Στις αμμουδιές του εθνικού πανικού

Όταν σφαγιάστηκε η Χημεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν άνοιξε ρουθούνι. Δυο-τρεις ανακοινώσεις, μια διαμαρτυρία της ΕΕΧ κι αυτό ήταν όλο. Το αντικείμενό μου καταλαμβάνει πια μόλις 45 λεπτά του εβδομαδιαίου προγράμματος, σε απόλυτη αναντιστοιχία με το γεγονός ότι η Χημεία είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη Επιστήμη στο σύγχρονο κόσμο.

Κόπηκε μέρα μεσημέρι. Κι όμως, δεν βγήκε κανείς να φωνάξει πόσο ζημιώνεται το έθνος μας, πόσο κουτσουρεμένη βγαίνει η σκέψη των παιδιών, πόσο εύκολα απαρνούμαστε κομμάτι της πολιτιστικής και επιστημονικής μας κληρονομιάς. Δεν είχαμε ιντερνετικές εξομολογήσεις για το πόσο ανυπομονούσαν διάφοροι για το μάθημα της Χημείας, πώς τους ενθουσίαζε. Δεν είχαμε δημόσιο αυτομαστίγωμα του τύπου “πραγματικά λυπάμαι τον εαυτό μου που δεν έμαθα Χημεία όταν έπρεπε”. Πολύ περισσότερο, οι άνθρωποι που υποστήριξαν -με τα δικά τους επιχειρήματα- τη μείωση των ωρών διδασκαλίας της Χημείας δεν χαρακτηρίστηκαν από κανέναν ως “ανθέλληνες”, ως επικίνδυνοι, ως “αναρωτιέμαι πώς τους επιτρέπουν να διδάσκουν στα σχολεία μας”. Ακόμη και σήμερα η συζήτηση στον επιστημονικό κόσμο για την αυτονομία της διδασκαλίας των ξεχωριστών κλάδων των Φυσικών Επιστημών είναι εντονότατη, μα κατηγορίες τέτοιου τύπου δεν έχουν ακουστεί.

Τι στο καλό συμβαίνει λοιπόν με τη συζήτηση για τη μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο? (αυτή είναι η πραγματική συζήτηση. Όλα τα υπόλοιπα είναι φασαρία εκ του πονηρού). Γιατί αυτή η ένταση και το άγχος?

LinA

Παρένθεση. Οικογενειακό μαζικό τραπέζωμα. Όλοι χαρούμενοι, είχαν καιρό να βρεθούν, αγκαλιάζονται, λένε τα νέα τους. Τρώνε, συζητούν. Κάποια στιγμή, κάποιος λέει τη λάθος κουβέντα, μια κουβέντα που θα μπορούσε και να πέσει κάτω. Μέσα σε λίγα λεπτά το τραπέζωμα έχει διαλυθεί, πικρά λόγια λέγονται, ιστορίες από παλιά ζωντανεύουν σε διάφορες βολικές εκδοχές και φεύγουν όλοι στενοχωρημένοι και “σιγά μην ξαναπατήσω εγώ στης μάνας σου” ή κάτι τέτοιο.

Έτσι συμβαίνει στις οικογένειες που έχουν άλυτα προβλήματα, προβλήματα συγκρότησης, ένοχα μυστικά…

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την πρόταση για μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο?

Η ένταση της σημερινής συζήτησης δεν δικαιολογείται από το ίδιο το αντικείμενό της. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τα “αρχαία” αυτό για το οποίο συζητάμε, όσο κι αν κανείς νομίζει ότι αυτό κάνει. Η πρόταση για τη χαλάρωση των “αρχαίων” είναι η λάθος κουβέντα στο οικογενειακό τραπέζωμα. Είναι η κουβέντα που θυμίζει στην οικογένεια το ένοχο μυστικό της, το πτώμα που κρύβει στο υπόγειο.

Η συζήτηση για τα “αρχαία” ξαναφέρνει στην επιφάνεια όλους τους καταστατικούς μύθους του Ελληνικού κράτους, της αδιατάραχτης συνέχειας, της ομοιογένειας, της καθαρότητας, του ίδιου του συστατικού του δικαιώματος. Ξαναζωντανεύει το γλωσσικό πόλεμο, αυτόν τον εξαιρετικό -μα καλά κρυμμένο- συνοδοιπόρο του ταξικού πολέμου, φέρνει στην επιφάνεια όλο εκείνο το απεχθές, πολιτικά ετερόκλητο, φάσμα των νεοκαθαρευουσιάνων και των υπέρμαχων του “πολυτονικού”, των “ν” του “ως” και της “πειθαρχίας που σε διδάσκει η αρχαία Ελληνική”. Πάνω απ’όλα, ξεσκάβει το πτώμα του πολιτισμικού και γλωσσικού πλούτου αυτού του τόπου που τσακίστηκε με λύσσα πότε από το χωροφύλακα, πότε από το δάσκαλο και πότε από το διπλωμάτη.

Αυτή είναι η πηγή της έντασης, σ’αυτή πρέπει να τοποθετηθούμε. Η Ελληνική Αριστερά κάποτε σήκωσε αυτή τη μάχη αναδεικνύοντας διανοητικούς γίγαντες και μεγάλους δασκάλους. Ας ξαναπιάσουμε το νήμα τους.

 

 

*  Κάποιοι λένε ότι η συζήτηση για τα “αρχαία” είναι παρελκυστική. Ότι προωθείται πονηρά για να μην δούμε το πραγματικό ζήτημα που είναι οι περικοπές που γίνονται στην εκπαίδευση. Η απάντησή μου είναι ότι αν μια συζήτηση σηκώνει τέτοια αναστάτωση μέσα στην κοινωνία, τότε είναι μια συζήτηση που οφείλει να γίνει. Ακόμη, εάν απειληθεί έστω και μια διδακτική ώρα συναδέλφου, εγώ προσωπικά θα είμαι, όπως πάντα, στο δρόμο. Την προηγούμενη φορά που απειλήθηκαν συνάδελφοι/ισσες μας, με τις διαθεσιμότητες που έφερε η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Κουβέλη, βγήκαμε σε μια απεργία με συμμετοχή χωρίς προηγούμενο και σε μαχητικές κινητοποιήσεις που κράτησαν μέχρι και την αποκατάσταση των ανθρώπων μας. Δεν είμαι σίγουρος, και πες ό,τι θες, πως στο στρατόπεδο των κεντρικών δημόσιων υπερασπιστών των “αρχαίων” υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συμπαραστάθηκαν στον αγώνα μας τότε ή πρόκειται να συμπαρασταθούν αν κινδυνέψουν συνάδελφοι φιλόλογοι. Πάλι εμείς θα είμαστε στο δρόμο και πάλι εκείνοι θα λένε για περιττούς τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους…

** Κάτι ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον, που αξίζει νομίζω να το γράψω εδώ. Την άποψή μου για τη διδασκαλία των “αρχαίων” και ιδιαίτερα για την ιδεολογική χρήση της τη λέω με κάθε ευκαιρία και φυσικά την είπα και τώρα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υπέθεσαν αυτόματα, χωρίς καν να το σκεφτούν ελπίζω, ότι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι θεωρώ τα “αρχαία” δύσκολα, ότι δεν ήμουν καλός σ’αυτά σαν μαθητής, ότι δεν τα αγαπώ. Δεν τους πέρασε καν απ’το μυαλό ότι η θέση μου αυτή μπορεί να ξεκινά από το ακριβώς αντίθετο. Δεν είναι βλάκες (κάποιοι απ’αυτούς τουλάχιστον), μα αυτό δείχνει τη φύση της συζήτησης που λέγαμε παραπάνω: Εμείς που δεν θέλουμε τα “αρχαία” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο τα μισούμε ενώ οι άλλοι που τα θέλουν τα αγαπούν. Σωστά. Ακόμη κι αν πρόκειται για ανθρώπους που η μόνη τους σχέση με την αρχαιότητα είναι κάτι περικεφαλαίες που φορούσαν στα συλλαλητήρια του 1992, ίσως και μερικοί “αρχαιοελληνικού” τύπου χαρακτήρες στα πανώ των υποστηρικτών της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Ελλάδας…

*** Για το γλωσσικό πόλεμο δεν θα πω εδώ πολλά, έχω ξαναγράψει. Αν και νομίζω ότι η άποψή μου καλύπτεται απ’αυτήν την υπέροχη σκηνή με τον αγαπημένο ηθοποιό, Γιώργο Γαβριηλίδη, που θα τη δεις αν πατήσεις πάνω στην εικόνα του. Enjoy! (από το αρχαιοελληνικό “εντζόυ”)

gg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φαντασία, ma non troppo…

Με το σημερινό ποστ θα στενοχωρηθούμε λίγο, το ξέρω. Θα το γράψω όμως γιατί δεν είναι σωστό να κρατάμε κάποια πράγματα μέσα μας.
Κυκλοφορεί ξανά στα “μέσα” μια διάλεξη του γνωστού και αγαπημένου Ευγένιου Τριβιζά από ένα TEDx του 2013 (για τη σαχλαμάρα που λέγεται TED ελπίζω κάποια στιγμή να βρω χρόνο να βγάλω εδώ μέσα όση χολή της αρμόζει, αλλά όχι τώρα). Σ’αυτή του τη διάλεξη, ο Τριβιζάς μιλά για τις αρετές της φαντασίας και την κακή σχέση της εκπαίδευσης μ’αυτήν. Η διάλεξη δυστυχώς είναι τυπικό δείγμα TED (αοριστίες, μανιπουλάρισμα του κοινού, ύμνοι στην “καινοτομία”), και μιας και βλέπω αγαπητούς μου φίλους να την αναπαράγουν και να την επικροτούν, ας πω κι εγώ μια άλλη γνώμη μπας και βγάλουμε άκρη.

trivizas

Για αρχή, θέλω να σου πω ότι δεν μου αρέσει καθόλου μα καθόλου το τσαλαβούτημα στην Επιστήμη για εύκολο εντυπωσιασμό. Ο Τριβιζάς, μπλέκει στη διάλεξή του την παραμυθική φαντασία με την φαντασία στην επιστημονική έρευνα, αδιαφορώντας για την έκταση της συμβατότητάς τους. Αντίθετα, ενισχύει τη γενική σύγχυση αναφέροντας ποιητικές εκφράσεις γνωστών επιστημόνων σαν απόδειξη του ρόλου που παίζει η φαντασία στην Επιστήμη. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι φαίνεται πως δεν τις έχει κατανοήσει, ας σκεφτούμε ότι πίσω από μια ποιητική έκφραση ενός επιστήμονα για ένα φυσικό φαινόμενο δεν κρύβεται απλά η “φαντασία”, αλλά η σκληρή και απογοητευτική καθημερινή δουλειά, κρύβεται μια θεωρία, κρύβονται ανελέητα Μαθηματικά και ΦυσικοΧημεία. Επίσης, ας μην υπερεκτιμούμε τη δυνατότητα ακόμη και μεγάλων επιστημόνων να πετυχαίνουν τις κατάλληλες εκλαϊκεύσεις της θεωρίας τους ή διδακτικά άρτιες ποιητικές μεταφορές της. Έχουμε σχολιάσει ξανά σε τούτο το blog τη λανθασμένη αποφθεγματική χρήση των επιστημονικών θεωριών σαν γαρνιτούρα άρθρων και διαλέξεων κι ο Τριβιζάς δεν αποφεύγει το ατόπημα αυτό.
Ας μπούμε όμως στο ψητό. Το παράπονο του Τριβιζά, και έχει 100% δίκιο σ’αυτό, είναι πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα σκοτώνει τη φαντασία. Το ίδιο, με λίγο πιο άνετο ύφος, μας έλεγε πριν από λίγα χρόνια και ο κύριος Robinson σε αντίστοιχες διαλέξεις που έσπαγαν τα ρεκόρ των views και των like στα “μέσα”. Τίποτα καινούργιο εδώ. Όποιος έχει παίξει τρίλιζα και ναυμαχία την ώρα των Αρχαίων, γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι το σχολείο καταπιέζει τη φαντασία. Όποιος έχει δει ένα υπέροχο (ή έτσι νόμιζε όταν το έγραφε τέλος πάντων) γραπτό του να του επιστρέφεται γεμάτο κόκκινες διαγραφές δεν υπάρχει περίπτωση να διαφωνήσει με τους Τριβιζά και Robinson. Γιατί όμως?
Αν παρατηρήσει κανείς αυτές τις διαλέξεις, θα διαπιστώσει ότι αποφεύγουν με-μικρή ή μεγαλύτερη- μαεστρία το βασικό ερώτημα. Το ζήτημα δεν είναι να πεις με ωραία λόγια αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα επιτίθεται στη φαντασία, αλλά το γιατί το κάνει. Κι εκεί οι Τριβιζάς και Robinson δεν μας λένε απολύτως τίποτα. Ή μάλλον, κάτι μας λένε. Ο Τριβιζάς μας αναφέρει το παράδειγμα του “αόρατου καγκουρώ”, για το οποίο δέχτηκε την επίπληξη μιας “ηλικιωμένης εκπαιδευτικού”, που δεν καταλάβαινε γιατί τα παιδιά θα έπρεπε να κοιτούν ένα καγκουρώ που δεν υπάρχει στ’αλήθεια. Βλέπεις? Εδώ δεν είναι το “εκπαιδευτικό σύστημα” που σκοτώνει τη φαντασία. Είναι η “ηλικιωμένη εκπαιδευτικός”. Στη μόνη στιγμή που έφτασε να ονοματιστεί ο ένοχος, αυτός ήταν ο εκπαιδευτικός. Όχι τυχαία.
Σε τούτο το blog έχουμε αφιερώσει πολλά ποστ στο ίδιο θέμα. Όμως το έχουμε κάνει με μια -ενοχλητική για κάποιους- εμμονή. Την ανάδειξη της βασικής αιτίας που το σχολείο μας καταπιέζει τη δημιουργική και κριτική σκέψη. Έχουμε μιλήσει για το ρόλο του σχολείου σα μηχανισμό εκπαίδευσης της εργατικής τάξης, σα μηχανισμό ταξικής κατανομής, σα μηχανισμό κατήχησης. Έχουμε πει ότι το βασικό πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι ότι είναι η εκπαίδευση του καπιταλισμού. Είμαι σίγουρος ότι αυτό ακούγεται “ξύλινο”, αλλά ας απαντήσουμε: θα μπορούσε το καπιταλιστικό σχολείο να διαμορφώνει μαζικά προσωπικότητες που θα αμφισβητούσαν το ίδιο το σύστημα? Πού στο διάολο χωρά η δημιουργικότητα, η κριτική σκέψη και η φαντασία σε ένα εργοστάσιο παραγωγής υπάκουων εργαζομένων?
Αν ο Τριβιζάς αποφεύγει στη διάλεξη του το βασικό ερώτημα “γιατί το Σχολείο μας σκοτώνει τη Φαντασία?”, δεν συμβαίνει το ίδιο με το ερώτημα “τι μας χρειάζεται η Φαντασία?”. Εκεί μας δίνει μια πολύ σαφή εικόνα της λογικής του. Η φαντασία συνδέεται απ’ευθείας με την ιδέα της καινοτομίας: κάποιος επινόησε την ηλεκτρική σκούπα, κάποιος άλλος τα post-it, ένας τρίτος το βέλκρο. Η φαντασία είναι το μέσο με το οποίο το άτομο “ξεχωρίζει”, κάνει την εφεύρεση, γίνεται πλούσιο. Στο κάτω-κάτω, όπως ξεκάθαρα μας λέει ο παραμυθάς μας, “αν είχαμε περισσότερους τέτοιους εφευρέτες, θα βγαίναμε γρηγορότερα από την κρίση”. Αν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό, σε ένα άλλο σημείο μας διαβεβαιώνει ότι είναι η φαντασία που παράγει τον πλούτο και όχι η εργασία. Όχι λοιπόν, για τον υπέρμαχο της φαντασίας, αγαπητό κύριο Τριβιζά, ο πλούτος του κόσμου δεν παράγεται από την εργασία δισεκατομμυρίων προλετάριων, μα από τη φαντασία κάποιων εξαιρετικών προσωπικοτήτων (έρμε Κάρολε…).
Στο τέλος της διάλεξης, ο Τριβιζάς μας μιλάει για το “πείραμα του συνδετήρα”. Πόσες διαφορετικές χρήσεις ενός συνδετήρα μπορείτε να φανταστείτε? Εκείνοι που μπορούν να φανταστούν πολλές, είναι τα εξαιρετικά άτομα, εκείνα που θα πάνε τον κόσμο μας μπροστά. Αν κάτι μας χρειάζεται, σύμφωνα με τον Τριβιζά, είναι περισσότεροι άνθρωποι που να φαντάζονται πολλές χρήσεις του συνδετήρα, όπως τα μικρά παιδιά, πριν το σχολείο “τους σκοτώσει την φαντασία”. Έχω άλλη άποψη. Είναι πλέον βέβαιο πως κάθε τεχνολογική πρόοδος, κάθε “καινοτομία”, κάθε “φανταστική επινόηση εξαιρετικών ανθρώπων” είναι καταδικασμένη να εξυπηρετεί τη βαρβαρότητα στην οποία βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο καθημερινά. Αν είναι κάτι που μπορεί να δώσει ελπίδα σ’αυτή την ετοιμοθάνατη ανθρωπότητα, αυτό είναι άνθρωποι που μπορούν να φανταστούν, και να πραγματώσουν, έναν άλλο τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας, απαλλαγμένο από τη σαπίλα του καπιταλισμού.
Ελπίζω να προλάβουμε να δούμε αυτόν τον νέο κόσμο της ισότητας, της απόλυτης Ελευθερίας και της αχαλίνωτης φαντασίας. Ελπίζω να τον προλάβουμε όλοι, κι εγώ και ο Ευγένιος Τριβιζάς. Και τότε, όχι απλά θα του χτυπήσω το ότι είχα δίκιο, αλλά θα τον προκαλέσω και σε έναν αγώνα δρόμου καβάλα σε κβαντικά λάμα που θα φτύνουν καραμέλες.

Συνέδριο ΟΛΜΕ: Στασιμότητα με ευθύνη του ρεφορμισμού

Λίγο πριν χαράξει ο ήλιος της 3ης του Ιούλη, έληγαν οι ψηφοφορίες για τις αποφάσεις του 17ου συνεδρίου της ΟΛΜΕ. Ποιες ήταν αυτές οι αποφάσεις? Πρακτικά καμία…

Κρίνοντας ψυχρά και μόνο από το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών (γιατί προφανώς ένα συνέδριο δεν είναι μόνο οι τελικές του ψηφοφορίες), δεν υπάρχει τίποτα που να μας λέει ότι ο κλάδος πήγε έστω κι ένα βήμα μπροστά. Το αντίθετο μάλιστα, κι εδώ είναι η μεγάλη αντίφαση πάνω στην οποία θα πορευτούμε: Να δυναμώνει η Αριστερά και να αφοπλίζεται ο κλάδος.

Πέρα από κάποιες επιμέρους αποφάσεις και ορισμένα ψηφίσματα (το ψήφισμα για την «Ιθαγένεια σε όλα τα παιδιά», που κατατέθηκε από δεκάδες συναδέλφους/ισσες υπερψηφίστηκε συντριπτικά, πράγμα που μου τόνωσε μια σχετική περηφάνια για τους συναδέλφους/ισσες μου) η κεντρική απόφαση του 17ου συνεδρίου ήταν η… επικύρωση των αποφάσεων του 16ου συνεδρίου. Μόλις μπήκα στην αίθουσα του συνεδρίου και αντίκρισα το κεντρικό του σύνθημα, «όσα είπαμε ισχύουν», αισθάνθηκα πάρα πολύ άβολα. Μου φάνηκε σαν μια με το στανιό διαβεβαίωση αγωνιστικότητας, μια παραδοχή ότι πρακτικά τίθεται υπό αμφισβήτηση το αν «αυτά που είπαμε» ισχύουν. Δυστυχώς, νομίζω ότι οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Το να λέμε σήμερα ότι συνεχίζουμε να πορευόμαστε με τις –πραγματικά πολύτιμες για την εποχή τους- αποφάσεις του 16ου συνεδρίου σημαίνει ότι είμαστε αφοπλισμένοι μπροστά στις προκλήσεις της συγκυρίας. Όσο προωθητικές και να ήταν οι αποφάσεις δύο χρόνων πριν –που ήταν- χωρίς την επικαιροποίηση και την προσαρμογή τους, αντί για εργαλείο αγώνα μπορεί να αποδειχθούν ακόμη και εμπόδιο.

Την κύρια ευθύνη γι’αυτή την κατάληξη φέρουν οι παρατάξεις των ΣυνΕΚ και του ΠΑΜΕ. Ξεκινώντας από το δεύτερο, έπραξε αυτό που μας έχει συνηθίσει, δηλαδή το «ή η δική μου πρόταση ολόκληρη ή τίποτα», λογική που το οδήγησε άλλωστε σε μια μεγάλη πτώση σε αριθμό συνέδρων. Η περίπτωση των ΣυνΕΚ όμως ήταν αποκαλυπτική για το τι έχουμε μπροστά μας. Για αρχή, δεν ξέρω πια αν μπορούμε να μιλάμε για ΣυνΕΚ, ενώ μάλλον έχουμε μπροστά μας το «ΜΕΤΑ εκπαιδευτικών». Η κεντρική γραμμή της παράταξης αυτής ήταν η υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου. Αυτό φυσικά δεν έγινε χωρίς κορώνες κριτικής, αλλά μιας κριτικής ουσιαστικά απολογητικής. Για να εξηγηθώ, όταν καταπίνεις τα 30 παιδιά/τμήμα δεν με ενδιαφέρει αν κάνεις κριτική επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έφερε το Σοσιαλισμό. Είναι προφανές ότι κανείς δεν περίμενε κάτι τέτοιο, αλλά ο κλάδος σαφώς και απαιτεί τη μείωση των παιδιών ανά τμήμα. Ο ρόλος που έπαιξε το «ΜΕΤΑ εκπαιδευτικών» σ’αυτό το 17ο συνέδριο της ΟΛΜΕ μπορεί να φανεί ξεκάθαρα σε τρία κεντρικά σημεία:

  1. Στη στάση του στα επιμέρους κλαδικά ζητήματα. Η καταψήφιση κάθε διεκδίκησης με τη μονότονη επανάληψη του «η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι θα υλοποιήσει/ικανοποιήσει/εφαρμόσει … και άρα δεν υπάρχει λόγος να μπει στις αποφάσεις» ήταν σοκαριστική, όπως επίσης σοκαριστική ήταν η ανυπαρξία συγκροτημένης αμφισβήτησής της μεταξύ των συνέδρων των ΣυνΕΚ. Ήταν μια λογική που δεν έστεκε πουθενά (πότε στην ιστορία μας δεν διεκδικήσαμε κάτι επειδή μια κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι «το βλέπει με συμπάθεια»?), μια λογική κυβερνητικού συνδικαλισμού. Η συντριβή της βέβαια ήρθε πολύ σύντομα, με τους συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ να χτυπιούνται ότι η κυβέρνηση θα μειώσει τα παιδιά ανά τμήμα και το υπουργείο να ανακοινώνει το επαίσχυντο τριαντάρι…
  2. Στο ντροπιαστικό «λευκό» που έριξε στην απόφαση για την Αξιολόγηση. Ενώ κατορθώθηκε να υπάρξει κοινή πρόταση Παρεμβάσεων-ΠΑΜΕ υπέρ της άποψης ότι ο κλάδος είναι ενάντια σε κάθε μορφή Αξιολόγησης, όπως κι αν την ονομάσουν, πράγμα που θα οδηγούσε σε μεγάλη πλειοψηφία της θέσης αυτής εάν την υποστήριζαν και οι ΣυνΕΚ, οι συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισαν ότι «αυτά που είπαμε μπορεί και να μην ισχύουν» και ψήφισαν «λευκό». Στην πραγματικότητα έχουν αποφασίσει να διευκολύνουν τον υπουργό να περάσει αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «Αποτίμηση, αλλά ας μην γελιόμαστε, Αξιολόγηση». Μια προσωπική, συναισθηματική, παρατήρηση: όταν η πρόεδρος του συνεδρίου ανακοίνωσε ότι η πρόταση για την Αξιολόγηση δεν περνάει κάποιοι σύνεδροι των ΣυνΕΚ γελούσαν και χειροκροτούσαν και κάποιοι άλλοι τραβούσαν τα μαλλιά τους. Τιμώ τους δεύτερους, για τους πρώτους έχω βάλει πια ένα μεγάλο ερωτηματικό.
  3. Τέλος, μα πολύ σημαντικό, στο ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ σαμποτάζ για να μην βγει το 17ο συνέδριο με απόφαση υπέρ του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της 5/7. Η επιμονή των ΣυνΕΚ στο να υπάρχει στο πλαίσιο η διατύπωση ότι είμαστε υπέρ των διαπραγματεύσεων, αλλά «χωρίς εκβιασμούς» (μια πρόταση ηλίθια, εντελώς εκτός τόπου και χρόνου ακόμη και για ένα μικρό παιδί που τώρα μαθαίνει τον κόσμο) ουσιαστικά έκοψε τη δυνατότητα συγκρότησης πλειοψηφίας του ΟΧΙ. Οι Παρεμβάσεις, προκειμένου να ψηφιστεί το ΟΧΙ, έκαναν πίσω σε αρκετά ζητήματα, μάλιστα φτάσαμε να προτείνουμε το σχέδιο απόφασης που λίγες μέρες πριν είχε υπερψηφίσει το ΜΕΤΑ στην ΑΔΕΔΥ, αλλά οι συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενδιαφερόταν τόσο για το ΟΧΙ (που ειδικά μετά την προδοσία της ΓΣΕΕ θα ήταν μια ανάσα από μια μεγάλη Ομοσπονδία εργαζομένων) όσο για το να παρθεί μια τέτοια απόφαση που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί ο πρωθυπουργός στο καναλιζάρισμα και την ενσωμάτωση του ΟΧΙ. Εδώ θέλω να επισημάνω ότι για μένα η αντιπαράθεση δεν έχει χαρακτηριστικά ταυτότητας. Θα μπορούσα να ψηφίσω και κάποιο πλαίσιο που θα ήταν χρωματισμένο με την ιδιόλεκτο του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί να έβγαινε το ΟΧΙ. Όμως είναι άλλο αυτό, και άλλο να ζητά το ΜΕΤΑ, σε ρόλο κυβερνητικού πράκτορα, λευκή επιταγή για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Ένα τελευταίο σημείο πριν πάω στα συμπεράσματα. Οι σύντροφοι/ισσες του ΜΕΤΑ στις τοποθετήσεις τους τα έβαλαν συχνά με τη «λογική της ανάθεσης». Έχουν δίκιο φυσικά, ότι είναι μια παραλυτική νοοτροπία. Δεν έχουν δίκιο όμως στο ότι την παρουσίαζαν σαν ένα ψυχολογικό καπρίτσιο του κλάδου, κι ακόμη χειρότερα σαν άλλοθι για την ακινησία της ηγεσίας. Όπως έχουμε πει πολλές φορές εδώ, η βάση παίρνει πολλές φορές με ενστικτώδη τρόπο πολύ καθαρά τα μηνύματα της ηγεσίας. Όταν μια ηγεσία εμφανίζεται άτολμη, έτοιμη να τα μαζέψει με την πρώτη ευκαιρία, η «ανάθεση» είναι πολύ φυσικό να θεριεύει. Αν κάτι χτυπήθηκε σε βαθμό κονιορτοποίησης από το δημοψήφισμα της 5/7, αυτό είναι το άθλιο μάντρα «ο κόσμος δεν τραβάει» που βγαίνει απ’το ντουλάπι κάθε φορά για να δικαιολογήσει την υποχώρηση.

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι ισχύει το σχήμα που παρουσίασα στην αρχή: άνοδος της Αριστεράς, στασιμότητα στον κλάδο. Το ΠΑΜΕ θα συνεχίσει την καταστροφική πρακτική του «να βγάλει ο κλάδος τα συμπεράσματά του», απόν από την κινητοποίηση των εκπαιδευτικών, με την εξαίρεση των λίγων ΕΛΜΕ που έχει την πλειοψηφία. Το ΜΕΤΑ φαίνεται να προσαρμόζεται πολύ γρήγορα στο ρόλο του κυβερνητικού πράκτορα, μια δύναμη που θα επιδιώκει να προκαλεί από αδράνεια μέχρι και διευκόλυνση της κυβέρνησης (ενδεχομένως όχι χωρίς εσωτερικές τριβές).

Η μικρή, αλλά όλο και δυνατότερη, σφήνα των Παρεμβάσεων οφείλει να έχει συνεχή και ανοιχτή απεύθυνση στη βάση αυτών των δυνάμεων. Είμαι πάντα της άποψης ότι η «απεύθυνση στη βάση» δεν είναι δυνατή χωρίς κάποια απεύθυνση και στην ηγεσία, αλλιώς είναι απλά μια συνεχής πρόσκληση προς κάποιους αγωνιστές/ριες να εγκαταλείψουν το φορέα τους. Εκτιμώ όμως ότι αυτή την περίοδο κάτι τέτοιο θα είναι πολύ δύσκολο, ότι μια απόπειρα συνεργασίας είτε με το ΠΑΜΕ είτε με το ΜΕΤΑ περισσότερο θα εγκλωβίσει παρά θα απελευθερώσει δυνάμεις. Όπως και να’χει είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει από το ανώτερο επίπεδο, της συγκρότησης του ΔΣ της ΟΛΜΕ, μέχρι τις ΕΛΜΕ. Στο μεταξύ, είναι άμεση ανάγκη να συσπειρωθεί ο κόσμος του ΟΧΙ, είτε κεντρικά οι ΕΛΜΕ που το στήριξαν είτε και μεμονωμένοι αγωνιστές/ριες, σε μια μόνιμη πρωτοβουλία μέσα στην εκπαίδευση, που θα οργανώνει την αντίσταση σε παλιά και νέα μνημόνια (τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, φαίνεται πως πάμε σε κάτι τέτοιο…). Οι Παρεμβάσεις δείξαμε να ταλαντευόμαστε, πήγαμε στο συνέδριο με πολλές ανεπάρκειες και αδυναμίες (με προτάσεις όμως για όλα τα κεντρικά ζητήματα της Εκπαίδευσης, από τους διορισμούς μέχρι τη σχολική ζωή), παρ’όλα αυτά συνεχίζουμε να μπολιάζουμε τον κόσμο της Εκπαίδευσης με τη φρεσκάδα και την ελπίδα του Αγώνα. Στις τρεις μέρες του συνεδρίου, δεν σταματήσαμε να επιμένουμε ότι οι από κάτω έχουμε τη δυνατότητα να οργανωνόμαστε χωρίς την ανάγκη των γραφειοκρατών, ότι έχουμε τη δυνατότητα να νικάμε. Πιστοί σε μια λογική που δεν αποδέχεται το ρόλο μόνιμων «λοχαγών» στο εργατικό κίνημα, στείλαμε στο ΔΣ της ΟΛΜΕ δύο νέα πρόσωπα, δύο γυναίκες, εκ των οποίων η μία είναι συναδέλφισσα αναπληρώτρια. Οι μέρες που έρχονται, όποιο «σενάριο» κι αν ξεδιπλωθεί, θα είναι δύσκολες για το λαό. Οι εργαζόμενοι/ες θα ξαναπιάσουν αναγκαστικά το νήμα των αγώνων που υποχώρησαν μέσα στο κλίμα της θολής ελπίδας. Η ζωντανή παρακαταθήκη τριών σχεδόν δεκαετιών αυτού του ανυπότακτου ασκεριού των Παρεμβάσεων αποτελεί την καλύτερη εγγύηση για τη νικηφόρα έκβασή τους.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του συνεδρίου, ο χαιρετισμός της συναδέλφισσας από την Τουρκία.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του συνεδρίου, ο χαιρετισμός της συναδέλφισσας από την Τουρκία.

Το Πέρασμα

Με τα παιδιά μου στο 11ο Γυμνάσιο Ιωαννίνων φτιάξαμε μια εικονογραφική αφήγηση (ένα κόμικ με κάποιο τρόπο) χρησιμοποιώντας λέξεις του μεγάλου Εβραίου Γιαννιώτη ποιητή, Γιωσέφ Ελιγιά.

page 1

page 2

page 3

page 4

Ο Αριστείδης Μπαλτάς και οι ταξιδιώτες του Χρόνου

Μιας και η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με την Οικονομία μάλλον έχει αφήσει χωρίς δουλειά τους πολιτευτές και τους προπαγανδιστές του «μαύρου μετώπου», από κάπου έπρεπε να πιαστούν. Έψαξαν λοιπόν καλά-καλά τα στοιχεία της πολιτικής της κυβέρνησης, κι αφού δεν βρήκαν τίποτε που να φέρνει σε Αριστερά, κονσερβοκούτια, μπολσεβικισμό και όλα όσα ωραία μας είχαν υποσχεθεί από τα κανάλια τους προεκλογικά, πιάστηκαν από τις μικρές αλλαγές στην Εκπαίδευση για να ξεκινήσουν το δικό τους «κίνημα της κατσαρόλας».

                Όλος αυτός ο θίασος της «Αριστείας και της Προόδου» μας παρουσιάστηκε δυναμικά (με τη βοήθεια των ΜΜΕ φυσικά, που είδαν «στρατιές» εκεί που ένα νορμάλ μάτι θα έβλεπε «τρεις κι ο κούκος») πριν λίγες μέρες πίσω από το λάβαρο με το απίστευτα ευφυές σύνθημα «όχι Μπαλτά στην Παιδεία» (κάπου εδώ, οι διαφημιστές της γνωστής παιχνιδο-αλυσίδας έχουν ξεραθεί στο γέλιο). Το νήμα που διαπερνά τις τοποθετήσεις όλων αυτών των πανάξιων και προκομμένων ανθρώπων, που στη ζωή τους οι περισσότεροι πήγαν μπροστά με τον ιδρώτα του προσώπου τους (στο τένις κλαμπ και στη μπιρίμπα δηλαδή) είναι ότι «ο Μπαλτάς μας πάει 40 χρόνια πίσω».

[Εδώ βέβαια υπάρχει μια σοβαρή σύγκρουση στερεοτύπων: Όλοι αυτοί οι άχρηστοι τόσα χρόνια μας βομβαρδίζουν με την κοινοτοπία ότι «στα παλιά χρόνια μαθαίναμε γράμματα!!!», το «40 χρόνια πίσω» μας το παρουσίαζαν σαν το «καλό» που υπήρχε πριν να «εμφανιστεί ο Αντρέας και να τους μάθει να κατεβάζουν τους διακόπτες»]

Εντάξει, μας περνούν για ηλίθιους. Γενικά να ξέρεις ότι όποιος θέλει να σε πείσει κι αρχίζει να αναφέρει τα «μπροστά» και τα «πίσω», σε περνάει για ηλίθιο. Το απορρυπαντικό Χ πηγαίνει το πλύσιμο 50 χρόνια μπροστά. Κατάλαβες?

Ο κάθε ανόητος, εκεί που δεν έχει τι να πει για να σε ρίξει, πετάει μια βλακεία ότι «μας πηγαίνουν πίσω» ή «εμείς βαδίζουμε μπροστά», έτσι ξεροσφύρι. Αυτές όμως οι παραστάσεις αποκτούν νόημα μόνο όταν ορίσεις με σαφήνεια ποια είναι εκείνα τα στοιχεία του «πίσω» ή «μπροστά» που θες να αποφύγεις ή επιθυμείς αντίστοιχα.

Είμαι σίγουρος ότι ασυναίσθητα πολλοί άνθρωποι τσίμπησαν στο αιώνιο αυτό ρητορικό τρυκ: «αφού αυτός ο Μπαλτάς μας πάει 40 χρόνια πίσω, αυτός ο Μπαλτάς πρέπει να είναι πολύ κακός άνθρωπος». Ας μπούμε λοιπόν στη χρονομηχανή των «αρίστων» μας κι ας δούμε τι υπήρχε 40 χρόνια πριν στην Εκπαίδευση και ποιος πραγματικά ηδονίζεται μ’αυτό.

«40 χρόνια πίσω» δεν υπάρχει παιδαγωγική ελευθερία, ο/η εκπαιδευτικός είναι στο έλεος του κομματάρχη/επιθεωρητή κι αλίμονο μην του ξεφύγει καμιά κουβέντα παραπάνω. Συνδικαλιστικά δικαιώματα επίσης δεν υπάρχουν. Όσοι συνάδελφοι/ισσες στάθηκαν όρθιοι επί Χούντας και προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν το κίνημα, διώκονται αλύπητα. Τα παιδιά, φορώντας τις ποδιές τους, διδάσκονται σε μια ακατανόητη ψευδογλώσσα και ελέγχονται αυστηρά για τη συμπεριφορά τους μέσα κι έξω απ’το σχολείο. Σχεδόν τα μισά από τα παιδιά δεν προχωρούν πέρα απ’το Δημοτικό ενώ απ’αυτά που συνεχίζουν, πάλι σχεδόν τα μισά σταματούν στο Γυμνάσιο.

Πριν λοιπόν γυρίσουμε στο σήμερα και στο σατανικό Αριστείδη Μπαλτά, ας κάνουμε μια μικρή στάση στο 2014, όπου το πρόγραμμα του θιάσου των «αρίστων» μας υλοποιείται γοργά και έχει ήδη αποτελέσματα: Η παιδαγωγική ελευθερία χτυπιέται με την ανάδυση του νεοεπιθεωρητισμού, συνάδελφοι/ισσες της Τεχνικής Εκπαίδευσης πετιούνται έξω και τομείς ολόκληροι κλείνουν σε μια νύχτα, οι διώξεις αγωνιζομένων εκπαιδευτικών παίρνουν και δίνουν, οι Πανελλαδικές εξετάσεις γίνονται με επιστρατευμένους εκπαιδευτικούς, εφαρμόζεται το «νέο Λύκειο» της αμάθειας και οι εξετάσεις με την «τράπεζα θεμάτων» κι ένα τεράστιο ποσοστό μαθητών/ριων σπρώχνεται έξω απ’το σχολείο, στην κατάρτιση και τη μαθητεία ενώ οι μαθητικές κινητοποιήσεις αντιμετωπίζονται με τους εισαγγελείς. Να λοιπόν ποιοι επιχείρησαν να φέρουν την Εκπαίδευση ακριβώς εκεί που ήταν «40 χρόνια πίσω»!!!

Αυτό είναι το όραμα των «αρίστων» της συμφοράς για την Εκπαίδευση. Αυτό είναι το πραγματικό «40 χρόνια πίσω». Μ’αυτό το όραμα ήρθε αντιμέτωπος ο κόσμος της Εκπαίδευσης, αντιστάθηκε και πέτυχε νίκες. Μην ξεγελιέσαι, ο συρφετός των «αρίστων» δεν στοχεύει τόσο στον Αριστείδη Μπαλτά (αν και δεν θα τους κακόπεφτε η εξουδετέρωσή του…). Ο στόχος τους είναι κυρίως η οργανωμένη δράση των εργαζομένων, το παράδειγμά μας, που όταν όλοι μας έλεγαν «παρατήστε το» εμείς παλέψαμε και φέραμε πίσω τους απολυμένους μας. Ο στόχος τους είναι εκείνο το κίνημα που στάθηκε απέναντι στο νεοεπιθεωρητισμό και το ταξικό κόσκινο της «τράπεζας θεμάτων». Ο στόχος τους είναι, σε τελική ανάλυση, εκείνη η δύναμη που επέβαλλε τις όποιες προοδευτικές αλλαγές τότε «40 χρόνια πίσω», αλλά και η δύναμη που τσάκισε τις κυβερνήσεις των Σαμαροβενιζέλων χθες.

Ας μην έχουν αμφιβολία. Σε κάθε βήμα που δεν κάνει ο Αριστείδης Μπαλτάς, σε κάθε πισωγύρισμα, θα είμαστε εκεί με τις αγωνίες, τους αγώνες και τις νίκες μας. Κι εμείς την Εκπαίδευση δεν θα την πάμε ούτε «μπροστά» ούτε «πίσω». Θα την πάμε εκεί που τη χρειάζεται η ανθρωπότητα, μακριά απ’το θλιβερό πορνείο της Αγοράς που ονειρεύονται οι «φρουροί της αριστείας».

Ο Sokal στη χώρα «όλης της γαλλικής φιλοσοφίας»

Σε χθεσινό του άρθρο στο γνωστό site νεοφιλελεύθερης κοινοτοπίας, ο Νίκος Δήμου τα βάζει με την «ολέθρια επιρροή της Γαλλίας», προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί οι αλλαγές που προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στην Εκπαίδευση θα μας πάνε 50 χρόνια πίσω (εδώ ο αρθρογράφος αντιγράφει σωστά την έκφραση «so fifty years ago», πλειοδοτώντας έναντι των συναγωνιστών του που θεωρούν ότι πάμε μόνο 40 χρόνια πίσω).

Ο ΝΔ, χωρίς την ευθύτητα να το γράψει με σαφήνεια, υπονοεί ότι ο υπουργός Αρ. Μπαλτάς, μιας κι έχει κάνει σπουδές στη Γαλλία, κληρονόμησε την ξεροκεφαλιά των Γάλλων αριστερών, μια κάποια εμμονή στο παρελθόν, και γι’αυτό οι αλλαγές που προωθεί στην Εκπαίδευση είναι πράγματα ξεπερασμένα, που αναπόφευκτα θα μας πάνε πίσω.

Εξηγεί αναλυτικά και με σοβαρότητα την κατάσταση. Για παράδειγμα, μας λέει (αυτή τη φορά με σαφήνεια) ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’90 μιλούσε με Γάλλους φίλους του για το Internet («Ιντερνέτ» το γράφει, στ’αλήθεια!) κι εκείνοι το απαξίωναν. Χμμμ, φαντάζομαι ότι όλοι/ες έχουμε ιδιαίτερη αγωνία να μάθουμε τι άλλο συζητούσε ο ΝΔ με κάποιους Γάλλους φίλους του… ή όχι?

Εκείνο που όμως μου έκανε πραγματική εντύπωση, ήταν η αναφορά του στην υπόθεση Sokal, σαν ξεσκέπασμα της γαλλικής διανόησης. Γράφει επί λέξει: «ήρθε μετά ο Άλαν Σοκάλ και γελοιοποίησε  όλη την Γαλλική φιλοσοφία με τα κείμενά του που παράγονταν από προγράμματα υπολογιστών – «αυτόματες γεννήτριες μεταμοντέρνων κειμένων» – αλλά οι ειδικοί τα έπαιρναν στα σοβαρά».

Η πρόταση αυτή θα μπορούσε άνετα να παρουσιαστεί σε σεμινάριο «πώς να παρουσιάσετε μια ιστορία όπως εσείς γουστάρετε». Δεν μου προκαλεί έκπληξη. Στα περισσότερα κείμενα ανθρώπων αυτού του κύκλου βρίσκουμε συχνά τέτοιες «παραλλαγές» της πραγματικότητας προκειμένου να βγει το επιθυμητό συμπέρασμα. Μπορεί οι άνθρωποι να μας δοκιμάζουν, όπως ο Sokal…

Λίγα λόγια για την υπόθεση Sokal πριν πάμε παρακάτω. Ο φυσικός/μαθηματικός Alan Sokal το 1996 (την ίδια εποχή περίπου που ο ΝΔ μιλούσε με τους Γάλλους φίλους του για το «Ιντερνέτ») υπέβαλλε προς δημοσίευση ένα ασυνάρτητο κείμενο-φάρσα, γεμάτο από μια «αριστερή» και «μεταμοντέρνα» ιδιόλεκτο, θέλοντας να δείξει ότι η δημοσίευση ενός κειμένου εξαρτιόνταν από το αν αυτό ικανοποιούσε –έστω και «αισθητικά»- τις ιδεολογικές προτιμήσεις της συντακτικής ομάδας του περιοδικού. Θεώρησε ότι το πείραμά του είχε θετικό αποτέλεσμα μιας και το άρθρο του δημοσιεύτηκε. Ο Sokal κατηγορήθηκε από διάφορους για ανηθικότητα, κατηγορία η οποία δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αν όμως ήθελε να είναι ειλικρινής απέναντι στο πείραμά του, θα έπρεπε να το διεξάγει σύμφωνα με τα πρωτόκολλα της επιστημονικής έρευνας, γιατί έτσι όπως το έκανε είναι απλά μια φάρσα που δεν αποδεικνύει τίποτα απολύτως.

Ας δούμε όμως τι σχέση έχει η πραγματικότητα με την πρόταση του ΝΔ πιάνοντας ένα-ένα τα στοιχεία της.

  1. «Με τα κείμενά του». Ο Sokal έγραψε ΕΝΑ κείμενο και όχι πολλά. Είναι σαφές ότι ο ΝΔ προσπαθεί να μας υποβάλλει την ιδέα ότι ο Sokal ξεγελούσε ξανά και ξανά τους μεταμοντέρνους διανοούμενους.
  2. «Οι ειδικοί τα έπαιρναν στα σοβαρά». Πάλι το ίδιο. Για να πεις «τα έπαιρναν» σημαίνει ότι ξεγελιόταν για πολύ καιρό, σωστά? Όμως ο Sokal αποκάλυψε τη φάρσα του την ίδια τη μέρα της δημοσίευσης (ως όφειλε κατά τη γνώμη μου), άρα ποιος θα μπορούσε να συνεχίσει να ξεγελιέται? Στην πραγματικότητα, ούτε ο ΝΔ ούτε κανείς άλλος έχει αποδείξεις ότι κάποιοι «ειδικοί το πήραν στα σοβαρά». Το περιοδικό στο οποίο υποβλήθηκε το άρθρο, το Social Text, δεν εφάρμοζε το peer review, άρα κανένας «ειδικός» δεν ξεγελάστηκε. Η συντακτική ομάδα ζήτησε τη συνεισφορά του Sokal για μια σειρά άρθρων ανταλλαγής απόψεων μεταξύ επιστημόνων, κι ο Sokal παρέδωσε τη φάρσα. Η συντακτική ομάδα δήλωσε στη συνέχεια ότι το άρθρο της φάνηκε «κάπως» κι ότι ο Sokal δεν θέλησε να το διορθώσει παρ’ότι του ζητήθηκε. Αυτό μπορεί και να το είπαν για να ξεπλύνουν κάποια ντροπή, αλλά δεν μας ενδιαφέρει. Η ουσία είναι ότι το δημοσίευσαν, όμως κανείς δεν είχε την ευκαιρία να το «πάρει στα σοβαρά» μιας και ο ίδιος ο Sokal απέτρεψε αυτό το ενδεχόμενο με την αποκάλυψή του.
  3. «Τα κείμενά του παράγονταν από προγράμματα υπολογιστών – ‘αυτόματες γεννήτριες μεταμοντέρνων κειμένων’». Εδώ ο ΝΔ τα έκανε μαντάρα. Ίσως ο Sokal δεν είχε τόση εμπιστοσύνη στους υπολογιστές, όπως οι Γάλλοι φίλοι του ΝΔ που απαξίωναν το «Ιντερνέτ», ίσως τα προγράμματα αυτά δεν είχαν αναπτυχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό εκείνη την εποχή, πάντως ο Sokal το κείμενο το έγραψε με τα χεράκια του και το μυαλό του, και μάλιστα είπε πόσο δύσκολο ήταν, μιας κι έπρεπε να διαλέξει πολύ «πειστικές» λέξεις και εκφράσεις. Ισχυρίζομαι εδώ με την ευκαιρία ότι τα κείμενα των σημερινών νεοφιλελεύθερων στην Ελλάδα άνετα θα μπορούσαν να παράγονται από generator σαν κι αυτόν που υπονοεί ο ΝΔ.
  4. «Γελοιοποίησε όλη την Γαλλική φιλοσοφία». Πάει ΟΛΗ η ΓΑΛΛΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ κατά το ΝΔ, γελοιοποιήθηκε με ένα άρθρο του Sokal! Σ’αυτό το αιώνιο ματς μεταξύ των «εθνικών φιλοσοφιών», εκεί που είχαμε ισοπαλία, ξαφνικά πετάγεται ο Sokal και ρίχνει τη γκολάρα με το «χέρι του Θεού», όπως ο Μαραντόνα. Αστεία πράγματα φυσικά, αλλά μήπως έχει δίκιο ο ΝΔ? Μήπως πράγματι ξεφτιλίστηκε κάποια «γαλλική φιλοσοφία»? Ο Sokal υπέβαλλε το άρθρο του στο Social Text που εκδίδεται στο Παρίσι φυσικά… ΟΥΠΣ! Μα όχι! Το περιοδικό είναι έκδοση του πανεπιστημίου του Duke στη Β. Καρολίνα των ΕΠΑ. Μέλος της κοινότητας του Duke είναι ο γνωστός Fredric Jameson, ο οποίος ήταν στη συντακτική ομάδα του Social Text την εποχή της φάρσας και τον οποίο δεν τον λες και εκπρόσωπο «όλης της γαλλικής φιλοσοφίας» (ούτε καν της μισής, εδώ που τα λέμε). Ο έτερος υπεύθυνος για τη γκάφα του Social Text ήταν ο Andrew Ross, ο οποίος διδάσκει στο πανεπιστήμιο της… Λυών? ΟΥΠΣ! Και πάλι όχι. Στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης είναι ο άνθρωπος, o οποίος μεγάλωσε και σπούδασε στην πατρίδα του τη Σκοτία! Με «όλη τη γαλλική φιλοσοφία» μάλλον δεν έχει καμία σχέση.

Η γαλλική φιλοσοφία όμως φαίνεται ότι δεν γελοιοποιήθηκε αρκετά, κι έτσι τώρα πάει να πάρει τη ρεβάνς με τον πράκτορά της στην Ελλάδα, Αριστείδη Μπαλτά, ο οποίος θέλει να πάει την εκπαίδευση «50 χρόνια πίσω» έτσι, για ένα καπρίτσιο. Στην πραγματικότητα, το αμάρτημα του υπουργού είναι ένα: ότι τους πάτησε τον κάλο αμφισβητώντας (με τον απρόθυμο τρόπο που το έκανε) την παρλαπίπα της «αριστείας». Αυτό δεν θα του το συγχωρήσουν ποτέ οι άνθρωποι της ελίτ και οι κοντυλοφόροι τους. Στον αγώνα τους θα επιστρατεύσουν πολλά μέσα, αυτό είναι βέβαιο. Το άρθρο του ΝΔ είναι το ελαφρύτερο απ’αυτά.

(Για την άποψή μου για τη λεγόμενη «αριστεία» και τα «πρότυπα-πειραματικά σχολεία δες εδώ)

Η κατασκευή της «ενδοσχολικής βίας»

Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός. Η Ελλάδα είναι στην τέταρτη θέση (ανάμεσα στις χώρες που μελετήθηκαν) στην έκταση του φαινομένου της «ενδοσχολικής βίας». Το συμπέρασμα είναι το ίδιο άμεσο: κάτι πρέπει να κάνουμε και μάλιστα το συντομότερο! Ποιο άκαρδο τέρας είναι στο κάτω-κάτω ευχαριστημένο με το γεγονός ότι τα παιδιά μας περνούν τόσο άσχημα στο σχολείο, με τραύματα που τους μένουν μέχρι τα γεράματα? (βάλε έναν αστερίσκο εδώ, θα δούμε ποιο είναι το πραγματικό άκαρδο τέρας προς το τέλος…).

Εδώ και λίγο καιρό λοιπόν, τα ελληνικά σχολεία (ακολουθώντας τη διεθνή μόδα) ζούνε στους ρυθμούς του φαινομένου αυτού. Μελέτες για το φαινόμενο, σεμινάρια για το φαινόμενο, επιτροπές και υπεύθυνοι για το φαινόμενο, «δράσεις» για το φαινόμενο. Λέω λοιπόν από την αρχή ότι για μένα το φαινόμενο αυτό είναι μια κατασκευή, μια επινόηση. Ακόμα περισσότερο, ισχυρίζομαι ότι η κατασκευή αυτού του φαινομένου έχει βαθύτερα και σκοτεινά κίνητρα, δηλαδή τη δημιουργία συναίνεσης στην ένταση του κοινωνικού ελέγχου και την πειθάρχηση της νεολαίας.

Πριν αρχίσουμε, ας διευκρινίσουμε κάτι πολύ βασικό. Η έννοια της «ενδοσχολικής βίας» δεν έχει να κάνει με κάποιον τοπολογικό προσδιορισμό της βίας, δηλαδή δεν σημαίνει «η βία που ασκείται στο χώρο του σχολείου». Η έννοια αυτή υποδηλώνει έναν ξεχωριστό, αυτόνομο τύπο βίας, που αναπτύσσεται στο Σχολείο και τροφοδοτείται απ’αυτό ή στην καλύτερη περίπτωση μια ειδική έκφανση της βίας στους εφήβους η οποία αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο Σχολείο. Ποια ακριβώς είναι αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ποιος αυτός ο ξεχωριστός χαρακτήρας του φαινομένου «κανένα στόμα δεν το’βρε και δεν το’πε ακόμα». Όχι τυχαία. Όσο περισσότερη ασάφεια υπάρχει στους βασικούς όρους που περιγράφουν το φαινόμενο, τόσα περισσότερα περιστατικά μπορεί να χωρέσει και τόσο περισσότερο μπορεί να επεκταθεί ο επιθυμητός έλεγχος με την αφορμή του.

Μίλησα πριν για κατασκευή του φαινομένου, πράγμα που μπορεί να είναι αντίθετο με την καθημερινή εμπειρία μας με τα παιδιά. Τα παιδιά τσακώνονται, πλακώνονται, προσβάλουν συχνά το ένα το άλλο (και μάλιστα σκληρά). Ακόμη, κάνουν αποτυχημένες προσπάθειες να εκδηλώσουν τις πρωτόγνωρες γι’αυτά σεξουαλικές ορμές, δοκιμάζουν ρόλους, χειραγωγούν και χειραγωγούνται, λένε ψέματα και πολλά άλλα. Είναι αυτό κάτι νέο? Δεν αποτελούν όλα αυτά (μαζί με άλλα πολλά) μέρος τις διαδικασίας κοινωνικοποίησης του παιδιού? Ποιο είναι εκείνο το παιδί που μεγάλωσε χωρίς να πληγωθεί σωματικά ή «ψυχικά» από τους φίλους του? Ισχυρίζομαι εδώ ότι αυτός ο τρόπος (η μέθοδος της δοκιμής και του λάθους) είναι ο μόνος τρόπος που μαθαίνουμε και χτίζουμε την προσωπικότητά μας, συνεπώς ότι η απαίτηση για ένα παιδί που δεν θα πληγωθεί ποτέ και από τίποτα, είναι η συνταγή για έναν άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, έναν άνθρωπο χωρίς την ανθρώπινη υπόσταση, δηλαδή την ικανότητα να βρίσκεται σε συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους. Η αναγωγή όλων αυτών των παιδικών ή εφηβικών εμπειριών σε μια προβληματική κατάσταση με τον όρο «ενδοσχολική βία» ψυχιατρικοποιεί αυτόματα την παιδική ηλικία.

Επιμένω στον ισχυρισμό της κατασκευής. Το Σεπτέμβριο του 2013 ξεκίνησε στο ελληνικό Σχολείο η εκστρατεία καταγραφής των κρουσμάτων «ενδοσχολικής βίας» με σκοπό να προσδιοριστεί η έκταση του φαινομένου. Μιλάμε για μια εντελώς αυθαίρετη και αντιεπιστημονική διαδικασία. Σε κάθε σχολείο ορίστηκε ένας υπεύθυνος για την καταγραφή των περιστατικών. Ο υπεύθυνος αυτός ήταν ένας συνάδελφος από το σύλλογο διδασκόντων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν ψυχολόγος, κοινωνιολόγος ή τέλος πάντων κάποιος που έχει ειδικευθεί στον τρόπο που συλλέγονται αυτά τα δεδομένα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι κατέγραφε τα περιστατικά που ταίριαζαν στο μυαλό του σ’αυτό το αόριστο πράγμα που είναι η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας», από έναν επαναλαμβανόμενο καυγά μέχρι ένα ατυχές ερωτικό «πέσιμο». Το αποτέλεσμα επιβεβαίωσε την από τα πριν επιβαλλόμενη αντίληψη: ότι το η έκταση της «ενδοσχολικής βίας» είναι σημαντική και πρέπει να ληφθούν μέτρα. Πρόκειται για μια τιτάνια λαθροχειρία. Όπως αντιλαμβάνεσαι, ο τρόπος που έγινε η συλλογή των στοιχείων προϋπέθετε την αποδοχή του φαινομένου που υποτίθεται ότι ανίχνευε!!! Ο τρόπος που έγινε η μελέτη λοιπόν, είναι ο κλασικός τρόπος που κατασκευάζονται οι κοινωνικές υστερίες, η μελέτη απλά υπηρετεί το συμπέρασμα που από την αρχή θέλαμε να εξάγαγουμε (με την ίδια λογική δικαιολογεί εδώ και χρόνια το αμερικανικό κράτος το βαθύ ρατσισμό του, με την ίδια λογική εδραιώθηκε η ισλαμοφοβία, με την ίδια λογική στήνεται κάθε κρατικά κατευθυνόμενη μαζική υστερία).

Αν όμως πρόκειται περί κατασκευής, τότε γιατί τόσος κόπος? Ποιο σκοπό εξυπηρετεί η συγκεκριμένη κατασκευή? Το είπα ήδη από την αρχή. Η κατασκευή αυτή προετοιμάζει το έδαφος για μια ευρεία συναίνεση στην όξυνση των πολιτικών πειθάρχησης της νεολαίας, πολιτικών που το κράτος έχει ανάγκη ειδικά μετά την τομή της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008. Εάν το κράτος πείσει την κοινωνία ότι το Σχολείο είναι ένας χώρος που τα παιδιά κυρίως κινδυνεύουν, τότε εξασφαλίζεται η συναίνεση στις πολιτικές του εντεινόμενου αυταρχισμού και του καθολικού ελέγχου. Με τον ίδιο τρόπο που το πλαίσιο ελέγχου των εκπαιδευτικών, η Αξιολόγηση, πάτησε πάνω σε μια τεράστια εκστρατεία δυσφήμισης τους (ανισόρροποι, ανεπαρκείς, λουφαδόροι, φοροφυγάδες, παιδεραστές, ποιος θα ήθελε το παιδί του να μπλέξει με τέτοιους εκπαιδευτικούς?), το πλαίσιο ελέγχου και πειθάρχησης των νεολαίων θα επιβληθεί πάνω στην κατασκευή της ιδέας της «ενδοσχολικής βίας», θα επιβληθεί τελικά «για το καλό τους»…

Ακόμη περισσότερο, η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας» έρχεται να καθίσει πάνω στον καθένα/μια από μας. Ο επιτακτικός τρόπος με τον οποίο απαιτείται η ανίχνευση (επιβεβαίωση όπως είπαμε πριν) της «ενδοσχολικής βίας» έχει κρεμάσει πάνω από κάθε μέλος της σχολικής κοινότητας ένα ερωτηματικό. Αυτό σημαίνει ότι το πλαίσιο αυτό επιτυγχάνει κάτι ακόμη μεγαλύτερο απ’αυτό που περιέγραψα πιο πριν, πετυχαίνει την «αυθόρμητη» εξάπλωση ενός γενικευμένου καθεστώτος ελέγχου απ’όλους προς όλους!

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν βλέπω πίσω από την υστερία της «ενδοσχολικής βίας» κάποια συνωμοσία. Δεν πιστεύω ότι οι ιεραρχικές/ταξικές κοινωνίες χρειάζονται τις συνωμοσίες για να γεννήσουν μια κοινωνική υστερία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ασχολούνται με το ζήτημα δεν είναι πιόνια κάποιου σκοτεινού κέντρου που προωθεί το ζήτημα, όμως μοιράζονται την ίδια ιδεολογία, το ίδιο σύνολο αξιών ή δεν έχουν αντιστάσεις απέναντί του. Αρκεί να αναφέρουμε ότι, κι εδώ είναι το εξαιρετικά ανησυχητικό, το στρατόπεδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς τηρεί σιγή ισχύος για το θέμα, όταν δεν το αποδέχεται (η Αριστερά γενικά έχει παρασυρθεί εδώ και πολλά χρόνια σε μια απόλυτα οικονομίστικη θεώρηση του σχολείου με αποτέλεσμα τη σύγχυση που επικρατεί σήμερα μπροστά στις νέες εξελίξεις).

Στο ελληνικό Σχολείο η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας» είναι σχετικά νεαρή. Με έναν ειρωνικό τρόπο το λανσάρισμά της συμπίπτει με την εποχή «το μνημόνιο είναι ευλογία». Είναι μέσα σ’αυτή την εποχή της Κρίσης και της καταστροφής εκατοντάδων χιλιάδων ζωών που το πλαίσιο της ιδέας της «ενδοσχολικής βίας» μου φαντάζει ακόμη πιο επικίνδυνο. Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο τα προβλήματα των παιδιών εξατομικεύονται και συνεπώς ψυχολογικοποιούνται. Η βία ως μια κατάσταση που εξαπολύεται από το ίδιο το κράτος απέναντι στις ζωές μας και ποτίζει κάθε πτυχή τους, απλά εξαφανίζεται. Όλη η ιστορία πια είναι να δούμε «πού είναι το πρόβλημα» με το κάθε παιδί που μπαίνει στο μικροσκόπιο. Η βία εξετάζεται σαν μια ατομική υπόθεση και, ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν τεχνικές που μπορεί να αμβλύνουν την κατάσταση, τελικά δικαιολογείται ως τέτοια και το σύστημα που την παράγει αθωώνεται πανηγυρικά. Δεν είναι λοιπόν ο κόσμος μας που έχει το πρόβλημα, είναι το κάθε παιδί. Αυτά τα ίδια παιδιά που πια δεν μπορούν να μας φέρουν το συμβολικό αντίτιμο για κάποιο μουσείο ή παράσταση, που δεν έχουν να πάρουν κάτι να φάνε στο διάλειμμα, που γυρνούν σπίτι για να ζήσουν το υπόλοιπο της μέρας με την απόγνωση των άνεργων γονιών τους, που για μέλλον βλέπουν την ερήμωση, αυτά τα παιδιά που δεν τα ακούει κανείς και μόνο τα λοιδορεί, είναι τα παιδιά που «έχουν προβλήματα».

Η εκστρατεία κατά της «ενδοσχολικής βίας» όμως έχει και μια άλλη λειτουργία. Μεταλλάσσει δραματικά τη σχέση εκπαιδευτικού-παιδιού. Ο παιδαγωγικός ρόλος του εκπαιδευτικού υποχωρεί μπροστά στο νέο ρόλο του παιδονόμου/ψυχολόγου/αξιολογητή. Το νέο σχολείο είναι ένα κάτεργο ολικού ελέγχου. Τα «στελέχη» είναι οι παιδονόμοι του εκπαιδευτικού, ο εκπαιδευτικός είναι ο παιδονόμος των μαθητών/ριων. Κάθε πόρτα ελεύθερης έκφρασης κλείνει ερμητικά μην τυχόν και βγει απ’αυτή κάτι «αποκλίνον». Η παιδαγωγική ελευθερία των εκπαιδευτικών καταργείται, η ελεύθερη έκφραση των παιδιών (σωματική, συναισθηματική, πνευματική) καταργείται επίσης. Το σχολείο διαμορφώνεται ως ένας χώρος στον οποίο επικρατούν τα «προληπτικά μέτρα». Οι υπέρμαχοι της ιδέας αυτής βέβαια έχουν (σαν πλασιέ ασφαλειών ζωής) πάντα κάποιο κακό λόγο να πουν για να σε πείσουν: κι αν κάποιος χτυπήσει το παιδί σου? Κι αν κάποιος το προσβάλλει? Δεν θα ήθελες ο χώρος του σχολείου να ελέγχεται απόλυτα ώστε να μην συμβούν αυτά? Κι αν οι εκπαιδευτικοί δεν φτάνουν να αστυνομεύσουν όλο το χώρο? Μήπως θα ήταν καλό να βάλουμε και μια κάμερα? Ή ακόμη, μήπως να σκεφτόμαστε έναν ανιχνευτή μετάλλων στην είσοδο? Ο κατάλογος της καταστροφολογίας δεν κλείνει φυσικά ποτέ. Η επιλογή ήταν πάντα η ίδια: ή «τα δίνουμε όλα» στην πρόληψη και τον έλεγχο, στην αστυνόμευση δηλαδή, ή οι προσπάθειές μας στρέφονται στη ρίζα του κακού, στο ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Αλλά ποιος από τους γραφειοκράτες και τις επιτροπές θα ήθελε κάτι τέτοιο?

Μια ακόμη παράμετρος της υστερίας είναι ότι υπονομεύει την ίδια την παιδαγωγική πράξη. Έγραψα και παλιότερα ότι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορούμε να κάνουμε θεωρώντας την Εκπαίδευση είναι το να την αντιμετωπίσουμε σαν μια συλλογή δεξιοτήτων και «γνώσεων» ενός συγκεκριμένου ατόμου. Η Εκπαίδευση είναι μια διαδικασία κοινωνική και ως τέτοια διδάσκει πολύ περισσότερα από τις «ξερές» γνώσεις των διαφόρων αντικειμένων. Μέσα στη σχολική τάξη, στη ζωή της τάξης, το παιδί μπορεί να πάρει σημαντικά μαθήματα. Μπορεί να εκτιμήσει την αξία της συνεργασίας, να συνειδητοποιήσει ότι έχει να μάθει ακόμη κι από τα λάθη των άλλων παιδιών, να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να μην τα καταφέρει σε μια δοκιμασία και να κρίνει πού χρειάζεται βελτίωση, να σταθεί δίπλα σε ένα άλλο παιδί σε κάποιο πρόβλημά του ή ακόμη και σε μια σκανταλιά που σκάρωσε, να αστειευτεί και να αυτοσαρκαστεί, να προσπαθήσει να λύσει μια άσκηση Χημείας ενώ δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από το μπροστινό θρανίο που κάθεται ο έρωτάς του, να αγαπήσει τη γνώση σαν κάτι που κάνει όλη την τάξη λίγο καλύτερη. Το να λέει κάποιος ότι χρειαζόμαστε ένα ειδικό πρόγραμμα πρόληψης ενάντια στην «ενδοσχολική βία» σημαίνει ότι αυτόματα ακυρώνει το παιδαγωγικό ευεργέτημα της διδασκαλίας της «Ελένης» και την «Αντιγόνης», της προσπάθειας να λύσουμε όλοι μαζί ένα πρόβλημα Μαθηματικών, της κατανόησης των νόμων κίνησης της Φύσης και των Κοινωνιών. Με λίγα λόγια, είναι μια ευθεία παραδοχή ότι τελικά η Εκπαίδευση δεν μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ότι καλύτερο άνθρωπο σε κάνουν οι «δράσεις κατά της ενδοσχολικής βίας». Αν αναρωτιέσαι ποιες είναι αυτές οι δράσεις, δεν θα εκπλαγείς από την απάντηση: Διαλέξεις από «ειδικούς» (ψυχολόγους δηλαδή, μιας και είπαμε ότι τα παιδιά «έχουν πρόβλημα»), σεμινάρια της Αστυνομίας στα μικρά παιδιά (για να βελτιωθεί και το κλίμα μεταξύ του υποτελούς και του επιστάτη του), συζητήσεις στην τάξη για την καλή συμπεριφορά και «συμβόλαια τάξης» (έτσι, για να φορτώνεται το παιδί και με την παραπανίσια ενοχή ότι έσπασε και το συμβόλαιο αν κάνει μια βλακεία. Μια διαδικασία που αυτόματα το καθιστά αποδιοπομπαίο).

Αυτά λοιπόν είναι τα νέα της «ενδοσχολικής βίας». Τα παιδιά «έχουν προβλήματα». Όλως παραδόξως, τα πραγματικά προβλήματα που γεννά το εκπαιδευτικό μας σύστημα ούτε καν αναφέρονται στους τόμους που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια. Η εξετασιομανία και η συνεχής αξιολόγηση/πιστοποίηση του παιδιού που τσακίζει κάθε φυσική δίψα για μάθηση, το τέρας των Πανελλαδικών Εξετάσεων που έχει οδηγήσει χιλιάδες παιδιά στην απόγνωση και δεκάδες ακόμη και στην αυτοκτονία, ο αυταρχισμός και η εντατικοποίηση, ο απίστευτος ανταγωνισμός που ισοπεδώνει το χαρακτήρα του παιδιού, το συνεχές ταξικό ξεσκαρτάρισμα. Ψάξε σε κάθε εγκύκλιο, σκάλισε τα πρακτικά κάθε σεμιναρίου και θα δεις ότι δεν υπάρχει ούτε λέξη για όλα αυτά, γιατί αυτό το σχολείο είναι που θέλουν τα αφεντικά. Αν λοιπόν καλοπροαίρετα λες «γιατί να μην κάνουμε κι αυτά τα προγράμματα κατά της βίας?», αναρωτήσου γιατί τόσα χρόνια το κράτος δεν έχει κάνει τίποτα για τα σοβαρά προβλήματα της Εκπαίδευσης παρά τους τόνους προτάσεων των εκπαιδευτικών?

Η άποψή μου είναι απλή. Τα προβλήματα της Εκπαίδευσης δεν λύνονται με περισσότερο έλεγχο, αλλά με περισσότερη Δημοκρατία και Ελευθερία. Ενιαίο, δημόσιο και δωρεάν, πολυτεχνικό σχολείο για όλα τα παιδιά, κατάργηση κάθε μορφής εξετάσεων και βαθμολογίας, σχολικές και μαθητικές κοινότητες που θα διοικούν αμεσοδημοκρατικά το σχολείο, γενναία αύξηση στη χρηματοδότηση για να μπορούν να γίνουν τα σχολεία χώροι που θα καλύπτουν όλες τις δημιουργικές ορμές της νεολαίας. Όλα αυτά, μαζί με την εμπλοκή ολόκληρης της τριμερούς σχολικής κοινότητας στους κοινωνικούς αγώνες για την απόκρουση της καπιταλιστικής επιθετικότητας και την κοινωνική αλλαγή. Στις φράσεις-κλισέ κάθε πολιτικού και «στελέχους» είναι ότι «το σχολείο πρέπει να διαμορφώνει υπεύθυνους πολίτες». Ε, ας το κάνουμε κάποια στιγμή πράξη αυτό, αλλά με ειλικρίνεια, όχι να λέμε «υπεύθυνους» και να εννοούμε «υποταγμένους»!

Ξέρω, κάθε φορά που φτάνω στον επίλογο, στο «δια ταύτα», ξυνίζεις τα μούτρα σου. Σου φαίνονται πολύ προπαγανδιστικά όλα αυτά που προτείνω και μάλλον ουτοπικά. Εντάξει, αν λοιπόν αυτά σου φαίνονται ουτοπικά, ας συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάναμε τόσα χρόνια μπας και φιλοτιμηθεί να δουλέψει. Ας εντείνουμε το πλαίσιο του Ελέγχου μέχρι να μην μπορούμε καν να ανασάνουμε. Τότε θα είμαστε όλοι ασφαλείς. Άνευροι και ψόφιοι, άβουλοι και μαριονέτες. Αλλά ασφαλείς…

Previous Older Entries