Ο ύμνος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας

Ο ύμνος του ΔΣΕ, που γράφτηκε από τον Λευτέρη Παπάζογλου, κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μια ηχογράφηση μελών της ΚΝΕ και περιλαμβάνεται σε μια συλλογή με ανέκδοτα τραγούδια του ΔΣΕ που θα κυκλοφορήσει το ΚΚΕ με αφορμή τη συμπλήρωση 70 χρόνων από την ίδρυση του ηρωικού Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Η εκτέλεση βασίζεται στην πιο γνωστή μέχρι τώρα ηχογράφηση, αυτή της χορωδίας της ΠΠΣΠ, σε επιμέλεια του ίδιου του Γιάννη Χοντζέα.
Μιας και το κόμικ που ετοιμάζω έχει θέμα τον Εμφύλιο (θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2017), συχνά σχεδιάζοντας ακούω τραγούδια της εποχής. Έπεσα λοιπόν τυχαία σε μια άλλη εκτέλεση του ύμνου, που δεν την ήξερα μέχρι τώρα (νόμιζα πως η ηχογράφηση της ΠΠΣΠ ήταν η μοναδική) και ομολογώ ότι την προτιμώ. Η εκτέλεση αυτή, όπως θα ακούσεις στο βίντεο που ανέβασα, ακολουθεί το ίδιο γενικό μοτίβο της γνωστής μελωδίας μα σε μινόρε. Δεν ξέρω αν έχει σωθεί η πρωτότυπη παρτιτούρα για να δούμε ποια ήταν η αρχική σύνθεση του Παπάζογλου. Την εκτέλεση αυτή τη βρήκα στο κανάλι peaea km στο ΥΤ, που δυστυχώς δεν επιτρέπει σχόλια για να ρωτήσουμε που τη βρήκε ο αγαπητός/η φίλος/η που την ανέβασε.
Αν κάποιος/α ξέρει κάποια πληροφορία παραπάνω, ας μας διαφωτίσει.

Ύμνος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
(Στίχοι/Μουσική: Λευτέρης Παπάζογλου)

Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι
στη Γκιώνα πέφτουν κεραυνοί
σειώνται στεριές και τα πελάγη
όπλων ακούγεται η κλαγγή.

Νέο αντάρτικο γεννιέται
ν’ αγωνιστεί για λευτεριά
και τους φασίστες εκδικιέται
όπου τους βρει με αντρειά.

Ο όρκος μένει πάντα ένας
που έχει δώσει ο ΕΛΑΣ
ν’αγωνιστεί σκληρά ο καθένας
για να λευτερωθεί η Ελλάς

«Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα»
εμπρός ακόμα μια φορά
κράτα της λευτεριάς τη δάδα
στα δυο σου χέρια τα γερά.

1472

Το μνημείο του Αρχηγείου Τζουμέρκων ΔΣΕ στους Μελάτες Άρτας

 

 

 

Advertisements

Ενάντια στο “ενάντια στην ανάθεση”

unionpower Ανήκω σε κείνη τη φυλή των οργανωτικά ακάλυπτων κομμουνιστών. Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιούμαι σχεδόν αποκλειστικά μέσα στη συνδικαλιστική μας παράταξη, που κι εκείνη με τη σειρά της είναι ένα πολύχρωμο ασκέρι οργανώσεων και αγωνιστών της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Μέσα στην αδυναμία του συνδικαλισμού (ακόμη και με την ένσταση ότι δεν είναι κάτι ενιαίο) να συσπειρώσει, να εμπνεύσει, να νικήσει, δεν είναι λίγες οι φορές που καταράστηκα τη σιχαμένη λογική της ανάθεσης. Αποκαμωμένος και απογοητευμένος από τη μικρή συμμετοχή των συναδέλφων μου στις υποθέσεις του σωματείου, τα έβαζα συχνά με τη γάγγραινα της ανάθεσης, επικαλούμενος το γνωστό, μπανάλ μάντρα “αν δεν πλαισιώσετε το σωματείο τότε αφήνετε τον κυβερνητικό συνδικαλισμό και τη γραφειοκρατία να αλωνίζουν”. Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, και χωρίς να αθωώνω τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία για τις λυσσαλέες προσπάθειές της να απομαζικοποιήσει και να απονευρώσει τα σωματεία, στο μικρό κείμενο που ακολουθεί αναρωτιέμαι αν το ανάθεμα στην ανάθεση είναι μια πολιτική στάση χρήσιμη στην αναγκαία ανασυγκρότηση και αντεπίθεση του εργατικού κινήματος.

Στη φετινή, ετεροχρονισμένη, πορεία της “εργατικής πρωτομαγιάς στην πόλη μου ήμασταν γύρω στους τριακόσιους ανθρώπους, ένας μικρός σχετικά αριθμός. Η διαφορά με τις πορείες άλλων χρόνων ήταν ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων εντασσόταν στα μπλοκ της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, σε μπλοκ που κυριαρχούσαν οι κόκκινες σημαίες, με αρκετές απ’αυτές να φέρουν και το σφυροδρέπανο. Δεν χωράει αμφιβολία, εάν κάποιος ξένος συναντούσε την πορεία αυτή, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια πορεία τριακοσίων οπαδών της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Κι όμως. Εάν κάποιος έκλεινε τα μάτια του και άκουγε μόνο τα συνθήματα, τότε θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα μεγάλο μπλοκ της ΓΣΕΕ ή της ΑΔΕΔΥ. Συντηρητικά συνθήματα, στην πλειοψηφία τους αυστηρά συνδικαλιστικά, με τα λίγα που ξέφευγαν να αφορούν στους πρόσφυγες ή σε μια αόριστη καταδίκη του Ιμπεριαλισμού. Με λίγα λόγια, είχες μια μικρή διαδήλωση κομμουνιστών που παρίστανε το μαζικό κίνημα (το ίδιο και χειρότερο γινόταν λίγα τετράγωνα πιο πέρα, στη διαδήλωση του ΠΑΜΕ, με τη διαφορά ότι εκεί οι περισσότερες σημαίες ήταν άσπρες και έγραφαν “ΠΑΜΕ”). Το μαζικό κίνημα ήταν λοιπόν έτοιμο, στημένο, το είχαν στήσει οι κομμουνιστές, και απλά περίμενε (περιμένει) τις μάζες να το… μαζικοποιήσουν.
Τι σχέση έχει το παραπάνω σχόλιο με το θέμα που υποσχέθηκα να αναπτύξω? Θα δούμε παρακάτω.
Το “όνειρο” ενός κομμουνιστή που μάχεται στο σωματείο του ενάντια σε λογικές ανάθεσης είναι η ολόψυχη συμμετοχή των συναδέλφων του στη ζωή του σωματείου. Η παρουσία τους και η ουσιαστική συμβολή τους στην επεξεργασία θέσεων στις γενικές συνελεύσεις, ο διαρκής έλεγχος των εκλεγμένων εκπροσώπων, η στήριξη των αποφάσεων και η συντεταγμένη, μαζική δράση σύμφωνα μ’αυτές, όλα αυτά μαζί θα ήταν ο θάνατος της ανάθεσης, ένα σωματείο πρότυπο εργατικής δημοκρατίας. Εδώ ακριβώς θα πρέπει να κάνουμε μια στάση, και να αναρωτηθούμε αν αυτός ο πόθος είναι έγκυρος, πολύ περισσότερο αν δικαιούμαστε να προβάλλουμε αυτόν μας τον πόθο σαν μέτρο της υγείας στην πολιτική συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας. Τελικά, οφείλουμε να αναρωτηθούμε μήπως αυτή η σύγχυση μεταφέρεται και στα καθήκοντα που βάζουμε στους εαυτούς μας, και καταλήγουμε να κυνηγάμε την άκρη του ουράνιου τόξου και στη συνεχή απογοήτευση.
Τα σωματεία δεν υπάρχουν για να φέρουν τον Κομμουνισμό. Τα σωματεία είναι μέρος του κύκλου της μισθωτής εργασίας. Οι άνθρωποι εντάσσονται σ’αυτά για να διαπραγματευτούν με το αφεντικό τους όρους της εργασίας τους. Για να το κάνουν αυτό πρέπει να έχουν ένα σωματείο που το αφεντικό αποδέχεται και να μιλούν για λογαριασμό τους συνάδελφοι με την ειδική ικανότητα να είναι αμφίπλευρα αξιόπιστοι (όσο είναι αυτό δυνατό): να μεταφέρουν τις ανάγκες και τα αιτήματα των συναδέλφων τους προς το αφεντικό, άλλα “σε λογικά πλαίσια” ώστε εκείνο να μην απορρίπτει τη διαπραγμάτευση μαζί τους. Αυτή είναι η “κανονικότητα” ενός σωματείου. Είναι ένας αστικός θεσμός, προορισμένος για ένα αστικό καθήκον. Λογικό είναι ότι γεννά και αναπαράγει αστική νοοτροπία. Οι συνάδελφοι εκλέγουν και αποσύρονται, ώστε να μην είναι και πολύ ορατοί στους επιστάτες και το αφεντικό, κοιτούν “τη δουλειά τους” αποφεύγοντας τα μπλεξίματα. Ο συνδικαλιστής που εκλέγουν κάνει τις επαφές με τη διοίκηση για λογαριασμό τους και σιγά-σιγά οι υποθέσεις τους αφήνονται στις ικανότητές του, στον τρόπο που διαχειρίζεται τις σχέσεις του με τους από πάνω. Τελικά, ο συνδικαλιστής αυτονομείται, λογοδοτεί μόνο αόριστα στη βάση που τον εξέλεξε, την οποία φτάνει να αντιμετωπίζει σαν δεξαμενή ψηφοφόρων, που περιστασιακά επιβραβεύεται με κάποια αποκλειστική πληροφορία ή μια εξυπηρετησούλα. Γνωρίζω πως αυτή η περιγραφή ακούγεται ισοπεδωτική και άδικη τόσο προς την εσωτερική ζωή κάποιων σωματείων όσο και προς τον κόπο ορισμένων αγωνιστών συνδικαλιστών, όμως αυτή είναι η βασική εικόνα και όλα τα υπόλοιπα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν εξαιρέσεις. Χρήσιμος και ρεαλιστικός συνδικαλισμός θεωρείται εκείνος που, χωρίς να πολυανακατεύει τους συναδέλφους, διαχειρίζεται τις υποθέσεις τους. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση συναντά τις περισσότερες φορές την άρνηση και την απροθυμία των ίδιων των συναδέλφων. Στις περιπτώσεις δε που κάποιος επιχειρεί να αποκαλύψει τη σύνδεση ενός επιχειρησιακού ή κλαδικού αιτήματος με ένα γενικότερο πολιτικό σχέδιο ή αγώνα, εκεί τρώει σίγουρα τα μούτρα του, μιας και “εμείς έχουμε τα προβλήματά μας τώρα να λύσουμε όπως μπορούμε”.
Η ζωή του σωματείου λοιπόν δημιουργεί αστική και όχι κομμουνιστική νοοτροπία, η ζωή του σωματείου είναι δομημένη πάνω στις σκαλωσιές της ανάθεσης. Έχοντας γράψει όλα αυτά, πρέπει τώρα να εξηγήσουμε πώς στο καλό γίνεται και παρατηρούμε και τα αντίθετά τους. Πώς γίνεται και σε κάποια σωματεία η εκλογική δύναμη των επαναστατών είναι τόσο μεγάλη που καταντά ασύμβατη με τη γενική επιρροή τους στην κοινωνία? Πώς γίνεται και σε ορισμένες περιόδους η συμμετοχή στις συνελεύσεις και τις απεργίες είναι τόσο μεγάλη που διαψεύδει την παραπάνω “σκοτεινή” περιγραφή για σωματεία από τη φύση τους βουτηγμένα στην ανάθεση? Πώς γίνεται και μέσα από συνδικαλιστικούς αγώνες ξεπηδούν νέες γενιές επαναστατών?
Οι απαντήσεις μας δεν χρειάζονται εξωτικές εξηγήσεις. Ο λόγος που οι συνάδελφοι μάς ψηφίζουν σε κάποια σωματεία (στη δική μας Ομοσπονδία το άθροισμα της Αριστεράς ξεπερνούσε το 60% στις προηγούμενες εκλογές με μεγάλο μέρος αυτού να πηγαίνει στο ΚΚ και την άκρα Αριστερά) είναι επειδή είμαστε “φωνακλάδες”. Στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που μας στηρίζουν, το κάνουν όχι εξαιτίας, αλλά παρά το γεγονός ότι είμαστε κομμουνιστές. Προφανώς έχει σημασία που κάποιος διαλέγει τον επαναστάτη από τον δεξιό ή το τσιράκι του αφεντικού, δεν σκοπεύω να το μειώσω αυτό, όμως ακόμη κι έτσι ο συνάδελφος γνωρίζει πως θα τρέξουμε για την υπόθεσή του όσο μπορούμε και με ειλικρίνεια, γι’αυτό μας στηρίζει. Για να απαντήσουμε στο δεύτερο ερώτημα, αρκεί να αναρωτηθούμε πότε στα τελευταία χρόνια η συμμετοχή στις συνελεύσεις και τις κινητοποιήσεις των σωματείων ήταν μαζική. Η εμπειρία δεν αφήνει περιθώρια ποικίλων απαντήσεων: Κάθε φορά που τα σωματεία κινητοποιήθηκαν μαζικά υπήρχε στον ορίζοντα μια πιθανή (ή ακόμη και φανταστική) διαπραγμάτευση, μια άμεση διεκδίκηση, η προσμονή καταιγιστικών εξελίξεων. Αυτό ισχύει τόσο για τις κλαδικές απεργίες, όσο και για τις γενικές πολιτικές απεργίες, οι οποίες ήταν τόσο πιο μαζικές όσο ακουμπούσαν το στόχο του ροκανίσματος κυβερνητικών πλειοψηφιών. Η μαζική συμμετοχή λοιπόν δεν ήταν απόδραση από τη διαπραγμάτευση, αλλά έκφραση μιας συλλογικής αίσθησης ότι η διαπραγμάτευση χρειάζεται την παρουσία μας στο δρόμο. Σ’αυτές τις στιγμές της μαζικής συμμετοχής είναι που η κανονικότητα του σωματείου γίνεται κομμάτια. Μια μεγάλη κινητοποίηση δεν μπορεί να είναι υπόθεση των “ειδικών”, για να πετύχει πρέπει να μοιραστούν ανακοινώσεις, να γίνουν ενημερώσεις, να στηθούν απεργιακές επιτροπές και επιτροπές αγώνα που συντονίζουν τη δράση τους. Το “ΔΣ” παύει να είναι αποτελεσματικό εργαλείο, οι συνάδελφοι μαζί με τον οργανωτικό τους ρόλο αποκτούν και φωνή, οι συνελεύσεις και οι συσκέψεις μετατρέπονται σε εργαστήρια πολιτικής. Με λίγα λόγια, είναι σ’αυτές τις σπάνιες στιγμές που οι εργαζόμενοι σηκώνουν το πέπλο της αστικής μοιρολατρίας και της ανάθεσης και κρυφοκοιτάζουν τον εναλλακτικό κόσμο της εργατικής δημοκρατίας. Με τη λήξη του αγώνα, οι περισσότεροι συνάδελφοι επιστρέφουν στην κανονικότητα, όμως η εμπειρία της αυτο-οργάνωσης αλλάζει τη συνείδηση μιας -μικρής ή λίγο μεγαλύτερης- μειοψηφίας. Η κομμουνιστική συνείδηση γεννιέται ενάντια στην κανονικότητα του συνδικαλισμού και όχι εξαιτίας της.
Όποιος συναρτά την πολιτική του παρέμβαση στα σωματεία με τους κύκλους του παροδικού απεγκλωβισμού των συναδέλφων του από τη λογική της ανάθεσης, πολύ απλά δεν κάνει τίποτα για να προετοιμάσει αυτόν τον απεγκλωβισμό.
Αν δεν θέλουμε να ξεγελάμε τους εαυτούς μας, πρέπει να δούμε σοβαρά την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στο εργατικό κίνημα της χώρας: άμαζες συνελεύσεις, απεργιακές κινητοποιήσεις συμβολικού χαρακτήρα, πλήρης απόγνωση σε σχέση με την πολιτική εναλλακτική. Η μεγάλη μάχη του Μνημονίου ΙΙΙ χάθηκε χωρίς να δοθεί, όπως κι εκείνη η “πολυαναμενόμενη” του Ασφαλιστικού. Επιβεβαιώνοντας τον παραπάνω συλλογισμό μου, οι μόνες μάχες που είχαν ένα στοιχείο δυναμικότητας ήταν συνδεμένες με κάποια ελπίδα διαπραγμάτευσης ή άμεσης διεκδίκησης (όπως οι κινητοποιήσεις των αναπληρωτών εκπαιδευτικών). Είναι δεδομένο ότι σ’αυτή τη “μαύρη” περίοδο οι κομμουνιστές δεν πρόκειται να σταματήσουν την προσπάθεια της εμπλοκής των συναδέλφων στη ζωή του σωματείου. Αρκεί όμως αυτό? Κατά τη γνώμη μου, εδώ και 6 χρόνια έχουμε περάσει στην περίοδο που οι μεγάλες διαπραγματεύσεις έχουν πεθάνει. Όμως, το να περιμένει κανείς ότι το επόμενο μεγάλο ξέσπασμα θα χαρακτηρίζεται από ουσιωδώς διαφορετικές αυταπάτες επιστροφής στην προ κρίσης ομαλότητα “επειδή έτσι”, επειδή “συσσωρεύτηκαν πολύτιμες εμπειρίες”, επειδή “οι μάσκες έπεσαν”, αυτό θα ήταν εγκληματική αφέλεια. Αυτές τις μέρες συμπληρώνουμε έναν χρόνο από τη μάχη του ΟΧΙ και το πραξικόπημα του ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στο 61%. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: αφού η επαναστατική Αριστερά ήξερε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να το πάει μέχρι τέλους, πώς θα μπορούσε να αποτρέψει το πραξικόπημά του? Σ’αυτό εδώ το blog έχω επιχειρηματολογήσει εκτενώς για το ότι η επίκληση στο ΟΧΙ, που ακολούθησε το περασμένο καλοκαίρι και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ήταν χαμένη υπόθεση.
Ξαναγυρνάω στην εικόνα της πρωτομαγιάτικης πορείας. Υπάρχουν στιγμές που οι λιγοστοί επαναστάτες μιας πόλης μπορούν να γίνουν η ατμομηχανή μιας μαζικής κινητοποίησης, κι αυτό είναι ένα καθήκον που δεν πρέπει να αποφεύγουν. Όταν περνούμε όμως σε περίοδο που δεν δίνει τέτοιες στιγμές, τότε το κύριο καθήκον δεν είναι να παριστάνουμε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, αλλά η οικοδόμηση ενός συνειδητού δικτύου επαναστατών που θα διασφαλίσει ότι η επόμενη μεγάλη μάχη (που δεν θα την φέρουμε εμείς) θα δοθεί με άλλους όρους. Όσες κατάρες και να ρίξουμε στην ανάθεση, όσο κι αν τηρήσουμε κατά γράμμα τα καθήκοντα ενός αγωνιστικού συνδικαλισμού, η μεγάλη μάζα των συναδέλφων μας θα παραμείνει αδρανής γιατί πολύ απλά (ας το παραδεχτούμε) ούτε τα μεγαλύτερα επαναστατικά κόμματα στην Ιστορία δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μεγάλα κινήματα αναντίστοιχα με την εποχή τους. Αυτή τη στιγμή η κύρια δουλειά μας δεν είναι μ’αυτό το κομμάτι, αλλά με κείνο που μέσα από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου (που έληξε) είδε τη συνείδησή του να προχωρά, να μετατρέπεται σε πρωτοπορία. Μια αποφασιστική, οργανωμένη, επαναστατική κομμουνιστική μειοψηφία σε κάθε εργασιακό και κοινωνικό χώρο είναι σήμερα αναγκαιότητα. Το να παραμελούμε αυτό το καθήκον, το να συνεχίζουμε στην κινηματική πεπατημένη, δεν σημαίνει ότι θεμελιώνουμε ουσιαστική επαφή με την πλειοψηφία, αλλά αντίθετα ότι μοιραζόμαστε την απόγνωσή της και βυθιζόμαστε σ’αυτή.
Οι σκόρπιες σκέψεις μου για το ζήτημα σταματούν εδώ. Για το ποιος μπορεί να είναι ο φορέας εκείνος που θα αναλάβει το καθήκον που περιγράφω, δεν θέλω να μιλήσω. Εδώ και αρκετά χρόνια (από τότε που το κίνημα ήταν ακόμη στα πολύ πάνω του ακόμα) δεν βλέπω κανέναν φορέα που να συγκεντρώνει ή έστω να ενδιαφέρεται να συγκεντρώσει τα χαρακτηριστικά που πιστεύω ότι χρειαζόμαστε. Μ’αυτήν την έννοια ίσως όλο το παραπάνω κείμενο τινάζεται στον αέρα, αλλά προτιμώ να κλείσει έτσι, παρά με συνειδητή (αυτο)εξαπάτηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σκόρπιες σκέψεις για σκόρπιες καταστάσεις

Το παρακάτω σημείωμα δεν είναι “γενικής χρήσης”. Αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους, εκείνους που μοιραζόμαστε τις ίδιες πολιτικές αγωνίες και δράση.

Από χθες το βράδυ, ένα μεγάλο μέρος των πάλαι ποτέ “παπαγάλων της διαπλοκής” βάλθηκε να μας πείσει ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας χαρισματικός ηγέτης (οι ίδιοι άνθρωποι έλεγαν χαρισματικό ηγέτη και τον Κώστα Καραμανλή, αν θυμάσαι) που πέτυχε το ακατόρθωτο: να είναι ο μόνος πολιτικός που έφερε μνημόνιο και να μένει στη θέση του με ακλόνητη την κυριαρχία του. Η μικρή διαφορά είναι ότι ο Τσίπρας δεν έχει ακόμη εφαρμόσει τίποτα απ’αυτά που συνεννοήθηκε με τα αφεντικά. Τόσο ο Παπανδρέου όσο και ο Σαμαράς κράτησαν για περίπου μια διετία εφαρμογής σκληρών μέτρων πριν πέσουν, συνεπώς όσο η συζήτηση για τα μέτρα του Μνημονίου(ΙΙΙ) παραμένει συζήτηση, η επιτυχία του Τσίπρα δεν απαιτεί εξωτικές εξηγήσεις.

Παρ’όλα αυτά πρόκειται το δίχως άλλο για επιτυχία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε μια τυπική για ρεφορμιστικό κόμμα διαδικασία, κατά την οποία από το 2012 μέχρι σήμερα κατάφερε σε κάθε φάση (από τις μαζικές απεργίες, μέχρι την κυβέρνηση που θα έσκιζε τα μνημόνια και τέλος σήμερα που θα απαλύνει τις συνέπειές τους) να συγκεντρώσει και να εκφράσει τις ρεφορμιστικές αυταπάτες των μαζών. Η θεωρία της “μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ σε μνημονιακό κόμμα” είναι επιπόλαιη, τυπική, και -πάνω απ’όλα- οδηγεί σε καταστροφές τύπου ΛαΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει τη μια ή την άλλη στροφή από την πρώτη μέρα της ύπαρξής του (ή και πριν, από τον πρόδρομο ΣΥΝ ακόμη), αλλά παραμένει ένα κόμμα που πατά πάνω στις αυταπάτες των εργαζομένων και μεταγράφει τις διαθέσεις και τους αγώνες τους σε κείνη τη γλώσσα που είναι κατανοητή και συμβατή με τον κόσμο των αφεντικών. Για να το επιτύχει αυτό ένα προηγούμενο διάστημα ήταν υποχρεωμένος να κρατά στο δυναμικό του (και μάλιστα να βασίζεται και να προβάλλει) ένα αριστερό κινηματικό κομμάτι του, το οποίο -για λόγους δικής του πολιτικής ανεπάρκειας και ρεφορμιστικής νωθρότητας- είχε την εντύπωση ότι με κάποιο τρόπο καθορίζει την πολιτική, ότι “ελέγχει την ΚΕ”, ότι διασφαλίζει την αριστερή πορεία του κόμματος. Αποδείχθηκε ότι ο μηχανισμός ΣΥΡΙΖΑ προσαρμόστηκε στα νέα του καθήκοντα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο μηχανισμός ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να έχει ανάγκη τους “αριστερούς” πολύ πριν οι “αριστεροί” συνειδητοποιήσουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να τους εκφράζει.

Πολλές αναλύσεις περί “μετάλλαξης” του ΣΥΡΙΖΑ κυκλοφορούν αριστερά και δεξιά, όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: υποτιμούν τη δυνατότητα κομμάτων σαν το ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματώνουν τις διαθέσεις των μαζών, κι έτσι αναπόφευκτα ψάχνουν την επιτυχία τους σε “χαρισματικούς ηγέτες” και “λαοπλάνους” όπως ο Τσίπρας σήμερα ή ο Αντρέας Παπανδρέου παλιότερα. Τα φαινόμενα παρειδωλίας που συνοδεύουν τέτοιες εκτιμήσεις δεν με εκπλήσσουν. Για παράδειγμα, πολλοί αναρωτιούνται πώς ο ΣΥΡΙΖΑ, που κινητοποιούσε τόσο κόσμο όλα αυτά τα χρόνια ενάντια στα μνημόνια, εφαρμόζει σήμερα αυτή τη μνημονιακή πολιτική, χάνοντας από τα μάτια τους μια απλή αλήθεια: ο ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε κινητοποίησε κάποιον κόσμο (δε λέω ότι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ δεν συμμετείχαν στους αγώνες, ελπίζω να είναι αντιληπτή η διαφορά). Αυτό που έκανε ήταν να χτίζει σχέσεις εκπροσώπησης με τον κόσμο που αγωνιζόταν, να ενσωματώνει, να μετατρέπει τον αγώνα σε υπόσχεση. Αν κάτι έκανε καλά σε κινηματικό επίπεδο ο μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό ήταν το σαμποτάζ του ταξικού αγώνα όταν αυτός έπαιρνε διαστάσεις δύσκολα ενσωματώσιμες, με αποκορύφωμα την αναστολή της απεργίας των εκπαιδευτικών υπό καθεστώς επιστράτευσης το Μάη του ’13, σαμποτάζ στο οποίο έπαιξαν ενεργότατο ρόλο στελέχη του που σήμερα φιγουράρουν στη ΛαΕ (αν θέλουμε να τελειώνουμε και με το παραμύθι κάποιας “καθαρής” διάκρισης αριστεράς/δεξιάς μέσα στο κόμμα αυτό). Δεν θέλω να μπω σε προβλέψεις για το σε πόσο καιρό από την εφαρμογή του Μνημονίου(ΙΙΙ) θα αρχίσουν έντονοι εργατικοί αγώνες και πότε θα συντριβεί η νέα κυβέρνηση, μα με την εμπειρία των τελευταίων χρόνων, οι υποσχέσεις του Τσίπρα για “κυβέρνηση τετραετίας” (υποσχέσεις που είχε δώσει και το Γενάρη) ακούγονται υπερβολικά αισιόδοξες από μέρους του.

Όπως μας έχουν εξηγήσει παλιότεροι σύντροφοι, ο κοινοβουλευτισμός είναι βαθιά αλλοτριωμένη δημοκρατία, μια πρακτική μέσω της οποίας τα ταξικά συμφέροντα αντανακλώνται μόνο διαστρεβλωμένα, που αντικαθιστά τα πραγματικά ερωτήματα με άλλα, που μετατρέπει τη συλλογικότητα σε απλό άθροισμα μονάδων, μια πρακτική για να “καταπιέζεται και να εξαπατάται” ο λαός.

Με την προκήρυξη των εκλογών, κάθε άνθρωπος με μια στοιχειώδη μαρξιστική παιδεία είδε ότι ο αντικειμενικός τους στόχος ήταν η πολιτική νομιμοποίηση του Μνημονίου(ΙΙΙ). Η προηγούμενη βουλή δεν είχε αυτή τη νομιμοποίηση καθώς είχε ψηφιστεί για να καταργήσει τα μνημόνια “με ένα νόμο, ένα άρθρο” και αυτό ήταν μια παραφωνία που έπρεπε να διορθωθεί. Σήμερα, βλέπω αρκετά σχόλια “γκρίνιας” για το ότι αυτές οι εκλογές πέτυχαν τελικά αυτό το στόχο τους και αναρωτιέμαι γιατί. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις αυτό παρουσιάζεται σαν αντίφαση μεταξύ του 61% του ΟΧΙ και του χθεσινού αποτελέσματος: “πώς είναι δυνατό ένας λαός που ψήφισε συντριπτικά ΟΧΙ στα μνημόνια, να δίνει σήμερα τέτοια ποσοστά στα κόμματα που θα τα εφαρμόσουν?”, αυτό είναι το ερώτημά τους. Πρόκειται για μια καθαρά τυπική αντιμετώπιση των κοινωνικών διαδικασιών. Το σχήμα «λαός=λαός» δεν ισχύει. Ο κόσμος που έδωσε 61% στο ΟΧΙ δεν είναι ίδιος με τον κόσμο που ψήφισε χθες. Ούτε καν εμείς που το συζητάμε εδώ τώρα δεν είμαστε ίδιοι. Ούτε η διαδικασία στην οποία συμμετείχε ήταν ίδια με το δημοψήφισμα σε τύπο και χρόνο. Όποιος φτιάχνει φανταστικές οντότητες σε στυλ «λαός», που πορεύονται αναλλοίωτες στην ιστορία, είναι καταδικασμένος να παρακολουθεί πάντα σοκαρισμένος τη ζωντανή πραγματικότητα. Ο «λαός» του Ιούλη συγκροτήθηκε με βάση συγκεκριμένους άξονες γύρω από το ΟΧΙ, άξονες στους οποίους δεν βρέθηκαν δυνάμεις που να δώσουν διέξοδο. Αν λοιπόν πρέπει να προβληματιστούμε από κάτι, αυτό είναι η ανεπάρκεια των πολιτικών οργανώσεων του πυρήνα του ΟΧΙ, της εργατικής τάξης, και όχι ο «λαός».

Μια πρώτη άμυνα απέναντι στα δεδομένα αυτά είναι η άποψη ότι το ΟΧΙ εκφράστηκε χθες με την αποχή. Προφανώς ένα μεγάλο μέρος ανθρώπων απογοητευμένων από την προδοσία του Ιούλη (πολλοί έχουν πρόβλημα με τον όρο “προδοσία”. Όπως εξήγησα παραπάνω, αυτός δεν αφορά τη γενικότερη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά την ουσιαστική παραχάραξη του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος) δεν πήγε να ψηφίσει, με διάφορες ταχύτητες συνείδησης και πολιτικής επένδυσης. Όμως η εξήγηση “το ΟΧΙ εκφράστηκε με αποχή” δεν είναι ούτε επαρκής, ούτε χρήσιμη. Αντίθετα, θεωρώ ότι είναι ένα γενναίο χώσιμο του κεφαλιού στην άμμο. Αν κάτι μπορεί να μας πάει μπροστά σαν Επαναστατική Αριστερά δεν είναι να εξηγήσουμε γιατί μέρος της απογοήτευσης εκφράστηκε με σκεπτικισμό και αποχή, αλλά γιατί το μεγαλύτερο μέρος της απογοήτευσης εκφράστηκε με (όποιου βαθμού) εμπιστοσύνη σε κείνους που προκάλεσαν την απογοήτευση. Ακόμη περισσότερο, γιατί η απογοήτευση από την προδοσία του ΟΧΙ δεν στράφηκε υπέρ εκείνων  που συνέχιζαν να υπερασπίζονται το ΟΧΙ.

Ένα μικρό σχόλιο μόνο για μια άλλη παρέκκλιση. Κάποιοι λειτουργούν αντίστροφα και καταλήγουν στο ότι, για να καταλήξουμε σ’αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα μετά το ΟΧΙ, τότε αυτό σημαίνει ότι το ΟΧΙ δεν είχε μέσα του καμία προοδευτική δυναμική. Είναι απλά η άλλη όψη του νομίσματος που ήθελε το ΟΧΙ να εκφράζεται ριζοσπαστικά και αγνά στο διηνεκές. Έχουμε αντιμετωπίσει κι άλλες φορές αυτήν την εντελώς στατική λογική. Θυμάμαι κάποιους εξυπνάκηδες (κυρίως του ΚΚΕ) τον Ιούνη του 2013 να λένε “αν οι εκπαιδευτικοί ήθελαν πραγματικά την απεργία το Μάη, τότε γιατί δεν απεργούν τώρα?”, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει στη συνείδηση το άδειασμα από την ηγεσία που εμπιστεύτηκες.

Εμείς οι αριστεροί εκδηλώνουμε καμιά φορά μια υπερβολική εμπιστοσύνη στη δύναμη των λέξεων των τυπωμένων πάνω στο χαρτί. Όσο σωστή κι αν είναι η προσπάθεια αποσαφήνισης και συγκρότησης ενός συμπαγούς προγράμματος, η υποτίμηση των πραγματικών και πλούσιων τρόπων με τους οποίους παράγεται και προωθείται η πολιτική θέση μας οδηγεί στην τυπολατρία. Υπάρχει λοιπόν μια εκτίμηση ότι η αποτυχία της ΛαΕ έχει να κάνει με το πρόγραμμά της. “Δεν ήταν ξεκάθαρο”, λένε κάποιοι, “δεν ήταν αρκετά αντιΕΕ” άλλοι, “δεν ήταν αντικαπιταλιστικό” ακόμη (για τα ΜΜΕ σήμερα, η ΛαΕ έχασε επειδή κάπου μίλησε για εθνικό νόμισμα). Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά, ανάλογα με τη θέση του καθένα, όμως είναι οι πραγματική αιτία για την αποτυχία του σχήματος αυτού? Κατά τη γνώμη μου, όχι. Η ΛαΕ δεν έχασε επειδή δεν είχε (ή δεν παρουσίασε) το σωστό πρόγραμμα (που δεν είχε, για να είμαστε ειλικρινείς. Αυτό που είχε ήταν ένα ρεσιτάλ παλιακού ρεφορμισμού, παραλυτικού σε συνθήκες τεράστιας δομικής κρίσης του καπιταλισμού), αλλά επειδή οι άνθρωποι που δημιούργησαν τη ΛαΕ δεν είναι καταγεγραμμένοι στο μυαλό των εργαζομένων σαν λιγότερο “συστημικοί” από κείνους που έμειναν στο ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάμε για ανθρώπους που κάλυψαν δημόσια κάθε κωλοτούμπα του ΣΥΡΙΖΑ (ανεξάρτητα από τη διαβεβαίωσή τους -ποιος ξέρει ή ενδιαφέρεται?- ότι μέσα στο κόμμα “τα έλεγαν”), έπαιξαν ρόλο στο κλείσιμο και το σαμποτάρισμα αγώνων, άσκησαν κυβερνητική εξουσία μνημονιακής κατεύθυνσης. Ακόμη και την τελευταία στιγμή, καταγράφηκαν σαν άνθρωποι που ενώ μιλούσαν στο όνομα του ΟΧΙ, το έβαζαν στα ζύγια των κομματικών συσχετισμών. Πώς να πιστέψεις (ειδικά μετά από μια τεράστια προδοσία) ότι θα καθοδηγήσουν τη ρήξη και τη σύγκρουση άνθρωποι που ενώ λένε πως η κυβέρνηση ψηφίζει την απόλυτη καταστροφή σε συμφωνία με το Κεφάλαιο, δεν κάνουν τίποτα για να την ανατρέψουν παρά αντίθετα κωλοτρίβονται στη σαπίλα των εσωκομματικών παιχνιδιών? Όσες κορώνες και να έβγαλαν αυτές τις 20 μέρες, η πλειοψηφία των στελεχών της ΛαΕ είναι ταυτισμένοι με το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ και κάποιες από τις χειρότερες επιλογές του. Οι σύντροφοι που εγκατέλειψαν την Επαναστατική Αριστερά για κάποιο μεγάλο μέτωπο μ’αυτό το δυναμικό, απλά έκαναν μια τραγικά λαθεμένη ανάγνωση, όχι μόνο του προγράμματος της ΛαΕ, που το υπερασπίστηκαν σα δικό τους, αλλά της δυναμικής που είχε στην κοινωνία αυτή η συγκρότηση.

Αν αυτό ήταν ένα εξαιρετικά προβληματικό σημείο για τη ΛαΕ, το οποίο μοιράστηκε με την Επαναστατική Αριστερά λόγω αιμοδοσίας της δεύτερης προς την πρώτη, υπάρχει ένα σημείο που το μοιράστηκαν συμμετρικά. Η εκλογική καμπάνια η βασισμένη στο “ΟΧΙ που δεν ηττήθηκε” ήταν για μια ακόμη φορά καμπάνια ταυτότητας. Η μάχη του ΟΧΙ δόθηκε με συγκλονιστικό τρόπο, κερδήθηκε και στη συνέχεια αυτή η νίκη συντρίφτηκε με τον πιο απόλυτο τρόπο, με τον τρόπο του “όλα ή τίποτα” από την πλευρά του Τσίπρα. Η επιμονή στο ΟΧΙ δημιούργησε δύο σοβαρά προβλήματα:

  • Νομιμοποίησε, δια του αντιστρόφου, την απογοήτευση. Η μονότονη επανάληψη “μην απογοητεύεστε, δεν χάσαμε”, η ανάγκη συνεχούς διαβεβαίωσης ότι “το ΟΧΙ δεν ηττήθηκε”, έπεισε ακόμη και τον πιο αισιόδοξο ότι η δυναμική του ΟΧΙ έχει τελειώσει. Η εκλογική μάχη λοιπόν, δόθηκε κατά κύριο λόγο με το σχήμα “αυτοί πρόδωσαν, εμείς συνεχίζουμε”. Εδώ, με τις ιστορικές αναλογίες να βαράνε κόκκινο, θυμάμαι μια παράγραφο του Τρότσκυ μετά τη συντριβή της Κινέζικης Επανάστασης:

“εξηγούσα πως η αντιπολίτευση δε θα μπορούσε με κανένα τρόπο να ανέβει χάρη στην ήττα της Κινέζικης Επανάστασης. Η επαλήθευση στις προβλέψεις μας θα μας φέρει 5 ή 10 χιλιάδες καινούργιους οπαδούς. Για τα εκατομμύρια όμως τους ανθρώπους, εκείνο που έχει αποφασιστική σημασία δεν είναι η επαλήθευση της πρόγνωσης, αλλά προπαντός το γεγονός της συντριβής του προλεταριάτου”.

  • Άφησε την ευκαιρία της συζήτησης που πάντα ανάβει σε προεκλογική περίοδο να πάει χαμένη. Μένοντας στο ΟΧΙ, χάθηκε η ευκαιρία να εξηγηθεί με σαφήνεια το Μνημόνιο(ΙΙΙ), ο χαρακτήρας του και η πρόταση για τη μάχη απέναντί του. Ποιού τύπου αγώνες μας χρειάζονται, ποιές συμμαχίες, ποιές οι αδυναμίες του μπλοκ εξουσίας, τίποτα απ’αυτά δεν αναλύθηκε καθαρά και διεξοδικά στην εργατική τάξη. Όλη αυτή η συζήτηση περιορίστηκε στο γενικόλογο σχήμα “μαζί τα ψήφισαν, μαζί θα κυβερνήσουν”, σχήμα που η εκλογική κωλοφαρδία του Τσίπρα ακύρωσε, μαζί με κάποιο μέρος της αξιοπιστίας μας.

Υπάρχει ένα τελευταίο θέμα, που δεν γίνεται να μην το συζητήσουμε. Η εκλογική συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΕΕΚ, φέροντας το καθήκον της συσπείρωσης της Επαναστατικής Αριστεράς ακόμη και με το κόστος της διάσπασης, κατάφερε να αυξήσει εκλογικά τις δυνάμεις της και σε ποσοστό και σε αριθμό ψήφων. Ακόμη καλύτερα, ένα μικρό κομμάτι ανθρώπων που εγκατέλειψαν το ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο καλοκαίρι προσέγγισαν τώρα την Επαναστατική Αριστερά. Εκτιμώ ότι το επόμενο διάστημα, και ειδικά μετά την αποτυχία της ΛαΕ, αυτό το ρεύμα θα ενισχυθεί. Αυτό μπορεί να μας χαροποιεί, αλλά δεν μπορεί και να μην μας βάζει σε σκέψεις: Έχουμε στα χέρια μας ένα πολιτικό εργαλείο που μπορεί να δώσει διέξοδο στις αγωνίες αυτών των ανθρώπων? Μετά από τόσα χρόνια μετωπικής δράσης, μήπως είναι καιρός οι όποιες πολιτικές συμφωνίες να αποκρυσταλλωθούν και οργανωτικά? Θα αποκτήσει το πρόγραμμά μας μια ιδιαίτερη επαναστατική ταυτότητα, αντιληπτή άμεσα από την εργατική τάξη και τη νεολαία ή θα συνεχίσουμε στο δρόμο της κοπτοραπτικής των “μπούλετ” απ’τα οποία κάθε τάση θα προκρίνει αυτά που της κάνουν? Οι άνθρωποι που προσεγγίζουν την Επαναστατική Αριστερά αηδιασμένοι από τους ηγεμονισμούς και τις μηχανορραφίες του ρεφορμισμού, θα ανασάνουν στο χώρο μας ή θα βρουν μια απ’τα ίδια? Θα συνεχίσει το μέτωπο να είναι απλά το όχημα για την οικοδόμηση των επιμέρους οργανώσεων του?

Δεν έχω την παραμικρή εγγύηση ότι όλα αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν με τρόπο που να μας πηγαίνει μπροστά. Τη συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΕΕΚ την υποστήριξα περισσότερο γι’αυτό που θα μπορούσε να είναι, η μήτρα μιας πανελλαδικής, διεθνιστικής, γειωμένης αυθεντικά επαναστατικής οργάνωσης. Το αν θα καταφέρει να γίνει κιόλας, αυτό δεν το γνωρίζω. Πάντως άλλοι υποψήφιοι για τη θέση δεν υπάρχουν…

Διαφορικές Εξισώσεις

Συνηθίζεται σε κείμενα αριστερών, προκειμένου να ενισχυθεί η μια ή η άλλη άποψη, να παρουσιάζεται σαν επιχείρημα κάποια ερμηνεία των διαθέσεων του «κόσμου». Τα επιχειρήματα που βασίζονται σε τέτοιες ερμηνείες είναι άκυρα μιας και η παρατήρηση της κίνησης του «κόσμου» προϋποθέτει κάποια θεωρία περί της κίνησης του «κόσμου». Ή αλλιώς, η κίνηση του «κόσμου» πάντα θα είναι σε θέση να επιβεβαιώνει τη θεωρία μας, ακόμη κι αν χρειαστεί να επιστρατεύσουμε επίκυκλους κι άλλους επίκυκλους σαν τον Κλαύδιο Πτολεμαίο.

Τις τελευταίες μέρες παρατηρώ σε φίλους μου που υποστηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ το θλιβερό φαινόμενο της εκλογίκευσης της άμεσης και αδιαμφισβήτητης συντριβής της πολιτικής του κόμματος αυτού με το που ανέλαβε να συγκυβερνήσει με το ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ. Μέσα σ’αυτά τα επιχειρήματα της εκλογίκευσης, προβάλλουν σαν φωτοβολίδες σκότους εκείνα που αποδίδουν στον «κόσμο» τις αμαρτίες των κεντρικών πολιτικών επιλογών του ΣΥΡΙΖΑ. Με λίγα λόγια, εκείνα που προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν είναι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που συντρίφτηκε, αλλά οι αντιφατικές, παράλογες και δειλές επιλογές του «κόσμου». Κι εδώ αρχίζει η ερμηνεία: ο «κόσμος», λέει το παραμύθι, δεν ψήφισε για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά «για κάποια ανακούφιση», ο «κόσμος» ψήφισε για «την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ», ο «κόσμος» «μπορεί να ψήφισε για κατάργηση των Μνημονίων, αλλά δεν θα στήριζε πραγματικά μια τέτοια επιλογή» και πάει λέγοντας.

Σα να λέμε, το ίδιο χεστήρι στον «κόσμο» που τα προϊόντα και τα παραπροϊόντα του σταλινισμού αρέσκονται να ξερνούν κάθε φορά που αποτυγχάνουν οι πολιτικές τους, το ίδιο κι απαράλλαχτο που απέδιδε στην «αδράνεια του κόσμου» την πικρή αποτυχία της τακτικής του «ώριμου φρούτου» απέναντι στις κυβερνήσεις από το 2010 μέχρι και σήμερα.

Λοιπόν, ακόμη και μέσα σ’αυτά τα επιχειρήματα υπάρχουν κάποια που φαίνονται πιο σοβαρά απ’όσο είναι στην πραγματικότητα. Η λογική τους είναι ότι προβάλλουν στον «κόσμο» την αντιφατικότητα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε τα σημερινά αποτελέσματα αυτής της αντιφατικότητας (η συνέχιση του Μνημονίου δηλαδή) να εμφανίζονται σαν αυτό που πραγματικά ήθελε από την αρχή ο «κόσμος».

Εδώ ο μηχανισμός της εκλογίκευσης μας παρουσιάζει μια ιδιότυπη διαφορική εξίσωση. Ο «κόσμος», λέει η παρουσίαση αυτή, ψήφισε α) υπέρ της κατάργησης του Μνημονίου και β) υπέρ του να γίνει αυτό με «βελούδινους» όρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν επιχείρησε με εντιμότητα να λύσει αυτή τη διαφορική εξίσωση και φυσικά η λύση της δεν είναι τίποτε άλλο απ’αυτό που έχουμε σήμερα στα χέρια μας. Με λίγα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε ακριβώς αυτό που ήθελε ο «κόσμος» και μάλιστα κατέληξε στη σωστή λύση της εξίσωσης με απίστευτη επιδεξιότητα, που εγγυόταν άλλωστε η αυθεντία του κυρίου Βαρουφάκη.

Εκείνο που αποκρύπτεται από την παρουσίαση αυτή είναι ότι η κατασκευή αυτής της (άκυρης κατά τα άλλα, μιας και οι δύο όροι της δεν έχουν κοινό πεδίο ορισμού) διαφορικής εξίσωσης είναι αποκλειστικό δημιούργημα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που προεκλογικά παρουσίασε ο ΣΥΡΙΖΑ στον «κόσμο», μακριά ακόμη κι από τις διακηρύξεις του 2012, ήταν ότι α) η «ανθρωπιστική κρίση» θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί «ανεξάρτητα από την πορεία των διαπραγματεύσεων» και β) ότι η «ελληνική πρόταση» προς τους «εταίρους και τους δανειστές» ήταν «τόσο ΛΟΓΙΚΗ(!!!)» ώστε κανένας δεν θα μπορούσε να την απορρίψει. Με λίγα λόγια, αυτό ΑΚΡΙΒΩΣ που υποσχέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ στον «κόσμο» ήταν ότι ΟΙ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ ΜΕ ΒΕΛΟΥΔΙΝΟ ΤΡΟΠΟ. Στην πολιτική μάχη με τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, θες λόγω συγκυρίας, θες λόγω των πολλών αδυναμιών των υπολοίπων, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ κυριάρχησε κατά κράτος. Στην προεκλογική μάχη, παρά το γεγονός ότι τα επιχειρήματα της Αριστεράς στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σαφέστατα πιο έγκυρα σε σχέση με τα μαρξιστικά textbook, η κυριαρχία της λογικής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πασιφανής. Αυτό που συνέβη λοιπόν, για να μην κοροϊδευόμαστε, ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ζύμωσε στην κοινωνία μια χρεωκοπημένη πρόταση η οποία για διάφορους λόγους τον έφερε στην κυβέρνηση και η οποία συντρίφτηκε ευθύς αμέσως. Εάν θέλει λοιπόν κανείς να μας εξηγήσει ότι η σημερινή χρεωκοπία είναι αποτέλεσμα της διαλεχτικής ΣΥΡΙΖΑ-«κόσμου» ίσως και να μπορούσε να το κάνει (αν και θα έπρεπε να τσαλαπατήσει ολόκληρη τη μαρξιστική παρακαταθήκη για το ρόλο των κομμάτων), αλλά το να χρεώνει τη χρεωκοπία στα «όρια του κόσμου» είναι μέγιστος αμοραλισμός (πολύ περισσότερο όταν συνοδεύεται απ’το, Βενιζελικής έμπνευσης, «πάλι καλά που τελικά σας διασφαλίσαμε χρήματα στο ΑΤΜ»).

Χτυπήσου σύντροφε/ισσα, κλάψε, νιώσε απογοήτευση, βρες μέσα στην καταστροφή αχτίδες ελπίδας, σώπα και πέσε σε περισυλλογή, επέλεξε να μιλήσεις αυστηρά μόνο μέσα στα όργανα, φραξιόνισε, δεν πρόκειται να σε ενοχλήσω, δεν πρόκειται να έρθω να χαρώ πάνω απ’τη λύπη σου (αν και θα πρέπει να περιμένεις κάποιο κούνημα του δάχτυλου, αυτό είναι αλήθεια). Όμως, αν τελικά αποφασίσεις να μιλήσεις, μην τσαλακώνεις κάθε αξία της υπόθεσης που θεωρώ κοινή μας. Αν το κάνεις θα είμαστε απέναντι και πραγματικά δεν θα περιμένω πρώτα «να γίνεις ΠΑΣΟΚ», κατά πώς είπε κι ο νέος ΥΠΑΙΘ…

Μια πολύ, μα πάρα πολύ, κριτική στήριξη.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το πιο ελπιδοφόρο μετωπικό σχήμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς εδώ και 25 χρόνια, συμμετέχει στις ευρω-εκλογές αυτού του Μάη κινητοποιώντας στις γραμμές της έναν πρωτόγνωρο αριθμό αγωνιστών-ριων. Όπως όλα δείχνουν μέχρι στιγμής, το αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι καλό για την Αριστερά, και οι σύντροφοι-ισσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν κάθε λόγο να ελπίζουν ότι και το δικό τους μέτωπο θα τα πάει αντίστοιχα καλά. Σε τούτο το κείμενο θα σου εκθέσω κάποιους από τους λόγους που διατηρώ φόβους ότι θα είναι μια χαμένη ευκαιρία. Όχι δημοσιογραφικά ή έτσι για να κάνουμε αριστερό κουβεντολόι, αλλά σαν άνθρωπος που συνειδητά αποφάσισε να στηρίξει το μέτωπο τόσο στη μάχη των αυτοδιοικητικών εκλογών όσο και των ευρω-εκλογών. Συντροφικά λοιπόν, κι αυτό ταυτόχρονα σημαίνει «αυστηρά».

Οι εκλογές είναι μια πολιτική μάχη (όχι αυτή που θα προτιμούσαμε, αλλά σίγουρα μια μάχη) και έτσι δεν είναι μόνο το ποσοστό που θα καταγραφεί που πρέπει να μας ενδιαφέρει, αλλά κυρίως η πολιτική μας παρέμβαση, αν μιλήσαμε στους εργαζόμενους σε μια περίοδο που έχουν τα αυτιά τους λίγο πιο ανοιχτά, και τι τους είπαμε.

Η κεντρική καμπάνια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ περιστρέφεται γύρω από το σλόγκαν «έξω από τη φυλακή του ευρώ και της ΕΕ», όπως φαίνεται και στην αφίσα, με το «κάτω η κυβέρνηση» να πλασάρεται κάπου δίπλα. Το «κάτω η κυβέρνηση» με βρίσκει απολύτως σύμφωνο, και είναι στα πολύ θετικά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το ότι είναι η μόνη ορατή πολιτική δύναμη που το θέτει έτσι ευθέως σε κάθε περίσταση. Το πρώτο όμως κομμάτι, θεωρώ ότι –το λέω έτσι ωμά- σηματοδοτεί μια μεγάλη ευκαιρία που πάει χαμένη.

Δεν θέλω να κάνω τον πονηρό, γι’αυτό ξεκαθαρίζω τη θέση μου από την αρχή. Είμαι από κείνους που πιστεύουν ότι η θέση «έξω από τη φυλακή του ευρώ και της ΕΕ», ακόμη και σαν κομμάτι ενός ευρύτερου αντικαπιταλιστικού προγράμματος, είναι λαθεμένη. Το αίτημα αυτό όχι μόνο δεν είναι μεταβατικό, αλλά είναι και προβληματικό σαν τέτοιο. Για ποιο λόγο το ευρώ είναι φυλακή? Για ποιον? Με ποιον θα φύγουμε από τη φυλακή αυτή? Όλα αυτά είναι ζητήματα που αν δεν διευκρινίζονται, απλά μας προσθέτουν σε κείνο το αντιδραστικό αντιευρωπαϊκό συρφετό που θεωρεί ότι όπως και να’χει «οι ευρωπαίοι θέλουν το κακό ΜΑΣ», ότι όπως και να’χει «είναι καλύτερο η χώρα ΜΑΣ να στέκεται στα δικά της πόδια(?)». Φιλότιμη η προσπάθεια του ακριβού μου συντρόφου Τάσου Αναστασιάδη σε κεντρική προεκλογική συγκέντρωση να πει ότι «το ‘έξω από τη φυλακή της ΕΕ’ δεν σημαίνει να δραπετεύσουμε εμείς απ’αυτήν και να αφήσουμε τους άλλους μέσα. Σημαίνει να γκρεμίσουμε αυτή τη φυλακή». Μακάρι να ήταν έτσι, όμως είναι ακριβώς το αντίθετο. Μια σειρά στελεχών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τραβάνε αυτή τη γραμμή τόσο δεξιά ώστε να φτάνουν να ισχυρίζονται ότι η έξοδος της ελληνικής εθνικής οικονομίας από το ευρώ και την ΕΕ είναι ένα προοδευτικό βήμα από μόνο του. Φλερτάρουν ακόμη και με την ιδέα ότι ο «αντιευρωπαϊσμός» είναι προοδευτικός γενικά, ακόμη κι ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις των φορέων του, με επικίνδυνες ακροβασίες για τις εκτιμήσεις για άλλες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Το ιμπεριαλιστικό κτήνος της ΕΕ πρέπει να ηττηθεί σαν τέτοιο και όχι σαν μια «φυλακή των λαών» (με όλη τη θολούρα που περιέχει αυτή η έκφραση). Πρέπει να ηττηθεί από το εργατικό κίνημα των ευρωπαϊκών χωρών (όχι το «ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα», δεν υπάρχει ακόμη τέτοιο πράγμα, όπως δεν υπάρχει ακόμη «ευρωπαϊκός καπιταλισμός»), να διαλυθεί μέσα από αντικαπιταλιστικές ανατροπές, κι αν αυτό σε κάποια φάση περάσει κι από την αποχώρηση κάποιας εξεγερμένης χώρας από την ΕΕ, καλώς να έρθει, σαν αίτημα όμως είναι πέρα για πέρα αποπροσανατολιστικό. Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα αναδεικνύει το ζήτημα της εξουσίας, όμως το «έξω απ’την ΕΕ» θολώνει το «ποιος και για ποιον» και οδηγεί απ’ευθείας στην αγκαλιά των δραχμολάγνων και των οπαδών της «εθνικής ανάπτυξης». Όλα αυτά μπορεί να ήταν σχολαστικά για την Αριστερά άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όμως μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς, που σε μεγάλο βαθμό δεν πήγε ποτέ πολύ παραπέρα από το «εθνική ανεξαρτησία –λαϊκή κυριαρχία», είναι απαραίτητο να τα λέμε και να τα ξαναλέμε.

Με τούτο το κείμενο όμως δεν επιδιώκω να σε πείσω για τη θέση μου στο ζήτημα της ΕΕ (έχω υποσχεθεί ένα κανονικό κείμενο γι’αυτό κι ακόμα να το γράψω), αλλά να δείξω ότι η επιλογή αυτής της συγκεκριμένης καμπάνιας είναι επιλογή που συσκοτίζει τις διαφορές της επαναστατικής Αριστεράς με το ρεφορμισμό και του παραχωρεί γενναιόδωρα την άνεση μιας ακόμη εκλογικής λεηλασίας.

Μετά από τέσσερα χρόνια σκληρών εργατικών και κοινωνικών αγώνων, με εξάρσεις που συγκλόνισαν την Ευρώπη ολόκληρη, το ζήτημα της έλλειψης αριστερής πολιτικής προοπτικής είναι πιο φανερό από ποτέ. Μέσα σ’αυτό το κενό είναι που αναδύεται σαν «ρεαλιστική» η όποια πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ (για να είμαι ειλικρινής δεν έχω καταλάβει ακριβώς ποια είναι αυτή, όπως κανείς δεν έχει καταλάβει. Το σίγουρο είναι ότι έχει να κάνει με τι διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας), ή ακόμη και το ξαναζεσταμένο πιάτο της «Λαϊκής Εξουσίας» που σερβίρει το ΚΚΕ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε στο παρελθόν κάνει τολμηρά βήματα προς τη διαμόρφωση εκείνου του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος που έθετε το ζήτημα της εξουσίας από την μεριά των εργαζομένων, όμως σήμερα αυτό το πρόγραμμα περνάει σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην υποτιθέμενη «βασική αντίθεση», που είναι το «έξω από τη φυλακή του ευρώ και της ΕΕ». Όταν πριν λίγο μίλησα για χαμένη ευκαιρία, εννοούσα ακριβώς αυτό.

Η πεποίθηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ότι αυτή είναι πράγματι η βασική αντίθεση σήμερα, είναι τέτοια που οδηγεί σε αναθεωρήσεις σοβαρού τύπου καθώς ολόκληρη η καπιταλιστική κρίση μεταφράζεται και ξαναπαρουσιάζεται σαν μια σειρά συνεπειών της ύπαρξης της ΕΕ. Με τον ίδιο τρόπο ξαναδιαβάζονται και οι διαφορές των επαναστατών με τα υπόλοιπα κομμάτια της Αριστεράς οδηγώντας τους αγωνιστές-ριες του μετώπου στην πλήρη σύγχυση. Ας το δούμε ξεχωριστά για το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ, και μετά και για τους δυο μαζί.

Η κύρια κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν θα μπορέσει να δώσει την ανακούφιση που υπόσχεται στα λαϊκά στρώματα γιατί «δεν θέλει να συγκρουστεί με την ΕΕ». Πρόκειται όχι μόνο για ασθενικό επιχείρημα, αλλά και αποπροσανατολιστικό σε σχέση με τις πραγματικές διαφορές μας με το κόμμα αυτό. Το πρόβλημα με το ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι βλέπει το κίνημα σα δεξαμενή ψηφοφόρων, σαν επιχείρημα και στήριγμα στη διαπραγμάτευσή του με το Κεφάλαιο. Το πρόβλημα με το ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι μιλάει στο όνομα της «εθνικής οικονομίας» (το γεγονός ότι εκεί μέσα κάνουν ό,τι θέλουν Σταθάκης-Δραγασάκης δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας «ατολμίας» των αριστερών, όπως φαντάζονται μερικοί, αλλά φυσικό γέννημα της λογικής της «εθνικής ανάπτυξης»). Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και σήμερα σπέρνει αυταπάτες ότι μπορεί με τους κατάλληλους χειρισμούς να είναι ευχαριστημένοι «αφεντικά και δούλοι». Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι το σχέδιό του μιλάει για «διαγραφή μέρους του χρέους», για αποληρωμή του με ρήτρες ανάπτυξης, νομιμοποιώντας ουσιαστικά όχι απλά το χρέος αλλά και το μηχανισμό παραγωγής του. Είναι αστείο να λέμε ότι «το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν θα συγκρουστεί με τους θεσμούς της ΕΕ». Συμπάθα με σύντροφε, αλλά με ποιους άλλους θεσμούς φαντάζεσαι ότι θα μπορέσει ή θέλει να συγκρουστεί ο ΣΥΡΙΖΑ? Το πρόβλημα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τόσο θεσμολάγνος όσο και ο πρόδρομός του, ο ΣΥΝ, άρα δεν είναι ότι δεν θέλει να συγκρουστεί με τους θεσμούς της ΕΕ, αλλά με κανένα θεσμό γενικά γιατί «οι θεσμοί» στην πολιτική του αντίληψη είναι αυτό που μοιράζονται από κοινού αφεντικά και δούλοι. Αυτή η κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι θεωρητική, δεν είναι βγαλμένη από το εγχειρίδιο «πώς να κατηγορεί ο επαναστάτης το ρεφορμιστή». Δυο χρόνια τώρα, από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε στον κυβερνητικό προθάλαμο, είχαμε πολλές ευκαιρίες δυστυχώς να τα αναδείξουμε μέσα από καθημερινά και χειροπιαστά παραδείγματα. Έτσι, είναι το λιγότερο άδικο να μειώνεται όλη αυτή η κριτική στο «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ευρωλάγνος»

Από την άλλη, η κριτική στο ΚΚΕ μπάζει ακόμη περισσότερο. Σύμφωνα με το επιχείρημα που είχε λανσάρει ο σύντροφος Ρούσης από τις προηγούμενες εκλογές, η διαφορά μας με το ΚΚΕ είναι ότι «το ΚΚΕ λέει να βγούμε από την ΕΕ, αλλά μόνο με ‘Λαϊκή Εξουσία’, δηλαδή το μετατοπίζει πολύ μακριά στο μέλλον, ενώ εμείς λέμε ότι μπορούμε και τώρα». Για να πω την αμαρτία μου, αν ήταν αυτή η διαφορά μας με το ΚΚΕ, θα υποστήριζα το ΚΚΕ. Αν είναι να φύγει η χώρα από την ΕΕ, αυτό πρέπει να γίνει με τους δικούς μας όρους, τους όρους του εργατικού κινήματος. Είναι όμως η «Λαϊκή Εξουσία» οι δικοί μας όροι? Εκεί είναι μια βασικότατη διαφορά μας με το κόμμα αυτό. Η «Λαϊκή Εξουσία» που προτείνει το ΚΚΕ είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση εθνικής οικονομίας στα πλαίσια του αστικού κράτους. Ένας ιδιαίτερος τύπος οικονομίας όπου, με τη μεσολάβηση κάποιας κυβέρνησης με πυρήνα το ΚΚΕ (ο κυβερνητισμός είναι στο πολιτικό DNA του ΚΚΕ όπως ακριβώς και του ΣΥΡΙΖΑ, δεν χωράνε αυταπάτες γι’αυτό), κουμάντο θα κάνουν οι εργάτες, οι αγρότες, οι επαγγελματοβιοτέχνες (ο «λαός» ας πούμε) παρέα με κάποια υποτιθέμενα προοδευτικά κομμάτια της αστικής τάξης. Το ΚΚΕ, παρά τον φραστικό αντικαπιταλισμό του («τριτοπεριοδικό» λένε κάποιοι), δεν έχει μετακινηθεί από την άθλια ιδέα του «Λαϊκού Μετώπου». Η κατασυκοφάντηση του Δεκέμβρη ‘08, η αγωνία μην χάσουν τα παιδιά τις εξετάσεις το Μάη ‘ 13, η κακήν-κακώς αναδίπλωση της Αλέκας την άνοιξη του ’11 ότι «αν βγούμε τώρα απ’το ευρώ θα είναι καταστροφή», και η παράλυση του κόμματος το Νοέμβρη του ’11 μπροστά στην πρόταση του ΓΑΠ για δημοψήφισμα, όλα αυτά δεν ήταν απλά «συντηρητισμός», όπως αφελώς λέγεται συνήθως, αλλά η αγωνία να μην χαλάσει το σχέδιο του πολυπόθητου «Λαϊκού Μετώπου», να μην ταρακουνηθεί η οικοδόμηση των «συμμαχιών με τα λαϊκά στρώματα». Αυτός είναι και ο λόγος που το ΚΚΕ όχι μόνο συκοφαντεί την τακτική της Γενικής Απεργίας, αλλά δεν κάνει ούτε το παραμικρό βήμα για τη γενίκευση απεργιακών αγώνων εμβληματικών για το ίδιο (πχ Χαλυβουργία), μιας και αναγκαστικά ο γενικευμένος αγώνας των εργαζομένων παίρνει χαρακτηριστικά «τάξης ενάντια σε τάξη» και δεν αφήνει περιθώρια για «λαϊκά μέτωπα». Διαφέρουμε απ’το ΚΚΕ, γιατί το κόμμα αυτό δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στη δυναμική του εργατικού κινήματος, είναι δέσμιο μιας αντίληψης καρικατούρα του «τι να κάνουμε», όπου η επιτυχία ενός κινήματος συναρτάται άμεσα από το εάν υιοθετεί το πλαίσιο του κόμματος από την αρχή. Το κόμμα αυτό όχι μόνο δεν επιχειρεί κάποια ουσιαστική κριτική αποτίμηση της ήττας της Επανάστασης στη Ρωσία, αλλά αντίθετα δυσφημεί στα μάτια των εργαζομένων και της ριζοσπαστικής νεολαίας το μοντέλο της Εργατικής Δημοκρατίας. Η εικόνα ότι το ΚΚΕ είναι απλά ένα «μοναχικό κόμμα που μεταθέτει τη λύση των προβλημάτων στη Δευτέρα Παρουσία» μάλλον το κολακεύει. Είναι ένα σταλινικό κόμμα, με τη γραφειοκρατία του, με την έχθρα του στα κινήματα που δεν ελέγχει, με τον πατριωτισμό του και με τα λαϊκά του μέτωπα.

Τόσο λοιπόν για το ΣΥΡΙΖΑ όσο και για το ΚΚΕ, η κριτική που βασίζεται στη θέση τους για την ΕΕ είναι μια κριτική που βάζει το κάρο μπροστά από τ’άλογο. Δεν είναι η θέση τους για την ΕΕ που τα παραλύει, αλλά αντίθετα είναι όλα τα παραπάνω που δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν κατάληξη αυτή τη θέση που έχουν για το ζήτημα της ΕΕ.
Όπως έγραψα και παραπάνω, η κριτική στο ρεφορμισμό που επικεντρώνει στο ζήτημα της ΕΕ είναι κριτική πολύ γενναιόδωρη και νομίζω ότι σου έδωσα μια ιδέα.

Μερικές επισημάνσεις τώρα, που είναι απαραίτητες:

Α) Ξέρω ότι έχεις εδώ και ώρα εξεγερθεί. Μέσα σου ξέρεις ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι μιας και αυτό για το οποίο παλεύεις τόσον καιρό είναι το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο οποίο εντάσσεται και το αίτημα της εξόδου από ευρώ-ΕΕ, και άρα η κριτική μου είναι άκυρη. Έγραψα και παραπάνω ότι δεν θεωρώ το αίτημα για έξοδο, αντικαπιταλιστικό αίτημα, και αυτό δεν αλλάζει ούτε με την προσκόλλησή του στο μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Τα μεταβατικά αιτήματα έχουν τη δική τους λογική, είναι μη ενσωματώσιμα, θέτουν απ’ευθείας το ζήτημα του ποιος έχει την εξουσία και την ιδιοκτησία στην κοινωνία, και μ’αυτήν την έννοια όπως θα λέγαμε κάποτε «γεφυρώνουν το χάσμα ανάμεσα στο μίνιμουμ και το μάξιμουμ». Το μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτό που κωδικοποιείται στον όρο «Αντικαπιταλιστική Ανατροπή» έχει σε μεγάλο βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά. Όλα αυτά είναι γραμμένα στο πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά επίτρεψέ μου, ακόμη και το καλύτερο πρόγραμμα δεν έχει την παραμικρή τύχη εάν δεν κωδικοποιείται στα σωστά συνθήματα, αυτά τα με τα οποία γίνεται η μαζική πολιτική.

Β) Ένα άλλο επιχείρημα που πολλοί σύντροφοι προβάλλουν είναι ότι η επιμονή μας στην αποχώρηση από ευρώ-ΕΕ είναι αντικαπιταλιστικό αίτημα, γιατί έτσι μπορεί η εργατική τάξη της Ελλάδας να γίνει παράδειγμα για το υπόλοιπο κίνημα στην Ευρώπη. Μ’αυτή την έννοια, η αποχώρηση μιας χώρας πρότυπο επίθεσης, θα μπορούσε να σημάνει την αρχή της διάλυσης του ιμπεριαλιστικού τέρατος της ΕΕ. Μπορεί, κανένας δεν το ξέρει αυτό. Όμως έχουμε κάποια πράγματα στα χέρια μας κι αυτά είναι ότι στα χρόνια που πέρασαν η εργατική τάξη της Ελλάδας πράγματι έγινε παράδειγμα: ήταν ο αγώνας μας ενάντια στη λιτότητα, τις απολύσεις και τα κλεισίματα, ο αγώνας υπέρ των δημοκρατικών δικαιωμάτων μας που έστρεψε τα μάτια της πλέμπας της Ευρώπης πάνω μας και όχι το αυξανόμενο ποσοστό «ευρωσκεπτικισμού» (τι όρος κι αυτός!). Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι αν θα υπάρξει διάθεση για αποχώρηση, αλλά αν θα υπάρξει εργατικό κίνημα που θα παλέψει ενάντια στις πολιτικές της ΕΕ, εκεί είναι που θα κριθεί το κατά πόσον θα μπορούσε να υπάρξει συντονισμένη πανευρωπαϊκή αντεπίθεση των εργαζομένων, εκεί θα κριθεί και η λύση που θα προκρίνει το κίνημα αυτό. Ξαναγυρνώντας στα «δικά μας», εάν η εργατική τάξη της Ελλάδας μπει στο δρόμο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής τότε το ζήτημα της ρήξης της με την ΕΕ μπαίνει σε άλλη βάση (δεν σχολιάζω καν το τι δρόμους θα ανοίξει μια τέτοια κίνηση για το εργατικό κίνημα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών), εάν όμως η ανατροπή δεν προχωρήσει, τότε το αίτημα για «έξοδο από ευρώ-ΕΕ» μένει ως μια φιλική συμβουλή στο ντόπιο Κεφάλαιο, τέτοια που καθόλου δεν ενοχλεί την ιμπεριαλιστική ΕΕ.

Γ) Τέλος, κάποιοι σύντροφοι ισχυρίζονται ότι αφού έχουμε ευρω-εκλογές. Τότε το θέμα της καμπάνιας πρέπει να σχετίζεται με την ΕΕ. Κατ’αρχάς θυμίζω ότι το σύνθημα αυτό, έτσι ξεκομμένο έχει από πέρυσι που αποτελεί κεντρικό θέμα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (δες τις αφίσες) κι έτσι δεν τίθεται ζήτημα ευρω-εκλογών. Από κει και πέρα όμως είναι μια εντελώς λαθεμένη αντίληψη αυτή που λέει ότι στις ευρω-εκλογές ο κόσμος θα ψηφίσει με βάση τις απόψεις των κομμάτων για την ΕΕ. Ο κόσμος, όπως πάντα, θα ψηφίσει για τη δουλειά, την υγεία, την παιδεία, τις συνθήκες της ζωής του. Εάν θέλουμε να είμαστε αποτελεσματικοί στην καμπάνια μας κατά της ιμπεριαλιστικής ΕΕ, από κει πρέπει να ξεκινήσουμε. Ο αγώνας για το ψωμί θα γίνει αντικαπιταλιστικός (και άρα και αντι-ΕΕ) αγώνας και όχι αντίστροφα. Οι γάλλοι σύντροφοι, όταν πετύχαιναν το μεγάλο «όχι» στο δημοψήφισμα για την ευρω-συνθήκη, το έκαναν μιλώντας ενάντια στη λιτότητα και το Σιράκ κυρίως, συνδέοντας την ΕΕ με τις άμεσες επιπτώσεις στη ζωή των γάλλων εργαζομένων. Αυτόν τον κίνδυνο έβλεπε η Μαριέττα Γιαννάκου το ’11 στην πρόταση του Παπανδρέου για δημοψήφισμα, ότι οι έλληνες εργαζόμενοι θα απορρίψουν το ευρώ και την ΕΕ εξ’αιτίας της λιτότητας και του μνημονίου, και είχε δίκιο. Η μάχη κατά της ΕΕ, όπως και η μάχη ενάντια στον καπιταλισμό δεν μπορεί να είναι μάχη ιδεολογική. Ή θα χτιστεί από κάτω προς τα πάνω, ή θα μείνει για πάντα «το ιδιαίτερο έμβλημα που μας ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους». Ο ΣΥΡΙΖΑ κατεβαίνει στις ευρω-εκλογές υποσχόμενος κυβερνητική ανατροπή και ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων. Ή θα σηκώσουμε το γάντι ή οι συναγωνιστές μας θα μας πουν «καλά τα λέτε μωρέ για την ΕΕ, αλλά εγώ θέλω να φάω ψωμί». Η μάχη ενάντια στο ρεφορμισμό είναι πρωτίστως μάχη ενάντια στο Ρεαλισμό…

Στην αρχή του κειμένου μίλησα για «λόγους», και σε έχω πιάσει από τα μούτρα με έναν μόνο «λόγο». Οφείλω λοιπόν να σου μιλήσω και για κάποια πράγματα ακόμα. Έγραψα από την αρχή ότι παρά το γεγονός ότι δεν ανήκω οργανωτικά στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά τις πάρα πολλές διαφωνίες μου με το μέτωπο αυτό, αποφάσισα να βάλω πλάτη και σ’αυτή την εκλογική μάχη. Είναι τραγικό λοιπόν για μένα, και φαντάζομαι και για πολλούς σαν εμένα, να βλέπω ότι τα οργανωμένα μέλη του μετώπου, μέσα από τις οργανώσεις τους έχουν παραδοθεί σε έναν πόλεμο φατριών άνευ προηγουμένου. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, αλλά αν είναι κάτι που δείχνει τη δυναμική που θα μπορούσε να έχει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτό είναι τα τόσο υψηλά ποσοστά των αντικαπιταλιστικών τοπικών σχημάτων ΠΑΡΑ το γεγονός του ανοιχτού πολέμου στο εσωτερικό της. Ξέρω ότι όλο αυτό μπορεί να κρυφτεί πίσω από μια βαρετή επιχειρηματολογία που να δείχνει ότι «φταίνε οι άλλοι», όμως από την απόσταση που μου δίνει η θέση μου μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι όχι σύντροφε, δεν φταίνε «οι άλλοι». Τέλος, δεν θα μπορούσα να αφήσω ασχολίαστο κάτι που με ενοχλεί βαθύτατα. Τις τελευταίες μέρες, ειδικά μετά τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών, άρχισε ξανά να ξεδιπλώνεται αυτή η άθλια επιχειρηματολογία του «λίγες ψήφους θέλουμε ακόμη και μπήκαμε στην Ευρωβουλή». Το κόλπο παίχτηκε μια φορά το ’12, και όχι μόνο δεν λειτούργησε αλλά απογοήτευσε και πολύ κόσμο που το θεώρησε σαν εξαπάτηση. Υπάρχουν χίλιοι λόγοι για να στηρίξει κανείς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ας μείνουμε σ’αυτούς. Το 2,3% των τοπικών εκλογών το πήραν τα τοπικά σχήματα με τη στήριξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όχι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μακάρι το ποσοστό της στις ευρω-εκλογές να ανέβει ακόμη περισσότερο, αλλά δεν απαντάς στην εκλογική πίεση του ρεφορμισμού καταφεύγοντας στα παιχνιδάκια του κοινοβουλευτικού κρετινισμού.

Μετά απ’όλα αυτά, νομίζω είναι προφανές ότι ο λόγος που στηρίζω ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι ότι επιδοκιμάζω τις τακτικές επιλογές της. Στηρίζω ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί στηρίζω τους συντρόφους και τις συντρόφισσές μου. Στηρίζω ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί στάθηκε μπροστά σε κάθε αγώνα και ενάντια σε κάθε απαγόρευση. Στηρίζω ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί είναι η μεγάλη ελπίδα για μια πανελλαδική ορατή επαναστατική κομμουνιστική οργάνωση. Στηρίζω ΑΝΤΑΡΣΥΑ γι’αυτό που θα μπορούσε να είναι και όχι απαραίτητα γι’αυτό που είναι.

Στο κάτω-κάτω, στηρίζω ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί μ’αυτήν κατεβαίνει ο Γιάννης ο Φελέκης, τον οποίο θα σταυρώσω με πάθος, χωρίς να υποτιμώ τις υπόλοιπες υποψηφιότητες (πλην μιας…). Αν το καλοσκεφτείς, όλοι όσοι θέλουμε τη διάλυση της ιμπεριαλιστικής ΕΕ θα είχαμε κάνει ένα τεράστιο βήμα με το Γιάννη στη θέση του ευρωβουλευτή. Μιλάμε για πραγματικό σαμποτάζ…

ΥΓ1: Ένα άλλο ψηφοδέλτιο που θα ήθελα να τα πάει καλά είναι εκείνο του ΕΕΚ. Ακόμη περισσότερο, θα ήθελα οι σύντροφοι-ισσες του ΕΕΚ να συμμετείχαν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά τα όσα (σωστά κατά τη γνώμη μου) καταμαρτυρούν για τις σχετικές διεργασίες.

ΥΓ2: Έφτιαξα κι αυτή τη ζωγραφιά. Λιγότερη οργή για την κοπελίτσα μου αυτή τη φορά, περισσότερη όμως αποφασιστικότητα. Καλή δύναμη!

Phil Evans

Ζούμε τις μέρες που ακόμη και οι natural-born υπονομευτές, οι γελοιογράφοι, ξεπουλιούνται με άνεση στα αφεντικά. Ζούμε τις μέρες που ακόμη και το γέλιο έπαψε πια να είναι αθώο. Ε, αυτές τις μέρες διάλεξε ο Phil Evans να μας αφήσει (στα 68 του), προσθέτοντας τον εαυτό του στη μακρά λίστα άξιων ανθρώπων που την έκαναν τώρα ακριβώς που τους χρειαζόμαστε περισσότερο.

Ως σκιτσογράφος ενταγμένος στην Επαναστατική Αριστερά ο Evans, υπηρέτησε για πολλά χρόνια την εφημερίδα Socialist Worker στη Μ. Βρετανία. Εμείς εδώ, τον γνωρίσαμε μέσα από τις μπροσούρες της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση (όπου μπήκαν κάποια από τα σκίτσα που είχε κάνει για το «Marx’s Capital illustrated») και φυσικά από το «Ο Τρότσκι για αρχάριους» (Εκδ. «Επιλογή»), που έφτιαξε πάνω σε κείμενα του Tariq Ali.

Τον Evans δεν τον αγαπούμε μόνο για τα ζωντανά σκίτσα του. Τον αγαπούμε για την κριτική του σκέψη, τη διαπεραστική ειρωνεία του, για το ότι σατίριζε με το ίδιο χιούμορ ακόμη κι εμάς, το δικό του στρατόπεδο, πιστός στο «ανελέητη κριτική των πάντων» που βρίσκεται στη βάση της σκέψης κάθε πραγματικού επαναστάτη μαρξιστή.

Ρηφλέξιον

Υπάρχει μια αστεία παραθεωρία ( το «παρά-» ομολογώ πως το πήρα απ’τον Μπάμπη) που διαχέεται απ’τους απολογητές της καπιταλιστικής επιθετικότητας. Αυτή που θέλει την κρίση να είναι –εκτός των άλλων- και ευκαιρία. «Δείτε την κρίση σαν ευκαιρία», επαναλαμβάνουν με χίλιους τρόπους, «ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι, να ξαναξεκινήσουμε από υγιείς βάσεις» και διάφορες τέτοιες αστειότητες. Πρόκειται για τον άλλο πυλώνα της προπαγάνδας, το αδελφάκι της αντίληψης ότι η κρίση είναι η τιμωρία μας για την «ασυδοσία όλων αυτών των χρόνων». Στην πραγματικότητα, αυτό που εννοούν είναι «αυτό που έφταιξε είναι ότι σας είχαμε πολύ λάσκα (ασυδοσία) και τώρα θα σας αλλάξουμε τα φώτα (ευκαιρία)». Αν το καλοσκεφτείς είναι μια πολύ όμορφα στημένη προπαγανδιστική γραμμή: φορτώνει τον αντίπαλο με ενοχές, τον πείθει ότι έχει ανάγκη συμμόρφωσης, και τελικά του κλείνει και το μάτι ότι όλο και κάτι μπορεί να βγάλει απ’όλο αυτό. Τα αφεντικά δεν είναι χαζά, δεν κυβερνούν μόνο με την αστυνομία, αλλά και με τη συναίνεση των από κάτω.

Έχω τόσο αρνητική στάση απέναντι σ’αυτές τις θεωρίες, που παρακολουθώ με μεγάλο προβληματισμό και πολλές φορές με εκνευρισμό, την εισβολή τους στο λόγο των δικών μας ανθρώπων. Όλα με κάποιο τρόπο φαίνονται να επαναλαμβάνουν την υπόσχεση ότι από την κρίση θα βγούμε καλύτεροι «επειδή έτσι»: Η Αριστερά θα κάνει εκείνα τα ξεκαθαρίσματα που θα της επιτρέψουν να παίξει τον ιστορικό της ρόλο, οι «αξίες» θα ξαναγεννηθούν, οι άνθρωποι θα μάθουν την αλληλεγγύη, οι σχέσεις μας θα γίνουν πιο ανθρώπινες, ακόμη και οι ερωτικές μας, που επιτέλους θα γίνουν «αληθινές».

Ό,τι υπάρχει, από την πιο περίπλοκη κατάσταση μέχρι το πιο απλό φαινόμενο, διέπεται από αντιφάσεις, αυτό δεν είναι κάτι που το ακούς για πρώτη φορά. Είναι σαφές ότι ακόμη και η μεγαλύτερη καταστροφή φέρει στοιχεία δημιουργίας. Δεν μιλάμε όμως γι’αυτό, αλλά για κείνη την ειδική υπόσχεση/παρηγοριά που τελικά ενισχύει τον κυρίαρχο λόγο.

Τελικά, σύμφωνα με όλες αυτές τις θεωρίες, φαίνεται ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν κάναΜΕ τίποτα σωστά. Δεν βλέπαΜΕ τις σωστές ταινίες, δεν συμμετείχαΜΕ στα σωστά κινήματα, δεν κάναΜΕ αληθινό έρωτα. Τώρα όλα αυτά αλλάζουν, γιατί  προχθές που πήγες στο σούπερ-μάρκετ, κάποιος πλήρωσε τα ψώνια του άλλου, γιατί στην τάδε γειτονιά υπάρχει ένα κοινωνικό ιατρείο, γιατί είδες δυο πιτσιρικάδες να βολτάρουν χέρι-χέρι αντί να πάνε σ’ένα κλάμπ, όπου –σύμφωνα με το κλισέ- «οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν». Έχε στο μυαλό σου ότι δεν πρόκειται για αντικειμενικές παρατηρήσεις, αλλά για προσωπικές εικόνες (και πολλές φορές οικειοποιημένες από εξιστορήσεις άλλων) που δεν ανιχνεύουν την πραγματικότητα, αλλά απλά επιβεβαιώνουν το σχήμα που από τα πριν έχουμε δεχθεί. Ακόμη, δεν καταλαβαίνω το θράσος της γενίκευσης σε σχέση με τα πριν: Αν τα κινήματά μας ήταν ψεύτικα, αν οι οργανώσεις μας ήταν σκάρτες, οι ταινίες μας φτηνές, οι διασκεδάσεις μας ΚΛΙΚάτες, οι έρωτές μας ανούσιοι, τότε σόρρυ φίλε, αλλά είχε δίκιο ο Πάγκαλος. Ευτυχώς όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, σε κάθε κοινωνία υπάρχουν εκείνες οι αντιλήψεις που υπηρετούν τη συνέχειά της, εκείνες που είναι αδιάφορες ή συγχυσμένες, κι εκείνες που την αμφισβητούν. Τίποτα απ’αυτά τα τρία δεν έλλειψε τις προηγούμενες δεκαετίες σε κανένα τομέα, και όποιος το αμφισβητεί γιατί έτσι βολεύει τη θεωρία του, κάνει μεγάλο λάθος που θα το βρει μπροστά του.

Άκου και κάτι τελευταίο. Ήμουν πάντα αντίθετος σε κείνες τις φωνές μέσα στο κίνημα που έβλεπαν την εξαθλίωση σαν εφαλτήριο εξέγερσης, τον πόλεμο σαν μήτρα αντιπολεμικών κινημάτων, την εξάπλωση των φασιστών σαν ευκαιρία για ανάπτυξη του αντιφασισμού, τη διάλυση της Αριστεράς σαν στιγμή για την ανάδειξη της «πραγματικής» Αριστεράς. Η κρίση είναι άσχημο πράγμα, δεν είναι αυτό «που αν δεν σε σκοτώσει, θα σε κάνει πιο δυνατό», είναι αυτό που σκοτώνει εσένα, τον διπλανό, τους δικούς σου. Η κρίση είναι καταστροφή, είναι ήττα, μαυρίλα. Αν περιμένεις ο κήπος της μαυρίλας να βγάλει τα λουλούδια των «αξιών που θα ξαναγεννηθούν», ποντάρεις λάθος γιατί η ήττα απογοητεύει και απελπίζει. Κι ο απελπισμένος δεν γοητεύεται απ’τις «μεγάλες αξίες», ούτε καν τις ακούει. Μην ποντάρεις λοιπόν στην ήττα, τίποτα καλό δεν θα βγεί απ’αυτήν έτσι από μόνο του. Υπάρχει όμως τρόπος: Θες να μιλήσουμε για τις δικές μας αξίες, έτσι ξεκάθαρα? Θες να μιλήσουμε για σκληρή δουλειά μέσα στον κόσμο? Θες να μιλήσουμε για νίκη?

Previous Older Entries