Σκόρπιες σκέψεις για σκόρπιες καταστάσεις

Το παρακάτω σημείωμα δεν είναι “γενικής χρήσης”. Αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους, εκείνους που μοιραζόμαστε τις ίδιες πολιτικές αγωνίες και δράση.

Από χθες το βράδυ, ένα μεγάλο μέρος των πάλαι ποτέ “παπαγάλων της διαπλοκής” βάλθηκε να μας πείσει ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας χαρισματικός ηγέτης (οι ίδιοι άνθρωποι έλεγαν χαρισματικό ηγέτη και τον Κώστα Καραμανλή, αν θυμάσαι) που πέτυχε το ακατόρθωτο: να είναι ο μόνος πολιτικός που έφερε μνημόνιο και να μένει στη θέση του με ακλόνητη την κυριαρχία του. Η μικρή διαφορά είναι ότι ο Τσίπρας δεν έχει ακόμη εφαρμόσει τίποτα απ’αυτά που συνεννοήθηκε με τα αφεντικά. Τόσο ο Παπανδρέου όσο και ο Σαμαράς κράτησαν για περίπου μια διετία εφαρμογής σκληρών μέτρων πριν πέσουν, συνεπώς όσο η συζήτηση για τα μέτρα του Μνημονίου(ΙΙΙ) παραμένει συζήτηση, η επιτυχία του Τσίπρα δεν απαιτεί εξωτικές εξηγήσεις.

Παρ’όλα αυτά πρόκειται το δίχως άλλο για επιτυχία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε μια τυπική για ρεφορμιστικό κόμμα διαδικασία, κατά την οποία από το 2012 μέχρι σήμερα κατάφερε σε κάθε φάση (από τις μαζικές απεργίες, μέχρι την κυβέρνηση που θα έσκιζε τα μνημόνια και τέλος σήμερα που θα απαλύνει τις συνέπειές τους) να συγκεντρώσει και να εκφράσει τις ρεφορμιστικές αυταπάτες των μαζών. Η θεωρία της “μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ σε μνημονιακό κόμμα” είναι επιπόλαιη, τυπική, και -πάνω απ’όλα- οδηγεί σε καταστροφές τύπου ΛαΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει τη μια ή την άλλη στροφή από την πρώτη μέρα της ύπαρξής του (ή και πριν, από τον πρόδρομο ΣΥΝ ακόμη), αλλά παραμένει ένα κόμμα που πατά πάνω στις αυταπάτες των εργαζομένων και μεταγράφει τις διαθέσεις και τους αγώνες τους σε κείνη τη γλώσσα που είναι κατανοητή και συμβατή με τον κόσμο των αφεντικών. Για να το επιτύχει αυτό ένα προηγούμενο διάστημα ήταν υποχρεωμένος να κρατά στο δυναμικό του (και μάλιστα να βασίζεται και να προβάλλει) ένα αριστερό κινηματικό κομμάτι του, το οποίο -για λόγους δικής του πολιτικής ανεπάρκειας και ρεφορμιστικής νωθρότητας- είχε την εντύπωση ότι με κάποιο τρόπο καθορίζει την πολιτική, ότι “ελέγχει την ΚΕ”, ότι διασφαλίζει την αριστερή πορεία του κόμματος. Αποδείχθηκε ότι ο μηχανισμός ΣΥΡΙΖΑ προσαρμόστηκε στα νέα του καθήκοντα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο μηχανισμός ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να έχει ανάγκη τους “αριστερούς” πολύ πριν οι “αριστεροί” συνειδητοποιήσουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να τους εκφράζει.

Πολλές αναλύσεις περί “μετάλλαξης” του ΣΥΡΙΖΑ κυκλοφορούν αριστερά και δεξιά, όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: υποτιμούν τη δυνατότητα κομμάτων σαν το ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματώνουν τις διαθέσεις των μαζών, κι έτσι αναπόφευκτα ψάχνουν την επιτυχία τους σε “χαρισματικούς ηγέτες” και “λαοπλάνους” όπως ο Τσίπρας σήμερα ή ο Αντρέας Παπανδρέου παλιότερα. Τα φαινόμενα παρειδωλίας που συνοδεύουν τέτοιες εκτιμήσεις δεν με εκπλήσσουν. Για παράδειγμα, πολλοί αναρωτιούνται πώς ο ΣΥΡΙΖΑ, που κινητοποιούσε τόσο κόσμο όλα αυτά τα χρόνια ενάντια στα μνημόνια, εφαρμόζει σήμερα αυτή τη μνημονιακή πολιτική, χάνοντας από τα μάτια τους μια απλή αλήθεια: ο ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε κινητοποίησε κάποιον κόσμο (δε λέω ότι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ δεν συμμετείχαν στους αγώνες, ελπίζω να είναι αντιληπτή η διαφορά). Αυτό που έκανε ήταν να χτίζει σχέσεις εκπροσώπησης με τον κόσμο που αγωνιζόταν, να ενσωματώνει, να μετατρέπει τον αγώνα σε υπόσχεση. Αν κάτι έκανε καλά σε κινηματικό επίπεδο ο μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό ήταν το σαμποτάζ του ταξικού αγώνα όταν αυτός έπαιρνε διαστάσεις δύσκολα ενσωματώσιμες, με αποκορύφωμα την αναστολή της απεργίας των εκπαιδευτικών υπό καθεστώς επιστράτευσης το Μάη του ’13, σαμποτάζ στο οποίο έπαιξαν ενεργότατο ρόλο στελέχη του που σήμερα φιγουράρουν στη ΛαΕ (αν θέλουμε να τελειώνουμε και με το παραμύθι κάποιας “καθαρής” διάκρισης αριστεράς/δεξιάς μέσα στο κόμμα αυτό). Δεν θέλω να μπω σε προβλέψεις για το σε πόσο καιρό από την εφαρμογή του Μνημονίου(ΙΙΙ) θα αρχίσουν έντονοι εργατικοί αγώνες και πότε θα συντριβεί η νέα κυβέρνηση, μα με την εμπειρία των τελευταίων χρόνων, οι υποσχέσεις του Τσίπρα για “κυβέρνηση τετραετίας” (υποσχέσεις που είχε δώσει και το Γενάρη) ακούγονται υπερβολικά αισιόδοξες από μέρους του.

Όπως μας έχουν εξηγήσει παλιότεροι σύντροφοι, ο κοινοβουλευτισμός είναι βαθιά αλλοτριωμένη δημοκρατία, μια πρακτική μέσω της οποίας τα ταξικά συμφέροντα αντανακλώνται μόνο διαστρεβλωμένα, που αντικαθιστά τα πραγματικά ερωτήματα με άλλα, που μετατρέπει τη συλλογικότητα σε απλό άθροισμα μονάδων, μια πρακτική για να “καταπιέζεται και να εξαπατάται” ο λαός.

Με την προκήρυξη των εκλογών, κάθε άνθρωπος με μια στοιχειώδη μαρξιστική παιδεία είδε ότι ο αντικειμενικός τους στόχος ήταν η πολιτική νομιμοποίηση του Μνημονίου(ΙΙΙ). Η προηγούμενη βουλή δεν είχε αυτή τη νομιμοποίηση καθώς είχε ψηφιστεί για να καταργήσει τα μνημόνια “με ένα νόμο, ένα άρθρο” και αυτό ήταν μια παραφωνία που έπρεπε να διορθωθεί. Σήμερα, βλέπω αρκετά σχόλια “γκρίνιας” για το ότι αυτές οι εκλογές πέτυχαν τελικά αυτό το στόχο τους και αναρωτιέμαι γιατί. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις αυτό παρουσιάζεται σαν αντίφαση μεταξύ του 61% του ΟΧΙ και του χθεσινού αποτελέσματος: “πώς είναι δυνατό ένας λαός που ψήφισε συντριπτικά ΟΧΙ στα μνημόνια, να δίνει σήμερα τέτοια ποσοστά στα κόμματα που θα τα εφαρμόσουν?”, αυτό είναι το ερώτημά τους. Πρόκειται για μια καθαρά τυπική αντιμετώπιση των κοινωνικών διαδικασιών. Το σχήμα «λαός=λαός» δεν ισχύει. Ο κόσμος που έδωσε 61% στο ΟΧΙ δεν είναι ίδιος με τον κόσμο που ψήφισε χθες. Ούτε καν εμείς που το συζητάμε εδώ τώρα δεν είμαστε ίδιοι. Ούτε η διαδικασία στην οποία συμμετείχε ήταν ίδια με το δημοψήφισμα σε τύπο και χρόνο. Όποιος φτιάχνει φανταστικές οντότητες σε στυλ «λαός», που πορεύονται αναλλοίωτες στην ιστορία, είναι καταδικασμένος να παρακολουθεί πάντα σοκαρισμένος τη ζωντανή πραγματικότητα. Ο «λαός» του Ιούλη συγκροτήθηκε με βάση συγκεκριμένους άξονες γύρω από το ΟΧΙ, άξονες στους οποίους δεν βρέθηκαν δυνάμεις που να δώσουν διέξοδο. Αν λοιπόν πρέπει να προβληματιστούμε από κάτι, αυτό είναι η ανεπάρκεια των πολιτικών οργανώσεων του πυρήνα του ΟΧΙ, της εργατικής τάξης, και όχι ο «λαός».

