη λάμπα πετρελαίου, μίζεροι κήποι με λαχανικά ανακατεμένα με σκουπιδαριό που ίσως κάπου χρειαστεί, και πόρτες από κόντρα-πλακέ. Κατεστραμμένα μαγαζιά, με ξεφτισμένες πια τις αυταπάτες «αγοράζουμε ελληνικά», και οι προσόψεις των «καλών» σπιτιών στο κακό τους το χάλι (κάποτε μπορεί να ρίχναμε και κανα σοβατισματάκι) ίσα με δέκα φορές χειρότερα από τη Βουλγαρία το ’91. Άνθρωποι που ζουν ζωή που μάθαμε να μην τη βλέπουμε.

Αφίσα πουθενά κι από συνθήματα μόνο εκείνα των οπαδών της τοπικής ομάδας. Η Επανάσταση δεν έχει φτάσει ακόμη εκεί. Γυρνώντας προς το κέντρο όλα άρχισαν να παίρνουν ξανά την «κανονική» τους μορφή: «Φασίστες κουφάλες», καφετέρια, «εργάτη πολέμα», περιποιημένες βιτρίνες, «όλοι στην απεργία», πολυκατοικίες, και οι μοναδικοί ξεδοντιασμένοι οι «τρελοί» της πόλης.

Έρχονται οι αυτοδιοικητικές εκλογές, και στο κέντρο τριγυρίζουν ήδη οι υποψήφιοι. Πανάκριβα ρούχα, απίστευτοι λογαριασμοί στα κεντρικά μαγαζιά και κεράσματα. Πούρα, κρασιά και δημόσιες διαβεβαιώσεις ότι θα αγωνιστούν για το καλό της πόλης. Αναρωτιέμαι αν θα βρεθεί έστω κι ένας απ’αυτούς να περπατήσει στα καταραμένα στενά, να δώσει σε κείνους τους ανθρώπους τις ασυνάρτητες υποσχέσεις του.

Αυτή η πόλη, η πόλη της φτώχειας, φάνταζε για πολλά χρόνια σαν ένα παρελθόν που σβηνόταν σιγά-σιγά από την «πρόοδο». Έτσι αόριστα, σαν αυτή η πρόοδος να μην πατούσε στα κεφάλια ανθρώπων. Τώρα, σα να παίρνει κάποια εκδίκηση, απλώνεται ξανά μέχρι που θα πνίξει ολόκληρη την πόλη, αφήνοντας ίσως έξω μόνο τις καφετέριες γύρω απ’το δικαστικό μέγαρο, που πίνουν τον καφέ τους οι δικηγόροι και οι μεσίτες. Αυτή η πόλη θα νικήσει, είναι δεδομένο. Αυτό που πρέπει ν’αποφασίσεις είναι αν θα την αφήσεις να νικήσει σαν παρακμή ή αν θα παλέψεις να οργανωθεί σε ελπίδα. Γιατί αυτή είναι ο δικός μας κόσμος, κι αν για καιρό η άλλη, η αστραφτερή, σε ξεγέλασε και νόμισες ότι σ’αυτήν ανήκεις, μάθε ότι έκανες λάθος.

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: