Η «καλή» αξιολόγηση και άλλες φαντασιώσεις

Παρακολουθήσαμε χθες την κοινή συνέντευξη των προέδρων της ΕΛΜΕ Ιωαννίνων και του ΣΕΠΕ Ιωαννίνων σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό για τις εξελίξεις στην Εκπαίδευση μπροστά στη νέα σχολική χρονιά. Το να κάνουμε μια πλήρη παρουσίαση και κριτική των όσων είπαν οι δύο συνάδελφοι θα ήταν υπερβολικό για τούτο το μικρό σημείωμα. Επιβάλλεται όμως να σταθούμε σε ένα κρίσιμο -και επικίνδυνο συνάμα- ζήτημα, στο οποίο μια σημαντική μερίδα του συνδικαλισμού μας φαίνεται να πατά και να ξαναπατά τη μπανανόφλουδα που αφήνει η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Αναφερόμενοι στο μεγάλο ζήτημα της Αξιολόγησης, και οι δύο συνάδελφοι εξέθεσαν την άποψη ότι στην Εκπαίδευση χρειαζόμαστε κάποιας μορφής αξιολόγηση, αρκεί αυτή να έχει πρώτα συζητηθεί πλατιά, να μην είναι τιμωρητικού χαρακτήρα, να μην είναι εργαλείο χειραγώγησης των εκπαιδευτικών και κατηγοριοποίησης των σχολείων. Θέτοντας εδώ από την αρχή το σημείο της διαφωνίας μου, σημειώνω ότι αυτή ακριβώς η άποψη, που δέχεται την “αξιολόγηση υπό όρους” είναι το καταλληλότερο λιπαντικό για την εφαρμογή της αξιολόγησης χωρίς κανέναν όρο. Η “καλή” αξιολόγηση που ονειρεύονται οι συνάδελφοι είναι ίδια κι απαράλλαχτη με την “κακή”, τουλάχιστον στα μεσο-μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της.

Πριν δούμε το γιατί συμβαίνει αυτό, ας σταθούμε σε ένα δεύτερο, αλλά αρκετά σημαντικό, σημείο. Ένα από τα επιχειρήματα με τα οποία οι συνάδελφοί μας προσπάθησαν να στηρίξουν την άποψή τους ήταν ότι “η κοινωνία δεν πρέπει να σκεφτεί ότι είμαστε αντίθετοι στο να αξιολογηθούμε, όταν όλοι αξιολογούνται. Έτσι πρέπει εμείς οι ίδιοι να κάνουμε τις προτάσεις για την μορφή της αξιολόγησής μας”. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που, αν και ακούγεται συχνά, δεν το καταλαβαίνω, ειδικά όταν ξεστομίζεται από δασκάλους. Είναι αλήθεια ότι το κίνημα των εκπαιδευτικών πρέπει συνεχώς να σφυρηλατεί τη συμμαχία του με τα άλλα δύο μέρη του σχολικού τριγώνου, τα παιδιά και τους γονείς. Οι συμμαχίες όμως, και μάλιστα οι έντιμες και ελπιδοφόρες, δεν χτίζονται ούτε με την κουτοπονηριά ούτε με την υποταγή στις αντιλήψεις του άλλου. Εάν κρίνουμε ότι η απαίτηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών είναι κυρίαρχη μέσα στους γονείς (σε ποιους γονείς; Σε όλους; Είναι κάποιο ενιαίο κοινωνικά στρώμα οι “γονείς” μήπως;) και εάν εμείς κρίνουμε ότι αυτό οφείλεται στην προπαγάνδα του λόγου των αφεντικών, τότε αυτό που έχουμε να κάνουμε, σαν δάσκαλοι και σαν κοινωνικοί συνοδοιπόροι, είναι να τους εξηγήσουμε υπομονετικά το γιατί οι απόψεις τους είναι λαθεμένες. Θα ήταν ενδιαφέρον να μας αποκαλύψουν οι συνάδελφοι πώς φαντάζονται μια συμμαχία με τους “γονείς”, η οποία στην τελική ανάλυση θα αποδεχόταν το λόγο της κυρίαρχης τάξης περί αξιολόγησης. Τι να την κάνει κανείς μια τέτοια συμμαχία;

Ας πάμε όμως στην κύρια αντίρρηση. Μπορεί να υπάρχει “καλή” αξιολόγηση των εκπαιδευτικών; Θα μπορούσαμε να καταστρώσουμε μια πρόταση σαν αυτή που υπονοούν (αλλά δεν περιγράφουν) οι συνάδελφοι πρόεδροι; Μιας και ο χώρος ετούτου του σημειώματος είναι περιορισμένος, ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε με συντομία.

– Είναι στη φύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας το ότι δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Νόρμες εκπαιδευτικού έργου δεν υπάρχουν, και άρα η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πάνω στην τήρηση της νόρμας αναγκαστικά θα προϋποθέτει νόρμες επιβεβλημένες από αυθαίρετους εξωεκπαιδευτικούς σχεδιασμούς. Η Αξιολόγηση χτυπά απευθείας στην καρδιά της Εκπαίδευσης.

– Δε νοείται κριτική του γενικού εκπαιδευτικού έργου ξεκομμένη από την κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος. Ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα, ένα σύστημα που προσπαθεί για την ολόπλευρη μόρφωση των παιδιών, είναι σαφώς διαφορετικό περιβάλλον από ένα σύστημα περικοπών και καθολικού ελέγχου. Η αξιολόγηση (κάθε αξιολόγηση) μεταφέρει το ερώτημα “ποιον ωφελεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Ποιες είναι οι αξίες του και με ποιον τρόπο τις υπηρετεί;” στο “πώς κάνει τη δουλειά του ο υπάλληλος;”. Η Αξιολόγηση λειτουργεί λοιπόν σαν ξέπλυμα του συστήματος.

– Η εκπαίδευση δεν είναι μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από σωστές και λάθος μεθόδους, έτσι αόριστα και γενικά. Ένα σωρό μέθοδοι που παλιότερα θεωρούνταν ιδανικές, σήμερα είτε έχουν πεταχτεί στο σκουπιδοντενεκέ είτε έχουν ακόμη και καταδικαστεί. Επιπλέον, στην εκπαίδευση δεν υπάρχουν συνταγές. Γνωρίζουμε καλά πως μια προσέγγιση ενός θέματος μπορεί να αλλάζει από σχολείο σε σχολείο, ακόμη κι από τμήμα σε τμήμα του ίδιου σχολείου.

Η αξιολόγηση βάζει κάτω από το χαλί τις υπαρκτές κοινωνικές διαφορές των σχολείων και των παιδιών. Με λίγα λόγια, η Αξιολόγηση μασκαρεύει τις ταξικές διαφορές με το μανδύα των “ατομικών ευθυνών του εκπαιδευτικού”.

– Η εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη. Ο κρατικός θεσμός της εκπαίδευσης, όπως και το σύνολο του κράτους, διασφαλίζει τους όρους της διαιώνισης της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Αυτό σημαίνει ότι την “εκπαιδευτική ατζέντα”, ανεξάρτητα από το αν η κυβέρνηση είναι δεξιά ή “αριστερή”, την καθορίζουν έμμεσα (και κάποιες φορές άμεσα, αμεσότατα) τα επιτελεία των αφεντικών. Ένας θεσμός, λοιπόν, που καλείται να πετύχει τους στόχους των αφεντικών θα ήταν παράλογο να θεωρούμε ότι μπορεί να αξιολογηθεί από τους μηχανισμούς των αφεντικών στο κατά πόσο υπηρέτησε τη μόρφωση των παιδιών των εργατικών και λαϊκών τάξεων. Η Αξιολόγηση, “καλή” και “κακή”, είναι εργαλείο ταξικής κυριαρχίας.

– Η εκπαίδευση δεν έχει άμεσα αποτελέσματα. Πολλές φορές τα αποτελέσματα μιας συνεκτικής διδασκαλίας παρουσιάζονται χρόνια αργότερα. Η οικοδόμηση των βάσεων της μάθησης, αυτή η τόσο σημαντική πλευρά της Εκπαίδευσης, δεν έχει να κάνει με την επίτευξη άμεσων στόχων. Οι άμεσοι στόχοι είναι απαίτηση του σχολείου-επιχείρηση. Η Αξιολόγηση μετατρέπει το Σχολείο σε θέαμα.

– Όπου έχει εφαρμοστεί η Αξιολόγηση, και μιλάμε για τα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, έχει οδηγήσει σε μια γραφειοκρατική κόλαση, όπου η χαρά και η δημιουργικότητα θυσιάστηκαν στο βωμό της “επίτευξης στόχων”. Η Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα έχει οδηγήσει στο γραφειοκρατικό ψεύδος (σχολεία και εκπαιδευτικοί απλά συμπληρώνουν ψευδή στοιχεία όπου μπορούν για να πετύχουν καλύτερο “σκορ”), σε εργασιακή εξάντληση των εκπαιδευτικών (μιλάμε για μαζικές παραιτήσεις και έλλειψη ακόμη και αναπληρωτών, λόγω κακής φήμης του επαγγέλματος) και ανούσια εντατικοποίηση. Η Αξιολόγηση απονεκρώνει τον εκπαιδευτικό και το σχολείο.

– Ακόμη και η “καλή” αξιολόγηση οδηγεί στην κατηγοριοποίηση των σχολείων. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήδη, και τώρα που δεν υπάρχει “επίσημη” αξιολόγηση, τα σχολεία είναι κατηγοριοποιημένα στην κοινή γνώμη (κακώς, αλλά το ξέρουμε ότι ισχύει σε μεγάλο βαθμό). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το αίσχος των ανούσιων μεταγραφών (με τη δήλωση ψευδών στοιχείων ή και με “ρουσφέτια”, όπως έχουμε δει σε κάποιες περιπτώσεις) μέσω των οποίων αποδυναμώνονται κάποια σχολεία και ενισχύονται άλλα. Όταν η Αξιολόγηση βάλει αυτή την “επίσημη” στάμπα πάνω από κάποιο σχολείο, δεν θα χρειάζεται να είναι “τιμωρητική”. Η ίδια η κοινωνία θα λειτουργήσει αυτόματα. Η Αξιολόγηση, ακόμη και η “καλή”, είναι μηχανισμός κατηγοριοποίησης και αποδυνάμωσης/κλεισίματος σχολείων (το ίδιο φυσικά θα ισχύσει και για τους εκπαιδευτικούς όταν εφαρμοστεί η ατομική τους αξιολόγηση).

– Η Αξιολόγηση, καθώς θα πραγματοποιείται από συγκεκριμένους μηχανισμούς, παγιώνει την αντίληψη ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να καθορίσουν τις ζωές και τις ανάγκες τους. Ο Σύλλογος Διδασκόντων (μαζί και τα μαθητικά συμβούλια και οι σύλλογοι γονέων) παύει να είναι το κυρίαρχο όργανο στο οποίο τα παιδαγωγικά, διοικητικά ή όποια ζητήματα κουβεντιάζονται δημοκρατικά και προτείνονται οι αντίστοιχες λύσεις. Ο έλεγχος και η “λύση” έρχεται απ’έξω, ο Σύλλογος απλά προτείνει τον καλύτερο τρόπο για να εφαρμοστούν τα πορίσματα της Αξιολόγησης. Η Αξιολόγηση είναι ένα πλήγμα στη δημοκρατία, είναι μια αυταρχική κατρακύλα.

– Η Αξιολόγηση υπηρετεί τη στροφή της κοινωνίας από το σύνολο στο άτομο. Μια κατ’εξοχή κοινωνική διαδικασία όπως η Εκπαίδευση, μετατρέπεται σε ατομική, οι μαθητές και οι γονείς είναι οι πελάτες στο “νέο σχολείο”. Το Κράτος, μέσω της αξιολόγησης, θα ελέγχει εάν οι εκπαιδευτικοί παρέδωσαν στο άτομο-μαθητή-πελάτη το συμφωνημένο “πακέτο εκπαιδευτικών υπηρεσιών”. Η Αξιολόγηση είναι το ιδεολογικό εργαλείο του νεοφιλελευθερισμού στην Εκπαίδευση.

– Η αξιολόγηση δεν είναι ένα αφηρημένο σχήμα, όπως θέλουν να παρουσιάσουν κάποιοι, μα ο κύριος τρόπος εφαρμογής της καπιταλιστικής επιθετικότητας στην Εκπαίδευση. Μέσω της Αξιολόγησης παγκόσμια διευκολύνεται η διατίμηση του προϊόντος “εκπαιδευτική υπηρεσία” (και όχι πια “εκπαίδευση”, καθώς κάθε κομματάκι της παίρνει πια το ταμπελάκι με την τιμή του, αυτό με το οποίο θα βγει στην αγορά είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσα από την αναζήτηση χορηγών. Η Αξιολόγηση υπηρετεί το Σχολείο της Αγοράς.

– Δεν υπάρχει αξιολόγηση που να μην είναι συνάμα και χειραγώγηση. Ο έλεγχος πάνω στη σχολική ζωή, η παρακολούθηση των υποτιθέμενων “επιδόσεων” του σχολείου και του εκπαιδευτικού, ακόμη κι όταν δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, λειτουργεί κανονιστικά. Αυτό σημαίνει ότι οδηγεί το σχολείο και τον εκπαιδευτικό να προτιμήσει εκείνες της συμπεριφορές και μεθόδους που θα οδηγήσουν στο καλύτερο δυνατό “σκορ”. Πρακτικά, με την εξαίρεση κάποιων συναδέλφων που ενδεχομένως θα αντιστέκονται λόγω προσωπικού “τσαγανού” ή επιστημονικής-παιδαγωγικής αξιοπρέπειας, όλο και περισσότερα σχολεία (και συνάδελφοι) θα λειτουργούν κατά πώς επιβάλλει η προωθούμενη νόρμα. Η Αξιολόγηση είναι ο θάνατος της Παιδαγωγικής Ελευθερίας.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα σωρό ακόμη σημεία. Όσοι δίνουμε τη ζωή μας στο μαυροπίνακα, ξέρουμε μέσα μας τι έγκλημα πρόκειται να πραγματωθεί. Θα μπορούσαμε επίσης να μιλάμε με τις ώρες ακαδημαϊκά, για κάποια “αξιολόγηση που θα θέλαμε εμείς”. Ε λοιπόν, ας ξεχάσουμε ότι δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο, ας ξεχάσουμε ότι η Αξιολόγηση που προτείνεται είναι αυτή που επιθυμούν οι μεγάλοι πολυεθνικοί εκπαιδευτικοί-επιχειρηματικοί κολοσσοί και τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία (ΟΟΣΑ), κι ας προκαλέσουμε κι από δω εκείνους τους συναδέλφους που μας μιλούν για “μια άλλη, καλή, αξιολόγηση” να μας περιγράψουν μερικά βασικά της σημεία. Αν βρουν έστω κι ένα που να αντέχει την κριτική, το υπόσχομαι, θα σταματήσουμε να είμαστε τόσο αυστηροί μαζί τους. Δεν θα το βρουν όμως. Η “καλή αξιολόγηση” θα μείνει για πάντα μια φαντασιακή μπαλαφάρα, σαχλό φάσμα που θα υπηρετεί την εφαρμογή της “κακής”, της μόνης πραγματικά δυνατής.

Τρία υστερόγραφα:

– Ας μην θεωρηθεί ότι η επικέντρωση ετούτου του σημειώματος στην Εκπαίδευση υπονοεί ότι η Αξιολόγηση είναι διαδικασία ανεκτή ή επιθυμητή σε άλλους τομείς και άλλους κλάδους εργαζομένων. Αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση.

– Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, αλλά και συνδικαλιστικά, έγειρε την πλάστιγγα στην κατεύθυνση της αποδοχής/εφαρμογής της Αξιολόγησης. Εάν στην περίοδο των ΣαμαροΒενιζέλων η αντίθεση ήταν μαζική, σήμερα όλοι αισθάνονται πια ότι “τους παίρνει” να προσθέσουν το λιθαράκι τους στην εφαρμογή της Αξιολόγησης.

– Η μάχη της Αξιολόγησης θα καθορίσει το μέλλον της Εκπαίδευσης στη χώρα μας για τα πολλά επόμενα χρόνια. Το θέμα δεν είναι “ακαδημαϊκό”, δεν πρόκειται για απλή αντιπαράθεση απόψεων για τα εκπαιδευτικά θέματα. Η αντίθεση στην Αξιολόγηση σημαίνει αγώνα, σημαίνει ευθύνη, σημαίνει ότι στεκόμαστε με ειλικρινή αλληλεγγύη για το μέλλον της Εκπαίδευσης. Φτάνουν οι κουβεντούλες, αρκετά πια.

neoliberalism

Advertisements

Στις αμμουδιές του εθνικού πανικού

Όταν σφαγιάστηκε η Χημεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν άνοιξε ρουθούνι. Δυο-τρεις ανακοινώσεις, μια διαμαρτυρία της ΕΕΧ κι αυτό ήταν όλο. Το αντικείμενό μου καταλαμβάνει πια μόλις 45 λεπτά του εβδομαδιαίου προγράμματος, σε απόλυτη αναντιστοιχία με το γεγονός ότι η Χημεία είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη Επιστήμη στο σύγχρονο κόσμο.

Κόπηκε μέρα μεσημέρι. Κι όμως, δεν βγήκε κανείς να φωνάξει πόσο ζημιώνεται το έθνος μας, πόσο κουτσουρεμένη βγαίνει η σκέψη των παιδιών, πόσο εύκολα απαρνούμαστε κομμάτι της πολιτιστικής και επιστημονικής μας κληρονομιάς. Δεν είχαμε ιντερνετικές εξομολογήσεις για το πόσο ανυπομονούσαν διάφοροι για το μάθημα της Χημείας, πώς τους ενθουσίαζε. Δεν είχαμε δημόσιο αυτομαστίγωμα του τύπου “πραγματικά λυπάμαι τον εαυτό μου που δεν έμαθα Χημεία όταν έπρεπε”. Πολύ περισσότερο, οι άνθρωποι που υποστήριξαν -με τα δικά τους επιχειρήματα- τη μείωση των ωρών διδασκαλίας της Χημείας δεν χαρακτηρίστηκαν από κανέναν ως “ανθέλληνες”, ως επικίνδυνοι, ως “αναρωτιέμαι πώς τους επιτρέπουν να διδάσκουν στα σχολεία μας”. Ακόμη και σήμερα η συζήτηση στον επιστημονικό κόσμο για την αυτονομία της διδασκαλίας των ξεχωριστών κλάδων των Φυσικών Επιστημών είναι εντονότατη, μα κατηγορίες τέτοιου τύπου δεν έχουν ακουστεί.

Τι στο καλό συμβαίνει λοιπόν με τη συζήτηση για τη μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο? (αυτή είναι η πραγματική συζήτηση. Όλα τα υπόλοιπα είναι φασαρία εκ του πονηρού). Γιατί αυτή η ένταση και το άγχος?

LinA

Παρένθεση. Οικογενειακό μαζικό τραπέζωμα. Όλοι χαρούμενοι, είχαν καιρό να βρεθούν, αγκαλιάζονται, λένε τα νέα τους. Τρώνε, συζητούν. Κάποια στιγμή, κάποιος λέει τη λάθος κουβέντα, μια κουβέντα που θα μπορούσε και να πέσει κάτω. Μέσα σε λίγα λεπτά το τραπέζωμα έχει διαλυθεί, πικρά λόγια λέγονται, ιστορίες από παλιά ζωντανεύουν σε διάφορες βολικές εκδοχές και φεύγουν όλοι στενοχωρημένοι και “σιγά μην ξαναπατήσω εγώ στης μάνας σου” ή κάτι τέτοιο.

Έτσι συμβαίνει στις οικογένειες που έχουν άλυτα προβλήματα, προβλήματα συγκρότησης, ένοχα μυστικά…

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την πρόταση για μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο?

Η ένταση της σημερινής συζήτησης δεν δικαιολογείται από το ίδιο το αντικείμενό της. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τα “αρχαία” αυτό για το οποίο συζητάμε, όσο κι αν κανείς νομίζει ότι αυτό κάνει. Η πρόταση για τη χαλάρωση των “αρχαίων” είναι η λάθος κουβέντα στο οικογενειακό τραπέζωμα. Είναι η κουβέντα που θυμίζει στην οικογένεια το ένοχο μυστικό της, το πτώμα που κρύβει στο υπόγειο.

Η συζήτηση για τα “αρχαία” ξαναφέρνει στην επιφάνεια όλους τους καταστατικούς μύθους του Ελληνικού κράτους, της αδιατάραχτης συνέχειας, της ομοιογένειας, της καθαρότητας, του ίδιου του συστατικού του δικαιώματος. Ξαναζωντανεύει το γλωσσικό πόλεμο, αυτόν τον εξαιρετικό -μα καλά κρυμμένο- συνοδοιπόρο του ταξικού πολέμου, φέρνει στην επιφάνεια όλο εκείνο το απεχθές, πολιτικά ετερόκλητο, φάσμα των νεοκαθαρευουσιάνων και των υπέρμαχων του “πολυτονικού”, των “ν” του “ως” και της “πειθαρχίας που σε διδάσκει η αρχαία Ελληνική”. Πάνω απ’όλα, ξεσκάβει το πτώμα του πολιτισμικού και γλωσσικού πλούτου αυτού του τόπου που τσακίστηκε με λύσσα πότε από το χωροφύλακα, πότε από το δάσκαλο και πότε από το διπλωμάτη.

Αυτή είναι η πηγή της έντασης, σ’αυτή πρέπει να τοποθετηθούμε. Η Ελληνική Αριστερά κάποτε σήκωσε αυτή τη μάχη αναδεικνύοντας διανοητικούς γίγαντες και μεγάλους δασκάλους. Ας ξαναπιάσουμε το νήμα τους.

 

 

*  Κάποιοι λένε ότι η συζήτηση για τα “αρχαία” είναι παρελκυστική. Ότι προωθείται πονηρά για να μην δούμε το πραγματικό ζήτημα που είναι οι περικοπές που γίνονται στην εκπαίδευση. Η απάντησή μου είναι ότι αν μια συζήτηση σηκώνει τέτοια αναστάτωση μέσα στην κοινωνία, τότε είναι μια συζήτηση που οφείλει να γίνει. Ακόμη, εάν απειληθεί έστω και μια διδακτική ώρα συναδέλφου, εγώ προσωπικά θα είμαι, όπως πάντα, στο δρόμο. Την προηγούμενη φορά που απειλήθηκαν συνάδελφοι/ισσες μας, με τις διαθεσιμότητες που έφερε η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Κουβέλη, βγήκαμε σε μια απεργία με συμμετοχή χωρίς προηγούμενο και σε μαχητικές κινητοποιήσεις που κράτησαν μέχρι και την αποκατάσταση των ανθρώπων μας. Δεν είμαι σίγουρος, και πες ό,τι θες, πως στο στρατόπεδο των κεντρικών δημόσιων υπερασπιστών των “αρχαίων” υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συμπαραστάθηκαν στον αγώνα μας τότε ή πρόκειται να συμπαρασταθούν αν κινδυνέψουν συνάδελφοι φιλόλογοι. Πάλι εμείς θα είμαστε στο δρόμο και πάλι εκείνοι θα λένε για περιττούς τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους…

** Κάτι ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον, που αξίζει νομίζω να το γράψω εδώ. Την άποψή μου για τη διδασκαλία των “αρχαίων” και ιδιαίτερα για την ιδεολογική χρήση της τη λέω με κάθε ευκαιρία και φυσικά την είπα και τώρα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υπέθεσαν αυτόματα, χωρίς καν να το σκεφτούν ελπίζω, ότι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι θεωρώ τα “αρχαία” δύσκολα, ότι δεν ήμουν καλός σ’αυτά σαν μαθητής, ότι δεν τα αγαπώ. Δεν τους πέρασε καν απ’το μυαλό ότι η θέση μου αυτή μπορεί να ξεκινά από το ακριβώς αντίθετο. Δεν είναι βλάκες (κάποιοι απ’αυτούς τουλάχιστον), μα αυτό δείχνει τη φύση της συζήτησης που λέγαμε παραπάνω: Εμείς που δεν θέλουμε τα “αρχαία” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο τα μισούμε ενώ οι άλλοι που τα θέλουν τα αγαπούν. Σωστά. Ακόμη κι αν πρόκειται για ανθρώπους που η μόνη τους σχέση με την αρχαιότητα είναι κάτι περικεφαλαίες που φορούσαν στα συλλαλητήρια του 1992, ίσως και μερικοί “αρχαιοελληνικού” τύπου χαρακτήρες στα πανώ των υποστηρικτών της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Ελλάδας…

*** Για το γλωσσικό πόλεμο δεν θα πω εδώ πολλά, έχω ξαναγράψει. Αν και νομίζω ότι η άποψή μου καλύπτεται απ’αυτήν την υπέροχη σκηνή με τον αγαπημένο ηθοποιό, Γιώργο Γαβριηλίδη, που θα τη δεις αν πατήσεις πάνω στην εικόνα του. Enjoy! (από το αρχαιοελληνικό “εντζόυ”)

gg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φαντασία, ma non troppo…

Με το σημερινό ποστ θα στενοχωρηθούμε λίγο, το ξέρω. Θα το γράψω όμως γιατί δεν είναι σωστό να κρατάμε κάποια πράγματα μέσα μας.
Κυκλοφορεί ξανά στα “μέσα” μια διάλεξη του γνωστού και αγαπημένου Ευγένιου Τριβιζά από ένα TEDx του 2013 (για τη σαχλαμάρα που λέγεται TED ελπίζω κάποια στιγμή να βρω χρόνο να βγάλω εδώ μέσα όση χολή της αρμόζει, αλλά όχι τώρα). Σ’αυτή του τη διάλεξη, ο Τριβιζάς μιλά για τις αρετές της φαντασίας και την κακή σχέση της εκπαίδευσης μ’αυτήν. Η διάλεξη δυστυχώς είναι τυπικό δείγμα TED (αοριστίες, μανιπουλάρισμα του κοινού, ύμνοι στην “καινοτομία”), και μιας και βλέπω αγαπητούς μου φίλους να την αναπαράγουν και να την επικροτούν, ας πω κι εγώ μια άλλη γνώμη μπας και βγάλουμε άκρη.

trivizas

Για αρχή, θέλω να σου πω ότι δεν μου αρέσει καθόλου μα καθόλου το τσαλαβούτημα στην Επιστήμη για εύκολο εντυπωσιασμό. Ο Τριβιζάς, μπλέκει στη διάλεξή του την παραμυθική φαντασία με την φαντασία στην επιστημονική έρευνα, αδιαφορώντας για την έκταση της συμβατότητάς τους. Αντίθετα, ενισχύει τη γενική σύγχυση αναφέροντας ποιητικές εκφράσεις γνωστών επιστημόνων σαν απόδειξη του ρόλου που παίζει η φαντασία στην Επιστήμη. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι φαίνεται πως δεν τις έχει κατανοήσει, ας σκεφτούμε ότι πίσω από μια ποιητική έκφραση ενός επιστήμονα για ένα φυσικό φαινόμενο δεν κρύβεται απλά η “φαντασία”, αλλά η σκληρή και απογοητευτική καθημερινή δουλειά, κρύβεται μια θεωρία, κρύβονται ανελέητα Μαθηματικά και ΦυσικοΧημεία. Επίσης, ας μην υπερεκτιμούμε τη δυνατότητα ακόμη και μεγάλων επιστημόνων να πετυχαίνουν τις κατάλληλες εκλαϊκεύσεις της θεωρίας τους ή διδακτικά άρτιες ποιητικές μεταφορές της. Έχουμε σχολιάσει ξανά σε τούτο το blog τη λανθασμένη αποφθεγματική χρήση των επιστημονικών θεωριών σαν γαρνιτούρα άρθρων και διαλέξεων κι ο Τριβιζάς δεν αποφεύγει το ατόπημα αυτό.
Ας μπούμε όμως στο ψητό. Το παράπονο του Τριβιζά, και έχει 100% δίκιο σ’αυτό, είναι πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα σκοτώνει τη φαντασία. Το ίδιο, με λίγο πιο άνετο ύφος, μας έλεγε πριν από λίγα χρόνια και ο κύριος Robinson σε αντίστοιχες διαλέξεις που έσπαγαν τα ρεκόρ των views και των like στα “μέσα”. Τίποτα καινούργιο εδώ. Όποιος έχει παίξει τρίλιζα και ναυμαχία την ώρα των Αρχαίων, γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι το σχολείο καταπιέζει τη φαντασία. Όποιος έχει δει ένα υπέροχο (ή έτσι νόμιζε όταν το έγραφε τέλος πάντων) γραπτό του να του επιστρέφεται γεμάτο κόκκινες διαγραφές δεν υπάρχει περίπτωση να διαφωνήσει με τους Τριβιζά και Robinson. Γιατί όμως?
Αν παρατηρήσει κανείς αυτές τις διαλέξεις, θα διαπιστώσει ότι αποφεύγουν με-μικρή ή μεγαλύτερη- μαεστρία το βασικό ερώτημα. Το ζήτημα δεν είναι να πεις με ωραία λόγια αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα επιτίθεται στη φαντασία, αλλά το γιατί το κάνει. Κι εκεί οι Τριβιζάς και Robinson δεν μας λένε απολύτως τίποτα. Ή μάλλον, κάτι μας λένε. Ο Τριβιζάς μας αναφέρει το παράδειγμα του “αόρατου καγκουρώ”, για το οποίο δέχτηκε την επίπληξη μιας “ηλικιωμένης εκπαιδευτικού”, που δεν καταλάβαινε γιατί τα παιδιά θα έπρεπε να κοιτούν ένα καγκουρώ που δεν υπάρχει στ’αλήθεια. Βλέπεις? Εδώ δεν είναι το “εκπαιδευτικό σύστημα” που σκοτώνει τη φαντασία. Είναι η “ηλικιωμένη εκπαιδευτικός”. Στη μόνη στιγμή που έφτασε να ονοματιστεί ο ένοχος, αυτός ήταν ο εκπαιδευτικός. Όχι τυχαία.
Σε τούτο το blog έχουμε αφιερώσει πολλά ποστ στο ίδιο θέμα. Όμως το έχουμε κάνει με μια -ενοχλητική για κάποιους- εμμονή. Την ανάδειξη της βασικής αιτίας που το σχολείο μας καταπιέζει τη δημιουργική και κριτική σκέψη. Έχουμε μιλήσει για το ρόλο του σχολείου σα μηχανισμό εκπαίδευσης της εργατικής τάξης, σα μηχανισμό ταξικής κατανομής, σα μηχανισμό κατήχησης. Έχουμε πει ότι το βασικό πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι ότι είναι η εκπαίδευση του καπιταλισμού. Είμαι σίγουρος ότι αυτό ακούγεται “ξύλινο”, αλλά ας απαντήσουμε: θα μπορούσε το καπιταλιστικό σχολείο να διαμορφώνει μαζικά προσωπικότητες που θα αμφισβητούσαν το ίδιο το σύστημα? Πού στο διάολο χωρά η δημιουργικότητα, η κριτική σκέψη και η φαντασία σε ένα εργοστάσιο παραγωγής υπάκουων εργαζομένων?
Αν ο Τριβιζάς αποφεύγει στη διάλεξη του το βασικό ερώτημα “γιατί το Σχολείο μας σκοτώνει τη Φαντασία?”, δεν συμβαίνει το ίδιο με το ερώτημα “τι μας χρειάζεται η Φαντασία?”. Εκεί μας δίνει μια πολύ σαφή εικόνα της λογικής του. Η φαντασία συνδέεται απ’ευθείας με την ιδέα της καινοτομίας: κάποιος επινόησε την ηλεκτρική σκούπα, κάποιος άλλος τα post-it, ένας τρίτος το βέλκρο. Η φαντασία είναι το μέσο με το οποίο το άτομο “ξεχωρίζει”, κάνει την εφεύρεση, γίνεται πλούσιο. Στο κάτω-κάτω, όπως ξεκάθαρα μας λέει ο παραμυθάς μας, “αν είχαμε περισσότερους τέτοιους εφευρέτες, θα βγαίναμε γρηγορότερα από την κρίση”. Αν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό, σε ένα άλλο σημείο μας διαβεβαιώνει ότι είναι η φαντασία που παράγει τον πλούτο και όχι η εργασία. Όχι λοιπόν, για τον υπέρμαχο της φαντασίας, αγαπητό κύριο Τριβιζά, ο πλούτος του κόσμου δεν παράγεται από την εργασία δισεκατομμυρίων προλετάριων, μα από τη φαντασία κάποιων εξαιρετικών προσωπικοτήτων (έρμε Κάρολε…).
Στο τέλος της διάλεξης, ο Τριβιζάς μας μιλάει για το “πείραμα του συνδετήρα”. Πόσες διαφορετικές χρήσεις ενός συνδετήρα μπορείτε να φανταστείτε? Εκείνοι που μπορούν να φανταστούν πολλές, είναι τα εξαιρετικά άτομα, εκείνα που θα πάνε τον κόσμο μας μπροστά. Αν κάτι μας χρειάζεται, σύμφωνα με τον Τριβιζά, είναι περισσότεροι άνθρωποι που να φαντάζονται πολλές χρήσεις του συνδετήρα, όπως τα μικρά παιδιά, πριν το σχολείο “τους σκοτώσει την φαντασία”. Έχω άλλη άποψη. Είναι πλέον βέβαιο πως κάθε τεχνολογική πρόοδος, κάθε “καινοτομία”, κάθε “φανταστική επινόηση εξαιρετικών ανθρώπων” είναι καταδικασμένη να εξυπηρετεί τη βαρβαρότητα στην οποία βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο καθημερινά. Αν είναι κάτι που μπορεί να δώσει ελπίδα σ’αυτή την ετοιμοθάνατη ανθρωπότητα, αυτό είναι άνθρωποι που μπορούν να φανταστούν, και να πραγματώσουν, έναν άλλο τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας, απαλλαγμένο από τη σαπίλα του καπιταλισμού.
Ελπίζω να προλάβουμε να δούμε αυτόν τον νέο κόσμο της ισότητας, της απόλυτης Ελευθερίας και της αχαλίνωτης φαντασίας. Ελπίζω να τον προλάβουμε όλοι, κι εγώ και ο Ευγένιος Τριβιζάς. Και τότε, όχι απλά θα του χτυπήσω το ότι είχα δίκιο, αλλά θα τον προκαλέσω και σε έναν αγώνα δρόμου καβάλα σε κβαντικά λάμα που θα φτύνουν καραμέλες.

Συνέδριο ΟΛΜΕ: Στασιμότητα με ευθύνη του ρεφορμισμού

Λίγο πριν χαράξει ο ήλιος της 3ης του Ιούλη, έληγαν οι ψηφοφορίες για τις αποφάσεις του 17ου συνεδρίου της ΟΛΜΕ. Ποιες ήταν αυτές οι αποφάσεις? Πρακτικά καμία…

Κρίνοντας ψυχρά και μόνο από το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών (γιατί προφανώς ένα συνέδριο δεν είναι μόνο οι τελικές του ψηφοφορίες), δεν υπάρχει τίποτα που να μας λέει ότι ο κλάδος πήγε έστω κι ένα βήμα μπροστά. Το αντίθετο μάλιστα, κι εδώ είναι η μεγάλη αντίφαση πάνω στην οποία θα πορευτούμε: Να δυναμώνει η Αριστερά και να αφοπλίζεται ο κλάδος.

Πέρα από κάποιες επιμέρους αποφάσεις και ορισμένα ψηφίσματα (το ψήφισμα για την «Ιθαγένεια σε όλα τα παιδιά», που κατατέθηκε από δεκάδες συναδέλφους/ισσες υπερψηφίστηκε συντριπτικά, πράγμα που μου τόνωσε μια σχετική περηφάνια για τους συναδέλφους/ισσες μου) η κεντρική απόφαση του 17ου συνεδρίου ήταν η… επικύρωση των αποφάσεων του 16ου συνεδρίου. Μόλις μπήκα στην αίθουσα του συνεδρίου και αντίκρισα το κεντρικό του σύνθημα, «όσα είπαμε ισχύουν», αισθάνθηκα πάρα πολύ άβολα. Μου φάνηκε σαν μια με το στανιό διαβεβαίωση αγωνιστικότητας, μια παραδοχή ότι πρακτικά τίθεται υπό αμφισβήτηση το αν «αυτά που είπαμε» ισχύουν. Δυστυχώς, νομίζω ότι οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Το να λέμε σήμερα ότι συνεχίζουμε να πορευόμαστε με τις –πραγματικά πολύτιμες για την εποχή τους- αποφάσεις του 16ου συνεδρίου σημαίνει ότι είμαστε αφοπλισμένοι μπροστά στις προκλήσεις της συγκυρίας. Όσο προωθητικές και να ήταν οι αποφάσεις δύο χρόνων πριν –που ήταν- χωρίς την επικαιροποίηση και την προσαρμογή τους, αντί για εργαλείο αγώνα μπορεί να αποδειχθούν ακόμη και εμπόδιο.

Την κύρια ευθύνη γι’αυτή την κατάληξη φέρουν οι παρατάξεις των ΣυνΕΚ και του ΠΑΜΕ. Ξεκινώντας από το δεύτερο, έπραξε αυτό που μας έχει συνηθίσει, δηλαδή το «ή η δική μου πρόταση ολόκληρη ή τίποτα», λογική που το οδήγησε άλλωστε σε μια μεγάλη πτώση σε αριθμό συνέδρων. Η περίπτωση των ΣυνΕΚ όμως ήταν αποκαλυπτική για το τι έχουμε μπροστά μας. Για αρχή, δεν ξέρω πια αν μπορούμε να μιλάμε για ΣυνΕΚ, ενώ μάλλον έχουμε μπροστά μας το «ΜΕΤΑ εκπαιδευτικών». Η κεντρική γραμμή της παράταξης αυτής ήταν η υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου. Αυτό φυσικά δεν έγινε χωρίς κορώνες κριτικής, αλλά μιας κριτικής ουσιαστικά απολογητικής. Για να εξηγηθώ, όταν καταπίνεις τα 30 παιδιά/τμήμα δεν με ενδιαφέρει αν κάνεις κριτική επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έφερε το Σοσιαλισμό. Είναι προφανές ότι κανείς δεν περίμενε κάτι τέτοιο, αλλά ο κλάδος σαφώς και απαιτεί τη μείωση των παιδιών ανά τμήμα. Ο ρόλος που έπαιξε το «ΜΕΤΑ εκπαιδευτικών» σ’αυτό το 17ο συνέδριο της ΟΛΜΕ μπορεί να φανεί ξεκάθαρα σε τρία κεντρικά σημεία:

  1. Στη στάση του στα επιμέρους κλαδικά ζητήματα. Η καταψήφιση κάθε διεκδίκησης με τη μονότονη επανάληψη του «η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι θα υλοποιήσει/ικανοποιήσει/εφαρμόσει … και άρα δεν υπάρχει λόγος να μπει στις αποφάσεις» ήταν σοκαριστική, όπως επίσης σοκαριστική ήταν η ανυπαρξία συγκροτημένης αμφισβήτησής της μεταξύ των συνέδρων των ΣυνΕΚ. Ήταν μια λογική που δεν έστεκε πουθενά (πότε στην ιστορία μας δεν διεκδικήσαμε κάτι επειδή μια κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι «το βλέπει με συμπάθεια»?), μια λογική κυβερνητικού συνδικαλισμού. Η συντριβή της βέβαια ήρθε πολύ σύντομα, με τους συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ να χτυπιούνται ότι η κυβέρνηση θα μειώσει τα παιδιά ανά τμήμα και το υπουργείο να ανακοινώνει το επαίσχυντο τριαντάρι…
  2. Στο ντροπιαστικό «λευκό» που έριξε στην απόφαση για την Αξιολόγηση. Ενώ κατορθώθηκε να υπάρξει κοινή πρόταση Παρεμβάσεων-ΠΑΜΕ υπέρ της άποψης ότι ο κλάδος είναι ενάντια σε κάθε μορφή Αξιολόγησης, όπως κι αν την ονομάσουν, πράγμα που θα οδηγούσε σε μεγάλη πλειοψηφία της θέσης αυτής εάν την υποστήριζαν και οι ΣυνΕΚ, οι συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισαν ότι «αυτά που είπαμε μπορεί και να μην ισχύουν» και ψήφισαν «λευκό». Στην πραγματικότητα έχουν αποφασίσει να διευκολύνουν τον υπουργό να περάσει αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «Αποτίμηση, αλλά ας μην γελιόμαστε, Αξιολόγηση». Μια προσωπική, συναισθηματική, παρατήρηση: όταν η πρόεδρος του συνεδρίου ανακοίνωσε ότι η πρόταση για την Αξιολόγηση δεν περνάει κάποιοι σύνεδροι των ΣυνΕΚ γελούσαν και χειροκροτούσαν και κάποιοι άλλοι τραβούσαν τα μαλλιά τους. Τιμώ τους δεύτερους, για τους πρώτους έχω βάλει πια ένα μεγάλο ερωτηματικό.
  3. Τέλος, μα πολύ σημαντικό, στο ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ σαμποτάζ για να μην βγει το 17ο συνέδριο με απόφαση υπέρ του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της 5/7. Η επιμονή των ΣυνΕΚ στο να υπάρχει στο πλαίσιο η διατύπωση ότι είμαστε υπέρ των διαπραγματεύσεων, αλλά «χωρίς εκβιασμούς» (μια πρόταση ηλίθια, εντελώς εκτός τόπου και χρόνου ακόμη και για ένα μικρό παιδί που τώρα μαθαίνει τον κόσμο) ουσιαστικά έκοψε τη δυνατότητα συγκρότησης πλειοψηφίας του ΟΧΙ. Οι Παρεμβάσεις, προκειμένου να ψηφιστεί το ΟΧΙ, έκαναν πίσω σε αρκετά ζητήματα, μάλιστα φτάσαμε να προτείνουμε το σχέδιο απόφασης που λίγες μέρες πριν είχε υπερψηφίσει το ΜΕΤΑ στην ΑΔΕΔΥ, αλλά οι συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενδιαφερόταν τόσο για το ΟΧΙ (που ειδικά μετά την προδοσία της ΓΣΕΕ θα ήταν μια ανάσα από μια μεγάλη Ομοσπονδία εργαζομένων) όσο για το να παρθεί μια τέτοια απόφαση που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί ο πρωθυπουργός στο καναλιζάρισμα και την ενσωμάτωση του ΟΧΙ. Εδώ θέλω να επισημάνω ότι για μένα η αντιπαράθεση δεν έχει χαρακτηριστικά ταυτότητας. Θα μπορούσα να ψηφίσω και κάποιο πλαίσιο που θα ήταν χρωματισμένο με την ιδιόλεκτο του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί να έβγαινε το ΟΧΙ. Όμως είναι άλλο αυτό, και άλλο να ζητά το ΜΕΤΑ, σε ρόλο κυβερνητικού πράκτορα, λευκή επιταγή για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Ένα τελευταίο σημείο πριν πάω στα συμπεράσματα. Οι σύντροφοι/ισσες του ΜΕΤΑ στις τοποθετήσεις τους τα έβαλαν συχνά με τη «λογική της ανάθεσης». Έχουν δίκιο φυσικά, ότι είναι μια παραλυτική νοοτροπία. Δεν έχουν δίκιο όμως στο ότι την παρουσίαζαν σαν ένα ψυχολογικό καπρίτσιο του κλάδου, κι ακόμη χειρότερα σαν άλλοθι για την ακινησία της ηγεσίας. Όπως έχουμε πει πολλές φορές εδώ, η βάση παίρνει πολλές φορές με ενστικτώδη τρόπο πολύ καθαρά τα μηνύματα της ηγεσίας. Όταν μια ηγεσία εμφανίζεται άτολμη, έτοιμη να τα μαζέψει με την πρώτη ευκαιρία, η «ανάθεση» είναι πολύ φυσικό να θεριεύει. Αν κάτι χτυπήθηκε σε βαθμό κονιορτοποίησης από το δημοψήφισμα της 5/7, αυτό είναι το άθλιο μάντρα «ο κόσμος δεν τραβάει» που βγαίνει απ’το ντουλάπι κάθε φορά για να δικαιολογήσει την υποχώρηση.

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι ισχύει το σχήμα που παρουσίασα στην αρχή: άνοδος της Αριστεράς, στασιμότητα στον κλάδο. Το ΠΑΜΕ θα συνεχίσει την καταστροφική πρακτική του «να βγάλει ο κλάδος τα συμπεράσματά του», απόν από την κινητοποίηση των εκπαιδευτικών, με την εξαίρεση των λίγων ΕΛΜΕ που έχει την πλειοψηφία. Το ΜΕΤΑ φαίνεται να προσαρμόζεται πολύ γρήγορα στο ρόλο του κυβερνητικού πράκτορα, μια δύναμη που θα επιδιώκει να προκαλεί από αδράνεια μέχρι και διευκόλυνση της κυβέρνησης (ενδεχομένως όχι χωρίς εσωτερικές τριβές).

Η μικρή, αλλά όλο και δυνατότερη, σφήνα των Παρεμβάσεων οφείλει να έχει συνεχή και ανοιχτή απεύθυνση στη βάση αυτών των δυνάμεων. Είμαι πάντα της άποψης ότι η «απεύθυνση στη βάση» δεν είναι δυνατή χωρίς κάποια απεύθυνση και στην ηγεσία, αλλιώς είναι απλά μια συνεχής πρόσκληση προς κάποιους αγωνιστές/ριες να εγκαταλείψουν το φορέα τους. Εκτιμώ όμως ότι αυτή την περίοδο κάτι τέτοιο θα είναι πολύ δύσκολο, ότι μια απόπειρα συνεργασίας είτε με το ΠΑΜΕ είτε με το ΜΕΤΑ περισσότερο θα εγκλωβίσει παρά θα απελευθερώσει δυνάμεις. Όπως και να’χει είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει από το ανώτερο επίπεδο, της συγκρότησης του ΔΣ της ΟΛΜΕ, μέχρι τις ΕΛΜΕ. Στο μεταξύ, είναι άμεση ανάγκη να συσπειρωθεί ο κόσμος του ΟΧΙ, είτε κεντρικά οι ΕΛΜΕ που το στήριξαν είτε και μεμονωμένοι αγωνιστές/ριες, σε μια μόνιμη πρωτοβουλία μέσα στην εκπαίδευση, που θα οργανώνει την αντίσταση σε παλιά και νέα μνημόνια (τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, φαίνεται πως πάμε σε κάτι τέτοιο…). Οι Παρεμβάσεις δείξαμε να ταλαντευόμαστε, πήγαμε στο συνέδριο με πολλές ανεπάρκειες και αδυναμίες (με προτάσεις όμως για όλα τα κεντρικά ζητήματα της Εκπαίδευσης, από τους διορισμούς μέχρι τη σχολική ζωή), παρ’όλα αυτά συνεχίζουμε να μπολιάζουμε τον κόσμο της Εκπαίδευσης με τη φρεσκάδα και την ελπίδα του Αγώνα. Στις τρεις μέρες του συνεδρίου, δεν σταματήσαμε να επιμένουμε ότι οι από κάτω έχουμε τη δυνατότητα να οργανωνόμαστε χωρίς την ανάγκη των γραφειοκρατών, ότι έχουμε τη δυνατότητα να νικάμε. Πιστοί σε μια λογική που δεν αποδέχεται το ρόλο μόνιμων «λοχαγών» στο εργατικό κίνημα, στείλαμε στο ΔΣ της ΟΛΜΕ δύο νέα πρόσωπα, δύο γυναίκες, εκ των οποίων η μία είναι συναδέλφισσα αναπληρώτρια. Οι μέρες που έρχονται, όποιο «σενάριο» κι αν ξεδιπλωθεί, θα είναι δύσκολες για το λαό. Οι εργαζόμενοι/ες θα ξαναπιάσουν αναγκαστικά το νήμα των αγώνων που υποχώρησαν μέσα στο κλίμα της θολής ελπίδας. Η ζωντανή παρακαταθήκη τριών σχεδόν δεκαετιών αυτού του ανυπότακτου ασκεριού των Παρεμβάσεων αποτελεί την καλύτερη εγγύηση για τη νικηφόρα έκβασή τους.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του συνεδρίου, ο χαιρετισμός της συναδέλφισσας από την Τουρκία.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του συνεδρίου, ο χαιρετισμός της συναδέλφισσας από την Τουρκία.

Το Πέρασμα

Με τα παιδιά μου στο 11ο Γυμνάσιο Ιωαννίνων φτιάξαμε μια εικονογραφική αφήγηση (ένα κόμικ με κάποιο τρόπο) χρησιμοποιώντας λέξεις του μεγάλου Εβραίου Γιαννιώτη ποιητή, Γιωσέφ Ελιγιά.

page 1

page 2

page 3

page 4

Ο Αριστείδης Μπαλτάς και οι ταξιδιώτες του Χρόνου

Μιας και η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με την Οικονομία μάλλον έχει αφήσει χωρίς δουλειά τους πολιτευτές και τους προπαγανδιστές του «μαύρου μετώπου», από κάπου έπρεπε να πιαστούν. Έψαξαν λοιπόν καλά-καλά τα στοιχεία της πολιτικής της κυβέρνησης, κι αφού δεν βρήκαν τίποτε που να φέρνει σε Αριστερά, κονσερβοκούτια, μπολσεβικισμό και όλα όσα ωραία μας είχαν υποσχεθεί από τα κανάλια τους προεκλογικά, πιάστηκαν από τις μικρές αλλαγές στην Εκπαίδευση για να ξεκινήσουν το δικό τους «κίνημα της κατσαρόλας».

                Όλος αυτός ο θίασος της «Αριστείας και της Προόδου» μας παρουσιάστηκε δυναμικά (με τη βοήθεια των ΜΜΕ φυσικά, που είδαν «στρατιές» εκεί που ένα νορμάλ μάτι θα έβλεπε «τρεις κι ο κούκος») πριν λίγες μέρες πίσω από το λάβαρο με το απίστευτα ευφυές σύνθημα «όχι Μπαλτά στην Παιδεία» (κάπου εδώ, οι διαφημιστές της γνωστής παιχνιδο-αλυσίδας έχουν ξεραθεί στο γέλιο). Το νήμα που διαπερνά τις τοποθετήσεις όλων αυτών των πανάξιων και προκομμένων ανθρώπων, που στη ζωή τους οι περισσότεροι πήγαν μπροστά με τον ιδρώτα του προσώπου τους (στο τένις κλαμπ και στη μπιρίμπα δηλαδή) είναι ότι «ο Μπαλτάς μας πάει 40 χρόνια πίσω».

[Εδώ βέβαια υπάρχει μια σοβαρή σύγκρουση στερεοτύπων: Όλοι αυτοί οι άχρηστοι τόσα χρόνια μας βομβαρδίζουν με την κοινοτοπία ότι «στα παλιά χρόνια μαθαίναμε γράμματα!!!», το «40 χρόνια πίσω» μας το παρουσίαζαν σαν το «καλό» που υπήρχε πριν να «εμφανιστεί ο Αντρέας και να τους μάθει να κατεβάζουν τους διακόπτες»]

Εντάξει, μας περνούν για ηλίθιους. Γενικά να ξέρεις ότι όποιος θέλει να σε πείσει κι αρχίζει να αναφέρει τα «μπροστά» και τα «πίσω», σε περνάει για ηλίθιο. Το απορρυπαντικό Χ πηγαίνει το πλύσιμο 50 χρόνια μπροστά. Κατάλαβες?

Ο κάθε ανόητος, εκεί που δεν έχει τι να πει για να σε ρίξει, πετάει μια βλακεία ότι «μας πηγαίνουν πίσω» ή «εμείς βαδίζουμε μπροστά», έτσι ξεροσφύρι. Αυτές όμως οι παραστάσεις αποκτούν νόημα μόνο όταν ορίσεις με σαφήνεια ποια είναι εκείνα τα στοιχεία του «πίσω» ή «μπροστά» που θες να αποφύγεις ή επιθυμείς αντίστοιχα.

Είμαι σίγουρος ότι ασυναίσθητα πολλοί άνθρωποι τσίμπησαν στο αιώνιο αυτό ρητορικό τρυκ: «αφού αυτός ο Μπαλτάς μας πάει 40 χρόνια πίσω, αυτός ο Μπαλτάς πρέπει να είναι πολύ κακός άνθρωπος». Ας μπούμε λοιπόν στη χρονομηχανή των «αρίστων» μας κι ας δούμε τι υπήρχε 40 χρόνια πριν στην Εκπαίδευση και ποιος πραγματικά ηδονίζεται μ’αυτό.

«40 χρόνια πίσω» δεν υπάρχει παιδαγωγική ελευθερία, ο/η εκπαιδευτικός είναι στο έλεος του κομματάρχη/επιθεωρητή κι αλίμονο μην του ξεφύγει καμιά κουβέντα παραπάνω. Συνδικαλιστικά δικαιώματα επίσης δεν υπάρχουν. Όσοι συνάδελφοι/ισσες στάθηκαν όρθιοι επί Χούντας και προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν το κίνημα, διώκονται αλύπητα. Τα παιδιά, φορώντας τις ποδιές τους, διδάσκονται σε μια ακατανόητη ψευδογλώσσα και ελέγχονται αυστηρά για τη συμπεριφορά τους μέσα κι έξω απ’το σχολείο. Σχεδόν τα μισά από τα παιδιά δεν προχωρούν πέρα απ’το Δημοτικό ενώ απ’αυτά που συνεχίζουν, πάλι σχεδόν τα μισά σταματούν στο Γυμνάσιο.

Πριν λοιπόν γυρίσουμε στο σήμερα και στο σατανικό Αριστείδη Μπαλτά, ας κάνουμε μια μικρή στάση στο 2014, όπου το πρόγραμμα του θιάσου των «αρίστων» μας υλοποιείται γοργά και έχει ήδη αποτελέσματα: Η παιδαγωγική ελευθερία χτυπιέται με την ανάδυση του νεοεπιθεωρητισμού, συνάδελφοι/ισσες της Τεχνικής Εκπαίδευσης πετιούνται έξω και τομείς ολόκληροι κλείνουν σε μια νύχτα, οι διώξεις αγωνιζομένων εκπαιδευτικών παίρνουν και δίνουν, οι Πανελλαδικές εξετάσεις γίνονται με επιστρατευμένους εκπαιδευτικούς, εφαρμόζεται το «νέο Λύκειο» της αμάθειας και οι εξετάσεις με την «τράπεζα θεμάτων» κι ένα τεράστιο ποσοστό μαθητών/ριων σπρώχνεται έξω απ’το σχολείο, στην κατάρτιση και τη μαθητεία ενώ οι μαθητικές κινητοποιήσεις αντιμετωπίζονται με τους εισαγγελείς. Να λοιπόν ποιοι επιχείρησαν να φέρουν την Εκπαίδευση ακριβώς εκεί που ήταν «40 χρόνια πίσω»!!!

Αυτό είναι το όραμα των «αρίστων» της συμφοράς για την Εκπαίδευση. Αυτό είναι το πραγματικό «40 χρόνια πίσω». Μ’αυτό το όραμα ήρθε αντιμέτωπος ο κόσμος της Εκπαίδευσης, αντιστάθηκε και πέτυχε νίκες. Μην ξεγελιέσαι, ο συρφετός των «αρίστων» δεν στοχεύει τόσο στον Αριστείδη Μπαλτά (αν και δεν θα τους κακόπεφτε η εξουδετέρωσή του…). Ο στόχος τους είναι κυρίως η οργανωμένη δράση των εργαζομένων, το παράδειγμά μας, που όταν όλοι μας έλεγαν «παρατήστε το» εμείς παλέψαμε και φέραμε πίσω τους απολυμένους μας. Ο στόχος τους είναι εκείνο το κίνημα που στάθηκε απέναντι στο νεοεπιθεωρητισμό και το ταξικό κόσκινο της «τράπεζας θεμάτων». Ο στόχος τους είναι, σε τελική ανάλυση, εκείνη η δύναμη που επέβαλλε τις όποιες προοδευτικές αλλαγές τότε «40 χρόνια πίσω», αλλά και η δύναμη που τσάκισε τις κυβερνήσεις των Σαμαροβενιζέλων χθες.

Ας μην έχουν αμφιβολία. Σε κάθε βήμα που δεν κάνει ο Αριστείδης Μπαλτάς, σε κάθε πισωγύρισμα, θα είμαστε εκεί με τις αγωνίες, τους αγώνες και τις νίκες μας. Κι εμείς την Εκπαίδευση δεν θα την πάμε ούτε «μπροστά» ούτε «πίσω». Θα την πάμε εκεί που τη χρειάζεται η ανθρωπότητα, μακριά απ’το θλιβερό πορνείο της Αγοράς που ονειρεύονται οι «φρουροί της αριστείας».

Ο Sokal στη χώρα «όλης της γαλλικής φιλοσοφίας»

Σε χθεσινό του άρθρο στο γνωστό site νεοφιλελεύθερης κοινοτοπίας, ο Νίκος Δήμου τα βάζει με την «ολέθρια επιρροή της Γαλλίας», προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί οι αλλαγές που προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στην Εκπαίδευση θα μας πάνε 50 χρόνια πίσω (εδώ ο αρθρογράφος αντιγράφει σωστά την έκφραση «so fifty years ago», πλειοδοτώντας έναντι των συναγωνιστών του που θεωρούν ότι πάμε μόνο 40 χρόνια πίσω).

Ο ΝΔ, χωρίς την ευθύτητα να το γράψει με σαφήνεια, υπονοεί ότι ο υπουργός Αρ. Μπαλτάς, μιας κι έχει κάνει σπουδές στη Γαλλία, κληρονόμησε την ξεροκεφαλιά των Γάλλων αριστερών, μια κάποια εμμονή στο παρελθόν, και γι’αυτό οι αλλαγές που προωθεί στην Εκπαίδευση είναι πράγματα ξεπερασμένα, που αναπόφευκτα θα μας πάνε πίσω.

Εξηγεί αναλυτικά και με σοβαρότητα την κατάσταση. Για παράδειγμα, μας λέει (αυτή τη φορά με σαφήνεια) ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’90 μιλούσε με Γάλλους φίλους του για το Internet («Ιντερνέτ» το γράφει, στ’αλήθεια!) κι εκείνοι το απαξίωναν. Χμμμ, φαντάζομαι ότι όλοι/ες έχουμε ιδιαίτερη αγωνία να μάθουμε τι άλλο συζητούσε ο ΝΔ με κάποιους Γάλλους φίλους του… ή όχι?

Εκείνο που όμως μου έκανε πραγματική εντύπωση, ήταν η αναφορά του στην υπόθεση Sokal, σαν ξεσκέπασμα της γαλλικής διανόησης. Γράφει επί λέξει: «ήρθε μετά ο Άλαν Σοκάλ και γελοιοποίησε  όλη την Γαλλική φιλοσοφία με τα κείμενά του που παράγονταν από προγράμματα υπολογιστών – «αυτόματες γεννήτριες μεταμοντέρνων κειμένων» – αλλά οι ειδικοί τα έπαιρναν στα σοβαρά».

Η πρόταση αυτή θα μπορούσε άνετα να παρουσιαστεί σε σεμινάριο «πώς να παρουσιάσετε μια ιστορία όπως εσείς γουστάρετε». Δεν μου προκαλεί έκπληξη. Στα περισσότερα κείμενα ανθρώπων αυτού του κύκλου βρίσκουμε συχνά τέτοιες «παραλλαγές» της πραγματικότητας προκειμένου να βγει το επιθυμητό συμπέρασμα. Μπορεί οι άνθρωποι να μας δοκιμάζουν, όπως ο Sokal…

Λίγα λόγια για την υπόθεση Sokal πριν πάμε παρακάτω. Ο φυσικός/μαθηματικός Alan Sokal το 1996 (την ίδια εποχή περίπου που ο ΝΔ μιλούσε με τους Γάλλους φίλους του για το «Ιντερνέτ») υπέβαλλε προς δημοσίευση ένα ασυνάρτητο κείμενο-φάρσα, γεμάτο από μια «αριστερή» και «μεταμοντέρνα» ιδιόλεκτο, θέλοντας να δείξει ότι η δημοσίευση ενός κειμένου εξαρτιόνταν από το αν αυτό ικανοποιούσε –έστω και «αισθητικά»- τις ιδεολογικές προτιμήσεις της συντακτικής ομάδας του περιοδικού. Θεώρησε ότι το πείραμά του είχε θετικό αποτέλεσμα μιας και το άρθρο του δημοσιεύτηκε. Ο Sokal κατηγορήθηκε από διάφορους για ανηθικότητα, κατηγορία η οποία δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αν όμως ήθελε να είναι ειλικρινής απέναντι στο πείραμά του, θα έπρεπε να το διεξάγει σύμφωνα με τα πρωτόκολλα της επιστημονικής έρευνας, γιατί έτσι όπως το έκανε είναι απλά μια φάρσα που δεν αποδεικνύει τίποτα απολύτως.

Ας δούμε όμως τι σχέση έχει η πραγματικότητα με την πρόταση του ΝΔ πιάνοντας ένα-ένα τα στοιχεία της.

  1. «Με τα κείμενά του». Ο Sokal έγραψε ΕΝΑ κείμενο και όχι πολλά. Είναι σαφές ότι ο ΝΔ προσπαθεί να μας υποβάλλει την ιδέα ότι ο Sokal ξεγελούσε ξανά και ξανά τους μεταμοντέρνους διανοούμενους.
  2. «Οι ειδικοί τα έπαιρναν στα σοβαρά». Πάλι το ίδιο. Για να πεις «τα έπαιρναν» σημαίνει ότι ξεγελιόταν για πολύ καιρό, σωστά? Όμως ο Sokal αποκάλυψε τη φάρσα του την ίδια τη μέρα της δημοσίευσης (ως όφειλε κατά τη γνώμη μου), άρα ποιος θα μπορούσε να συνεχίσει να ξεγελιέται? Στην πραγματικότητα, ούτε ο ΝΔ ούτε κανείς άλλος έχει αποδείξεις ότι κάποιοι «ειδικοί το πήραν στα σοβαρά». Το περιοδικό στο οποίο υποβλήθηκε το άρθρο, το Social Text, δεν εφάρμοζε το peer review, άρα κανένας «ειδικός» δεν ξεγελάστηκε. Η συντακτική ομάδα ζήτησε τη συνεισφορά του Sokal για μια σειρά άρθρων ανταλλαγής απόψεων μεταξύ επιστημόνων, κι ο Sokal παρέδωσε τη φάρσα. Η συντακτική ομάδα δήλωσε στη συνέχεια ότι το άρθρο της φάνηκε «κάπως» κι ότι ο Sokal δεν θέλησε να το διορθώσει παρ’ότι του ζητήθηκε. Αυτό μπορεί και να το είπαν για να ξεπλύνουν κάποια ντροπή, αλλά δεν μας ενδιαφέρει. Η ουσία είναι ότι το δημοσίευσαν, όμως κανείς δεν είχε την ευκαιρία να το «πάρει στα σοβαρά» μιας και ο ίδιος ο Sokal απέτρεψε αυτό το ενδεχόμενο με την αποκάλυψή του.
  3. «Τα κείμενά του παράγονταν από προγράμματα υπολογιστών – ‘αυτόματες γεννήτριες μεταμοντέρνων κειμένων’». Εδώ ο ΝΔ τα έκανε μαντάρα. Ίσως ο Sokal δεν είχε τόση εμπιστοσύνη στους υπολογιστές, όπως οι Γάλλοι φίλοι του ΝΔ που απαξίωναν το «Ιντερνέτ», ίσως τα προγράμματα αυτά δεν είχαν αναπτυχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό εκείνη την εποχή, πάντως ο Sokal το κείμενο το έγραψε με τα χεράκια του και το μυαλό του, και μάλιστα είπε πόσο δύσκολο ήταν, μιας κι έπρεπε να διαλέξει πολύ «πειστικές» λέξεις και εκφράσεις. Ισχυρίζομαι εδώ με την ευκαιρία ότι τα κείμενα των σημερινών νεοφιλελεύθερων στην Ελλάδα άνετα θα μπορούσαν να παράγονται από generator σαν κι αυτόν που υπονοεί ο ΝΔ.
  4. «Γελοιοποίησε όλη την Γαλλική φιλοσοφία». Πάει ΟΛΗ η ΓΑΛΛΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ κατά το ΝΔ, γελοιοποιήθηκε με ένα άρθρο του Sokal! Σ’αυτό το αιώνιο ματς μεταξύ των «εθνικών φιλοσοφιών», εκεί που είχαμε ισοπαλία, ξαφνικά πετάγεται ο Sokal και ρίχνει τη γκολάρα με το «χέρι του Θεού», όπως ο Μαραντόνα. Αστεία πράγματα φυσικά, αλλά μήπως έχει δίκιο ο ΝΔ? Μήπως πράγματι ξεφτιλίστηκε κάποια «γαλλική φιλοσοφία»? Ο Sokal υπέβαλλε το άρθρο του στο Social Text που εκδίδεται στο Παρίσι φυσικά… ΟΥΠΣ! Μα όχι! Το περιοδικό είναι έκδοση του πανεπιστημίου του Duke στη Β. Καρολίνα των ΕΠΑ. Μέλος της κοινότητας του Duke είναι ο γνωστός Fredric Jameson, ο οποίος ήταν στη συντακτική ομάδα του Social Text την εποχή της φάρσας και τον οποίο δεν τον λες και εκπρόσωπο «όλης της γαλλικής φιλοσοφίας» (ούτε καν της μισής, εδώ που τα λέμε). Ο έτερος υπεύθυνος για τη γκάφα του Social Text ήταν ο Andrew Ross, ο οποίος διδάσκει στο πανεπιστήμιο της… Λυών? ΟΥΠΣ! Και πάλι όχι. Στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης είναι ο άνθρωπος, o οποίος μεγάλωσε και σπούδασε στην πατρίδα του τη Σκοτία! Με «όλη τη γαλλική φιλοσοφία» μάλλον δεν έχει καμία σχέση.

Η γαλλική φιλοσοφία όμως φαίνεται ότι δεν γελοιοποιήθηκε αρκετά, κι έτσι τώρα πάει να πάρει τη ρεβάνς με τον πράκτορά της στην Ελλάδα, Αριστείδη Μπαλτά, ο οποίος θέλει να πάει την εκπαίδευση «50 χρόνια πίσω» έτσι, για ένα καπρίτσιο. Στην πραγματικότητα, το αμάρτημα του υπουργού είναι ένα: ότι τους πάτησε τον κάλο αμφισβητώντας (με τον απρόθυμο τρόπο που το έκανε) την παρλαπίπα της «αριστείας». Αυτό δεν θα του το συγχωρήσουν ποτέ οι άνθρωποι της ελίτ και οι κοντυλοφόροι τους. Στον αγώνα τους θα επιστρατεύσουν πολλά μέσα, αυτό είναι βέβαιο. Το άρθρο του ΝΔ είναι το ελαφρύτερο απ’αυτά.

(Για την άποψή μου για τη λεγόμενη «αριστεία» και τα «πρότυπα-πειραματικά σχολεία δες εδώ)

Previous Older Entries