Plastic passion

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο το πώς μέσα σε την εποχή της ξέφρενης επίθεσης του Κεφαλαίου στην εργατική τάξη και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, σε μια εποχή πολέμων και κοινωνικής ερήμωσης, έρχεται ένα “μικρό” μέτρο (των 4 λεπτών, για την ακρίβεια) να συμπυκνώσει μέσα του την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής.
Το μέτρο αυτό είναι το “περιβαλλοντικό τέλος”, το οποίο θα πληρώνουμε για τη χρήση πλαστικής σακούλας κατά τις αγορές μας. Όπως μας πληροφορεί το ΦΕΚ Β 2812/10.8.2017, από σήμερα που άνοιξε η αγορά για το 2018, οι επιχειρήσεις εισπράττουν το τέλος αυτό από τον καταναλωτή και το αποδίδουν στο Κράτος, το οποίο θα το αξιοποιεί μέσω του Ελληνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης.
Τι ειδικό αυτό τέλος το πληρώνει ο καταναλωτής, κι έτσι -εάν είναι αλήθεια ότι “όποιος ρυπαίνει, πρέπει και να πληρώνει”- ο ίδιος ο φόρος καταδείχνει και τον ένοχο. Με λίγα λόγια, ο νέος φόρος δεν έχει το μανδύα οικολογικής ουδετερότητας, που ισχυρίζονται οι υποστηρικτές του, μα πραγματώνει ένα συγκεκριμένο πολιτικό σκεπτικό.
Το ειδικό “περιβαλλοντικό” τέλος είναι ένα χαράτσι, δηλαδή ένας “άδικος” καθολικός φόρος. Από σήμερα, το ίδιο χθεσινό αντικείμενο της αγοράς (εμπόρευμα + σακούλα) κοστίζει περισσότερο. Η νομιμοποίηση αυτής της αλλαγής μέσω του αρνητικού ηθικού φορτίου του δεύτερου σκέλους, της σακούλας, βασίζεται στην απόκρυψη της ουσίας της εκμετάλλευσης στην παραγωγή, ανισότητας στη διανομή, υποβάθμισης της ποιότητας για μεγιστοποίηση του κέρδους, του πρώτου σκέλους. Είναι δηλαδή επίσης συμπυκνωμένη πολιτική.
Η αδικία του φόρου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κάποιοι καταναλωτές, εκείνοι που επειδή η ζωή τους το επιτρέπει, μπορούν εύκολα να αντικαταστήσουν την πλαστική σακούλα. Το αντίθετο μάλιστα. Νόμοι τέτοιου τύπου, με τη “διαπαιδαγωγητική” διάσταση που τους δίνεται, είναι άδικοι εάν δε συνοδεύονται από εναλλακτική πρόβλεψη. Για παράδειγμα, μια “διαπαιδαγωγητική” νομοθεσία σε βάρος της χρήσης ΙΧ είναι άδικη εάν δεν ενισχύει παράλληλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς και δεν δίνει κίνητρα για τη χρήση τους. Επιπλέον, οι “διαπαιδαγωγητικοί” νόμοι δημιουργούν πάντα ένα στρώμα κοινωνικής συναίνεσης ανάμεσα σε κείνους που θεωρούν ότι -λόγω μόρφωσης, συνείδησης, αρχών- είναι ήδη διαπαιδαγωγημένοι. Είναι η πιο ύπουλη μορφή κοινωνικού αυτοματισμού (στο όνομα μιας “υψηλής αρχής”) που, προσωποποιώντας την κυρίαρχη κουλτούρα, στρέφεται εναντίον των ανθρώπων εκείνων που “τόσο ζώα είναι, που δεν μπορούν να σκεφτούν να πάρουν μια υφασμάτινη σακούλα”. Επιστρέφοντας στη “διαπαιδαγωγητική” διάσταση του φόρου, κι επειδή τα τελευταία χρόνια ζούμε μέσα σε μια θύελλα έκτακτων φόρων, που μας “διαπαιδαγωγούν” είτε ατομικά είτε συλλογικά σαν πολίτες αυτής της χώρας, θα είχε ενδιαφέρον να μας υποδείξει κάποιος μια περίπτωση τέτοιου φόρου που να πέτυχε το διακηρυγμένο στόχο του. Χρειάζεται δε, ειδική λογικολογική ικανότητα για να ξεχωρίσει θετικά κανείς ένα συγκεκριμένο φόρο από το σύνολο της φοροεισπρακτικής πολιτικής που ακολουθείται συστηματικά εδώ και χρόνια πια, να μας αποδείξει δηλαδή ότι μέσα στο σύμπλεγμα των φόρων που διέλυσαν το βιωτικό επίπεδο των κατοίκων αυτής της χώρας ξεχωρίζει ένας, που θα το ανυψώσει.
Το γεγονός ότι τα έσοδα “θα πάνε για καλό σκοπό”, στον Οργανισμό Ανακύκλωσης δηλαδή, είναι μια παραπλανητική ρητορεία. Το κρατικά έσοδα δεν διαιρούνται σε τομείς καλού και κακού σκοπού, είναι ένα σύνολο. Όταν εφαρμόζεται η εισφορά “αλληλεγγύης”, για παράδειγμα, όσο “καλό σκοπό” και να έχει το όνομα του φόρου, η αλήθεια είναι ότι μέσω αυτού το Κράτος μεταφέρει μια δική του ευθύνη στις πλάτες των κατώτερων στρωμάτων. Ο ίδιος ο ΕΟΑ δεν ανακυκλώνει, δηλαδή τα έσοδα από το νέο φόρο δεν πάνε καν σε δημόσιες μονάδες ανακύκλωσης, μα σε έναν φορέα που συντονίζει δράσεις υπέρ της ανακύκλωσης, η οποία έχει ήδη μετατραπεί σε μια μεγάλη αγορά όπου κυριαρχούν συγκεκριμένες ιδιωτικές εταιρείες. Η ανακύκλωση, έτσι όπως έχει στηθεί στο σύστημα που ζούμε, δεν προχωρά για “περιβαλλοντικούς” λόγους, μα ακριβώς εκεί όπου α) είναι μια επικερδής επιχείρηση, β) η ανακυκλωμένη πρώτη ύλη είναι πια πολύ φτηνότερη από αυτή που παίρνουμε από τη φύση (όπως για παράδειγμα, πολλά μέταλλα).
Το ότι ο φόρος επιδιώκει κάποια νομιμοποίηση στη βάση του ότι “αυτά γίνονται ήδη στις αναπτυγμένες χώρες” ή στη “συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες”, ουσιαστικά είναι ένας λόγος που έχει τόση αξία όσο το “μα δεν μιλούσα μόνο εγώ!”, που τόσο συχνά μας πετούν τα παιδιά μας στο σχολείο. Εξαφανίζοντας οποιαδήποτε έννοια πολιτικής ευθύνης, το επιχείρημα αυτό μας λέει ότι στην πολιτική δεν υπάρχει κατεύθυνση, δεν υπάρχουν βασικές αρχές, δεν υπάρχουν κοινωνικά στρώματα τα συμφέροντα των οποίων προωθούνται ή θίγονται, αλλά υπάρχει το ουδέτερο και αδιαφοροποίητο “έξω” των αναπτυγμένων κρατών. Απ’αυτό το “έξω”, βέβαια, προβάλλεται κάθε φορά εκείνο το κομμάτι που βολεύει τις τρέχουσες επιλογές και αποκρύπτονται τα σκοτεινά του σημεία ή τα σημεία τα οποία θα φόρτωναν την κυβέρνηση με ενοχλητικές ευθύνες.
plastic
Η πιο μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης, και είναι μια από τις πολλές φορές που το έχει καταφέρει, είναι ότι έχει υποκαταστήσει τη συζήτηση για το μέτρο που φέρνει, με τη συζήτηση για κάποια αόριστη οικολογική διάσταση του θέματος. Έτσι, δεν είναι δυνατό να αφήσουμε ασχολίαστη κι αυτή την πτυχή.
Ανάμεσα στους υποστηρικτές του μέτρου, δυστυχώς, μα χωρίς να μας προκαλεί κάποια μεγάλη έκπληξη, βρίσκονται άνθρωποι που εκφράζουν μια γνήσια ανησυχία για την καταστροφή που προκαλεί ο ανθρώπινος πολιτισμός στο φυσικό περιβάλλον. Μέσα στον αποσπασματικό, αλλοπρόσαλλο και συγκεχυμένο τρόπο που διαμορφώνεται η κυρίαρχη κουλτούρα, φαντάζει λογικό το ότι εάν ένα μέτρο περιορίσει τη χρήση ενός τέτοιου κακού όπως η πλαστική σακούλα, τότε το συγκεκριμένο μέτρο είναι θετικό. Για την οικολογία αυτή “μια πλαστική σακούλα είναι μια πλαστική σακούλα είναι μια πλαστική σακούλα”, το πρόβλημα ταυτίζεται με το φαινόμενό του και όλα καλά. Δυστυχώς, είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι η οικολογία αυτού του είδους είχε μέχρι στιγμής μόνο μια υπηρεσία στον πολιτισμό μας: να παίρνει ανθρώπους με αγνές προθέσεις και να τους ενσωματώνει, πριν καλά-καλά το πάρουν χαμπάρι, στους στρατούς των χειροκροτητών των Αλ Γκορ, των ακτιβιστών των μεγάλων πλανητικών “οικολογικών” μεσαζόντων, των εθελοντών στα -διαφημιστικά επί της ουσίας- οικολογικά προγράμματα μεγάλων εταιριών και ΜΜΕ.
Ο ρόλος της συσκευασίας στην παραγωγή είναι καθοριστικός για τη σύγχρονη οικονομία. Η ίδια η διαδικασία πλανητικής ολοκλήρωσης του συστήματος κάνει αυτόν το ρόλο όλο και πιο έντονο. Με μια ματιά στα ράφια των μαγαζιών θα διαπιστώσουμε ότι δεν μπορούμε πια να ξεχωρίσουμε το εμπόρευμα από τη συσκευασία του. Στην πραγματικότητα, το πράγμα εμπόρευμα+συσκευασία έχει πια πάρει τέτοια απόσταση από το περικλειόμενο αγαθό, που δικαιολογούνται αδιαφοροποίητες υπερ-αγορές, όπου μπορείς να κατεβάσεις ένα ζευγάρι παπούτσια από το ένα ράφι και ένα κινητό τηλέφωνο ή ένα πακέτο με άμορφο κρέας από κάποιο διπλανό του. Ο τρόπος που το εμπόρευμα παράγεται, προωθείται και κυριαρχεί στην αγορά είναι ο βασικός λόγος κατασπατάλησης φυσικών πόρων και ρύπανσης. Μια πλαστική σακούλα είναι ρυπαντής, ποιος είναι εκείνος ο ανόητος που θα το αρνηθεί; Όμως αυτή η φράση θα μπορούσε να ισχύει ακόμη και εκατό χρόνια πριν ή ακόμη και δέκα χιλιάδες χρόνια πριν (εάν είχαμε μια μηχανή του χρόνου…). Το ζήτημα όμως δεν είναι αν το πλαστικό ρυπαίνει, αλλά τι θέση έχει το πλαστικό στη σημερινή οικονομία, ή ακόμα, αν η σημερινή οικονομία θα μπορούσε να υπάρχει ως τέτοια χωρίς το πλαστικό. Έτσι λοιπόν, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι να διαπιστώσουμε εάν το πλαστικό είναι ρυπαντής, αλλά στα πλαίσια ποιου συστήματος ένας συγκεκριμένος ρυπαντής γίνεται απειλή για το συνολικό περιβάλλον. Ακόμα, εάν η απειλή για το συνολικό περιβάλλον προκύπτει από την ίδια τη (χημική) φύση του υλικού ή από τη χρήση του. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε έναν κόσμο που θα έχει διατηρήσει το ίδιο σύστημα παραγωγής/διανομής, μα όπου το πλαστικό θα έχει αντικατασταθεί από κάποιο άλλο “οικολογικό” υλικό. Ποιο θα ήταν αυτό το υλικό που θα μπορούσε να παραχθεί σε τέτοια μαζική κλίμακα, που η ίδια η παραγωγή του δεν θα αποτελούσε τεράστια οικολογική καταστροφή; Το “φυσικό” ύφασμα; Το γυαλί;
Η κυβερνητική ρητορική (μαζί και η σημερινή υπερασπίστριά της, η ρηχή οικολογία) καμώνεται πως αγνοεί το ιστορικό στάδιο στο οποίο ζούμε. Καμώνεται πως ζούμε σε καθεστώς ελεύθερου εμπορίου, όπου σκόρπιες μικρές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για το λιγοστό κέρδος και το Κράτος επιβάλλει ρυθμίσεις που πάνω-κάτω επηρεάζουν όλους το ίδιο. Καμώνεται πως μέσα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό οικονομικό πλέγμα είναι δυνατή η “οικολογική” επιλογή, και αρκούν μερικές “αριστερής φρασεολογίας” νομοθετικές ρυθμίσεις για να σπρώξουν τον καπιταλισμό προς τα κει. Τι κι αν οι μεγάλοι πολυεθνικοί γίγαντες, που στα χέρια τους είναι συγκεντρωμένη η παγκόσμια οικονομία, καβαλώντας τα Κράτη τους και τους υπερεθνικούς πολιτικούς και οικονομικούς οργανισμούς καταληστεύουν και ερημώνουν το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη! Τι κι αν διαμορφώνουν το έδαφος της κυριαρχίας τους όχι μόνο με την “ωμή” οικονομική τους δύναμη μα και μέσω των υπερεθνικών οργανισμών και συμφωνιών! Η “συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες”, το “να κάνουμε επιτέλους ό,τι και οι αναπτυγμένες χώρες”, είναι απλά άλλες κουβέντες για το ίδιο πράγμα. Στην πραγματικότητα, όπου αυτή η σκέψη σύμφωνα με τα δεδομένα μιας άλλης εποχής γίνεται με αγνές προθέσεις και δεν είναι απλή δημαγωγία, πρόκειται για μια μορφή ρομαντισμού, που είναι πολύ κακός σύμβουλος εάν πραγματικά ψάχνουμε λύση για τα υπερεπείγοντα προβλήματα επιβίωσης της ανθρωπότητας.
Οι κυβερνητικοί μας κλακαδόροι επιχειρούν να ντύσουν το ζήτημα του νέου φόρου με ένα ηθικού τύπου μανδύα, έτσι ώστε όποιος διαμαρτύρεται για το φόρο να παίρνει τη στάμπα της έλλειψης οικολογικής συνείδησης. Μαζί τους και κάποιοι φίλοι με αγνές οικολογικές διαθέσεις, που φαίνεται να μην καταλαβαίνουν πώς γίνεται κάποιος να διαμαρτύρεται για ένα τέτοιο φόρο. Η τυπική σκέψη δεν τους αφήνει ίσως να αντιληφθούν το πώς μια “ανώτερη ηθική αξία” μπορεί να ενσωματώνεται σε μια “κατώτερη ηθικά” διαδικασία όπως το εμπόριο, να μετατρέπεται η ίδια σε έδαφος μιας νέας παγκόσμιας αγοράς μπροστά στα κλειστά τους μάτια. Δεν μπόρεσαν ακόμη οι οικολόγοι μας να καταλάβουν ότι η λεγόμενη “οικολογική συνείδηση” είναι μια αόριστη παράσταση, που μπορεί να παίξει οποιονδήποτε ρόλο ανάλογα με τη διεργασία στην οποία εντάσσεται (έχουμε στη διάθεσή μας, για παράδειγμα, μια έξοχη οικολογική ρητορική που καταλήγει στην υπεράσπιση των πυρηνικών μονάδων παραγωγής ενέργειας).
Δεν είναι τίποτα πιο απαραίτητο σήμερα, σ’αυτή την εποχή της απογοήτευσης και των κινδύνων που αυτή γεννάει, από το να συνειδητοποιήσουμε τους τρόπους με τους οποίους το σύστημα ενσωματώνει, ιδιωτικοποιεί, βγάζει στη διατίμηση και τελικά χρησιμοποιεί για να εδραιώσει την κυριαρχία του, κάθε πτυχή της καθημερινότητας και της ανοχύρωτης συνείδησής μας. Το πώς κάθε διαμαρτυρία εναντίον του μπορεί να γίνεται άκαρπη ή και επικίνδυνη αν δεν βρει το δρόμο της προς μια συνολική και οργανωμένη ανταγωνιστική πρόταση. Το γεγονός ότι αυτή η πρόταση μπορεί να μην είναι ορατή με μια πρώτη ματιά γύρω μας δεν μπορεί να σημαίνει ότι θα εκχωρήσουμε τη συνείδησή μας στον πρώτο κυβερνητικό τυχοδιώκτη, ότι θα ανεχτούμε να ζήσουμε στις χαραμάδες που συμπτωματικά μπορεί να αφήνει ο οικονομικός πόλεμος.

 

 

 

 

 

Advertisements

Comments are closed.

Αρέσει σε %d bloggers: