Η «καλή» αξιολόγηση και άλλες φαντασιώσεις

Παρακολουθήσαμε χθες την κοινή συνέντευξη των προέδρων της ΕΛΜΕ Ιωαννίνων και του ΣΕΠΕ Ιωαννίνων σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό για τις εξελίξεις στην Εκπαίδευση μπροστά στη νέα σχολική χρονιά. Το να κάνουμε μια πλήρη παρουσίαση και κριτική των όσων είπαν οι δύο συνάδελφοι θα ήταν υπερβολικό για τούτο το μικρό σημείωμα. Επιβάλλεται όμως να σταθούμε σε ένα κρίσιμο -και επικίνδυνο συνάμα- ζήτημα, στο οποίο μια σημαντική μερίδα του συνδικαλισμού μας φαίνεται να πατά και να ξαναπατά τη μπανανόφλουδα που αφήνει η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Αναφερόμενοι στο μεγάλο ζήτημα της Αξιολόγησης, και οι δύο συνάδελφοι εξέθεσαν την άποψη ότι στην Εκπαίδευση χρειαζόμαστε κάποιας μορφής αξιολόγηση, αρκεί αυτή να έχει πρώτα συζητηθεί πλατιά, να μην είναι τιμωρητικού χαρακτήρα, να μην είναι εργαλείο χειραγώγησης των εκπαιδευτικών και κατηγοριοποίησης των σχολείων. Θέτοντας εδώ από την αρχή το σημείο της διαφωνίας μου, σημειώνω ότι αυτή ακριβώς η άποψη, που δέχεται την “αξιολόγηση υπό όρους” είναι το καταλληλότερο λιπαντικό για την εφαρμογή της αξιολόγησης χωρίς κανέναν όρο. Η “καλή” αξιολόγηση που ονειρεύονται οι συνάδελφοι είναι ίδια κι απαράλλαχτη με την “κακή”, τουλάχιστον στα μεσο-μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της.

Πριν δούμε το γιατί συμβαίνει αυτό, ας σταθούμε σε ένα δεύτερο, αλλά αρκετά σημαντικό, σημείο. Ένα από τα επιχειρήματα με τα οποία οι συνάδελφοί μας προσπάθησαν να στηρίξουν την άποψή τους ήταν ότι “η κοινωνία δεν πρέπει να σκεφτεί ότι είμαστε αντίθετοι στο να αξιολογηθούμε, όταν όλοι αξιολογούνται. Έτσι πρέπει εμείς οι ίδιοι να κάνουμε τις προτάσεις για την μορφή της αξιολόγησής μας”. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που, αν και ακούγεται συχνά, δεν το καταλαβαίνω, ειδικά όταν ξεστομίζεται από δασκάλους. Είναι αλήθεια ότι το κίνημα των εκπαιδευτικών πρέπει συνεχώς να σφυρηλατεί τη συμμαχία του με τα άλλα δύο μέρη του σχολικού τριγώνου, τα παιδιά και τους γονείς. Οι συμμαχίες όμως, και μάλιστα οι έντιμες και ελπιδοφόρες, δεν χτίζονται ούτε με την κουτοπονηριά ούτε με την υποταγή στις αντιλήψεις του άλλου. Εάν κρίνουμε ότι η απαίτηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών είναι κυρίαρχη μέσα στους γονείς (σε ποιους γονείς; Σε όλους; Είναι κάποιο ενιαίο κοινωνικά στρώμα οι “γονείς” μήπως;) και εάν εμείς κρίνουμε ότι αυτό οφείλεται στην προπαγάνδα του λόγου των αφεντικών, τότε αυτό που έχουμε να κάνουμε, σαν δάσκαλοι και σαν κοινωνικοί συνοδοιπόροι, είναι να τους εξηγήσουμε υπομονετικά το γιατί οι απόψεις τους είναι λαθεμένες. Θα ήταν ενδιαφέρον να μας αποκαλύψουν οι συνάδελφοι πώς φαντάζονται μια συμμαχία με τους “γονείς”, η οποία στην τελική ανάλυση θα αποδεχόταν το λόγο της κυρίαρχης τάξης περί αξιολόγησης. Τι να την κάνει κανείς μια τέτοια συμμαχία;

Ας πάμε όμως στην κύρια αντίρρηση. Μπορεί να υπάρχει “καλή” αξιολόγηση των εκπαιδευτικών; Θα μπορούσαμε να καταστρώσουμε μια πρόταση σαν αυτή που υπονοούν (αλλά δεν περιγράφουν) οι συνάδελφοι πρόεδροι; Μιας και ο χώρος ετούτου του σημειώματος είναι περιορισμένος, ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε με συντομία.

– Είναι στη φύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας το ότι δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Νόρμες εκπαιδευτικού έργου δεν υπάρχουν, και άρα η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πάνω στην τήρηση της νόρμας αναγκαστικά θα προϋποθέτει νόρμες επιβεβλημένες από αυθαίρετους εξωεκπαιδευτικούς σχεδιασμούς. Η Αξιολόγηση χτυπά απευθείας στην καρδιά της Εκπαίδευσης.

– Δε νοείται κριτική του γενικού εκπαιδευτικού έργου ξεκομμένη από την κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος. Ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα, ένα σύστημα που προσπαθεί για την ολόπλευρη μόρφωση των παιδιών, είναι σαφώς διαφορετικό περιβάλλον από ένα σύστημα περικοπών και καθολικού ελέγχου. Η αξιολόγηση (κάθε αξιολόγηση) μεταφέρει το ερώτημα “ποιον ωφελεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Ποιες είναι οι αξίες του και με ποιον τρόπο τις υπηρετεί;” στο “πώς κάνει τη δουλειά του ο υπάλληλος;”. Η Αξιολόγηση λειτουργεί λοιπόν σαν ξέπλυμα του συστήματος.

– Η εκπαίδευση δεν είναι μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από σωστές και λάθος μεθόδους, έτσι αόριστα και γενικά. Ένα σωρό μέθοδοι που παλιότερα θεωρούνταν ιδανικές, σήμερα είτε έχουν πεταχτεί στο σκουπιδοντενεκέ είτε έχουν ακόμη και καταδικαστεί. Επιπλέον, στην εκπαίδευση δεν υπάρχουν συνταγές. Γνωρίζουμε καλά πως μια προσέγγιση ενός θέματος μπορεί να αλλάζει από σχολείο σε σχολείο, ακόμη κι από τμήμα σε τμήμα του ίδιου σχολείου.

Η αξιολόγηση βάζει κάτω από το χαλί τις υπαρκτές κοινωνικές διαφορές των σχολείων και των παιδιών. Με λίγα λόγια, η Αξιολόγηση μασκαρεύει τις ταξικές διαφορές με το μανδύα των “ατομικών ευθυνών του εκπαιδευτικού”.

– Η εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη. Ο κρατικός θεσμός της εκπαίδευσης, όπως και το σύνολο του κράτους, διασφαλίζει τους όρους της διαιώνισης της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Αυτό σημαίνει ότι την “εκπαιδευτική ατζέντα”, ανεξάρτητα από το αν η κυβέρνηση είναι δεξιά ή “αριστερή”, την καθορίζουν έμμεσα (και κάποιες φορές άμεσα, αμεσότατα) τα επιτελεία των αφεντικών. Ένας θεσμός, λοιπόν, που καλείται να πετύχει τους στόχους των αφεντικών θα ήταν παράλογο να θεωρούμε ότι μπορεί να αξιολογηθεί από τους μηχανισμούς των αφεντικών στο κατά πόσο υπηρέτησε τη μόρφωση των παιδιών των εργατικών και λαϊκών τάξεων. Η Αξιολόγηση, “καλή” και “κακή”, είναι εργαλείο ταξικής κυριαρχίας.

– Η εκπαίδευση δεν έχει άμεσα αποτελέσματα. Πολλές φορές τα αποτελέσματα μιας συνεκτικής διδασκαλίας παρουσιάζονται χρόνια αργότερα. Η οικοδόμηση των βάσεων της μάθησης, αυτή η τόσο σημαντική πλευρά της Εκπαίδευσης, δεν έχει να κάνει με την επίτευξη άμεσων στόχων. Οι άμεσοι στόχοι είναι απαίτηση του σχολείου-επιχείρηση. Η Αξιολόγηση μετατρέπει το Σχολείο σε θέαμα.

– Όπου έχει εφαρμοστεί η Αξιολόγηση, και μιλάμε για τα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, έχει οδηγήσει σε μια γραφειοκρατική κόλαση, όπου η χαρά και η δημιουργικότητα θυσιάστηκαν στο βωμό της “επίτευξης στόχων”. Η Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα έχει οδηγήσει στο γραφειοκρατικό ψεύδος (σχολεία και εκπαιδευτικοί απλά συμπληρώνουν ψευδή στοιχεία όπου μπορούν για να πετύχουν καλύτερο “σκορ”), σε εργασιακή εξάντληση των εκπαιδευτικών (μιλάμε για μαζικές παραιτήσεις και έλλειψη ακόμη και αναπληρωτών, λόγω κακής φήμης του επαγγέλματος) και ανούσια εντατικοποίηση. Η Αξιολόγηση απονεκρώνει τον εκπαιδευτικό και το σχολείο.

– Ακόμη και η “καλή” αξιολόγηση οδηγεί στην κατηγοριοποίηση των σχολείων. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήδη, και τώρα που δεν υπάρχει “επίσημη” αξιολόγηση, τα σχολεία είναι κατηγοριοποιημένα στην κοινή γνώμη (κακώς, αλλά το ξέρουμε ότι ισχύει σε μεγάλο βαθμό). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το αίσχος των ανούσιων μεταγραφών (με τη δήλωση ψευδών στοιχείων ή και με “ρουσφέτια”, όπως έχουμε δει σε κάποιες περιπτώσεις) μέσω των οποίων αποδυναμώνονται κάποια σχολεία και ενισχύονται άλλα. Όταν η Αξιολόγηση βάλει αυτή την “επίσημη” στάμπα πάνω από κάποιο σχολείο, δεν θα χρειάζεται να είναι “τιμωρητική”. Η ίδια η κοινωνία θα λειτουργήσει αυτόματα. Η Αξιολόγηση, ακόμη και η “καλή”, είναι μηχανισμός κατηγοριοποίησης και αποδυνάμωσης/κλεισίματος σχολείων (το ίδιο φυσικά θα ισχύσει και για τους εκπαιδευτικούς όταν εφαρμοστεί η ατομική τους αξιολόγηση).

– Η Αξιολόγηση, καθώς θα πραγματοποιείται από συγκεκριμένους μηχανισμούς, παγιώνει την αντίληψη ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να καθορίσουν τις ζωές και τις ανάγκες τους. Ο Σύλλογος Διδασκόντων (μαζί και τα μαθητικά συμβούλια και οι σύλλογοι γονέων) παύει να είναι το κυρίαρχο όργανο στο οποίο τα παιδαγωγικά, διοικητικά ή όποια ζητήματα κουβεντιάζονται δημοκρατικά και προτείνονται οι αντίστοιχες λύσεις. Ο έλεγχος και η “λύση” έρχεται απ’έξω, ο Σύλλογος απλά προτείνει τον καλύτερο τρόπο για να εφαρμοστούν τα πορίσματα της Αξιολόγησης. Η Αξιολόγηση είναι ένα πλήγμα στη δημοκρατία, είναι μια αυταρχική κατρακύλα.

– Η Αξιολόγηση υπηρετεί τη στροφή της κοινωνίας από το σύνολο στο άτομο. Μια κατ’εξοχή κοινωνική διαδικασία όπως η Εκπαίδευση, μετατρέπεται σε ατομική, οι μαθητές και οι γονείς είναι οι πελάτες στο “νέο σχολείο”. Το Κράτος, μέσω της αξιολόγησης, θα ελέγχει εάν οι εκπαιδευτικοί παρέδωσαν στο άτομο-μαθητή-πελάτη το συμφωνημένο “πακέτο εκπαιδευτικών υπηρεσιών”. Η Αξιολόγηση είναι το ιδεολογικό εργαλείο του νεοφιλελευθερισμού στην Εκπαίδευση.

– Η αξιολόγηση δεν είναι ένα αφηρημένο σχήμα, όπως θέλουν να παρουσιάσουν κάποιοι, μα ο κύριος τρόπος εφαρμογής της καπιταλιστικής επιθετικότητας στην Εκπαίδευση. Μέσω της Αξιολόγησης παγκόσμια διευκολύνεται η διατίμηση του προϊόντος “εκπαιδευτική υπηρεσία” (και όχι πια “εκπαίδευση”, καθώς κάθε κομματάκι της παίρνει πια το ταμπελάκι με την τιμή του, αυτό με το οποίο θα βγει στην αγορά είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσα από την αναζήτηση χορηγών. Η Αξιολόγηση υπηρετεί το Σχολείο της Αγοράς.

– Δεν υπάρχει αξιολόγηση που να μην είναι συνάμα και χειραγώγηση. Ο έλεγχος πάνω στη σχολική ζωή, η παρακολούθηση των υποτιθέμενων “επιδόσεων” του σχολείου και του εκπαιδευτικού, ακόμη κι όταν δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, λειτουργεί κανονιστικά. Αυτό σημαίνει ότι οδηγεί το σχολείο και τον εκπαιδευτικό να προτιμήσει εκείνες της συμπεριφορές και μεθόδους που θα οδηγήσουν στο καλύτερο δυνατό “σκορ”. Πρακτικά, με την εξαίρεση κάποιων συναδέλφων που ενδεχομένως θα αντιστέκονται λόγω προσωπικού “τσαγανού” ή επιστημονικής-παιδαγωγικής αξιοπρέπειας, όλο και περισσότερα σχολεία (και συνάδελφοι) θα λειτουργούν κατά πώς επιβάλλει η προωθούμενη νόρμα. Η Αξιολόγηση είναι ο θάνατος της Παιδαγωγικής Ελευθερίας.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα σωρό ακόμη σημεία. Όσοι δίνουμε τη ζωή μας στο μαυροπίνακα, ξέρουμε μέσα μας τι έγκλημα πρόκειται να πραγματωθεί. Θα μπορούσαμε επίσης να μιλάμε με τις ώρες ακαδημαϊκά, για κάποια “αξιολόγηση που θα θέλαμε εμείς”. Ε λοιπόν, ας ξεχάσουμε ότι δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο, ας ξεχάσουμε ότι η Αξιολόγηση που προτείνεται είναι αυτή που επιθυμούν οι μεγάλοι πολυεθνικοί εκπαιδευτικοί-επιχειρηματικοί κολοσσοί και τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία (ΟΟΣΑ), κι ας προκαλέσουμε κι από δω εκείνους τους συναδέλφους που μας μιλούν για “μια άλλη, καλή, αξιολόγηση” να μας περιγράψουν μερικά βασικά της σημεία. Αν βρουν έστω κι ένα που να αντέχει την κριτική, το υπόσχομαι, θα σταματήσουμε να είμαστε τόσο αυστηροί μαζί τους. Δεν θα το βρουν όμως. Η “καλή αξιολόγηση” θα μείνει για πάντα μια φαντασιακή μπαλαφάρα, σαχλό φάσμα που θα υπηρετεί την εφαρμογή της “κακής”, της μόνης πραγματικά δυνατής.

Τρία υστερόγραφα:

– Ας μην θεωρηθεί ότι η επικέντρωση ετούτου του σημειώματος στην Εκπαίδευση υπονοεί ότι η Αξιολόγηση είναι διαδικασία ανεκτή ή επιθυμητή σε άλλους τομείς και άλλους κλάδους εργαζομένων. Αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση.

– Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, αλλά και συνδικαλιστικά, έγειρε την πλάστιγγα στην κατεύθυνση της αποδοχής/εφαρμογής της Αξιολόγησης. Εάν στην περίοδο των ΣαμαροΒενιζέλων η αντίθεση ήταν μαζική, σήμερα όλοι αισθάνονται πια ότι “τους παίρνει” να προσθέσουν το λιθαράκι τους στην εφαρμογή της Αξιολόγησης.

– Η μάχη της Αξιολόγησης θα καθορίσει το μέλλον της Εκπαίδευσης στη χώρα μας για τα πολλά επόμενα χρόνια. Το θέμα δεν είναι “ακαδημαϊκό”, δεν πρόκειται για απλή αντιπαράθεση απόψεων για τα εκπαιδευτικά θέματα. Η αντίθεση στην Αξιολόγηση σημαίνει αγώνα, σημαίνει ευθύνη, σημαίνει ότι στεκόμαστε με ειλικρινή αλληλεγγύη για το μέλλον της Εκπαίδευσης. Φτάνουν οι κουβεντούλες, αρκετά πια.

neoliberalism

Advertisements

“Όχι στη Μιζέρια!” ή υποταγή στη μιζέρια του καπιταλισμού?

Τα εγκαίνια (η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης, λένε κάποιοι) του νέου αυτοκινητόδρομου Ιωάννινα-Αντίρριο από τον πρωθυπουργό, με αναπτυξιακού τύπου φαντασιώσεις και φανφάρες, συνοδεύτηκαν και από δικαιολογημένες διαμαρτυρίες μερίδας των συμπολιτών μας για το ποσό που θα πληρώνουμε στα διόδια. Οι διαμαρτυρίες αυτές είχαν και θεσμική έκφραση μέσα από τις ανακοινώσεις συλλογικοτήτων της Αριστεράς (εδώ η ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), αλλά και την προσφυγή της Περ. Ηπείρου στο ΣτΕ. Πήραν λοιπόν φωτιά για μια ακόμη φορά τα δάχτυλα των ιντερνετικών απολογητών της κυβέρνησης και, πιθικίζοντας τα επιχειρήματα των απολογητών των προηγούμενων κυβερνήσεων, έσπευσαν να μας συνετίσουν: “τόσα χρόνια η Ήπειρος ήταν στην απομόνωση, και τώρα -που θα φτάνουμε σε 3,5 ώρες με τα αυτοκίνητά μας με ασφάλεια στην Αθήνα με έναν υπερσύγχρονο αυτοκινητόδρομο- βρήκατε να γκρινιάξετε για τα διόδια?”. Αυτά ακούμε και φρίττουμε. Παρακάτω, εκθέτω σε σημεία μερικές σκέψεις γι’αυτή την ακατανόητη επιχειρηματολογία.

auto

  1. Η πρώτη σκέψη, επειδή είμαι γνωστός χωριάτης, είναι αν πραγματικά το “να φτάνουμε στην Αθήνα” είναι το «Α-Ω». Αν δηλαδή αλλάζει ουσιωδώς η ποιότητα της ζωής του Ηπειρώτη (και της Ηπειρώτισσας φυσικά) επειδή μπορεί να καβαλήσει μια αρτηρία και να “φτάσει στην Αθήνα”. Η απάντησή μου είναι πως, όσο σημαντική και να είναι αυτή η διάσταση της επαφής με την πρωτεύουσα, η καθημερινότητά μας θα ήταν σαφώς καλύτερη εάν το οδικό δίκτυο της Ηπείρου ήταν αξιοπρεπές ή έστω εάν συντηρούνταν αξιοπρεπώς. Σκέφτομαι τώρα τους ανθρώπους που πηγαίνουν χειμωνιάτικα στη δουλειά εκτός Ιωαννίνων (πχ οι συνάδελφοί μου, εκπαιδευτικοί) και αγανακτώ. Ας το ξεπεράσουμε όμως, μιας και είναι υποκειμενικό ζήτημα, κι ας πάμε παρακάτω.
  2. Είναι πράγματι τόσο τρομερή κατάκτηση του «σύγχρονου πολιτισμού» μας (και μάλιστα υπό “αριστερή” διαχείριση) το να πηγαίνει κανείς με το “αυτοκίνητό του”? Θυμάμαι ότι όταν κάποτε τα στελέχη του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ αναφερόταν στο “σπάσιμο της απομόνωσης της Ηπείρου” εννοούσαν το σιδηρόδρομο. Δεν θέλω εδώ να ανοίξω μια αντιπαράθεση για το εάν θα έπρεπε να επιδιώκεται/διευκολύνεται η χρήση των ΜΜΜ και όχι των ΙΧ, οπότε, μιας κι αυτό είναι θέμα άποψης, το αφήνω εδώ επίσης σαν υποκειμενική σκέψη κι ας πάμε σε κάτι αντικειμενικό.
  3. Το μήκος της διαδρομής από τον κόμβο έξω από τα Γιάννινα μέχρι το Αντίρριο είναι 196Km και της διαδρομής από Πάτρα μέχρι Ελευσίνα είναι 201,5Km. Αυτό σημαίνει ότι για να φτάσει στην Αθήνα κάποιος με το ΙΧ του σε 3,5 ώρες, πρέπει να τρέχει με μέση ταχύτητα 113,6Km/h (δηλαδή σε αρκετά κομμάτια πολύ παραπάνω) με τις παραδοχές ότι διακτινίζεται από τα Γιάννινα στον κόμβο, από την Ελευσίνα στην Αθήνα κι ότι περνά αστραπιαία τους σταθμούς διοδίων και τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου. Επίσης, ο/η οδηγός θα πρέπει να κάνει τη διαδρομή χωρίς στάσεις (ούτε για κατούρημα) παραβλέποντας κάθε σχετική σύσταση ασφάλειας. Αυτά είναι τα αντικειμενικά. Υποκειμενικά, θα πω ότι μετά απ’όλα αυτά για μένα το “Γιάννινα-Αθήνα σε 3,5 ώρες” σημαίνει “όχι ασφαλές ταξίδι”.
  4. Ας βγάλω λίγη χολή τώρα για τους θαμπωμένους μας λάτρεις του έργου (ήρθε η ώρα της). Είναι πράγματι ο αυτοκινητόδρομος Ιωαννίνων-Αντιρρίου ένας “υπερσύγχρονος αυτοκινητόδρομος”? Πιστεύω πως εάν κανείς τον συγκρίνει με το χάλι που είχαμε μέχρι σήμερα για εθνική οδό θα πει πως ναι. Όμως, μιλώντας τουλάχιστον για το κομμάτι Γιάννινα-Άρτα, που το ταξίδεψα ήδη για τα καλά (είπαμε, αυτά προσέχω ο χωριάτης) λέω ότι απέχει πολύ από το να είναι “υπερσύγχρονο”. Δεν ξέρω ποιες τεχνικές δυσκολίες έπρεπε να ξεπεραστούν κατά την κατασκευή του έργου και εάν χρησιμοποιήθηκαν σύγχρονες τεχνικές (φαντάζομαι πως ναι), όμως σαν αποτέλεσμα ένας αυτοκινητόδρομος με δύο λωρίδες, με ΛΕΑ της τάξης μεγέθους ποδηλατόδρομου, με πολλές στροφές (και κάποιες από τις τουαλέτες τοποθετημένες πολύ κοντά, κατά τη γνώμη μου, σε στροφές) δε νομίζω ότι αντιστοιχεί στην “υπερσύγχρονη” εικόνα που ζωγραφίζουν οι κυβερνητικοί απολογητές.
  5. Ας πάμε στο κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας τους όμως. Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι ο πρωθυπουργός εγκαινίασε προχθές το πιο σύγχρονο έργο της δεκαετίας. Είναι μιζέρια να διαμαρτυρόμαστε για τα διόδια που θα πληρώνουμε? Πώς συνδέονται αυτά τα δύο? Το επιχείρημα αυτό είναι ουσιαστικά τόσο ηλίθιο που συγκρίνεται μόνο με την υπεράσπιση της κυβερνητικής πολιτικής ως αριστερής. Ας μας πουν λοιπόν οι απολογητές μας: Θα ίσχυε ακόμη το επιχείρημά τους εάν τα διόδια ήταν κατά 50 λεπτά ακριβότερα? Αν ήταν ακριβότερα κατά 1 ευρώ ή 5 ή 10 τι θα άλλαζε στο γελοίο αυτό επιχείρημα? Ο δρόμος είναι τόσο σύγχρονος και καλός όσο είναι. Τι αλλάζει σ’αυτό με το ποσό των διοδίων? Κι αντίστροφα: εάν τα διόδια ήταν κατά 50 λεπτά φτηνότερα ο δρόμος θα άλλαζε? Αν δεν υπήρχαν καθόλου διόδια? Στην πραγματικότητα, η μόνη περίπτωση που θα έστεκε μια τέτοια γελοιότητα θα ήταν εκείνη όπου τα διόδια ήταν τέτοια ώστε με την προβλεπόμενη κίνηση σε 20 (για παράδειγμα) χρόνια θα μπορούσε να καλυφθεί το κόστος κατασκευής το δρόμου. Όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο αυτοκινητόδρομος είναι μια επιχείρηση και το κριτήριο τόσο για τις συμφωνίες με το Κράτος για την κατασκευή του όσο και για το ύψος των διοδίων είναι το επιδιωκόμενο κέρδους. Οι σημερινοί απολογητές λοιπόν δεν υπερασπίζονται το έργο σαν καθημερινότητα, αλλά τα κέρδη των αφεντικών. Πράγμα που μες φέρνει στον επίλογο αυτού του μικρού σημειώματος.

Διαφωνώντας με το μεγαλύτερο μέρος των συντρόφων μου, αρνούμαι να επαναλάβω κάποιο σύνθημα του τύπου “οι αυτοκινητόδρομοι ανήκουν στο λαό”. Λοιπόν, οι αυτοκινητόδρομοι δεν φτιάχτηκαν για το “λαό”, αλλά πρωτίστως για τις νταλίκες των αφεντικών. Έτσι τους φαντάστηκαν, έτσι τους χάραξαν, έτσι τους έφτιαξαν. Πρόκειται για κεντρικές αρτηρίες εμπορευμάτων που -παρεμπιπτόντως- εξυπηρετούν (με αρκετά ερωτηματικά εδώ από μένα) και το “λαό”, με το αζημίωτο φυσικά. Όταν ο “λαός” (ίσως εδώ εννοείται το προλεταριάτο) αναλάβει τη διεύθυνση αυτού του κόσμου, τότε θα σχεδιαστούν δρόμοι “για το λαό”, και θα κατασκευαστούν χωρίς να εξαντλούν και να σκοτώνουν τους εργαζόμενους και το περιβάλλον. Μέχρι τότε, τα έργα (ειδικά τα μεγάλης κλίμακας) θα γίνονται με μοναδικό κριτήριο τις ανάγκες των ισχυρών κομματιών του Κεφαλαίου, και ο “λαός” θα ζει με τα ψίχουλα που θα πέφτουν απ’αυτό το άθλιο τραπέζι της εκμετάλλευσης.

Όλα τα παραπάνω μπορεί φυσικά ακόμη να ακούγονται μίζερα, τη συνηθίσαμε πια αυτή την κατηγορία όσοι στεκόμαστε απέναντι τόσο στην καπιταλιστική ανάπτυξη (ειδικά στην εποχή της παρακμής αυτού του συστήματος) όσο και στην επιπόλαιη λατρεία της “προόδου”. Για μένα πάντως, δεν υπάρχει μεγαλύτερη μιζέρια από το να θεωρείς την πολυτέλεια του αφεντικού δική σου, τα κέρδη του αφεντικού και δικά σου κέρδη, τις ανάγκες του για δικές σου, και την ατελείωτη και χωρίς έλεος καταστροφή ανθρώπου και περιβάλλοντος σαν νομοτέλεια.

dead-end

ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, κάτω από τη βάση

Είπαμε πρόσφατα και μια άλλη ευκαιρία ότι ο αγώνας των εργαζομένων για τη δουλειά τους και τις συνθήκες εργασίας είναι ιερός. Δεν υπάρχει σ’αυτό το θέμα κανένας αστερίσκος, καμία επιφύλαξη, καμία ένσταση. Εκεί που αρχίζω όμως να έχω ένα πρόβλημα είναι όταν στα πλαίσια αυτού του αγώνα οι εργαζόμενοι ή μετατρέπονται σε ντουντούκα του αφεντικού ή υιοθετούν αντιδραστικές θεωρητικοποιήσεις που πρόσκαιρα φαίνεται να καλύπτουν το στόχο τους. Είναι άλλο πράγμα να λες ότι οι εργαζόμενοι σε μια βιομηχανία όπλων ή σε ένα ορυχείο χρυσού έχουν δικαίωμα στην εργασία, κι άλλο -φυσικά- το να υπερασπίζεσαι την παραγωγή όπλων ή την καταστροφή του περιβάλλοντος.

Πρόσφατα είχαμε ένα τέτοιο παράδειγμα με την επιχειρηματολογία των εργαζόμενων στους παιδικούς σταθμούς “ενάντια στη σχολειοποίηση της παιδικής ηλικίας” (είχα πει ότι θα έγραφα κάτι για το θέμα, αλλά το άφησα. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι σύντομα θα βρουν μπροστά τους τη λάθος γραμμή που τράβηξε η ηγεσία τους).

Το μεγάλο σοκ όμως έρχεται αυτή τη φορά από τη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, η οποία σε μια ανακοίνωση που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν πρόκειται περί εξαιρετικού τρολαρίσματος τα βάζει με την “καλοστημένη μηχανή της κλιματικής αλλαγής”.

GW

Η Ομοσπονδία μάς λέει πάνω-κάτω (για να μην την αδικώ, ορίστε το link για το κείμενο της ανακοίνωσης) ότι η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συνθήκη για την Κλιματική Αλλαγή αποδεικνύει πως η Κλιματική Αλλαγή είναι ένας μύθος γιατί πολύ απλά μια υπερδύναμη σαν τις ΗΠΑ δεν θα ρίσκαρε να υπονομεύσει έτσι το μέλλον του πλανήτη (Σωστά! Στο κάτω-κάτω ο Ιμπεριαλισμός φημίζεται για το ενδιαφέρον του για το μέλλον του πλανήτη). Φτάνοντας στο ζουμί της ανακοίνωσης, μαθαίνουμε ότι όλα αυτά τα περίεργα περί Κλιματικής Αλλαγής κατασκευάστηκαν με σκοπό να χτυπηθούν τα ορυκτά καύσιμα άρα να κλείσουν τα ορυχεία και μονάδες της ΔΕΗ.

Λοιπόν, η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ είχε την ευκαιρία της να γράψει μια καλή ανακοίνωση, κι αυτό φαίνεται σε κάποια σημεία αυτού του ανόητου κειμένου που μας παρουσίασε. Πράγματι, οι παγκόσμιες συμφωνίες για το περιβάλλον, στην πραγματικότητα δημιούργησαν μια νέα “πράσινη” αγορά, με τους ρύπους να γίνονται ένα ιδιαίτερο προϊόν από τη μία, και ένα ακόμη εργαλείο ελέγχου βιομηχανικά και οικονομικά αδύναμων χωρών από την άλλη. Η αλήθεια που υπάρχει σ’αυτή τη διαπίστωση όμως ούτε αναιρεί το ΓΕΓΟΝΟΣ της ανθρωπογενούς Κλιματικής Αλλαγής ούτε αποδεικνύει ότι πρόκειται περί κατασκευής. Αυτό που αποδεικνύει μόνο είναι ότι ο Ιμπεριαλισμός, αυτό το παγκόσμιο σύστημα που καθοδηγεί και καθοδηγείται από τη βαρβαρότητα δεν θα αφήσει κανένα πεδίο ανεκμετάλλευτο, μη εξαιρουμένης της καταστροφής του περιβάλλοντος. Επίσης, αποδεικνύει ότι η συζήτηση των «παγκόσμιων ηγετών» για το περιβάλλον είναι προσχηματική, ότι πίσω από τη μία ή την άλλη στάση για το ζήτημα κρύβονται οι οικονομικές επιδιώξεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, που έτσι κι αλλιώς καθοδηγούν τη στάση των υπολοίπων κρατών.
Έχω την άποψη ότι στην εποχή μας η υπόθεση της καταστροφής του περιβάλλοντος στο βαθμό της απόλυτης, γρήγορης και θεαματικής εξαφάνισης του Ανθρώπου από τούτο τον πλανήτη αξίζει επεξεργασίας και αγώνα αντίστοιχου με κείνον που έδωσε το νεαρό κομμουνιστικό κίνημα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο (φυσικά, μακριά από μένα η ανοησία ότι τάχα ξεμπερδέψαμε με τον πόλεμο). Η θέση που κάποτε είχε (κι ακόμη έχει σε ένα βαθμό) κάποια κομμουνιστική Αριστερά, ότι δήθεν η υπεράσπιση του περιβάλλοντος δεν αφορά το προλεταριάτο αλλά αστικά στρώματα ή κομμάτια των “ρετιρέ”, είναι απλά ακατανόητη. Απ’αυτή την άποψη, η στάση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ μάλλον δείχνει ότι μπροστά σε τούτες τις εξελίξεις δεν μπορούμε να βασιστούμε σε συλλογικά εργαλεία που φτιάχτηκαν στη γλυκιά νανουριστική εποχή των μεγάλων διαπραγματεύσεων και ονειρεύονται την επιστροφή σ’αυτή.

Προτίμησα να γράψω αυτό το ποστ από την άποψη του κομμουνιστή. Το άλλο κομμάτι του εαυτού μου, εκείνο του δασκάλου Χημείας αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε κάποια γωνιά και τραβάει τα μαλλιά του κλαίγοντας. Ελπίζω η δουλειά που κάνουμε στο σχολείο να δίνει στα παιδιά τα εφόδια να καταλάβουν πόσο πραγματική είναι η ανθρωπογενής Κλιματική Αλλαγή, πόσο ευθύνεται γι’αυτή η σημερινή οργάνωση της οικονομίας και πώς η μελλοντική κοινωνία, εάν θέλει να έχει μέλλον, δεν θα πρέπει να στηριχτεί με κανέναν τρόπο στα σημερινά μοντέλα ανάπτυξης. Εκτός κι αν έχει δίκιο η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και η Χημεία που διδάσκω είναι κι αυτή κάποια «επινόηση των Κινέζων» για να πετύχουν τους δόλιους, το δίχως άλλο, σκοπούς τους.

Ενάντια στο “ενάντια στην ανάθεση”

unionpower Ανήκω σε κείνη τη φυλή των οργανωτικά ακάλυπτων κομμουνιστών. Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιούμαι σχεδόν αποκλειστικά μέσα στη συνδικαλιστική μας παράταξη, που κι εκείνη με τη σειρά της είναι ένα πολύχρωμο ασκέρι οργανώσεων και αγωνιστών της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Μέσα στην αδυναμία του συνδικαλισμού (ακόμη και με την ένσταση ότι δεν είναι κάτι ενιαίο) να συσπειρώσει, να εμπνεύσει, να νικήσει, δεν είναι λίγες οι φορές που καταράστηκα τη σιχαμένη λογική της ανάθεσης. Αποκαμωμένος και απογοητευμένος από τη μικρή συμμετοχή των συναδέλφων μου στις υποθέσεις του σωματείου, τα έβαζα συχνά με τη γάγγραινα της ανάθεσης, επικαλούμενος το γνωστό, μπανάλ μάντρα “αν δεν πλαισιώσετε το σωματείο τότε αφήνετε τον κυβερνητικό συνδικαλισμό και τη γραφειοκρατία να αλωνίζουν”. Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, και χωρίς να αθωώνω τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία για τις λυσσαλέες προσπάθειές της να απομαζικοποιήσει και να απονευρώσει τα σωματεία, στο μικρό κείμενο που ακολουθεί αναρωτιέμαι αν το ανάθεμα στην ανάθεση είναι μια πολιτική στάση χρήσιμη στην αναγκαία ανασυγκρότηση και αντεπίθεση του εργατικού κινήματος.

Στη φετινή, ετεροχρονισμένη, πορεία της “εργατικής πρωτομαγιάς στην πόλη μου ήμασταν γύρω στους τριακόσιους ανθρώπους, ένας μικρός σχετικά αριθμός. Η διαφορά με τις πορείες άλλων χρόνων ήταν ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων εντασσόταν στα μπλοκ της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, σε μπλοκ που κυριαρχούσαν οι κόκκινες σημαίες, με αρκετές απ’αυτές να φέρουν και το σφυροδρέπανο. Δεν χωράει αμφιβολία, εάν κάποιος ξένος συναντούσε την πορεία αυτή, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια πορεία τριακοσίων οπαδών της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Κι όμως. Εάν κάποιος έκλεινε τα μάτια του και άκουγε μόνο τα συνθήματα, τότε θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα μεγάλο μπλοκ της ΓΣΕΕ ή της ΑΔΕΔΥ. Συντηρητικά συνθήματα, στην πλειοψηφία τους αυστηρά συνδικαλιστικά, με τα λίγα που ξέφευγαν να αφορούν στους πρόσφυγες ή σε μια αόριστη καταδίκη του Ιμπεριαλισμού. Με λίγα λόγια, είχες μια μικρή διαδήλωση κομμουνιστών που παρίστανε το μαζικό κίνημα (το ίδιο και χειρότερο γινόταν λίγα τετράγωνα πιο πέρα, στη διαδήλωση του ΠΑΜΕ, με τη διαφορά ότι εκεί οι περισσότερες σημαίες ήταν άσπρες και έγραφαν “ΠΑΜΕ”). Το μαζικό κίνημα ήταν λοιπόν έτοιμο, στημένο, το είχαν στήσει οι κομμουνιστές, και απλά περίμενε (περιμένει) τις μάζες να το… μαζικοποιήσουν.
Τι σχέση έχει το παραπάνω σχόλιο με το θέμα που υποσχέθηκα να αναπτύξω? Θα δούμε παρακάτω.
Το “όνειρο” ενός κομμουνιστή που μάχεται στο σωματείο του ενάντια σε λογικές ανάθεσης είναι η ολόψυχη συμμετοχή των συναδέλφων του στη ζωή του σωματείου. Η παρουσία τους και η ουσιαστική συμβολή τους στην επεξεργασία θέσεων στις γενικές συνελεύσεις, ο διαρκής έλεγχος των εκλεγμένων εκπροσώπων, η στήριξη των αποφάσεων και η συντεταγμένη, μαζική δράση σύμφωνα μ’αυτές, όλα αυτά μαζί θα ήταν ο θάνατος της ανάθεσης, ένα σωματείο πρότυπο εργατικής δημοκρατίας. Εδώ ακριβώς θα πρέπει να κάνουμε μια στάση, και να αναρωτηθούμε αν αυτός ο πόθος είναι έγκυρος, πολύ περισσότερο αν δικαιούμαστε να προβάλλουμε αυτόν μας τον πόθο σαν μέτρο της υγείας στην πολιτική συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας. Τελικά, οφείλουμε να αναρωτηθούμε μήπως αυτή η σύγχυση μεταφέρεται και στα καθήκοντα που βάζουμε στους εαυτούς μας, και καταλήγουμε να κυνηγάμε την άκρη του ουράνιου τόξου και στη συνεχή απογοήτευση.
Τα σωματεία δεν υπάρχουν για να φέρουν τον Κομμουνισμό. Τα σωματεία είναι μέρος του κύκλου της μισθωτής εργασίας. Οι άνθρωποι εντάσσονται σ’αυτά για να διαπραγματευτούν με το αφεντικό τους όρους της εργασίας τους. Για να το κάνουν αυτό πρέπει να έχουν ένα σωματείο που το αφεντικό αποδέχεται και να μιλούν για λογαριασμό τους συνάδελφοι με την ειδική ικανότητα να είναι αμφίπλευρα αξιόπιστοι (όσο είναι αυτό δυνατό): να μεταφέρουν τις ανάγκες και τα αιτήματα των συναδέλφων τους προς το αφεντικό, άλλα “σε λογικά πλαίσια” ώστε εκείνο να μην απορρίπτει τη διαπραγμάτευση μαζί τους. Αυτή είναι η “κανονικότητα” ενός σωματείου. Είναι ένας αστικός θεσμός, προορισμένος για ένα αστικό καθήκον. Λογικό είναι ότι γεννά και αναπαράγει αστική νοοτροπία. Οι συνάδελφοι εκλέγουν και αποσύρονται, ώστε να μην είναι και πολύ ορατοί στους επιστάτες και το αφεντικό, κοιτούν “τη δουλειά τους” αποφεύγοντας τα μπλεξίματα. Ο συνδικαλιστής που εκλέγουν κάνει τις επαφές με τη διοίκηση για λογαριασμό τους και σιγά-σιγά οι υποθέσεις τους αφήνονται στις ικανότητές του, στον τρόπο που διαχειρίζεται τις σχέσεις του με τους από πάνω. Τελικά, ο συνδικαλιστής αυτονομείται, λογοδοτεί μόνο αόριστα στη βάση που τον εξέλεξε, την οποία φτάνει να αντιμετωπίζει σαν δεξαμενή ψηφοφόρων, που περιστασιακά επιβραβεύεται με κάποια αποκλειστική πληροφορία ή μια εξυπηρετησούλα. Γνωρίζω πως αυτή η περιγραφή ακούγεται ισοπεδωτική και άδικη τόσο προς την εσωτερική ζωή κάποιων σωματείων όσο και προς τον κόπο ορισμένων αγωνιστών συνδικαλιστών, όμως αυτή είναι η βασική εικόνα και όλα τα υπόλοιπα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν εξαιρέσεις. Χρήσιμος και ρεαλιστικός συνδικαλισμός θεωρείται εκείνος που, χωρίς να πολυανακατεύει τους συναδέλφους, διαχειρίζεται τις υποθέσεις τους. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση συναντά τις περισσότερες φορές την άρνηση και την απροθυμία των ίδιων των συναδέλφων. Στις περιπτώσεις δε που κάποιος επιχειρεί να αποκαλύψει τη σύνδεση ενός επιχειρησιακού ή κλαδικού αιτήματος με ένα γενικότερο πολιτικό σχέδιο ή αγώνα, εκεί τρώει σίγουρα τα μούτρα του, μιας και “εμείς έχουμε τα προβλήματά μας τώρα να λύσουμε όπως μπορούμε”.
Η ζωή του σωματείου λοιπόν δημιουργεί αστική και όχι κομμουνιστική νοοτροπία, η ζωή του σωματείου είναι δομημένη πάνω στις σκαλωσιές της ανάθεσης. Έχοντας γράψει όλα αυτά, πρέπει τώρα να εξηγήσουμε πώς στο καλό γίνεται και παρατηρούμε και τα αντίθετά τους. Πώς γίνεται και σε κάποια σωματεία η εκλογική δύναμη των επαναστατών είναι τόσο μεγάλη που καταντά ασύμβατη με τη γενική επιρροή τους στην κοινωνία? Πώς γίνεται και σε ορισμένες περιόδους η συμμετοχή στις συνελεύσεις και τις απεργίες είναι τόσο μεγάλη που διαψεύδει την παραπάνω “σκοτεινή” περιγραφή για σωματεία από τη φύση τους βουτηγμένα στην ανάθεση? Πώς γίνεται και μέσα από συνδικαλιστικούς αγώνες ξεπηδούν νέες γενιές επαναστατών?
Οι απαντήσεις μας δεν χρειάζονται εξωτικές εξηγήσεις. Ο λόγος που οι συνάδελφοι μάς ψηφίζουν σε κάποια σωματεία (στη δική μας Ομοσπονδία το άθροισμα της Αριστεράς ξεπερνούσε το 60% στις προηγούμενες εκλογές με μεγάλο μέρος αυτού να πηγαίνει στο ΚΚ και την άκρα Αριστερά) είναι επειδή είμαστε “φωνακλάδες”. Στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που μας στηρίζουν, το κάνουν όχι εξαιτίας, αλλά παρά το γεγονός ότι είμαστε κομμουνιστές. Προφανώς έχει σημασία που κάποιος διαλέγει τον επαναστάτη από τον δεξιό ή το τσιράκι του αφεντικού, δεν σκοπεύω να το μειώσω αυτό, όμως ακόμη κι έτσι ο συνάδελφος γνωρίζει πως θα τρέξουμε για την υπόθεσή του όσο μπορούμε και με ειλικρίνεια, γι’αυτό μας στηρίζει. Για να απαντήσουμε στο δεύτερο ερώτημα, αρκεί να αναρωτηθούμε πότε στα τελευταία χρόνια η συμμετοχή στις συνελεύσεις και τις κινητοποιήσεις των σωματείων ήταν μαζική. Η εμπειρία δεν αφήνει περιθώρια ποικίλων απαντήσεων: Κάθε φορά που τα σωματεία κινητοποιήθηκαν μαζικά υπήρχε στον ορίζοντα μια πιθανή (ή ακόμη και φανταστική) διαπραγμάτευση, μια άμεση διεκδίκηση, η προσμονή καταιγιστικών εξελίξεων. Αυτό ισχύει τόσο για τις κλαδικές απεργίες, όσο και για τις γενικές πολιτικές απεργίες, οι οποίες ήταν τόσο πιο μαζικές όσο ακουμπούσαν το στόχο του ροκανίσματος κυβερνητικών πλειοψηφιών. Η μαζική συμμετοχή λοιπόν δεν ήταν απόδραση από τη διαπραγμάτευση, αλλά έκφραση μιας συλλογικής αίσθησης ότι η διαπραγμάτευση χρειάζεται την παρουσία μας στο δρόμο. Σ’αυτές τις στιγμές της μαζικής συμμετοχής είναι που η κανονικότητα του σωματείου γίνεται κομμάτια. Μια μεγάλη κινητοποίηση δεν μπορεί να είναι υπόθεση των “ειδικών”, για να πετύχει πρέπει να μοιραστούν ανακοινώσεις, να γίνουν ενημερώσεις, να στηθούν απεργιακές επιτροπές και επιτροπές αγώνα που συντονίζουν τη δράση τους. Το “ΔΣ” παύει να είναι αποτελεσματικό εργαλείο, οι συνάδελφοι μαζί με τον οργανωτικό τους ρόλο αποκτούν και φωνή, οι συνελεύσεις και οι συσκέψεις μετατρέπονται σε εργαστήρια πολιτικής. Με λίγα λόγια, είναι σ’αυτές τις σπάνιες στιγμές που οι εργαζόμενοι σηκώνουν το πέπλο της αστικής μοιρολατρίας και της ανάθεσης και κρυφοκοιτάζουν τον εναλλακτικό κόσμο της εργατικής δημοκρατίας. Με τη λήξη του αγώνα, οι περισσότεροι συνάδελφοι επιστρέφουν στην κανονικότητα, όμως η εμπειρία της αυτο-οργάνωσης αλλάζει τη συνείδηση μιας -μικρής ή λίγο μεγαλύτερης- μειοψηφίας. Η κομμουνιστική συνείδηση γεννιέται ενάντια στην κανονικότητα του συνδικαλισμού και όχι εξαιτίας της.
Όποιος συναρτά την πολιτική του παρέμβαση στα σωματεία με τους κύκλους του παροδικού απεγκλωβισμού των συναδέλφων του από τη λογική της ανάθεσης, πολύ απλά δεν κάνει τίποτα για να προετοιμάσει αυτόν τον απεγκλωβισμό.
Αν δεν θέλουμε να ξεγελάμε τους εαυτούς μας, πρέπει να δούμε σοβαρά την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στο εργατικό κίνημα της χώρας: άμαζες συνελεύσεις, απεργιακές κινητοποιήσεις συμβολικού χαρακτήρα, πλήρης απόγνωση σε σχέση με την πολιτική εναλλακτική. Η μεγάλη μάχη του Μνημονίου ΙΙΙ χάθηκε χωρίς να δοθεί, όπως κι εκείνη η “πολυαναμενόμενη” του Ασφαλιστικού. Επιβεβαιώνοντας τον παραπάνω συλλογισμό μου, οι μόνες μάχες που είχαν ένα στοιχείο δυναμικότητας ήταν συνδεμένες με κάποια ελπίδα διαπραγμάτευσης ή άμεσης διεκδίκησης (όπως οι κινητοποιήσεις των αναπληρωτών εκπαιδευτικών). Είναι δεδομένο ότι σ’αυτή τη “μαύρη” περίοδο οι κομμουνιστές δεν πρόκειται να σταματήσουν την προσπάθεια της εμπλοκής των συναδέλφων στη ζωή του σωματείου. Αρκεί όμως αυτό? Κατά τη γνώμη μου, εδώ και 6 χρόνια έχουμε περάσει στην περίοδο που οι μεγάλες διαπραγματεύσεις έχουν πεθάνει. Όμως, το να περιμένει κανείς ότι το επόμενο μεγάλο ξέσπασμα θα χαρακτηρίζεται από ουσιωδώς διαφορετικές αυταπάτες επιστροφής στην προ κρίσης ομαλότητα “επειδή έτσι”, επειδή “συσσωρεύτηκαν πολύτιμες εμπειρίες”, επειδή “οι μάσκες έπεσαν”, αυτό θα ήταν εγκληματική αφέλεια. Αυτές τις μέρες συμπληρώνουμε έναν χρόνο από τη μάχη του ΟΧΙ και το πραξικόπημα του ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στο 61%. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: αφού η επαναστατική Αριστερά ήξερε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να το πάει μέχρι τέλους, πώς θα μπορούσε να αποτρέψει το πραξικόπημά του? Σ’αυτό εδώ το blog έχω επιχειρηματολογήσει εκτενώς για το ότι η επίκληση στο ΟΧΙ, που ακολούθησε το περασμένο καλοκαίρι και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ήταν χαμένη υπόθεση.
Ξαναγυρνάω στην εικόνα της πρωτομαγιάτικης πορείας. Υπάρχουν στιγμές που οι λιγοστοί επαναστάτες μιας πόλης μπορούν να γίνουν η ατμομηχανή μιας μαζικής κινητοποίησης, κι αυτό είναι ένα καθήκον που δεν πρέπει να αποφεύγουν. Όταν περνούμε όμως σε περίοδο που δεν δίνει τέτοιες στιγμές, τότε το κύριο καθήκον δεν είναι να παριστάνουμε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, αλλά η οικοδόμηση ενός συνειδητού δικτύου επαναστατών που θα διασφαλίσει ότι η επόμενη μεγάλη μάχη (που δεν θα την φέρουμε εμείς) θα δοθεί με άλλους όρους. Όσες κατάρες και να ρίξουμε στην ανάθεση, όσο κι αν τηρήσουμε κατά γράμμα τα καθήκοντα ενός αγωνιστικού συνδικαλισμού, η μεγάλη μάζα των συναδέλφων μας θα παραμείνει αδρανής γιατί πολύ απλά (ας το παραδεχτούμε) ούτε τα μεγαλύτερα επαναστατικά κόμματα στην Ιστορία δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μεγάλα κινήματα αναντίστοιχα με την εποχή τους. Αυτή τη στιγμή η κύρια δουλειά μας δεν είναι μ’αυτό το κομμάτι, αλλά με κείνο που μέσα από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου (που έληξε) είδε τη συνείδησή του να προχωρά, να μετατρέπεται σε πρωτοπορία. Μια αποφασιστική, οργανωμένη, επαναστατική κομμουνιστική μειοψηφία σε κάθε εργασιακό και κοινωνικό χώρο είναι σήμερα αναγκαιότητα. Το να παραμελούμε αυτό το καθήκον, το να συνεχίζουμε στην κινηματική πεπατημένη, δεν σημαίνει ότι θεμελιώνουμε ουσιαστική επαφή με την πλειοψηφία, αλλά αντίθετα ότι μοιραζόμαστε την απόγνωσή της και βυθιζόμαστε σ’αυτή.
Οι σκόρπιες σκέψεις μου για το ζήτημα σταματούν εδώ. Για το ποιος μπορεί να είναι ο φορέας εκείνος που θα αναλάβει το καθήκον που περιγράφω, δεν θέλω να μιλήσω. Εδώ και αρκετά χρόνια (από τότε που το κίνημα ήταν ακόμη στα πολύ πάνω του ακόμα) δεν βλέπω κανέναν φορέα που να συγκεντρώνει ή έστω να ενδιαφέρεται να συγκεντρώσει τα χαρακτηριστικά που πιστεύω ότι χρειαζόμαστε. Μ’αυτήν την έννοια ίσως όλο το παραπάνω κείμενο τινάζεται στον αέρα, αλλά προτιμώ να κλείσει έτσι, παρά με συνειδητή (αυτο)εξαπάτηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις αμμουδιές του εθνικού πανικού

Όταν σφαγιάστηκε η Χημεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν άνοιξε ρουθούνι. Δυο-τρεις ανακοινώσεις, μια διαμαρτυρία της ΕΕΧ κι αυτό ήταν όλο. Το αντικείμενό μου καταλαμβάνει πια μόλις 45 λεπτά του εβδομαδιαίου προγράμματος, σε απόλυτη αναντιστοιχία με το γεγονός ότι η Χημεία είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη Επιστήμη στο σύγχρονο κόσμο.

Κόπηκε μέρα μεσημέρι. Κι όμως, δεν βγήκε κανείς να φωνάξει πόσο ζημιώνεται το έθνος μας, πόσο κουτσουρεμένη βγαίνει η σκέψη των παιδιών, πόσο εύκολα απαρνούμαστε κομμάτι της πολιτιστικής και επιστημονικής μας κληρονομιάς. Δεν είχαμε ιντερνετικές εξομολογήσεις για το πόσο ανυπομονούσαν διάφοροι για το μάθημα της Χημείας, πώς τους ενθουσίαζε. Δεν είχαμε δημόσιο αυτομαστίγωμα του τύπου “πραγματικά λυπάμαι τον εαυτό μου που δεν έμαθα Χημεία όταν έπρεπε”. Πολύ περισσότερο, οι άνθρωποι που υποστήριξαν -με τα δικά τους επιχειρήματα- τη μείωση των ωρών διδασκαλίας της Χημείας δεν χαρακτηρίστηκαν από κανέναν ως “ανθέλληνες”, ως επικίνδυνοι, ως “αναρωτιέμαι πώς τους επιτρέπουν να διδάσκουν στα σχολεία μας”. Ακόμη και σήμερα η συζήτηση στον επιστημονικό κόσμο για την αυτονομία της διδασκαλίας των ξεχωριστών κλάδων των Φυσικών Επιστημών είναι εντονότατη, μα κατηγορίες τέτοιου τύπου δεν έχουν ακουστεί.

Τι στο καλό συμβαίνει λοιπόν με τη συζήτηση για τη μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο? (αυτή είναι η πραγματική συζήτηση. Όλα τα υπόλοιπα είναι φασαρία εκ του πονηρού). Γιατί αυτή η ένταση και το άγχος?

LinA

Παρένθεση. Οικογενειακό μαζικό τραπέζωμα. Όλοι χαρούμενοι, είχαν καιρό να βρεθούν, αγκαλιάζονται, λένε τα νέα τους. Τρώνε, συζητούν. Κάποια στιγμή, κάποιος λέει τη λάθος κουβέντα, μια κουβέντα που θα μπορούσε και να πέσει κάτω. Μέσα σε λίγα λεπτά το τραπέζωμα έχει διαλυθεί, πικρά λόγια λέγονται, ιστορίες από παλιά ζωντανεύουν σε διάφορες βολικές εκδοχές και φεύγουν όλοι στενοχωρημένοι και “σιγά μην ξαναπατήσω εγώ στης μάνας σου” ή κάτι τέτοιο.

Έτσι συμβαίνει στις οικογένειες που έχουν άλυτα προβλήματα, προβλήματα συγκρότησης, ένοχα μυστικά…

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την πρόταση για μείωση/κατάργηση της διδασκαλίας των “αρχαίων” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο?

Η ένταση της σημερινής συζήτησης δεν δικαιολογείται από το ίδιο το αντικείμενό της. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τα “αρχαία” αυτό για το οποίο συζητάμε, όσο κι αν κανείς νομίζει ότι αυτό κάνει. Η πρόταση για τη χαλάρωση των “αρχαίων” είναι η λάθος κουβέντα στο οικογενειακό τραπέζωμα. Είναι η κουβέντα που θυμίζει στην οικογένεια το ένοχο μυστικό της, το πτώμα που κρύβει στο υπόγειο.

Η συζήτηση για τα “αρχαία” ξαναφέρνει στην επιφάνεια όλους τους καταστατικούς μύθους του Ελληνικού κράτους, της αδιατάραχτης συνέχειας, της ομοιογένειας, της καθαρότητας, του ίδιου του συστατικού του δικαιώματος. Ξαναζωντανεύει το γλωσσικό πόλεμο, αυτόν τον εξαιρετικό -μα καλά κρυμμένο- συνοδοιπόρο του ταξικού πολέμου, φέρνει στην επιφάνεια όλο εκείνο το απεχθές, πολιτικά ετερόκλητο, φάσμα των νεοκαθαρευουσιάνων και των υπέρμαχων του “πολυτονικού”, των “ν” του “ως” και της “πειθαρχίας που σε διδάσκει η αρχαία Ελληνική”. Πάνω απ’όλα, ξεσκάβει το πτώμα του πολιτισμικού και γλωσσικού πλούτου αυτού του τόπου που τσακίστηκε με λύσσα πότε από το χωροφύλακα, πότε από το δάσκαλο και πότε από το διπλωμάτη.

Αυτή είναι η πηγή της έντασης, σ’αυτή πρέπει να τοποθετηθούμε. Η Ελληνική Αριστερά κάποτε σήκωσε αυτή τη μάχη αναδεικνύοντας διανοητικούς γίγαντες και μεγάλους δασκάλους. Ας ξαναπιάσουμε το νήμα τους.

 

 

*  Κάποιοι λένε ότι η συζήτηση για τα “αρχαία” είναι παρελκυστική. Ότι προωθείται πονηρά για να μην δούμε το πραγματικό ζήτημα που είναι οι περικοπές που γίνονται στην εκπαίδευση. Η απάντησή μου είναι ότι αν μια συζήτηση σηκώνει τέτοια αναστάτωση μέσα στην κοινωνία, τότε είναι μια συζήτηση που οφείλει να γίνει. Ακόμη, εάν απειληθεί έστω και μια διδακτική ώρα συναδέλφου, εγώ προσωπικά θα είμαι, όπως πάντα, στο δρόμο. Την προηγούμενη φορά που απειλήθηκαν συνάδελφοι/ισσες μας, με τις διαθεσιμότητες που έφερε η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Κουβέλη, βγήκαμε σε μια απεργία με συμμετοχή χωρίς προηγούμενο και σε μαχητικές κινητοποιήσεις που κράτησαν μέχρι και την αποκατάσταση των ανθρώπων μας. Δεν είμαι σίγουρος, και πες ό,τι θες, πως στο στρατόπεδο των κεντρικών δημόσιων υπερασπιστών των “αρχαίων” υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συμπαραστάθηκαν στον αγώνα μας τότε ή πρόκειται να συμπαρασταθούν αν κινδυνέψουν συνάδελφοι φιλόλογοι. Πάλι εμείς θα είμαστε στο δρόμο και πάλι εκείνοι θα λένε για περιττούς τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους…

** Κάτι ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον, που αξίζει νομίζω να το γράψω εδώ. Την άποψή μου για τη διδασκαλία των “αρχαίων” και ιδιαίτερα για την ιδεολογική χρήση της τη λέω με κάθε ευκαιρία και φυσικά την είπα και τώρα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υπέθεσαν αυτόματα, χωρίς καν να το σκεφτούν ελπίζω, ότι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι θεωρώ τα “αρχαία” δύσκολα, ότι δεν ήμουν καλός σ’αυτά σαν μαθητής, ότι δεν τα αγαπώ. Δεν τους πέρασε καν απ’το μυαλό ότι η θέση μου αυτή μπορεί να ξεκινά από το ακριβώς αντίθετο. Δεν είναι βλάκες (κάποιοι απ’αυτούς τουλάχιστον), μα αυτό δείχνει τη φύση της συζήτησης που λέγαμε παραπάνω: Εμείς που δεν θέλουμε τα “αρχαία” από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο τα μισούμε ενώ οι άλλοι που τα θέλουν τα αγαπούν. Σωστά. Ακόμη κι αν πρόκειται για ανθρώπους που η μόνη τους σχέση με την αρχαιότητα είναι κάτι περικεφαλαίες που φορούσαν στα συλλαλητήρια του 1992, ίσως και μερικοί “αρχαιοελληνικού” τύπου χαρακτήρες στα πανώ των υποστηρικτών της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Ελλάδας…

*** Για το γλωσσικό πόλεμο δεν θα πω εδώ πολλά, έχω ξαναγράψει. Αν και νομίζω ότι η άποψή μου καλύπτεται απ’αυτήν την υπέροχη σκηνή με τον αγαπημένο ηθοποιό, Γιώργο Γαβριηλίδη, που θα τη δεις αν πατήσεις πάνω στην εικόνα του. Enjoy! (από το αρχαιοελληνικό “εντζόυ”)

gg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και πάλι για το σκίτσο του CH

Σπάνια το κάνω αυτό σ’αυτό το blog, αλλά ετούτο το post είναι συνέχεια του ακριβώς προηγούμενου (κάνε αν θες τον κόπο να το διαβάσεις).

Από την πλευρά των ανθρώπων που εκτίμησαν το (ρατσιστικό, κατά τη γνώμη μου) σκίτσο στο CH σαν κάτι που τοποθετείται στην απελευθερωτική πλευρά, ακούστηκαν διάφορα επιχειρήματα, άλλα σοβαρά και άλλα ακατανόητα και απολογητικά. Από τα σοβαρά επιχειρήματα ξεχωρίζω δυο, που σε ένα βαθμό επικαλύπτονται, και επιχειρώ εδώ να απαντήσω. Πριν το κάνω αυτό όμως, οφείλω να σου πω ότι αν συζητάμε σήμερα και πάλι για το σκίτσο του CH δεν είναι επειδή ψειρίζουμε τη μαϊμού. Αυτή η συζήτηση δεν θα γινόταν με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση αν το συγκεκριμένο σκίτσο είχε δημοσιευτεί σε ένα έντυπο της άλλης πλευράς.

Το πρώτο από τα επιχειρήματα υπερασπίζεται το σκίτσο σαν σαρκαστικό. Το σκίτσο, λέει, περιέχει σαρκασμό τον οποίο δεν πιάσαμε εμείς που το κατακρίνουμε. Εκείνο που δεν μας λέει αυτό το επιχείρημα, και γι’αυτό είναι ελλιπές είναι το γιατί δεν το πιάσαμε. Η μια απάντηση θα ήταν ότι είμαστε ηλίθιοι, η οποία απορρίπτεται αφ’ενός γιατί δεν μας συμφέρει και αφ’ετέρου γιατί αν ήταν έτσι δεν θα είχε γίνει όλη αυτή η κουβέντα. Η άλλη θα ήταν ότι δεν είμαστε εκπαιδευμένοι στο ιδιαίτερο χιούμορ του CH. Δεν μπορώ να σου αποδείξω αυτό που θα πω, όμως κι αυτό απορρίπτεται μιας και γνωρίζω πως μεταξύ εκείνων που βρήκαν το σκίτσο ρατσιστικό υπάρχουν άνθρωποι πολύ, μα πολύ, καλά εκπαιδευμένοι στο συγκεκριμένο χιούμορ. Η τρίτη, είναι η δική μου απάντηση: δεν πιάσαμε το σαρκασμό γιατί ο σαρκασμός δεν υπήρχε. Ένα πετυχημένο σαρκαστικό σκίτσο περιέχει το κλειδί που θα κινητοποιήσει τον δέκτη στην κατεύθυνση του ατόπου, της αντίφασης, της υπερβολής και άρα του σαρκασμού. Το συγκεκριμένο σκίτσο δεν είχε τέτοιο κλειδί. Αντίθετα, όλες οι επιλογές του, από το σχέδιο μέχρι τη λεζάντα, ήταν απόλυτα και μονοσήμαντα συνεπείς. Δεν θέλω να ποστάρω το σκίτσο εδώ, όμως μπορείς πολύ εύκολα να το βρεις παντού. Κοίτα το, μελέτησέ το όσο θες, μα κλειδί που να υποδηλώνει το σαρκασμό δεν θα βρεις. Κι εδώ όμως υπάρχει ένας αντίλογος. Ότι το κλειδί δεν βρίσκεται στο ίδιο το σκίτσο, αλλά έξω απ’αυτό. Ότι δηλαδή, γνωρίζοντας πως ο σκιτσογράφος δεν είναι ρατσιστής, τότε αμέσως το σκίτσο γίνεται αντιληπτό ως σαρκαστικό. Συγγνώμη, αλλά στο δικό μου σύστημα λογικής αυτό το επιχείρημα έχει την ίδια αξία με τη φράση “το Μνημόνιο της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι Μνημόνιο επειδή η κυβέρνηση Τσίπρα είναι αντιμνημονιακή”.

Το δεύτερο από τα σοβαρά επιχειρήματα είναι ότι το σκίτσο ξεσκεπάζει τις ρατσιστικές αντιλήψεις. Είναι να αναρωτιέται κανείς όμως, τι ακριβώς κρυφό και άρρητο υπάρχει που να χρειάζεται ξεσκέπασμα? Τα περιστατικά της Κολωνίας τα χρησιμοποίησαν από την πρώτη στιγμή τα φασιστάκια του PEGIDA για να χύσουν το δηλητήριό τους. Το ίδιο πράγμα που λέει η λεζάντα του σκίτσου το λέει φωναχτά και περήφανα κάθε Ευρωπαίος ρατσιστής (όπως και κομμάτι της Ευρωπαϊκής “Αριστεράς και Προόδου”, δυστυχώς). Η λεζάντα του σκίτσου θα μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά μόνο εάν εκτόξευε στα άκρα το ρατσιστικό λόγο και μ’αυτό τον τρόπο ξεσκέπαζε τη βαρβαρότητα. Όμως ξαναλέω, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο, και ο καταραμένος λόγος γι’αυτό είναι γιατί ο δημόσιος ρατσιστικός λόγος δεν είναι πλέον συγκαλυμμένος μα απροκάλυπτος. Στην πραγματικότητα λοιπόν, ο κώδικας του σκίτσου έχει ήδη ξεπεραστεί από τα πράγματα, με τη δυσάρεστη συνέπεια όχι απλά να μην ξεσκεπάζει το ρατσιστικό λόγο, αλλά να τον προβάλλει, και μάλιστα ντύνοντάς τον και με ένα καλοφτιαγμένο (από τεχνικής άποψης) σκίτσο, που ο οπαδός της Μαρίν ΛεΠεν θα μπορούσε άνετα να κολλήσει στο παράθυρο του αυτοκινήτου του…

Δεν είμαι από κείνους που πιστεύουν ότι το έμβλημα που έγινε το άψυχο κορμί του μικρού Aylan δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται σε μια γελοιογραφία. Εάν το επιτρέψαμε να γίνει έμβλημα, κώδικας δηλαδή, σαν τέτοιο μπορεί φυσικά να χρησιμοποιηθεί. Προσωπικά, υπερασπίστηκα το CH στην περίπτωση προηγούμενου σκίτσου, που έδειχνε τον Aylan νεκρό κάτω από μια ρεκλάμα αλυσίδας JunkFood. Εκείνο ήταν σοκαριστικό, ήταν βλάσφημο, ενδεχομένως δεν άντεχες να το κοιτάς, μα έφτυνε τις αξίες μιας τελειωμένης κοινωνίας. Το προχθεσινό σκίτσο φτύνει τον Aylan.

Θα μου επιτρέψεις, αντί για επίλογο, να βάλω εδώ ένα σκίτσο του μακαρίτη Phil Evans, ενός σπουδαίου επαναστάτη μαρξιστή σκιτσογράφου. Στο σκίτσο αυτό, αν το παρατηρήσεις καλά και το συγκρίνεις με το σκίτσο του CH, θα καταλάβεις πιστεύω πώς επιτυγχάνεται ο σαρκασμός και το ξεσκέπασμα του κυρίαρχου λόγου, και γιατί το CH πέτυχε το ακριβώς αντίθετο.

*** Επειδή δεν είμαι εχθρός του CH, μάλλον το αντίθετο, θα κρατήσω μέχρι τέλους την ελπίδα πως κάποιος καλός γαλλομαθής θα μας εξηγήσει ότι το κλειδί για την κατανόηση του σαρκασμού βρίσκεται στην επιλογή των λέξεων. Μικρή ελπίδα…

Έναν χρόνο μετά, δεν είμαι Charlie

Καμιά φορά, ακόμη κι ένα θαρραλέο μέσο έκφρασης αποσυνδέεται σιγά-σιγά από το κοινωνικό ρεύμα που το έθρεψε όταν αυτό υποχωρεί. Τότε ή πεθαίνει ή γίνεται συνταγή, μανιέρα ας πούμε. Είναι όμως δυνατό σ’αυτή την περίπτωση, η ριζοσπαστική μορφή να κρατήσει τα χαρακτηριστικά της, υπηρετώντας όμως είτε τον εαυτό της, είτε και το εντελώς αντίθετο απ’το ιδρυτικό της υπόστρωμα.

Αφορμή γι’αυτή τη θολή ουβερτούρα είναι το ζήτημα του χιούμορ, που μας απασχολεί με κάποιο τρόπο σήμερα. Συγκεκριμένα, ένα απόλυτα βλάσφημο είδος χιούμορ, με αντίπαλο «τους πάντες και τα πάντα». Όταν, πιτσιρικάδες το ρουφούσαμε μέσα από το «Παρά Πέντε» και τη «Βαβέλ», ξέραμε ότι «τους πάντες και τα πάντα» σήμαινε «κάθε αξία και φορέα του παλιού κόσμου», ακόμη κι αν καμιά φορά αυτό το χιουμοριστικό πετροβόλημα μας στενοχωρούσε γιατί έθιγε κομμάτια του παλιού κόσμου που είχαν τρυπώσει μέσα μας χωρίς να τα καταλάβουμε. Αυτό το πετροβόλημα μας έκανε καλύτερους ανθρώπους.

Μ’αυτή την έννοια, ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε σε ποια πλευρά του οδοφράγματος στεκόταν αυτοί οι αγαπημένοι μας σκιτσογράφοι και κομίστες. Ξέραμε ότι, ακόμη κι όταν μας βαρούσαν ανελέητα, ήταν μαζί μας.

Με «τους πάντες και τα πάντα» όμως δεν μπορεί να εννοούμε εκείνες τις πτυχές της ζωής μας που μας δένουν αναγκαστικά με τον παλιό κόσμο. Ναι, ας μην έχουμε κανέναν σεβασμό! Ας κοροϊδέψουμε τον προλετάριο όταν κάθεται στον καναπέ του και καταναλώνει μαζική κουλτούρα, όταν είναι μοιρολάτρης, θεοσεβούμενος, φαλλοκράτης, του αξίζει. Αν τον κοροϊδέψουμε όμως επειδή είναι προλετάριος, τότε το πράγμα αλλάζει. Ας γελάσουμε όσο θέλουμε με το σύντροφό μας μετανάστη (κι εδώ θα διαφωνήσω με αρκετούς συντρόφους, το γνωρίζω) για κείνα τα στοιχεία της κουλτούρας του που θεωρούμε οπισθοδρομικά, αλλά τι πραγματικά λέμε όταν τον κοροϊδεύουμε επειδή είναι μετανάστης? Τι το αστείο υπάρχει στο να αναπαράγουμε «με καλλιτεχνική χάρη» τη χυδαιότητα των αφεντικών ενάντια στους καταπιεσμένους? Αυτό δεν είναι χιούμορ, και δεν είναι ούτε βλάσφημο, ούτε δημιουργικό, ούτε τίποτα. Απλά καθόμαστε σαν απρόσκλητοι βλάκες στο τραπέζι του αφεντικού και γελάμε με τα αστεία του.

Στο τελευταίο φύλλο του Charlie Hebdo δημοσιεύτηκε ένα εμετικό σκίτσο στο οποίο παρουσιαζόταν η συγκλονιστική εικόνα του νεκρού σώματος του προσφυγόπουλου Aylan, μαζί με εικόνες κακομούτσουνων μεταναστών που κυνηγούσαν Ευρωπαίες γυναίκες για να τις “χουφτώσουν”. Για να το καταλάβει και ο κάθε ηλίθιος, η λεζάντα έγραφε ότι αυτό θα γινόταν ο μικρός Aylan σε περίπτωση που ζούσε. Είναι βέβαιο ότι και σ’αυτή την περίπτωση το CH θα βρει υποστηρικτές, εκείνους που πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο σκίτσο (όπως και πολλά άλλα παλιότερα) είχε σαρκαστικό χαρακτήρα. Θα προσπαθήσουν να μας πείσουν πως στην πραγματικότητα το σκίτσο δεν ήταν ρατσιστικό, αλλά αντίθετα, ξεσκέπαζε τις σκέψεις των ρατσιστών. Λυπάμαι, δεν του φαίνεται. Η διαβεβαίωση ότι ο σκιτσογράφος που έφτιαξε αυτή τη μαλακία δεν είναι ρατσιστής δεν αρκεί για να αλλάξει το πρόσημο και την κατεύθυνση στο σαρκασμό του σκίτσου. Αντίθετα, μάλλον φανερώνει αυτό που έγραψα εισαγωγικά, ότι η φόρμα έχει πλέον αυτονομηθεί τόσο ώστε να υπηρετεί μόνο τον εαυτό της, πράγμα που σε μια εποχή σαν τη δική μας σημαίνει απλά ότι υπηρετεί τις κυρίαρχες προκαταλήψεις.

Goncharov

Πραγματικά δεν ξέρω τι θα γινόταν ο μικρός Aylan αν η ρατσιστική, ιμπεριαλιστική Ευρώπη του είχε επιτρέψει να ζήσει. Ακόμη κι αν ήξερα ότι θα γίνει αυτό που λέει το σκίτσο, πάλι δεν καταλαβαίνω πώς αυτό μπορεί να δώσει άλλη διάσταση στο συνειδητό φόνο εκείνου και χιλιάδων άλλων σαν εκείνον. Ελπίζω όμως ότι όλα αυτά τα παιδιά θα ζήσουν όπως τους αξίζει (στην Ευρώπη, στην πατρίδα τους, όπου θελήσουν. Δεν θα το αποφασίσω εγώ αυτό), θα μορφωθούν, θα ερωτευτούν και θα αγωνιστούν με όλα τα άλλα παιδιά για να δώσουν τέλος στον άθλιο κόσμο, το δικό μας κόσμο, που σκότωσε τον Aylan και τώρα κάνει πλακίτσα με την εικόνα του άψυχου κορμιού του.

Το Charlie πέρυσι τέτοιον καιρό περιγελούσε τους υποκριτές (δεξιούς πολιτικούς, παπάδες και δε συμμαζεύεται) που καμωνόταν τους φίλους του. Σήμερα μοιάζει να τους φλερτάρει. Ελπίζω, για πολλούς λόγους, η κατρακύλα να σταματήσει εδώ. Το γέλιο του βασανιστή πάνω απ’το θύμα του δεν είναι χιούμορ. Ας μην τα μπερδεύουμε άλλο.

Previous Older Entries