Μια πρώτη άμυνα απέναντι στα δεδομένα αυτά είναι η άποψη ότι το ΟΧΙ εκφράστηκε χθες με την αποχή. Προφανώς ένα μεγάλο μέρος ανθρώπων απογοητευμένων από την προδοσία του Ιούλη (πολλοί έχουν πρόβλημα με τον όρο “προδοσία”. Όπως εξήγησα παραπάνω, αυτός δεν αφορά τη γενικότερη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά την ουσιαστική παραχάραξη του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος) δεν πήγε να ψηφίσει, με διάφορες ταχύτητες συνείδησης και πολιτικής επένδυσης. Όμως η εξήγηση “το ΟΧΙ εκφράστηκε με αποχή” δεν είναι ούτε επαρκής, ούτε χρήσιμη. Αντίθετα, θεωρώ ότι είναι ένα γενναίο χώσιμο του κεφαλιού στην άμμο. Αν κάτι μπορεί να μας πάει μπροστά σαν Επαναστατική Αριστερά δεν είναι να εξηγήσουμε γιατί μέρος της απογοήτευσης εκφράστηκε με σκεπτικισμό και αποχή, αλλά γιατί το μεγαλύτερο μέρος της απογοήτευσης εκφράστηκε με (όποιου βαθμού) εμπιστοσύνη σε κείνους που προκάλεσαν την απογοήτευση. Ακόμη περισσότερο, γιατί η απογοήτευση από την προδοσία του ΟΧΙ δεν στράφηκε υπέρ εκείνων  που συνέχιζαν να υπερασπίζονται το ΟΧΙ.

Ένα μικρό σχόλιο μόνο για μια άλλη παρέκκλιση. Κάποιοι λειτουργούν αντίστροφα και καταλήγουν στο ότι, για να καταλήξουμε σ’αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα μετά το ΟΧΙ, τότε αυτό σημαίνει ότι το ΟΧΙ δεν είχε μέσα του καμία προοδευτική δυναμική. Είναι απλά η άλλη όψη του νομίσματος που ήθελε το ΟΧΙ να εκφράζεται ριζοσπαστικά και αγνά στο διηνεκές. Έχουμε αντιμετωπίσει κι άλλες φορές αυτήν την εντελώς στατική λογική. Θυμάμαι κάποιους εξυπνάκηδες (κυρίως του ΚΚΕ) τον Ιούνη του 2013 να λένε “αν οι εκπαιδευτικοί ήθελαν πραγματικά την απεργία το Μάη, τότε γιατί δεν απεργούν τώρα?”, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει στη συνείδηση το άδειασμα από την ηγεσία που εμπιστεύτηκες.

Εμείς οι αριστεροί εκδηλώνουμε καμιά φορά μια υπερβολική εμπιστοσύνη στη δύναμη των λέξεων των τυπωμένων πάνω στο χαρτί. Όσο σωστή κι αν είναι η προσπάθεια αποσαφήνισης και συγκρότησης ενός συμπαγούς προγράμματος, η υποτίμηση των πραγματικών και πλούσιων τρόπων με τους οποίους παράγεται και προωθείται η πολιτική θέση μας οδηγεί στην τυπολατρία. Υπάρχει λοιπόν μια εκτίμηση ότι η αποτυχία της ΛαΕ έχει να κάνει με το πρόγραμμά της. “Δεν ήταν ξεκάθαρο”, λένε κάποιοι, “δεν ήταν αρκετά αντιΕΕ” άλλοι, “δεν ήταν αντικαπιταλιστικό” ακόμη (για τα ΜΜΕ σήμερα, η ΛαΕ έχασε επειδή κάπου μίλησε για εθνικό νόμισμα). Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά, ανάλογα με τη θέση του καθένα, όμως είναι οι πραγματική αιτία για την αποτυχία του σχήματος αυτού? Κατά τη γνώμη μου, όχι. Η ΛαΕ δεν έχασε επειδή δεν είχε (ή δεν παρουσίασε) το σωστό πρόγραμμα (που δεν είχε, για να είμαστε ειλικρινείς. Αυτό που είχε ήταν ένα ρεσιτάλ παλιακού ρεφορμισμού, παραλυτικού σε συνθήκες τεράστιας δομικής κρίσης του καπιταλισμού), αλλά επειδή οι άνθρωποι που δημιούργησαν τη ΛαΕ δεν είναι καταγεγραμμένοι στο μυαλό των εργαζομένων σαν λιγότερο “συστημικοί” από κείνους που έμειναν στο ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάμε για ανθρώπους που κάλυψαν δημόσια κάθε κωλοτούμπα του ΣΥΡΙΖΑ (ανεξάρτητα από τη διαβεβαίωσή τους -ποιος ξέρει ή ενδιαφέρεται?- ότι μέσα στο κόμμα “τα έλεγαν”), έπαιξαν ρόλο στο κλείσιμο και το σαμποτάρισμα αγώνων, άσκησαν κυβερνητική εξουσία μνημονιακής κατεύθυνσης. Ακόμη και την τελευταία στιγμή, καταγράφηκαν σαν άνθρωποι που ενώ μιλούσαν στο όνομα του ΟΧΙ, το έβαζαν στα ζύγια των κομματικών συσχετισμών. Πώς να πιστέψεις (ειδικά μετά από μια τεράστια προδοσία) ότι θα καθοδηγήσουν τη ρήξη και τη σύγκρουση άνθρωποι που ενώ λένε πως η κυβέρνηση ψηφίζει την απόλυτη καταστροφή σε συμφωνία με το Κεφάλαιο, δεν κάνουν τίποτα για να την ανατρέψουν παρά αντίθετα κωλοτρίβονται στη σαπίλα των εσωκομματικών παιχνιδιών? Όσες κορώνες και να έβγαλαν αυτές τις 20 μέρες, η πλειοψηφία των στελεχών της ΛαΕ είναι ταυτισμένοι με το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ και κάποιες από τις χειρότερες επιλογές του. Οι σύντροφοι που εγκατέλειψαν την Επαναστατική Αριστερά για κάποιο μεγάλο μέτωπο μ’αυτό το δυναμικό, απλά έκαναν μια τραγικά λαθεμένη ανάγνωση, όχι μόνο του προγράμματος της ΛαΕ, που το υπερασπίστηκαν σα δικό τους, αλλά της δυναμικής που είχε στην κοινωνία αυτή η συγκρότηση.

Αν αυτό ήταν ένα εξαιρετικά προβληματικό σημείο για τη ΛαΕ, το οποίο μοιράστηκε με την Επαναστατική Αριστερά λόγω αιμοδοσίας της δεύτερης προς την πρώτη, υπάρχει ένα σημείο που το μοιράστηκαν συμμετρικά. Η εκλογική καμπάνια η βασισμένη στο “ΟΧΙ που δεν ηττήθηκε” ήταν για μια ακόμη φορά καμπάνια ταυτότητας. Η μάχη του ΟΧΙ δόθηκε με συγκλονιστικό τρόπο, κερδήθηκε και στη συνέχεια αυτή η νίκη συντρίφτηκε με τον πιο απόλυτο τρόπο, με τον τρόπο του “όλα ή τίποτα” από την πλευρά του Τσίπρα. Η επιμονή στο ΟΧΙ δημιούργησε δύο σοβαρά προβλήματα:

  • Νομιμοποίησε, δια του αντιστρόφου, την απογοήτευση. Η μονότονη επανάληψη “μην απογοητεύεστε, δεν χάσαμε”, η ανάγκη συνεχούς διαβεβαίωσης ότι “το ΟΧΙ δεν ηττήθηκε”, έπεισε ακόμη και τον πιο αισιόδοξο ότι η δυναμική του ΟΧΙ έχει τελειώσει. Η εκλογική μάχη λοιπόν, δόθηκε κατά κύριο λόγο με το σχήμα “αυτοί πρόδωσαν, εμείς συνεχίζουμε”. Εδώ, με τις ιστορικές αναλογίες να βαράνε κόκκινο, θυμάμαι μια παράγραφο του Τρότσκυ μετά τη συντριβή της Κινέζικης Επανάστασης:

“εξηγούσα πως η αντιπολίτευση δε θα μπορούσε με κανένα τρόπο να ανέβει χάρη στην ήττα της Κινέζικης Επανάστασης. Η επαλήθευση στις προβλέψεις μας θα μας φέρει 5 ή 10 χιλιάδες καινούργιους οπαδούς. Για τα εκατομμύρια όμως τους ανθρώπους, εκείνο που έχει αποφασιστική σημασία δεν είναι η επαλήθευση της πρόγνωσης, αλλά προπαντός το γεγονός της συντριβής του προλεταριάτου”.

  • Άφησε την ευκαιρία της συζήτησης που πάντα ανάβει σε προεκλογική περίοδο να πάει χαμένη. Μένοντας στο ΟΧΙ, χάθηκε η ευκαιρία να εξηγηθεί με σαφήνεια το Μνημόνιο(ΙΙΙ), ο χαρακτήρας του και η πρόταση για τη μάχη απέναντί του. Ποιού τύπου αγώνες μας χρειάζονται, ποιές συμμαχίες, ποιές οι αδυναμίες του μπλοκ εξουσίας, τίποτα απ’αυτά δεν αναλύθηκε καθαρά και διεξοδικά στην εργατική τάξη. Όλη αυτή η συζήτηση περιορίστηκε στο γενικόλογο σχήμα “μαζί τα ψήφισαν, μαζί θα κυβερνήσουν”, σχήμα που η εκλογική κωλοφαρδία του Τσίπρα ακύρωσε, μαζί με κάποιο μέρος της αξιοπιστίας μας.

Υπάρχει ένα τελευταίο θέμα, που δεν γίνεται να μην το συζητήσουμε. Η εκλογική συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΕΕΚ, φέροντας το καθήκον της συσπείρωσης της Επαναστατικής Αριστεράς ακόμη και με το κόστος της διάσπασης, κατάφερε να αυξήσει εκλογικά τις δυνάμεις της και σε ποσοστό και σε αριθμό ψήφων. Ακόμη καλύτερα, ένα μικρό κομμάτι ανθρώπων που εγκατέλειψαν το ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο καλοκαίρι προσέγγισαν τώρα την Επαναστατική Αριστερά. Εκτιμώ ότι το επόμενο διάστημα, και ειδικά μετά την αποτυχία της ΛαΕ, αυτό το ρεύμα θα ενισχυθεί. Αυτό μπορεί να μας χαροποιεί, αλλά δεν μπορεί και να μην μας βάζει σε σκέψεις: Έχουμε στα χέρια μας ένα πολιτικό εργαλείο που μπορεί να δώσει διέξοδο στις αγωνίες αυτών των ανθρώπων? Μετά από τόσα χρόνια μετωπικής δράσης, μήπως είναι καιρός οι όποιες πολιτικές συμφωνίες να αποκρυσταλλωθούν και οργανωτικά? Θα αποκτήσει το πρόγραμμά μας μια ιδιαίτερη επαναστατική ταυτότητα, αντιληπτή άμεσα από την εργατική τάξη και τη νεολαία ή θα συνεχίσουμε στο δρόμο της κοπτοραπτικής των “μπούλετ” απ’τα οποία κάθε τάση θα προκρίνει αυτά που της κάνουν? Οι άνθρωποι που προσεγγίζουν την Επαναστατική Αριστερά αηδιασμένοι από τους ηγεμονισμούς και τις μηχανορραφίες του ρεφορμισμού, θα ανασάνουν στο χώρο μας ή θα βρουν μια απ’τα ίδια? Θα συνεχίσει το μέτωπο να είναι απλά το όχημα για την οικοδόμηση των επιμέρους οργανώσεων του?

Δεν έχω την παραμικρή εγγύηση ότι όλα αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν με τρόπο που να μας πηγαίνει μπροστά. Τη συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΕΕΚ την υποστήριξα περισσότερο γι’αυτό που θα μπορούσε να είναι, η μήτρα μιας πανελλαδικής, διεθνιστικής, γειωμένης αυθεντικά επαναστατικής οργάνωσης. Το αν θα καταφέρει να γίνει κιόλας, αυτό δεν το γνωρίζω. Πάντως άλλοι υποψήφιοι για τη θέση δεν υπάρχουν…

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: