Πρέσπες

Σ’αυτά τα νερά ήταν που κάποτε αγόρια και κορίτσια τα έβαλαν με τον ιμπεριαλισμό. Σ’αυτά τα νερά ονειρεύτηκαν έναν διαφορετικό κόσμο αλληλεγγύης και ισότητας, τον κομμουνισμό, και υπέγραψαν το όνειρό τους με το όπλο στο χέρι.

DSE TAXEIA

Δεν τους αρκεί των αφεντικών να νικούν. Δεν είναι ολοκληρωμένη η νίκη τους αν δεν ξεφτιλίσουν τον τσακισμένο σκλάβο. Παίρνουν τα όνειρά μας και τους κρεμούν φριχτά κουδούνια, τα παραμορφώνουν και μας τα πουλάνε ξανά και ξανά, ένα σάπιο εμπόρευμα ελπίδας σ’ανθρώπους σε αθλιότητα.

Να είσαι το μαντρόσκυλο του ιμπεριαλισμού σε μια ολόκληρη περιοχή κι αυτό να το πουλάς σα διεθνισμό, χειροκροτώντας σαν ηλίθιος την ώρα που τραγουδάς το Happy Birthday στον κύριο Matthew Nimetz.

Καισαριανή πρώτα, Μπελογιάννης, και τώρα Πρέσπες. Έτσι το βλέπω εγώ.

(Η φωτογραφία είναι του Απόστολου Μουσούρη, φωτογράφου του ΔΣΕ, από το λεύκωμα που κυκλοφόρησε πρόσφατα η ΣΕ στα πλαίσια των εορτασμών για τα 100 χρόνια ιστορίας του ΚΚΕ)

 

Advertisements

Πραξικόπημα της πλάκας, αλλά όχι για γέλια

Το χθεσινό κάλεσμα της ΧΑ σε πραξικόπημα εξελίχθηκε -όσον αφορά στο πρακτικό αποτέλεσμά του- σε φάρσα. Μερικές δεκάδες ακροδεξιών και παραθρησκευτικών έξω από τη Βουλή σε ένα σόου-ανθολογία του «τρισχιλιετούς ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», σε αγωνιστική ετοιμότητα για την κατάληψη της εξουσίας, ενώ μέσα στη Βουλή ο αρχηγός της ΧΑ διέγραφε τον εισηγητή του πραξικοπήματος την ίδια στιγμή που εκείνος ανακαλούσε και δήλωνε ότι είπε και μια κουβέντα παραπάνω, λόγω παυλομελάδικου οίστρου προφανώς.

Όσο κι αν όλα αυτά έχουν σαφώς μια γελοία πλευρά, όσο κι αν η ακροδεξιά δεν θα μπορέσει ποτέ να απαλλαγεί από τα γονίδια-Τεχέρο της, όσο κι αν κάθε πρόκλησή της ακολουθείται από κλαψουρίσματα, μετάνοιες, δηλώσεις σε στυλ «εγώ πήγαινα τη γιαγιά να ανάψει ένα κεράκι στην αγιαμαρίνα και ούτε που κατάλαβα πώς βρέθηκα ξαφνικά να ξυλοφορτώνω τον τάδε», δεν μπορώ να καταλάβω την υπερ-cool στάση των αριστερών μας απέναντι σε όλα αυτά. Αν κανείς δεν έχει πάρει σε έξτρα δόση αναβράζον σκεύασμα του παυσίπονου «η Δημοκρατία μας είναι θωρακισμένη», δεν μπορώ να καταλάβω πώς στο διάολο αντιμετωπίζει όλα αυτά σαν ένα επεισόδιο μιας τηλεοπτικής σειράς. Ακόμη περισσότερο, μου είναι αδιανόητο να ευθυγραμμιστώ με την πλακίτσα των συριζαίων, τη στιγμή που οι ναζιστικές συμμορίες -ακόμη και μέσα από απανωτά φιάσκο- φαίνεται να προσπαθούν να συσπειρωθούν και να ξαναβγαίνουν στο δρόμο.

Η ΧΑ χθες έπαιξε και έχασε. Η πλακίτσα υπερτονίζει το «έχασε» του πράγματος, κι έτσι εξαφανίζεται το πρώτο σκέλος: ότι «έπαιξε». Αυτό που έγινε χθες -ξαναλέω, όσο κι αν το πρακτικό του αποτέλεσμα ήταν η φάρσα- ήταν μια τολμηρή κίνηση της ΧΑ να βρεθεί στην πρωτοπορία της εθνικιστικής υστερίας. Έχοντας βγει από το περιθώριο, έχοντας φωτογραφηθεί σε χαριτωμένες πόζες φάτσα-κάρτα σε κάθε ένα από τα τελευταία εθνικιστικά συλλαλητήρια «για τη Μακεδονία», επιχείρησε να καπαρώσει ρόλο πρωταγωνιστή. Από τη στιγμή που η ΝΔ έκανε το κοινοβουλευτικό βήμα να καταθέσει πρόταση μομφής (αλλά όχι σήμερα, βρε κουτά. Αύριο, αφού ψηφιστούν τα προαπαιτούμενα! Άλλοι τιτάνες από κει…), η ΧΑ είχε την επιλογή ή να γίνει η θορυβώδης ουρά του Κούλη ή να κλιμακώσει. Με εκατοντάδες χιλιάδες μακεδονομάχους έξω στην πλατεία Συντάγματος, το κάλεσμα για ανατροπή της κυβέρνησης με τον παλιό-καλό χακί τρόπο μπορεί να φάνταζε ένα καλό σχέδιο. Μπορεί να μην είχαν ακόμη τη δυνατότητα να το πραγματοποιήσουν, αλλά όλα τα φώτα θα ήταν πάνω τους. Έτσι, ο βουλευτής είπε αυτά που είχε να πει (γραμμένα σε χαρτί, και όχι «αυθόρμητα»), οι συναγωνιστές του χειροκρότησαν με χαρά, αλλά… έλλειπαν οι εκατοντάδες χιλιάδες, οι δεκάδες χιλιάδες, έλλειπαν ακόμα και οι χιλιάδες και -αλίμονο!- και οι εκατοντάδες.

Αυτό είναι το στοιχείο που μετέτρεψε ένα πολιτικό σχέδιο σε φιάσκο. Εάν στην πλατεία Συντάγματος παιζόταν το «κακός χαμός στις αμμουδιές του Ομήρου ΙΙ», κανείς από κείνους που σήμερα γελούν στις τηλεοράσεις, που εκθειάζουν την αποτελεσματικότητα του «συνταγματικού τόξου», που κάνουν πλακίτσα, δεν θα έβγαζε άχνα. Εάν οι αριθμοί είχαν μαζευτεί, τα κανάλια θα μας έλεγαν «κάλεσαν σε πραξικόπημα για το ποδόσφαιρο», όπως μας έλεγαν τη μέρα που τάγμα εφόδου της ΧΑ έσφαξε τον Παύλο Φύσσα. Το «εάν», θα μου πεις, είναι μεγάλη κουβέντα, και το ότι τελικά το κάλεσμα σε συλλαλητήριο πήγε άπατο έχει τη σημασία του. Φυσικά και την έχει, όμως αυτό ας το σκεφτούν εκείνοι που τροφοδοτούν το κλίμα του εθνικού πανικού (κλίμα ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της ελληνικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας) σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, από τη Δεξιά μέχρι το ΚΚ και ακόμα και κάποιους εξωκοινοβουλευτικούς.

Το κρίσιμο στοιχείο της χθεσινής μέρας, λοιπόν, δεν είναι ότι η ΧΑ απέτυχε (απέτυχε συνολικά; συσπείρωσε μήπως κάποιο κομμάτι εθνικιστών; σταματάει ο ναζισμός επειδή κάποια από τα πραξικοπήματά του αποδεικνύονται «της μπυραρίας»;), αλλά ότι η ΧΑ αισθάνθηκε ότι είχε έρθει η ώρα να κάνει κίνηση. Ακόμα περισσότερο, κανένας δεν φαίνεται να προβληματίζεται από το γεγονός ότι η ΧΑ απέτυχε από μόνη της, ότι εκείνη την ίδια στιγμή (με όρους πολιτικού χρόνου) που κάλεσε σε πραξικόπημα, δεν βρέθηκαν μπροστά της εκείνες οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα την τσάκιζαν μια για πάντα.

Σήμερα μπορεί να επικρατεί διάθεση πλάκας, μπορεί να παρακολουθούμε την εξέλιξη της «άγριας καταδίωξης στο Ξηρόμερο» από τα ΜΜΕ, μπορεί να βλέπουμε τους Καμμένο και Κουβέλη να έχουν ψηλώσει από δυο μέτρα ο καθένας και να καμαρώνουν στον τηλεοπτικό καθρέφτη φορώντας την κοινοβουλευτική λεοντή, αλλά ποιοι πραγματικά θα σταματήσουν τους ναζί;

Ποιοι θα σταματήσουν τους ναζί; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα σήμερα. Κι αν ποντάρεις στη νεράιδα της «θωράκισης της Δημοκρατίας», αυτή είναι πνιγμένη κάπου στη Μεσόγειο, μαζί με τόσους και τόσους πρόσφυγες. Να! Έχω και τη φωτογραφία…

kastelorizo

Χτύπος

Από μαθητής, κάθε φορά που ο δάσκαλος μας μιλούσε για κάποιον από τους μεγάλους πολέμους, είχα στο μυαλό μου καρφωμένη μια απορία. Τι σκεφτόταν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής; τι έκαναν για να σταματήσουν τον πόλεμο; Δυστυχώς, οι απαντήσεις θόλωναν καθώς ο περίγυρος είχε τον τρόπο του να διοχετεύει τη σκέψη μας σε παρελκυστικές εικόνες, του κακόγουστου εθνικιστικού τύπου κυρίως.

Και να που ήρθε η πραγματικότητα για να θέσει, με το δικό της τιτάνιο τρόπο, ξανά το ερώτημα. Τι στο διάολο θα κάνουν οι άνθρωποι μπροστά σε τούτον τον επικείμενο πόλεμο;

Πριν λίγες μέρες πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας ένα εθνικιστικό συλλαλητήριο, απ’αυτά «για τη Μακεδονία». Για την επιτυχία του κινητοποιήθηκαν στο φως της μέρας διάφοροι πολιτιστικοί σύλλογοι (δεν θέλω να αναφερθώ παραπέρα, για όποιον/α ενδιαφέρεται τα καλέσματα υπάρχουν στο internet) καθώς και κάποιες ομάδες ορθόδοξων χριστιανών, και πίσω από το φως διάφοροι εθνικιστές, ναζί και τραμπούκοι, που τόσα χρόνια -ακόμη και στην εποχή της θεαματικής ανόδου των εκλογικών ποσοστών της ΧΑ- δεν είχαν καταφέρει να εμφανιστούν ανοιχτά στην πόλη.

Το συλλαλητήριο αυτό -παρά την προώθηση, την κάλυψη, και τα θριαμβευτικά ρεπορτάζ- υπήρξε μια οικτρή αποτυχία. Μια πλατεία πλημμυρισμένη από υπαλλήλους των σωμάτων ασφαλείας, κάποιες εκατοντάδες περαστικών που στεκόταν για λίγα λεπτά για να καταλάβουν και να φωτογραφίσουν, και στη μέση της πλατείας μια μάζωξη 700 περίπου ανθρώπων, που παρίστανε τη λαοθάλασσα που τους είπαν ότι θα είναι αλλά δεν ήταν…

Δυστυχώς, αυτό το εθνικιστικό φιάσκο κατάφερε να προκαλέσει μια θλιβερή καινοτομία. Μέσα στις συλλογικότητες που το υποστήριξαν φιγουράρισε και η ΕΛΜΕ Ιωαννίνων, το εργασιακό σωματείο των καθηγητών και καθηγητριών της Μέσης Εκπαίδευσης (για την ιστορία, η απόφαση πάρθηκε στο ΔΣ του σωματείου με τις ψήφους της ΔΑΚΕ, μία ψήφο από την ΠΕΚ και ένα λευκό από τις ΣυνΕΚ). Το σωματείο μας είναι εδώ και καιρό στα κακά του τα χάλια, αυτό είναι αλήθεια, μα αυτή η απόφαση ήταν ένας εξευτελισμός που με στενοχώρησε αφάνταστα.

Ξέρεις, υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι να αποτρέψεις τον πόλεμο κι ακόμη περισσότεροι για να τον ξεκινήσεις. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το αν στην ιστορία η μία ή η άλλη απόφαση ήταν προς την κατεύθυνση της ειρήνης ή του πολέμου, για το αν πέτυχε το σκοπό της, για το αν πέτυχε το αντίθετο απ’αυτό που προσδοκούσε, μα σίγουρα υπάρχει μια τακτική που δεν λαθεύει: κάθε φορά που χτυπάς το τύμπανο του πολέμου ο πόλεμος έρχεται πιο κοντά. Εκείνος που σηκώνει το χέρι του για να χτυπήσει το μακάβριο αυτό τύμπανο δεν έχει δικαιολογία, δεν μπορεί να πει «το έκανα για την ειρήνη, το έκανα για τη ζωή», εκτός κι αν είναι ένας τελειωμένος υποκριτής.

Με την απόφασή της η ΕΛΜΕ Ιωαννίνων χτύπησε το τύμπανο του πολέμου. Δεν υπάρχει δικαιολογία γι’αυτό. Το χτύπημα αυτό γίνεται ακόμη πιο ντροπιαστικό αν σκεφτεί κανείς τι πραγματικά σήμαινε: ένα σωματείο δασκάλων, αυτών που περισσότερο απ’όλους θα έπρεπε να θυμίζουν μέχρι τελευταία στιγμή τις συμφορές του πολέμου, αυτών που θα έπρεπε να κρατάνε με νύχια και με δόντια τα νιάτα στο δρόμο της ζωής, της γνώσης και της δημιουργίας, αυτό το συγκεκριμένο σωματείο φώναξε στους μαθητές και τις μαθήτριες «φύγετε από τις αίθουσες, φορέστε τη στολή και πάτε να σκοτώσετε και να σκοτωθείτε». Μπορείς να κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις, μπορείς να πεις ότι στο κάτω-κάτω ήταν «απλά ένα συλλαλητήριο για τα δίκαια της χώρας». Ό,τι και να πεις όμως, όποια δικαιολογία και σοφιστεία και να επιστρατεύσεις, το χέρι του σωματείου μας κατέβηκε πάνω στο τύμπανο, το χτύπησε και, κρυμμένο πίσω από «τα δίκαια της χώρας», ψέλλισε «πόλεμος!».

Δεν με ενδιαφέρει το ότι η απόφαση αυτή συντρίφτηκε πάνω στην ολοκληρωτική απουσία εκπαιδευτικών από τη θλιβερή εθνικιστική φιέστα. Δεν με ενδιαφέρει για ποιους λόγους, κάτω από ποιες πιέσεις ή προσδοκίες (πολιτικές ή και προσωπικές) προέκυψαν οι ψήφοι που στήριξαν αυτό το αίσχος. Η πραγματικότητα της υπογραφής δεν αλλάζει, το σωματείο των εκπαιδευτικών έχει πολλή δουλειά μπροστά του για να ξεπλύνει το τεράστιο αυτό σφάλμα.

Λέω «σφάλμα» ενώ μόλις πριν έγραψα για «πιέσεις» και για «προσδοκίες». Μπορεί να είναι κι έτσι. Μπορεί αυτή να είναι η απάντηση στο ερώτημα «τι έκαναν οι άνθρωποι μπροστά στον πόλεμο;». Τι έκαναν; Τι άλλο από τις συνηθισμένες μικροβρωμοδουλειές τους…

sillalitiriomkd

(Η φωτογραφία είναι από το δημοσιογραφικό site «Τύπος Ιωαννίνων», http://www.typos-i.gr)

Για την απεργία ή «απεργία» της 30 του Μάη

Μια περίεργη κατάσταση έχουμε μπροστά μας. Η ομοσπονδία μας μάς καλεί να απεργήσουμε στις 30 του Μάη όχι απλά με ένα εργοδοτικό πλαίσιο αλλά και συμμετέχοντας σε ένα διαταξικό μπλοκ με τον εύγλωττο τίτλο «κοινωνική συμμαχία». Πολλές γνώμες έχουν ακουστεί από τους συντρόφους και τις συντρόφισσές μου για το τι πρέπει να κάνουμε -σε μια συζήτηση που (χωρίς να το θέλω) μπόρεσα να παρακολουθήσω μόνο επιφανειακά- γνώμες που κινούνται από το «δεν τρέχει τίποτα, είναι μια απεργία σαν όλες τις άλλες» μέχρι το «να σαμποτάρουμε αυτό το πράμα που δεν είναι καν απεργία». Κατά μία έννοια, όλες οι τοποθετήσεις έχουν μέσα τους δίκιο -αυτή είναι η εποχή μας, τέτοια παλαβά θέματα μας ξερνάει. Η πολιτική όμως δεν γίνεται ψάχνοντας τα μέρη δίκιου που μπορεί να έχει η κάθε συλλογιστική, μα ανιχνεύοντας εκείνον τον κύριο άξονα που μπορούμε να πιαστούμε ή για να εκτιναχθούμε ή έστω να κρατηθούμε.

Χωρίς να μπορώ να πάρω μέρος στο διάλογο, αρκούμαι στη διατύπωση μερικών ερωτημάτων.

  • Η στάση μας απέναντι σε μια κινητοποίηση καθορίζεται από το πόσο ξεφτιλισμένες είναι οι ηγεσίες μας; αν ναι, έχω κάποια νέα, αλλά μεταξύ μας: οι ηγεσίες μας δεν είναι απλά ξεφτιλισμένες αλλά τελειωτικά εξαγορασμένες. Ήταν από καιρό, ήταν ακόμη και στη μεγάλη απεργιακή άνοδο των πρώτων μνημονιακών χρόνων, όταν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι και εργαζόμενες ανταποκρινόταν στα καλέσματά τους.
  • Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι εχθρός μας ή εμπόδιο στην πάλη μας κατά του εχθρού; Εάν πρόκειται για έναν εχθρό που εμφανίζεται έτσι αυτόνομα, αν είμαστε μπροστά στο ιστορικό παράδοξο όπου η γραφειοκρατία μιας κοινωνικής τάξης που δεν έχει καμία εξουσία μπορεί να έχει τέτοια δύναμη, τότε έχουμε πολλά να ξανασκεφτούμε, και το τι θα κάνουμε στην απεργία της 30 του Μάη είναι το λιγότερο.
  • Ποιος είναι ο στόχος των αφεντικών στη συγκρότηση της «κοινωνικής συμμαχίας»; Επιθυμούν μήπως οι βιομήχανοι και οι εφοπλιστές να κινητοποιήσουν το προλεταριάτο στο δρόμο υπό τα συνθήματα της μπουρζουαζίας ή μήπως πρόκειται για το αντίθετο; Μήπως, δηλαδή, ο πραγματικός στόχος των αφεντικών είναι η παραπέρα παράλυση μιας τάξης ήδη παραδομένης στη σύγχυση και την απογοήτευση; Μήπως το κέρδος των αφεντικών είναι η ακόμα μεγαλύτερη απαξίωση των συνδικάτων;
  • Ποιος είναι ο στόχος των εργατοπατέρων στη συμμετοχή τους στην «κοινωνική συμμαχία»; Αυτό που φέρνουν στα τραπέζια των αφεντικών είναι εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιζόμενων προλετάριων ή μήπως το αντίθετο, δηλαδή, την ολοκληρωτική μετατροπή του συνδικαλισμού σε μια διαδικασία που κρίνεται στα σαλόνια της μπουρζουαζίας με συναντήσεις «κορυφής»;
  • Σε συνέχεια των παραπάνω ερωτημάτων, πώς θα εξυπηρετηθούν οι στόχοι τόσο των αφεντικών όσο και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας εάν η συμμετοχή στην απεργία είναι μεγάλη και πώς αν είναι ασήμαντη; Εάν, με λίγα λόγια, το βράδυ της απεργίας μετρήσουμε μεγάλα ποσοστά (λέμε τώρα…) στα σαλόνια των αφεντικών και των γραφειοκρατών θα ακουστεί με ανακούφιση «ουφ! Τους βάλαμε για τα καλά στο τσεπάκι!» ή θα επικρατήσει προβληματισμός;
  • Με δεδομένο ότι το απεργιακό πλαίσιο της ομοσπονδίας είναι αντιδραστικό, κρίνουμε ότι οι συνάδελφοι και οι συναδέλφισσες που θα απεργήσουν, θα το κάνουν για το πλαίσιο αυτό; Κρίνουμε ότι όλον αυτό τον καιρό το κοινωνικό βάρος των απεργιών που κάναμε παιζόταν στο πλαίσιο;

Οι απαντήσεις σ’αυτά τα μικρά ερωτήματα καθορίζουν τη δική μου (αναγκαστικά προσωπική) στάση. Θα ήθελα κάποια στιγμή να συζητήσουμε πάνω στα όρια του πότε η συμμετοχή σε μια απεργία μπορεί να είναι «προοδευτική» ή «αντιδραστική», αλλά δυσκολεύομαι, μιας και -μέχρι τα τώρα- οι μόνες φορές που έχω κάνει τέτοιες συζητήσεις είναι με συναδέλφους και συναδέλφισσες που έψαχναν θεωρητικοποίηση στην απροθυμία τους να απεργήσουν ή και στην ανοιχτή τους εχθρότητα προς την απεργία και τα συνδικάτα γενικότερα.

 

mafalda

 

 

Δύο φωτογραφίες…

…που τραβήχτηκαν κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ.

Στην πρώτη φωτογραφία, αμερικάνοι νεολαίοι κρατούν τη σημαία των αντιπάλων τους μετά από μια νίκη του αμερικάνικου στρατού (1967).

vietnam01

 

Στη δεύτερη φωτογραφία, αμερικάνοι νεολαίοι κρατούν τη σημαία των αντιπάλων τους μετά από μια ήττα του αμερικάνικου στρατού (1968).

vietnam02

Απέναντι στον Εθνικισμό

Τα ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ των κρατών, όπως και όλα τα άλλα ζητήματα του πραγματικού κόσμου, είναι τέτοιας φύσης που εμπλέκουν ένα σωρό παράγοντες. Το αν θα ξεδιαλύνουμε την ουσία μέσα στη σύγχυση, θα καθορίσει το συμπέρασμά μας.

Εδώ και λίγο καιρό, έχει ξανανοίξει το λεγόμενο “μακεδονικό ζήτημα”. Φυσικά, ο όρος “μακεδονικό” δεν έχει καμία σχέση με την ιστορική περιγραφή του ζητήματος, περιγραφή που θα έφερνε, το δίχως άλλο, σε πολύ άβολη θέση αρκετούς από τους σημερινούς “δεν είμαι εθνικιστής, αλλά…” μακεδονομάχους μας.

Μέσα σ’αυτή τη σημερινή συζήτηση υπάρχουν (ευτυχώς) αρκετοί φίλοι/ες και συλλογικότητες που αισθάνονται την ανάγκη να καταδικάσουν τον “εθνικισμό απ’όπου κι αν προέρχεται”. Είναι όμως αυτό αρκετό? Ακόμη περισσότερο, είναι μια διάθεση που μπορεί να μας φέρει έστω κι ένα βήμα πιο κοντά σε μια ήττα του εθνικισμού?

Ένα πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι η αντιπαράθεση με τον εθνικισμό δεν είναι αντιπαράθεση ενός ακαδημαϊκού πάνελ. Εάν ήταν έτσι, προφανώς η καταδίκη του εθνικισμού έτσι γενικά θα ήταν αρκετή. Ο εθνικισμός όμως είναι πολιτικό πρόγραμμα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν κανείς τοποθετείται απέναντι στον εθνικισμό σαν ιδέα, σα νοοτροπία, σα συναίσθημα, αλλά το πώς τοποθετείται απέναντι σε ένα κάθε φορά συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα.

Μια σοβαρή πολιτική γραμμή περιστρέφεται πάντα σε δυο άξονες, διαλεκτικά συνδεμένους. Ο ένας είναι το άμεσο καθήκον, ο άλλος το μελλοντικό. Ο ένας αφορά στη θέση που παίρνουμε σήμερα, κι ο άλλος στο όραμα, ή όπως αλλιώς θα μπορούσε να ειπωθεί, ο ένας αφορά στην τακτική κι ο άλλος στη στρατηγική.

Εάν κανείς αγνοήσει τη διαλεκτική σύνδεση μεταξύ των δύο αξόνων, είναι εύκολο να καταλήξει σε ένα εκχυδαϊσμένο σχήμα, που βλέπει την πολιτική να συγκροτείται από ένα κομμάτι “ρεαλισμού” κι από ένα κομμάτι “ευχής”. Μαρξιστές της συμφοράς, σαν κι αυτούς που στρογγυλοκάθονται σήμερα στις κυβερνητικές καρέκλες, βλέπουν το ζήτημα από τη σκοπιά του “ρεαλισμού”. Αντιδιαμετρικά προβληματική είναι η μετατροπή της διεθνιστικής πάλης σε “ευχή”, που διαδίδεται μεταξύ των ανθρώπων που ήδη βρίσκουν τον εθνικισμό απεχθή, και δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει πολιτικό έδαφος.

Ο Προλεταριακός Διεθνισμός λύνει από τη σκοπιά της Επανάστασης το παραπάνω πρόβλημα στη βάση της ενότητας του παγκόσμιου προλεταριάτου, και φυσικά, στη δοσμένη περίπτωση, του βαλκανικού. Το προλεταριάτο όμως δεν υπάρχει “έτσι κι αλλιώς” (εάν κανείς μείνει στην τυπική περιγραφή των πραγμάτων, ίσως πράγματι μια πολιτική στάση που θα συνοψιζόταν στο “κάτω όλοι οι εθνικισμοί, ζήτω η ενότητα του προλεταριάτου” να ήταν ικανή), μα συγκροτείται κατά την κίνηση ενάντια στο υπάρχον. Έτσι, η ενότητα του προλεταριάτου είναι κενό γράμμα χωρίς την αντιπαραθετική προς τους συγκεκριμένους εκμεταλλευτές του κίνηση, κίνηση που αντιστοιχεί στο δικό της πολιτικό πρόγραμμα. Άρα, η λενινιστική απαίτηση για την πάλη ενάντια στη “δική μας” αστική τάξη δεν είναι μια συναισθηματική, ευγενική παραχώρηση προς το “απέναντι” προλεταριάτο, ένα σαχλό fair-play, μα το συμπύκνωμα της διαλεκτικής θεωρίας-πράξης σε μια μάχιμη πολιτική γραμμή.

Η σύγκρουση μεταξύ εθνικισμών δεν είναι ούτε σύγκρουση πολιτισμών, ούτε σύγκρουση συναισθημάτων. Είναι σύγκρουση μεταξύ αστικών κρατικών πολιτικών. Έτσι, είναι πραγματικά χωρίς ιδιαίτερη αξία να καταδείχνει κανείς το αυτονόητο, δηλαδή το ότι “υπάρχουν εθνικιστές και από τις δύο πλευρές”, ή ακόμη το να προσπαθεί ιμπρεσιονιστικά να αποφασίσει σε ποια από τις δύο πλευρές το εθνικιστικό αίσθημα είναι πιο διαδεδομένο μέσα στο λαό. Τελικά, είναι χωρίς ιδιαίτερη αξία το να καταδικάζει κανείς “όλους τους εθνικισμούς” και να νομίζει ότι αυτό αποτελεί προλεταριακή πολιτική παρέμβαση. Το σύνθημα “κάτω όλοι οι εθνικισμοί” είναι -από τη σκοπιά της πολιτικής- απραγματοποίητο. Και είναι τέτοιο γιατί δεν αναθέτει κανένα ειδικό καθήκον πάλης, δεν αναδείχνει κανένα βήμα συγκρότησης του προλεταριάτου.

Το σύνθημα “κάτω όλοι οι εθνικισμοί” αγνοεί το γεγονός ότι ο εθνικισμός δεν είναι “απλά” μια επιθετική στάση προς τον απέναντι, μα ένα πολιτικό πρόγραμμα που πραγματώνεται συνολικά τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα. Η ιμπεριαλιστική πολιτική του ελληνικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια πηγαίνει χέρι-χέρι με την ένταση της εκμετάλλευσης του ελληνικού προλεταριάτου – ντόπιων και μεταναστών. Είναι απαραίτητο να σημειώσουμε πως στο ζήτημα που μας απασχολεί σήμερα, οι ίσες αποστάσεις απέναντι στους εθνικισμούς αποκρύπτουν το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη σύγκρουση η επιτιθέμενη πλευρά είναι εκείνη του ελληνικού κράτους.

Η αστική κυριαρχία δεν είναι ποτέ αόριστη. Ουσιαστική πάλη ενάντια στον εθνικισμό σημαίνει άρνηση συναίνεσης/ένταξης των υποτελών στο πολιτικό πρόγραμμα της άρχουσας τάξης. Η άρνηση αυτή δεν μπορεί να προϋποθέτει την αντίστοιχη άρνηση των απέναντι, καθώς πρώτα και κύρια κόβει τους δεσμούς του προλεταριάτου με τις επιδιώξεις της “δικής του” αστικής τάξης, για την ακρίβεια οδηγεί στην ήττα τους, είτε προς τα μέσα είτε προς τα έξω. Μια τέτοια στάση σε καμία περίπτωση δεν “τρέφει τον απέναντι εθνικισμό”, όπως λέγεται συχνά, μα αποτελεί σταθερό βήμα για την ενότητα με το προλεταριάτο των άλλων χωρών.

Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι ο στόχος του να ξεμπερδέψουμε οριστικά με τους εθνικισμούς μπορεί να μας είναι αδιάφορος. Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι διαφοροποιούμαστε συναισθηματικά με κείνους που, με αγνές προθέσεις, καταδικάζουν “κάθε εθνικισμό”. Σημαίνει όμως ότι κατανοούμε την πολιτική με όρους συγκεκριμένης πάλης τάξης ενάντια σε τάξη.

*Από το αποψινό σημείωμα παρέλειψα σκόπιμα την αναφορά σε ένα άλλο, επιτακτικό, καθήκον, αυτό της οργάνωσης της κομμουνιστικής διεθνιστικής πρωτοπορίας σε διεθνές επίπεδο, μιας και θα έπρεπε να τοποθετηθώ πιο συγκεκριμένα, πράγμα που δεν θα είχα το θράσος να κάνω. Προφανώς όμως, είναι η μόνη περίπτωση που η χρήση του “ενάντια σε κάθε εθνικισμό” θα μου φαινόταν απόλυτα ταιριαστή.

nationalism

Η απεργία και οι λάτρεις της αριθμητικής

Με σχετική έκπληξη (αν και δεν θα έπρεπε, μέσα σ’αυτή την εποχή της σύγχυσης που ακολουθεί κάθε στραπάτσο) παρακολουθώ μια όλο και μεγαλύτερη μερίδα ιντερνετικών (ή και κανονικών) φίλων να επικροτεί ή να δείχνει κατανόηση απέναντι στα τελευταία νομοθετήματα της κυβέρνησης. Οι φίλοι/ες επικαλούνται κάποια “λογική” που έχουν τα μέτρα, κάποιο “υπαρκτό πρόβλημα”, που εμείς οι υπόλοιποι -λόγω συμφέροντος ή ιδεοληψίας- κάνουμε πως δεν βλέπουμε.

Ήρθε η ώρα να μαρτυρήσουμε στους εκλεκτούς αυτούς φίλους/ες ένα μυστικό. Οι νόμοι δεν είναι προϊόντα κάποιας καθαρής ανθρώπινης διάνοιας, δεν είναι κάποιες “καλές ιδέες” για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος. Οι νόμοι είναι βίαια γεγονότα, η αιτία των οποίων δεν είναι το πρόβλημα που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν. Ίσα-ίσα, ο νόμος οριοθετεί το πρόβλημα κατά τα συμφέροντα της τάξης που έχει στα χέρια της το Κράτος. Για παράδειγμα, οι νόμοι ενάντια στην κλοπή υποτίθεται ότι έχουν σαν αιτία τους το γεγονός της κλοπής, όμως στην πραγματικότητα η αιτία τους είναι η ατομική ιδιοκτησία, και επιβάλλονται για να προστατέψουν αυτό το δικαίωμα της άρχουσας τάξης.

Έχοντας πει αυτά, ας δούμε ένα σημείο που η συγκεκριμένοι φίλοι/ες δίνουν τελευταία τα ρέστα τους, κι αυτό είναι η επίθεση της κυβέρνησης Τσίπρα ενάντια στο δικαίωμα της απεργίας. Επιστρατεύοντας το γιγάντιο μα σάπιο οπλοστάσιο της τυπικής λογικής, μάς λένε πως είναι απόλυτα δημοκρατική απαίτηση μια απεργία να ψηφίζεται από το 50%+1 των μελών ενός σωματείου. Στο κάτω-κάτω, τα μαθηματικά μάς διδάσκουν ότι αυτός είναι ο ορισμός της πλειοψηφίας. “Τι απεργίες είναι αυτές”, αναρωτιούνται, “που ψηφίζονται από το 5% ή 10%?”.

Λοιπόν, πραγματικά δεν ξέρω ποια είναι εκείνη η επικράτεια του φυσικού κόσμου που δουλεύει η τυπική λογική, πάντως στην πολιτική σίγουρα δεν δουλεύει. Η πολιτική κίνηση εμπλέκει τεράστιες μάζες ανθρώπων, με διαφορετική υλική θέση και ιδεολογική τοποθέτηση. Η πολιτική κίνηση είναι μια ζωντανή δυναμική διαδικασία, όπου όποιος υπολογίζει με βάση στατικές εικόνες πέφτει πάντα έξω. Μια πολιτική πρωτοβουλία διαμορφώνει τη (θετική ή αρνητική) δυναμική της προχωρώντας, και όχι με υπογραφή συμβολαίου από τα πριν. Ακόμη, στην πολιτική κίνηση υπάρχουν προτάσεις που υπηρετούν αποτελεσματικότερα τα συμφέροντα ενός συνόλου ακόμη κι αν το σύνολο αυτό κυριαρχείται από άλλες ιδέες. Τέλος, τα κοινωνικά σύνολα σπάνια συμμετέχουν στην πολιτική πράξη στο σύνολό τους. Κάποια κινητοποιούνται μαζικά μόνο σε άμυνα, ενώ συνηθέστερα εκπροσωπούνται είτε από τα “ιερατεία” τους είτε από τις πρωτοπορίες τους.

Πολλά ακόμη θα μπορούσε να πει κανείς για το γιατί δεν μας αρκεί η πρακτική αριθμητική για να καταλάβουμε την πολιτική, όμως ας δούμε μερικά παραδείγματα από το πρόσφατο παρελθόν, όπου η “λογική δημοκρατική απαίτηση του 50%+1” δεν ικανοποιούνταν.

Οι τεράστιες κινητοποιήσεις στο δρόμο της περιόδου 2010-12 δεν συγκέντρωσαν ποτέ μάζες μεγαλύτερες από το 10% του πληθυσμού. Πρέπει όμως να είναι κανείς εντελώς πολιτικά αγράμματος για να ισχυριστεί ότι αυτές οι κινητοποιήσεις δεν εξέφραζαν αριθμούς κατά πολύ μεγαλύτερους, κι αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε “λαϊκή βούληση”.

Οι συνελεύσεις του κλάδου μου, των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας, το Μάη του 2013 δεν συγκέντρωσαν πάνω από 30.000 συναδέλφους/ισσες σε ένα σύνολο περίπου εβδομηντακάτι χιλιάδων τότε. Δεν υπήρχε όμως ούτε ένας, ούτε καν οι φανατικοί κυβερνητικοί, που να πει στα σοβαρά ότι αυτές οι συνελεύσεις δεν αποτύπωναν με ακρίβεια την οργή του συνολικού εκπαιδευτικού κόσμου απέναντι στα μέτρα της τότε κυβέρνησης.

Λίγες μέρες μετά είχαμε την υπόθεση του “μαύρου” στην ΕΡΤ, μια υπόθεση που -κατά κοινή ομολογία- έπληξε σοβαρά την κυβέρνηση και οδήγησε τελικά στην αποχώρηση της ΔημΑρ απ’αυτή. Πόσοι κατέβηκαν στο δρόμο για την ΕΡΤ? Μήπως το 50%+1 του πληθυσμού? Πόσοι/ες συμμετείχαν στις συνελεύσεις των σωματείων που κατέληξαν σε ψηφίσματα συμπαράστασης? Πρακτικά ελάχιστοι.

Το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς είχαμε την 8μερη απεργία μας. Οι συνελεύσεις που την αποφάσισαν είχαν σαφώς μικρότερη συμμετοχή από κείνες του Μάη (είχε μεσολαβήσει το ξεπούλημα από ΔΑΚΕ-ΣΥΝΕΚ). Η συμμετοχή όμως στις πρώτες μέρες της απεργίας ήταν πάνω από 90%. Ποια “απόλυτα λογική δημοκρατική απαίτηση του 50%+1” μπορεί να εξηγήσει το πώς μια απεργία που υπερψηφίζεται σε συνελεύσεις με συμμετοχή 20% αγκαλιάζεται από το 90%+ του κλάδου?

Ας δούμε όμως και το αντίστροφο παράδειγμα. Στο διάστημα που ακολούθησε μετά τις κινητοποιήσεις αυτές, όλοι είχαν καταλάβει ότι το “εκλογικό σώμα” είχε αποφασίσει να στραφεί στο ΣΥΡΙΖΑ. Όλο και πιο μεγάλα κομμάτια, μπροστά στη διαφαινόμενη συντριβή της κυβέρνησης, προσχωρούσαν στο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, όλοι μετρούσαν μέρες για την πτώση της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Σε ποια απεργία εκφράστηκε αυτή η “λαϊκή βούληση”? Σε ποιο τεράστιο συλλαλητήριο? Σε κανένα! Άντε τώρα, οι φίλοι/ες μας της “απόλυτα λογικής δημοκρατικής απαίτησης” να μας εξηγήσουν το προφανές, μα μυστήριο για τη σκέψη τους, ότι η ίδια η εκλογική επένδυση στο ΣΥΡΙΖΑ αδυνάτιζε τη συμμετοχή στο δρόμο.

Θα μπορούσαμε ακόμη να μιλήσουμε για τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, θυμίζοντας ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη βάστηξε -με δανεική οριακή πλειοψηφία- για τρία χρόνια με πολύ σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα ενώ η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου ανατράπηκε χωρίς ποτέ να χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έπαιρνε το δρόμο για τη Γ’ Εθνική.

Ας μην δώσουμε όμως άλλα παραδείγματα. Ελπίζω να έγινε κατανοητή η φύση της διαφωνίας μας. Τώρα όμως που αποκαλύψαμε στους φίλους/ες μας το μυστικό, ας τους ξεφουρνίσουμε και καναδυό ακόμη. Η ταξική πάλη δεν διεξάγεται μέσω “λογικών ιδεών” και σίγουρα δεν εξελίσσεται μέσω “απολύτως δημοκρατικών απαιτήσεων”. Το τι είναι “λογικό” δεν είναι ίδιο για όλους και πάντα και σίγουρα δεν είναι ανεξάρτητο από το ταξικό μας στρατόπεδο. Στην Ιστορία του εργατικού κινήματος έχουν εμφανιστεί πολλές φορές αντιλήψεις που αρνήθηκαν την απλή αυτή αλήθεια, και ποτέ δεν μας έδωσαν τίποτε άλλο από τραγωδίες. Τέλος, ας προσέξουν οι φίλοι/ες: στην ταξική πάλη και στις πολιτικές της εκφράσεις οι ιδέες δεν μένουν ποτέ “ορφανές”. Ακόμη και οι πιο “λογικά δημοκρατικές” ιδέες, ανεξάρτητα πολλές φορές από τη διάθεση του φορέα τους, γρήγορα έλκονται και μπαίνουν στην υπηρεσία εκείνου του πολιτικού προγράμματος στο οποίο ταίριαζαν από την αρχή. Έτσι πάει.

mitsotakis

 

 

 

 

 

 

 

Previous Older Entries