Έναν χρόνο μετά, δεν είμαι Charlie

Καμιά φορά, ακόμη κι ένα θαρραλέο μέσο έκφρασης αποσυνδέεται σιγά-σιγά από το κοινωνικό ρεύμα που το έθρεψε όταν αυτό υποχωρεί. Τότε ή πεθαίνει ή γίνεται συνταγή, μανιέρα ας πούμε. Είναι όμως δυνατό σ’αυτή την περίπτωση, η ριζοσπαστική μορφή να κρατήσει τα χαρακτηριστικά της, υπηρετώντας όμως είτε τον εαυτό της, είτε και το εντελώς αντίθετο απ’το ιδρυτικό της υπόστρωμα.

Αφορμή γι’αυτή τη θολή ουβερτούρα είναι το ζήτημα του χιούμορ, που μας απασχολεί με κάποιο τρόπο σήμερα. Συγκεκριμένα, ένα απόλυτα βλάσφημο είδος χιούμορ, με αντίπαλο «τους πάντες και τα πάντα». Όταν, πιτσιρικάδες το ρουφούσαμε μέσα από το «Παρά Πέντε» και τη «Βαβέλ», ξέραμε ότι «τους πάντες και τα πάντα» σήμαινε «κάθε αξία και φορέα του παλιού κόσμου», ακόμη κι αν καμιά φορά αυτό το χιουμοριστικό πετροβόλημα μας στενοχωρούσε γιατί έθιγε κομμάτια του παλιού κόσμου που είχαν τρυπώσει μέσα μας χωρίς να τα καταλάβουμε. Αυτό το πετροβόλημα μας έκανε καλύτερους ανθρώπους.

Μ’αυτή την έννοια, ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε σε ποια πλευρά του οδοφράγματος στεκόταν αυτοί οι αγαπημένοι μας σκιτσογράφοι και κομίστες. Ξέραμε ότι, ακόμη κι όταν μας βαρούσαν ανελέητα, ήταν μαζί μας.

Με «τους πάντες και τα πάντα» όμως δεν μπορεί να εννοούμε εκείνες τις πτυχές της ζωής μας που μας δένουν αναγκαστικά με τον παλιό κόσμο. Ναι, ας μην έχουμε κανέναν σεβασμό! Ας κοροϊδέψουμε τον προλετάριο όταν κάθεται στον καναπέ του και καταναλώνει μαζική κουλτούρα, όταν είναι μοιρολάτρης, θεοσεβούμενος, φαλλοκράτης, του αξίζει. Αν τον κοροϊδέψουμε όμως επειδή είναι προλετάριος, τότε το πράγμα αλλάζει. Ας γελάσουμε όσο θέλουμε με το σύντροφό μας μετανάστη (κι εδώ θα διαφωνήσω με αρκετούς συντρόφους, το γνωρίζω) για κείνα τα στοιχεία της κουλτούρας του που θεωρούμε οπισθοδρομικά, αλλά τι πραγματικά λέμε όταν τον κοροϊδεύουμε επειδή είναι μετανάστης? Τι το αστείο υπάρχει στο να αναπαράγουμε «με καλλιτεχνική χάρη» τη χυδαιότητα των αφεντικών ενάντια στους καταπιεσμένους? Αυτό δεν είναι χιούμορ, και δεν είναι ούτε βλάσφημο, ούτε δημιουργικό, ούτε τίποτα. Απλά καθόμαστε σαν απρόσκλητοι βλάκες στο τραπέζι του αφεντικού και γελάμε με τα αστεία του.

Στο τελευταίο φύλλο του Charlie Hebdo δημοσιεύτηκε ένα εμετικό σκίτσο στο οποίο παρουσιαζόταν η συγκλονιστική εικόνα του νεκρού σώματος του προσφυγόπουλου Aylan, μαζί με εικόνες κακομούτσουνων μεταναστών που κυνηγούσαν Ευρωπαίες γυναίκες για να τις “χουφτώσουν”. Για να το καταλάβει και ο κάθε ηλίθιος, η λεζάντα έγραφε ότι αυτό θα γινόταν ο μικρός Aylan σε περίπτωση που ζούσε. Είναι βέβαιο ότι και σ’αυτή την περίπτωση το CH θα βρει υποστηρικτές, εκείνους που πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο σκίτσο (όπως και πολλά άλλα παλιότερα) είχε σαρκαστικό χαρακτήρα. Θα προσπαθήσουν να μας πείσουν πως στην πραγματικότητα το σκίτσο δεν ήταν ρατσιστικό, αλλά αντίθετα, ξεσκέπαζε τις σκέψεις των ρατσιστών. Λυπάμαι, δεν του φαίνεται. Η διαβεβαίωση ότι ο σκιτσογράφος που έφτιαξε αυτή τη μαλακία δεν είναι ρατσιστής δεν αρκεί για να αλλάξει το πρόσημο και την κατεύθυνση στο σαρκασμό του σκίτσου. Αντίθετα, μάλλον φανερώνει αυτό που έγραψα εισαγωγικά, ότι η φόρμα έχει πλέον αυτονομηθεί τόσο ώστε να υπηρετεί μόνο τον εαυτό της, πράγμα που σε μια εποχή σαν τη δική μας σημαίνει απλά ότι υπηρετεί τις κυρίαρχες προκαταλήψεις.

Goncharov

Πραγματικά δεν ξέρω τι θα γινόταν ο μικρός Aylan αν η ρατσιστική, ιμπεριαλιστική Ευρώπη του είχε επιτρέψει να ζήσει. Ακόμη κι αν ήξερα ότι θα γίνει αυτό που λέει το σκίτσο, πάλι δεν καταλαβαίνω πώς αυτό μπορεί να δώσει άλλη διάσταση στο συνειδητό φόνο εκείνου και χιλιάδων άλλων σαν εκείνον. Ελπίζω όμως ότι όλα αυτά τα παιδιά θα ζήσουν όπως τους αξίζει (στην Ευρώπη, στην πατρίδα τους, όπου θελήσουν. Δεν θα το αποφασίσω εγώ αυτό), θα μορφωθούν, θα ερωτευτούν και θα αγωνιστούν με όλα τα άλλα παιδιά για να δώσουν τέλος στον άθλιο κόσμο, το δικό μας κόσμο, που σκότωσε τον Aylan και τώρα κάνει πλακίτσα με την εικόνα του άψυχου κορμιού του.

Το Charlie πέρυσι τέτοιον καιρό περιγελούσε τους υποκριτές (δεξιούς πολιτικούς, παπάδες και δε συμμαζεύεται) που καμωνόταν τους φίλους του. Σήμερα μοιάζει να τους φλερτάρει. Ελπίζω, για πολλούς λόγους, η κατρακύλα να σταματήσει εδώ. Το γέλιο του βασανιστή πάνω απ’το θύμα του δεν είναι χιούμορ. Ας μην τα μπερδεύουμε άλλο.

Σβήνοντας αθόρυβα στο twitter…

Δεδομένο 1. Η Νέα Δημοκρατία, το κόμμα με τη μεγαλύτερη οργανωτική βάση αυτή τη στιγμή, είχε χθες εσωκομματικές εκλογές για τη θέση του προέδρου.

Δεδομένο 2. Πριν λίγες μέρες ξανακυκλοφόρησε η μούφα είδηση (hoax, που θα λέγαμε στο χωριό μου) για τον αστυνομικό που υπέκυψε τελικά στα τραύματα που του είχαν προκαλέσει οι “κουκουλοφόροι” το 2007.

Τι σχέση μπορούν να έχουν αυτά τα δύο δεδομένα? Πολύ απλά, τρεις(3) στους τέσσερις(4) υποψήφιους προέδρους της ΝΔ κοινοποίησαν τη μούφα μέσω των λογαριασμών τους στο twitter. Τρεις στους τέσσερις υποψήφιους πρωθυπουργούς (γιατί έτσι πάει με τη ΝΔ ή τουλάχιστον έτσι πήγαινε κάποτε) αυτής της χώρας δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν το κατά πόσο η είδηση για τον “άτυχο αστυνομικό” είχε κάποια αλήθεια.

Το γεγονός αυτό, όπως είναι λογικό, προκάλεσε τη δέουσα ιντερνετική καζούρα με αρκετά γουστόζικα σχόλια, ειρωνείες και μπινελίκια.

Είναι τραγικό. Γιατί όμως?

Ας θέσουμε για μια στιγμή κάποια ερωτήματα. Για ποιο λόγο θα έπρεπε οι επιφανείς νεοδημοκράτες μας να διασταυρώσουν την είδηση? Γιατί θα έπρεπε να κάνουν την αφαίρεση για να δουν ότι ο “άτυχος αστυνομικός” δεν θα μπορούσε καν (λόγω ηλικίας) να είναι διορισμένος τη χρονιά που υποτίθεται πως έγινε η επίθεση εναντίον του? Τόσες και τόσες μούφες κυκλοφορούν στο ίντερνετ, αυτή μας πείραξε?

Αν αυτά τα ερωτήματα ακούγονται σαν ελαφρυντικά για τους δεξιούς μας, θα δώσω ένα ακόμη μιας κι εγώ ο ίδιος, όπως και αρκετοί φίλοι μου έχουμε κοινοποιήσει ειδήσεις που αργότερα τις μασήσαμε, και μάλιστα ειδήσεις με “σημάδια”, δηλαδή λάθος ημερομηνίες, ανύπαρκτα πρόσωπα, φωτοσοπαρισμένες φωτογραφίες κλπ (ίσως αυτό να είναι και το κόστος της ταχύτητας της διάδοσης των πληροφοριών και της ελευθερίας που τη χαρακτηρίζει).

Ισχύει εδώ ένας γενικότερος κανόνας, ότι όχι μόνο η αξιολόγηση αλλά και η ίδια η παρατήρηση προϋποθέτει κάποια θεωρία. Αναπαράγουμε μια είδηση χωρίς να την ελέγξουμε ή να την διασταυρώσουμε επειδή ΜΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ αληθινή, κι αυτό έχει να κάνει με την εικόνα που έχουμε διαμορφώσει για τον κόσμο μας. Η είδηση δηλαδή δεν δημιουργεί την εικόνα, αλλά την επιβεβαιώνει. Με άλλα λόγια, οι μούφες που -κακώς- αναπαράγουμε είναι μια εικόνα της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο μας, της κοσμοθεωρίας μας (θα αποφύγω εδώ τον όρο “ιδεολογία”, γιατί ανήκω σε κείνο το ρεύμα που τον χρωματίζει σχεδόν πάντα αρνητικά, αν και σύμφωνα με άλλους οι δύο αυτοί όροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν αδιαφοροποίητα).

Το πρόβλημα λοιπόν με τους υποψήφιους προέδρους της ΝΔ είναι ότι η κοσμοθεωρία τους έκανε την είδηση για τον “άτυχο αστυνομικό” να μοιάζει αληθινή. Το πρόβλημα είναι ότι η εικόνα που εκείνοι, καθώς κι εκείνοι που τους υποστηρίζουν, έχουν για τον κόσμο μας είναι μια εικόνα στην οποία χωράνε Πακιστανοί που βιάζουν ζευγάρια Ελλήνων σε κάθε ελληνική πόλη κάθε Χριστούγεννα, λείψανα του αγίου Τάδε που θεραπεύουν κάθε αρρώστια, Έλληνες μαθητές που βραβεύονται από τη NASA για μια σαΐτα που έφτιαξαν, και φυσικά “κουκουλοφόροι” που σκοτώνουν αβέρτα αστυνομικούς όπου τους βρουν. Η εικόνα που έχουν για τον κόσμο μας είναι μια εικόνα που δικαιολογεί όλα τα εμετικά σχέδιά τους.

Το πρόβλημα με τους υποψήφιους προέδρους της ΝΔ λοιπόν δεν είναι τόσο το ότι είναι απρόσεκτοι. Το πραγματικό πρόβλημα είναι πως είναι δεξιοί…

republicanbrain

Σκόρπιες σκέψεις για σκόρπιες καταστάσεις

Το παρακάτω σημείωμα δεν είναι “γενικής χρήσης”. Αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους, εκείνους που μοιραζόμαστε τις ίδιες πολιτικές αγωνίες και δράση.

Από χθες το βράδυ, ένα μεγάλο μέρος των πάλαι ποτέ “παπαγάλων της διαπλοκής” βάλθηκε να μας πείσει ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας χαρισματικός ηγέτης (οι ίδιοι άνθρωποι έλεγαν χαρισματικό ηγέτη και τον Κώστα Καραμανλή, αν θυμάσαι) που πέτυχε το ακατόρθωτο: να είναι ο μόνος πολιτικός που έφερε μνημόνιο και να μένει στη θέση του με ακλόνητη την κυριαρχία του. Η μικρή διαφορά είναι ότι ο Τσίπρας δεν έχει ακόμη εφαρμόσει τίποτα απ’αυτά που συνεννοήθηκε με τα αφεντικά. Τόσο ο Παπανδρέου όσο και ο Σαμαράς κράτησαν για περίπου μια διετία εφαρμογής σκληρών μέτρων πριν πέσουν, συνεπώς όσο η συζήτηση για τα μέτρα του Μνημονίου(ΙΙΙ) παραμένει συζήτηση, η επιτυχία του Τσίπρα δεν απαιτεί εξωτικές εξηγήσεις.

Παρ’όλα αυτά πρόκειται το δίχως άλλο για επιτυχία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε μια τυπική για ρεφορμιστικό κόμμα διαδικασία, κατά την οποία από το 2012 μέχρι σήμερα κατάφερε σε κάθε φάση (από τις μαζικές απεργίες, μέχρι την κυβέρνηση που θα έσκιζε τα μνημόνια και τέλος σήμερα που θα απαλύνει τις συνέπειές τους) να συγκεντρώσει και να εκφράσει τις ρεφορμιστικές αυταπάτες των μαζών. Η θεωρία της “μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ σε μνημονιακό κόμμα” είναι επιπόλαιη, τυπική, και -πάνω απ’όλα- οδηγεί σε καταστροφές τύπου ΛαΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει τη μια ή την άλλη στροφή από την πρώτη μέρα της ύπαρξής του (ή και πριν, από τον πρόδρομο ΣΥΝ ακόμη), αλλά παραμένει ένα κόμμα που πατά πάνω στις αυταπάτες των εργαζομένων και μεταγράφει τις διαθέσεις και τους αγώνες τους σε κείνη τη γλώσσα που είναι κατανοητή και συμβατή με τον κόσμο των αφεντικών. Για να το επιτύχει αυτό ένα προηγούμενο διάστημα ήταν υποχρεωμένος να κρατά στο δυναμικό του (και μάλιστα να βασίζεται και να προβάλλει) ένα αριστερό κινηματικό κομμάτι του, το οποίο -για λόγους δικής του πολιτικής ανεπάρκειας και ρεφορμιστικής νωθρότητας- είχε την εντύπωση ότι με κάποιο τρόπο καθορίζει την πολιτική, ότι “ελέγχει την ΚΕ”, ότι διασφαλίζει την αριστερή πορεία του κόμματος. Αποδείχθηκε ότι ο μηχανισμός ΣΥΡΙΖΑ προσαρμόστηκε στα νέα του καθήκοντα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο μηχανισμός ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να έχει ανάγκη τους “αριστερούς” πολύ πριν οι “αριστεροί” συνειδητοποιήσουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να τους εκφράζει.

Πολλές αναλύσεις περί “μετάλλαξης” του ΣΥΡΙΖΑ κυκλοφορούν αριστερά και δεξιά, όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: υποτιμούν τη δυνατότητα κομμάτων σαν το ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματώνουν τις διαθέσεις των μαζών, κι έτσι αναπόφευκτα ψάχνουν την επιτυχία τους σε “χαρισματικούς ηγέτες” και “λαοπλάνους” όπως ο Τσίπρας σήμερα ή ο Αντρέας Παπανδρέου παλιότερα. Τα φαινόμενα παρειδωλίας που συνοδεύουν τέτοιες εκτιμήσεις δεν με εκπλήσσουν. Για παράδειγμα, πολλοί αναρωτιούνται πώς ο ΣΥΡΙΖΑ, που κινητοποιούσε τόσο κόσμο όλα αυτά τα χρόνια ενάντια στα μνημόνια, εφαρμόζει σήμερα αυτή τη μνημονιακή πολιτική, χάνοντας από τα μάτια τους μια απλή αλήθεια: ο ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε κινητοποίησε κάποιον κόσμο (δε λέω ότι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ δεν συμμετείχαν στους αγώνες, ελπίζω να είναι αντιληπτή η διαφορά). Αυτό που έκανε ήταν να χτίζει σχέσεις εκπροσώπησης με τον κόσμο που αγωνιζόταν, να ενσωματώνει, να μετατρέπει τον αγώνα σε υπόσχεση. Αν κάτι έκανε καλά σε κινηματικό επίπεδο ο μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό ήταν το σαμποτάζ του ταξικού αγώνα όταν αυτός έπαιρνε διαστάσεις δύσκολα ενσωματώσιμες, με αποκορύφωμα την αναστολή της απεργίας των εκπαιδευτικών υπό καθεστώς επιστράτευσης το Μάη του ’13, σαμποτάζ στο οποίο έπαιξαν ενεργότατο ρόλο στελέχη του που σήμερα φιγουράρουν στη ΛαΕ (αν θέλουμε να τελειώνουμε και με το παραμύθι κάποιας “καθαρής” διάκρισης αριστεράς/δεξιάς μέσα στο κόμμα αυτό). Δεν θέλω να μπω σε προβλέψεις για το σε πόσο καιρό από την εφαρμογή του Μνημονίου(ΙΙΙ) θα αρχίσουν έντονοι εργατικοί αγώνες και πότε θα συντριβεί η νέα κυβέρνηση, μα με την εμπειρία των τελευταίων χρόνων, οι υποσχέσεις του Τσίπρα για “κυβέρνηση τετραετίας” (υποσχέσεις που είχε δώσει και το Γενάρη) ακούγονται υπερβολικά αισιόδοξες από μέρους του.

Όπως μας έχουν εξηγήσει παλιότεροι σύντροφοι, ο κοινοβουλευτισμός είναι βαθιά αλλοτριωμένη δημοκρατία, μια πρακτική μέσω της οποίας τα ταξικά συμφέροντα αντανακλώνται μόνο διαστρεβλωμένα, που αντικαθιστά τα πραγματικά ερωτήματα με άλλα, που μετατρέπει τη συλλογικότητα σε απλό άθροισμα μονάδων, μια πρακτική για να “καταπιέζεται και να εξαπατάται” ο λαός.

Με την προκήρυξη των εκλογών, κάθε άνθρωπος με μια στοιχειώδη μαρξιστική παιδεία είδε ότι ο αντικειμενικός τους στόχος ήταν η πολιτική νομιμοποίηση του Μνημονίου(ΙΙΙ). Η προηγούμενη βουλή δεν είχε αυτή τη νομιμοποίηση καθώς είχε ψηφιστεί για να καταργήσει τα μνημόνια “με ένα νόμο, ένα άρθρο” και αυτό ήταν μια παραφωνία που έπρεπε να διορθωθεί. Σήμερα, βλέπω αρκετά σχόλια “γκρίνιας” για το ότι αυτές οι εκλογές πέτυχαν τελικά αυτό το στόχο τους και αναρωτιέμαι γιατί. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις αυτό παρουσιάζεται σαν αντίφαση μεταξύ του 61% του ΟΧΙ και του χθεσινού αποτελέσματος: “πώς είναι δυνατό ένας λαός που ψήφισε συντριπτικά ΟΧΙ στα μνημόνια, να δίνει σήμερα τέτοια ποσοστά στα κόμματα που θα τα εφαρμόσουν?”, αυτό είναι το ερώτημά τους. Πρόκειται για μια καθαρά τυπική αντιμετώπιση των κοινωνικών διαδικασιών. Το σχήμα «λαός=λαός» δεν ισχύει. Ο κόσμος που έδωσε 61% στο ΟΧΙ δεν είναι ίδιος με τον κόσμο που ψήφισε χθες. Ούτε καν εμείς που το συζητάμε εδώ τώρα δεν είμαστε ίδιοι. Ούτε η διαδικασία στην οποία συμμετείχε ήταν ίδια με το δημοψήφισμα σε τύπο και χρόνο. Όποιος φτιάχνει φανταστικές οντότητες σε στυλ «λαός», που πορεύονται αναλλοίωτες στην ιστορία, είναι καταδικασμένος να παρακολουθεί πάντα σοκαρισμένος τη ζωντανή πραγματικότητα. Ο «λαός» του Ιούλη συγκροτήθηκε με βάση συγκεκριμένους άξονες γύρω από το ΟΧΙ, άξονες στους οποίους δεν βρέθηκαν δυνάμεις που να δώσουν διέξοδο. Αν λοιπόν πρέπει να προβληματιστούμε από κάτι, αυτό είναι η ανεπάρκεια των πολιτικών οργανώσεων του πυρήνα του ΟΧΙ, της εργατικής τάξης, και όχι ο «λαός».

Μια πρώτη άμυνα απέναντι στα δεδομένα αυτά είναι η άποψη ότι το ΟΧΙ εκφράστηκε χθες με την αποχή. Προφανώς ένα μεγάλο μέρος ανθρώπων απογοητευμένων από την προδοσία του Ιούλη (πολλοί έχουν πρόβλημα με τον όρο “προδοσία”. Όπως εξήγησα παραπάνω, αυτός δεν αφορά τη γενικότερη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά την ουσιαστική παραχάραξη του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος) δεν πήγε να ψηφίσει, με διάφορες ταχύτητες συνείδησης και πολιτικής επένδυσης. Όμως η εξήγηση “το ΟΧΙ εκφράστηκε με αποχή” δεν είναι ούτε επαρκής, ούτε χρήσιμη. Αντίθετα, θεωρώ ότι είναι ένα γενναίο χώσιμο του κεφαλιού στην άμμο. Αν κάτι μπορεί να μας πάει μπροστά σαν Επαναστατική Αριστερά δεν είναι να εξηγήσουμε γιατί μέρος της απογοήτευσης εκφράστηκε με σκεπτικισμό και αποχή, αλλά γιατί το μεγαλύτερο μέρος της απογοήτευσης εκφράστηκε με (όποιου βαθμού) εμπιστοσύνη σε κείνους που προκάλεσαν την απογοήτευση. Ακόμη περισσότερο, γιατί η απογοήτευση από την προδοσία του ΟΧΙ δεν στράφηκε υπέρ εκείνων  που συνέχιζαν να υπερασπίζονται το ΟΧΙ.

Ένα μικρό σχόλιο μόνο για μια άλλη παρέκκλιση. Κάποιοι λειτουργούν αντίστροφα και καταλήγουν στο ότι, για να καταλήξουμε σ’αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα μετά το ΟΧΙ, τότε αυτό σημαίνει ότι το ΟΧΙ δεν είχε μέσα του καμία προοδευτική δυναμική. Είναι απλά η άλλη όψη του νομίσματος που ήθελε το ΟΧΙ να εκφράζεται ριζοσπαστικά και αγνά στο διηνεκές. Έχουμε αντιμετωπίσει κι άλλες φορές αυτήν την εντελώς στατική λογική. Θυμάμαι κάποιους εξυπνάκηδες (κυρίως του ΚΚΕ) τον Ιούνη του 2013 να λένε “αν οι εκπαιδευτικοί ήθελαν πραγματικά την απεργία το Μάη, τότε γιατί δεν απεργούν τώρα?”, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει στη συνείδηση το άδειασμα από την ηγεσία που εμπιστεύτηκες.

Εμείς οι αριστεροί εκδηλώνουμε καμιά φορά μια υπερβολική εμπιστοσύνη στη δύναμη των λέξεων των τυπωμένων πάνω στο χαρτί. Όσο σωστή κι αν είναι η προσπάθεια αποσαφήνισης και συγκρότησης ενός συμπαγούς προγράμματος, η υποτίμηση των πραγματικών και πλούσιων τρόπων με τους οποίους παράγεται και προωθείται η πολιτική θέση μας οδηγεί στην τυπολατρία. Υπάρχει λοιπόν μια εκτίμηση ότι η αποτυχία της ΛαΕ έχει να κάνει με το πρόγραμμά της. “Δεν ήταν ξεκάθαρο”, λένε κάποιοι, “δεν ήταν αρκετά αντιΕΕ” άλλοι, “δεν ήταν αντικαπιταλιστικό” ακόμη (για τα ΜΜΕ σήμερα, η ΛαΕ έχασε επειδή κάπου μίλησε για εθνικό νόμισμα). Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά, ανάλογα με τη θέση του καθένα, όμως είναι οι πραγματική αιτία για την αποτυχία του σχήματος αυτού? Κατά τη γνώμη μου, όχι. Η ΛαΕ δεν έχασε επειδή δεν είχε (ή δεν παρουσίασε) το σωστό πρόγραμμα (που δεν είχε, για να είμαστε ειλικρινείς. Αυτό που είχε ήταν ένα ρεσιτάλ παλιακού ρεφορμισμού, παραλυτικού σε συνθήκες τεράστιας δομικής κρίσης του καπιταλισμού), αλλά επειδή οι άνθρωποι που δημιούργησαν τη ΛαΕ δεν είναι καταγεγραμμένοι στο μυαλό των εργαζομένων σαν λιγότερο “συστημικοί” από κείνους που έμειναν στο ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάμε για ανθρώπους που κάλυψαν δημόσια κάθε κωλοτούμπα του ΣΥΡΙΖΑ (ανεξάρτητα από τη διαβεβαίωσή τους -ποιος ξέρει ή ενδιαφέρεται?- ότι μέσα στο κόμμα “τα έλεγαν”), έπαιξαν ρόλο στο κλείσιμο και το σαμποτάρισμα αγώνων, άσκησαν κυβερνητική εξουσία μνημονιακής κατεύθυνσης. Ακόμη και την τελευταία στιγμή, καταγράφηκαν σαν άνθρωποι που ενώ μιλούσαν στο όνομα του ΟΧΙ, το έβαζαν στα ζύγια των κομματικών συσχετισμών. Πώς να πιστέψεις (ειδικά μετά από μια τεράστια προδοσία) ότι θα καθοδηγήσουν τη ρήξη και τη σύγκρουση άνθρωποι που ενώ λένε πως η κυβέρνηση ψηφίζει την απόλυτη καταστροφή σε συμφωνία με το Κεφάλαιο, δεν κάνουν τίποτα για να την ανατρέψουν παρά αντίθετα κωλοτρίβονται στη σαπίλα των εσωκομματικών παιχνιδιών? Όσες κορώνες και να έβγαλαν αυτές τις 20 μέρες, η πλειοψηφία των στελεχών της ΛαΕ είναι ταυτισμένοι με το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ και κάποιες από τις χειρότερες επιλογές του. Οι σύντροφοι που εγκατέλειψαν την Επαναστατική Αριστερά για κάποιο μεγάλο μέτωπο μ’αυτό το δυναμικό, απλά έκαναν μια τραγικά λαθεμένη ανάγνωση, όχι μόνο του προγράμματος της ΛαΕ, που το υπερασπίστηκαν σα δικό τους, αλλά της δυναμικής που είχε στην κοινωνία αυτή η συγκρότηση.

Αν αυτό ήταν ένα εξαιρετικά προβληματικό σημείο για τη ΛαΕ, το οποίο μοιράστηκε με την Επαναστατική Αριστερά λόγω αιμοδοσίας της δεύτερης προς την πρώτη, υπάρχει ένα σημείο που το μοιράστηκαν συμμετρικά. Η εκλογική καμπάνια η βασισμένη στο “ΟΧΙ που δεν ηττήθηκε” ήταν για μια ακόμη φορά καμπάνια ταυτότητας. Η μάχη του ΟΧΙ δόθηκε με συγκλονιστικό τρόπο, κερδήθηκε και στη συνέχεια αυτή η νίκη συντρίφτηκε με τον πιο απόλυτο τρόπο, με τον τρόπο του “όλα ή τίποτα” από την πλευρά του Τσίπρα. Η επιμονή στο ΟΧΙ δημιούργησε δύο σοβαρά προβλήματα:

  • Νομιμοποίησε, δια του αντιστρόφου, την απογοήτευση. Η μονότονη επανάληψη “μην απογοητεύεστε, δεν χάσαμε”, η ανάγκη συνεχούς διαβεβαίωσης ότι “το ΟΧΙ δεν ηττήθηκε”, έπεισε ακόμη και τον πιο αισιόδοξο ότι η δυναμική του ΟΧΙ έχει τελειώσει. Η εκλογική μάχη λοιπόν, δόθηκε κατά κύριο λόγο με το σχήμα “αυτοί πρόδωσαν, εμείς συνεχίζουμε”. Εδώ, με τις ιστορικές αναλογίες να βαράνε κόκκινο, θυμάμαι μια παράγραφο του Τρότσκυ μετά τη συντριβή της Κινέζικης Επανάστασης:

“εξηγούσα πως η αντιπολίτευση δε θα μπορούσε με κανένα τρόπο να ανέβει χάρη στην ήττα της Κινέζικης Επανάστασης. Η επαλήθευση στις προβλέψεις μας θα μας φέρει 5 ή 10 χιλιάδες καινούργιους οπαδούς. Για τα εκατομμύρια όμως τους ανθρώπους, εκείνο που έχει αποφασιστική σημασία δεν είναι η επαλήθευση της πρόγνωσης, αλλά προπαντός το γεγονός της συντριβής του προλεταριάτου”.

  • Άφησε την ευκαιρία της συζήτησης που πάντα ανάβει σε προεκλογική περίοδο να πάει χαμένη. Μένοντας στο ΟΧΙ, χάθηκε η ευκαιρία να εξηγηθεί με σαφήνεια το Μνημόνιο(ΙΙΙ), ο χαρακτήρας του και η πρόταση για τη μάχη απέναντί του. Ποιού τύπου αγώνες μας χρειάζονται, ποιές συμμαχίες, ποιές οι αδυναμίες του μπλοκ εξουσίας, τίποτα απ’αυτά δεν αναλύθηκε καθαρά και διεξοδικά στην εργατική τάξη. Όλη αυτή η συζήτηση περιορίστηκε στο γενικόλογο σχήμα “μαζί τα ψήφισαν, μαζί θα κυβερνήσουν”, σχήμα που η εκλογική κωλοφαρδία του Τσίπρα ακύρωσε, μαζί με κάποιο μέρος της αξιοπιστίας μας.

Υπάρχει ένα τελευταίο θέμα, που δεν γίνεται να μην το συζητήσουμε. Η εκλογική συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΕΕΚ, φέροντας το καθήκον της συσπείρωσης της Επαναστατικής Αριστεράς ακόμη και με το κόστος της διάσπασης, κατάφερε να αυξήσει εκλογικά τις δυνάμεις της και σε ποσοστό και σε αριθμό ψήφων. Ακόμη καλύτερα, ένα μικρό κομμάτι ανθρώπων που εγκατέλειψαν το ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο καλοκαίρι προσέγγισαν τώρα την Επαναστατική Αριστερά. Εκτιμώ ότι το επόμενο διάστημα, και ειδικά μετά την αποτυχία της ΛαΕ, αυτό το ρεύμα θα ενισχυθεί. Αυτό μπορεί να μας χαροποιεί, αλλά δεν μπορεί και να μην μας βάζει σε σκέψεις: Έχουμε στα χέρια μας ένα πολιτικό εργαλείο που μπορεί να δώσει διέξοδο στις αγωνίες αυτών των ανθρώπων? Μετά από τόσα χρόνια μετωπικής δράσης, μήπως είναι καιρός οι όποιες πολιτικές συμφωνίες να αποκρυσταλλωθούν και οργανωτικά? Θα αποκτήσει το πρόγραμμά μας μια ιδιαίτερη επαναστατική ταυτότητα, αντιληπτή άμεσα από την εργατική τάξη και τη νεολαία ή θα συνεχίσουμε στο δρόμο της κοπτοραπτικής των “μπούλετ” απ’τα οποία κάθε τάση θα προκρίνει αυτά που της κάνουν? Οι άνθρωποι που προσεγγίζουν την Επαναστατική Αριστερά αηδιασμένοι από τους ηγεμονισμούς και τις μηχανορραφίες του ρεφορμισμού, θα ανασάνουν στο χώρο μας ή θα βρουν μια απ’τα ίδια? Θα συνεχίσει το μέτωπο να είναι απλά το όχημα για την οικοδόμηση των επιμέρους οργανώσεων του?

Δεν έχω την παραμικρή εγγύηση ότι όλα αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν με τρόπο που να μας πηγαίνει μπροστά. Τη συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΕΕΚ την υποστήριξα περισσότερο γι’αυτό που θα μπορούσε να είναι, η μήτρα μιας πανελλαδικής, διεθνιστικής, γειωμένης αυθεντικά επαναστατικής οργάνωσης. Το αν θα καταφέρει να γίνει κιόλας, αυτό δεν το γνωρίζω. Πάντως άλλοι υποψήφιοι για τη θέση δεν υπάρχουν…

Συνέδριο ΟΛΜΕ: Στασιμότητα με ευθύνη του ρεφορμισμού

Λίγο πριν χαράξει ο ήλιος της 3ης του Ιούλη, έληγαν οι ψηφοφορίες για τις αποφάσεις του 17ου συνεδρίου της ΟΛΜΕ. Ποιες ήταν αυτές οι αποφάσεις? Πρακτικά καμία…

Κρίνοντας ψυχρά και μόνο από το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών (γιατί προφανώς ένα συνέδριο δεν είναι μόνο οι τελικές του ψηφοφορίες), δεν υπάρχει τίποτα που να μας λέει ότι ο κλάδος πήγε έστω κι ένα βήμα μπροστά. Το αντίθετο μάλιστα, κι εδώ είναι η μεγάλη αντίφαση πάνω στην οποία θα πορευτούμε: Να δυναμώνει η Αριστερά και να αφοπλίζεται ο κλάδος.

Πέρα από κάποιες επιμέρους αποφάσεις και ορισμένα ψηφίσματα (το ψήφισμα για την «Ιθαγένεια σε όλα τα παιδιά», που κατατέθηκε από δεκάδες συναδέλφους/ισσες υπερψηφίστηκε συντριπτικά, πράγμα που μου τόνωσε μια σχετική περηφάνια για τους συναδέλφους/ισσες μου) η κεντρική απόφαση του 17ου συνεδρίου ήταν η… επικύρωση των αποφάσεων του 16ου συνεδρίου. Μόλις μπήκα στην αίθουσα του συνεδρίου και αντίκρισα το κεντρικό του σύνθημα, «όσα είπαμε ισχύουν», αισθάνθηκα πάρα πολύ άβολα. Μου φάνηκε σαν μια με το στανιό διαβεβαίωση αγωνιστικότητας, μια παραδοχή ότι πρακτικά τίθεται υπό αμφισβήτηση το αν «αυτά που είπαμε» ισχύουν. Δυστυχώς, νομίζω ότι οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Το να λέμε σήμερα ότι συνεχίζουμε να πορευόμαστε με τις –πραγματικά πολύτιμες για την εποχή τους- αποφάσεις του 16ου συνεδρίου σημαίνει ότι είμαστε αφοπλισμένοι μπροστά στις προκλήσεις της συγκυρίας. Όσο προωθητικές και να ήταν οι αποφάσεις δύο χρόνων πριν –που ήταν- χωρίς την επικαιροποίηση και την προσαρμογή τους, αντί για εργαλείο αγώνα μπορεί να αποδειχθούν ακόμη και εμπόδιο.

Την κύρια ευθύνη γι’αυτή την κατάληξη φέρουν οι παρατάξεις των ΣυνΕΚ και του ΠΑΜΕ. Ξεκινώντας από το δεύτερο, έπραξε αυτό που μας έχει συνηθίσει, δηλαδή το «ή η δική μου πρόταση ολόκληρη ή τίποτα», λογική που το οδήγησε άλλωστε σε μια μεγάλη πτώση σε αριθμό συνέδρων. Η περίπτωση των ΣυνΕΚ όμως ήταν αποκαλυπτική για το τι έχουμε μπροστά μας. Για αρχή, δεν ξέρω πια αν μπορούμε να μιλάμε για ΣυνΕΚ, ενώ μάλλον έχουμε μπροστά μας το «ΜΕΤΑ εκπαιδευτικών». Η κεντρική γραμμή της παράταξης αυτής ήταν η υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου. Αυτό φυσικά δεν έγινε χωρίς κορώνες κριτικής, αλλά μιας κριτικής ουσιαστικά απολογητικής. Για να εξηγηθώ, όταν καταπίνεις τα 30 παιδιά/τμήμα δεν με ενδιαφέρει αν κάνεις κριτική επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έφερε το Σοσιαλισμό. Είναι προφανές ότι κανείς δεν περίμενε κάτι τέτοιο, αλλά ο κλάδος σαφώς και απαιτεί τη μείωση των παιδιών ανά τμήμα. Ο ρόλος που έπαιξε το «ΜΕΤΑ εκπαιδευτικών» σ’αυτό το 17ο συνέδριο της ΟΛΜΕ μπορεί να φανεί ξεκάθαρα σε τρία κεντρικά σημεία:

  1. Στη στάση του στα επιμέρους κλαδικά ζητήματα. Η καταψήφιση κάθε διεκδίκησης με τη μονότονη επανάληψη του «η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι θα υλοποιήσει/ικανοποιήσει/εφαρμόσει … και άρα δεν υπάρχει λόγος να μπει στις αποφάσεις» ήταν σοκαριστική, όπως επίσης σοκαριστική ήταν η ανυπαρξία συγκροτημένης αμφισβήτησής της μεταξύ των συνέδρων των ΣυνΕΚ. Ήταν μια λογική που δεν έστεκε πουθενά (πότε στην ιστορία μας δεν διεκδικήσαμε κάτι επειδή μια κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι «το βλέπει με συμπάθεια»?), μια λογική κυβερνητικού συνδικαλισμού. Η συντριβή της βέβαια ήρθε πολύ σύντομα, με τους συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ να χτυπιούνται ότι η κυβέρνηση θα μειώσει τα παιδιά ανά τμήμα και το υπουργείο να ανακοινώνει το επαίσχυντο τριαντάρι…
  2. Στο ντροπιαστικό «λευκό» που έριξε στην απόφαση για την Αξιολόγηση. Ενώ κατορθώθηκε να υπάρξει κοινή πρόταση Παρεμβάσεων-ΠΑΜΕ υπέρ της άποψης ότι ο κλάδος είναι ενάντια σε κάθε μορφή Αξιολόγησης, όπως κι αν την ονομάσουν, πράγμα που θα οδηγούσε σε μεγάλη πλειοψηφία της θέσης αυτής εάν την υποστήριζαν και οι ΣυνΕΚ, οι συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισαν ότι «αυτά που είπαμε μπορεί και να μην ισχύουν» και ψήφισαν «λευκό». Στην πραγματικότητα έχουν αποφασίσει να διευκολύνουν τον υπουργό να περάσει αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «Αποτίμηση, αλλά ας μην γελιόμαστε, Αξιολόγηση». Μια προσωπική, συναισθηματική, παρατήρηση: όταν η πρόεδρος του συνεδρίου ανακοίνωσε ότι η πρόταση για την Αξιολόγηση δεν περνάει κάποιοι σύνεδροι των ΣυνΕΚ γελούσαν και χειροκροτούσαν και κάποιοι άλλοι τραβούσαν τα μαλλιά τους. Τιμώ τους δεύτερους, για τους πρώτους έχω βάλει πια ένα μεγάλο ερωτηματικό.
  3. Τέλος, μα πολύ σημαντικό, στο ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ σαμποτάζ για να μην βγει το 17ο συνέδριο με απόφαση υπέρ του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της 5/7. Η επιμονή των ΣυνΕΚ στο να υπάρχει στο πλαίσιο η διατύπωση ότι είμαστε υπέρ των διαπραγματεύσεων, αλλά «χωρίς εκβιασμούς» (μια πρόταση ηλίθια, εντελώς εκτός τόπου και χρόνου ακόμη και για ένα μικρό παιδί που τώρα μαθαίνει τον κόσμο) ουσιαστικά έκοψε τη δυνατότητα συγκρότησης πλειοψηφίας του ΟΧΙ. Οι Παρεμβάσεις, προκειμένου να ψηφιστεί το ΟΧΙ, έκαναν πίσω σε αρκετά ζητήματα, μάλιστα φτάσαμε να προτείνουμε το σχέδιο απόφασης που λίγες μέρες πριν είχε υπερψηφίσει το ΜΕΤΑ στην ΑΔΕΔΥ, αλλά οι συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενδιαφερόταν τόσο για το ΟΧΙ (που ειδικά μετά την προδοσία της ΓΣΕΕ θα ήταν μια ανάσα από μια μεγάλη Ομοσπονδία εργαζομένων) όσο για το να παρθεί μια τέτοια απόφαση που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί ο πρωθυπουργός στο καναλιζάρισμα και την ενσωμάτωση του ΟΧΙ. Εδώ θέλω να επισημάνω ότι για μένα η αντιπαράθεση δεν έχει χαρακτηριστικά ταυτότητας. Θα μπορούσα να ψηφίσω και κάποιο πλαίσιο που θα ήταν χρωματισμένο με την ιδιόλεκτο του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί να έβγαινε το ΟΧΙ. Όμως είναι άλλο αυτό, και άλλο να ζητά το ΜΕΤΑ, σε ρόλο κυβερνητικού πράκτορα, λευκή επιταγή για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Ένα τελευταίο σημείο πριν πάω στα συμπεράσματα. Οι σύντροφοι/ισσες του ΜΕΤΑ στις τοποθετήσεις τους τα έβαλαν συχνά με τη «λογική της ανάθεσης». Έχουν δίκιο φυσικά, ότι είναι μια παραλυτική νοοτροπία. Δεν έχουν δίκιο όμως στο ότι την παρουσίαζαν σαν ένα ψυχολογικό καπρίτσιο του κλάδου, κι ακόμη χειρότερα σαν άλλοθι για την ακινησία της ηγεσίας. Όπως έχουμε πει πολλές φορές εδώ, η βάση παίρνει πολλές φορές με ενστικτώδη τρόπο πολύ καθαρά τα μηνύματα της ηγεσίας. Όταν μια ηγεσία εμφανίζεται άτολμη, έτοιμη να τα μαζέψει με την πρώτη ευκαιρία, η «ανάθεση» είναι πολύ φυσικό να θεριεύει. Αν κάτι χτυπήθηκε σε βαθμό κονιορτοποίησης από το δημοψήφισμα της 5/7, αυτό είναι το άθλιο μάντρα «ο κόσμος δεν τραβάει» που βγαίνει απ’το ντουλάπι κάθε φορά για να δικαιολογήσει την υποχώρηση.

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι ισχύει το σχήμα που παρουσίασα στην αρχή: άνοδος της Αριστεράς, στασιμότητα στον κλάδο. Το ΠΑΜΕ θα συνεχίσει την καταστροφική πρακτική του «να βγάλει ο κλάδος τα συμπεράσματά του», απόν από την κινητοποίηση των εκπαιδευτικών, με την εξαίρεση των λίγων ΕΛΜΕ που έχει την πλειοψηφία. Το ΜΕΤΑ φαίνεται να προσαρμόζεται πολύ γρήγορα στο ρόλο του κυβερνητικού πράκτορα, μια δύναμη που θα επιδιώκει να προκαλεί από αδράνεια μέχρι και διευκόλυνση της κυβέρνησης (ενδεχομένως όχι χωρίς εσωτερικές τριβές).

Η μικρή, αλλά όλο και δυνατότερη, σφήνα των Παρεμβάσεων οφείλει να έχει συνεχή και ανοιχτή απεύθυνση στη βάση αυτών των δυνάμεων. Είμαι πάντα της άποψης ότι η «απεύθυνση στη βάση» δεν είναι δυνατή χωρίς κάποια απεύθυνση και στην ηγεσία, αλλιώς είναι απλά μια συνεχής πρόσκληση προς κάποιους αγωνιστές/ριες να εγκαταλείψουν το φορέα τους. Εκτιμώ όμως ότι αυτή την περίοδο κάτι τέτοιο θα είναι πολύ δύσκολο, ότι μια απόπειρα συνεργασίας είτε με το ΠΑΜΕ είτε με το ΜΕΤΑ περισσότερο θα εγκλωβίσει παρά θα απελευθερώσει δυνάμεις. Όπως και να’χει είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει από το ανώτερο επίπεδο, της συγκρότησης του ΔΣ της ΟΛΜΕ, μέχρι τις ΕΛΜΕ. Στο μεταξύ, είναι άμεση ανάγκη να συσπειρωθεί ο κόσμος του ΟΧΙ, είτε κεντρικά οι ΕΛΜΕ που το στήριξαν είτε και μεμονωμένοι αγωνιστές/ριες, σε μια μόνιμη πρωτοβουλία μέσα στην εκπαίδευση, που θα οργανώνει την αντίσταση σε παλιά και νέα μνημόνια (τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, φαίνεται πως πάμε σε κάτι τέτοιο…). Οι Παρεμβάσεις δείξαμε να ταλαντευόμαστε, πήγαμε στο συνέδριο με πολλές ανεπάρκειες και αδυναμίες (με προτάσεις όμως για όλα τα κεντρικά ζητήματα της Εκπαίδευσης, από τους διορισμούς μέχρι τη σχολική ζωή), παρ’όλα αυτά συνεχίζουμε να μπολιάζουμε τον κόσμο της Εκπαίδευσης με τη φρεσκάδα και την ελπίδα του Αγώνα. Στις τρεις μέρες του συνεδρίου, δεν σταματήσαμε να επιμένουμε ότι οι από κάτω έχουμε τη δυνατότητα να οργανωνόμαστε χωρίς την ανάγκη των γραφειοκρατών, ότι έχουμε τη δυνατότητα να νικάμε. Πιστοί σε μια λογική που δεν αποδέχεται το ρόλο μόνιμων «λοχαγών» στο εργατικό κίνημα, στείλαμε στο ΔΣ της ΟΛΜΕ δύο νέα πρόσωπα, δύο γυναίκες, εκ των οποίων η μία είναι συναδέλφισσα αναπληρώτρια. Οι μέρες που έρχονται, όποιο «σενάριο» κι αν ξεδιπλωθεί, θα είναι δύσκολες για το λαό. Οι εργαζόμενοι/ες θα ξαναπιάσουν αναγκαστικά το νήμα των αγώνων που υποχώρησαν μέσα στο κλίμα της θολής ελπίδας. Η ζωντανή παρακαταθήκη τριών σχεδόν δεκαετιών αυτού του ανυπότακτου ασκεριού των Παρεμβάσεων αποτελεί την καλύτερη εγγύηση για τη νικηφόρα έκβασή τους.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του συνεδρίου, ο χαιρετισμός της συναδέλφισσας από την Τουρκία.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του συνεδρίου, ο χαιρετισμός της συναδέλφισσας από την Τουρκία.

Σιρόπι και αμύγδαλο

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει της μόδας ένας τύπος αντιδραστικού παραληρήματος με τη μορφή άρθρου. Ξεκινά συνήθως με κάποια αναφορά στην επικαιρότητα, έτσι σαν άλλοθι, και μετά από ένα ακατάσχετο name-dropping (το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι ο φερετζές της αμορφωσιάς) καταλήγει εκεί που στόχευε από την αρχή: στην καταγγελία της «παλαβής Αριστεράς», της Μεταπολίτευσης, των εργατικών διεκδικήσεων, του Δημοσίου.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο αυτού του προπαγανδιστικού παραληρήματος είναι η προσπάθεια να μην φανεί σαν τέτοιο. Οι συντάκτες φροντίζουν να παρουσιάζουν τα κείμενά τους σαν κάτι βαθυστόχαστο, κάτι καινοτόμο, κάτι που προωθεί το διάλογο και την υγιή αντιπαράθεση των απόψεων. Έχω την άποψη ότι τα κείμενα αυτά είναι γραμμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να ικανοποιούν την εικόνα που έχουν οι αναγνώστες τους για τον εαυτό τους. Τα διαβάζει ο ακροδεξιός κρετίνος κι αυτόματα αισθάνεται φιλόσοφος, ο εργοδότης που ξέχασε να πληρώσει ένα εξάμηνο τον υπάλληλό του μαθαίνει με χαρά ότι ο υπάλληλος δεν ξέρει από Διαφωτισμό άρα καλά του κάνει, ενώ ο χουντικός που ντρέπεται να εξυμνήσει ανοιχτά την αγαπημένη του επταετία παίρνει μια μικρή χαρά μ’αυτές τις εμετικές «αποδομήσεις» της Μεταπολίτευσης.

Αυτό το κανάκεμα του αναγνώστη (με σκοπό την επιστροφή του χειροκροτήματος στο συντάκτη και μάλιστα ενισχυμένου), αυτό το «είσαι σπουδαίος αφού διαβάζεις τέτοια κείμενα», επενδύεται με ένα απίστευτο αριθμό αναφορών σε ιστορικά γεγονότα, απόψεις «προσωπικοτήτων» και μελέτες. Εδώ υπάρχει ένα μικρό μυστικό: στις περισσότερες περιπτώσεις οι αναφορές αυτές δεν αντέχουν στον έλεγχο από κάποιον που ξέρει το θέμα. Είναι ή ολικά κατασκευασμένες ή παραποιημένες ή «βολικά αναδιατυπωμένες». Σε προηγούμενη ανάρτησή μου εδώ είχα ασχοληθεί με μια τέτοια περίπτωση. Η λογική βέβαια λέει ότι αν πιάσεις κάποιον να σε κοροϊδεύει πέντε-δέκα φορές, ε διάολε μήπως θα έπρεπε να σταματήσεις να τον εμπιστεύεσαι, αλλά τέλος πάντων…

Ένα ζήτημα το οποίο με προβληματίζει ιδιαίτερα είναι μια νέα τάση στον παραληρηματικό αυτό λόγο. Αυτή είναι η χρήση σχημάτων των Φυσικών Επιστημών, είτε με την «κανονική» τους λειτουργία είτε σαν μεταφορές. Αφού λοιπόν εξευτέλισαν κάθε άλλο πεδίο της ανθρώπινης νόησης μετατρέποντάς το σε εξυπνάδες για προπαγανδιστική χρήση, αναζητούν τώρα στις Φυσικές Επιστήμες εκείνες τις μαγικές, ακατανόητες για το κοινό τους και για τους ίδιους λέξεις, που θα εντυπωσιάσουν και θα συγκλονίσουν το ακροδεξιό κοινό τους.

Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα των τελευταίων ημερών. Αν και τρώγομαι πάρα πολύ να σχολιάσω την ουσία των άρθρων, δεν θα το κάνω εδώ για να μην βγούμε εκτός θέματος. Ας μείνουμε στην κακή χρήση της γλώσσας των Φυσικών Επιστημών.

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, σε πρόσφατο άρθρο του με το οποίο μας καλεί να επιστρέψουμε στην «καθαρεύουσα» (δεν το σχολιάζουμε είπαμε…), γράφει:

«ας αναλογισθούν πως η αυτοαναφορικότητα εντείνει την εντροπία και εξαντλεί την εκφραστική ενέργεια»

Ενώ ο Νίκος Δήμου μας εκμυστηρεύεται σήμερα πως:

«πάντα υποπτευόμουν ότι η Αριστερά ήταν μία ειδική, μάλλον πρωτόγονη, γονιδιακή μετάλλαξη του ανθρώπινου είδους»

Πρόκειται για ανοησίες φυσικά και ακολουθούν την παρατήρηση που κάναμε πιο πάνω, ότι δηλαδή στα περισσότερα απ’αυτά που μπορείς να ελέγξεις, τους πιάνεις στα πράσα. Η γλώσσα των Φυσικών Επιστημών χρησιμοποιείται εδώ σαν σιρόπι και αμύγδαλο πάνω σ’ένα αλλοιωμένο παγωτό. Δεν ξέρω, ίσως θα είχε ένα νόημα να παρακολουθούσαμε αυτήν την αρθρογραφία και να συγκεντρώναμε κάπου τέτοιου τύπου μαργαριτάρια (είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσουν, δεν το συζητάμε!) με ένα μικρό σχολιασμό και μια εξήγηση, ίσως και λίγη πλάκα. Ίσως έτσι, άθελά τους, αποκτήσουν και κάποιο νόημα…

Μικρό παραλήρημα για τη δημοκρατία

Πριν λίγες μέρες, ένα πολιτικό πρόσωπο που ελπίζαμε να μην ξαναβρούμε μπροστά μας ταράχτηκε από τη δυναμική παρέμβαση διαδηλωτών στην ομιλία του (η οποία τελικά ματαιώθηκε) και δήλωσε πως πρόκειται για «αντιδημοκρατικές πρακτικές μειοψηφιών» κλπ κλπ.

Μεταξύ άλλων απίστευτων κοινοτοπιών (βαρεθήκαμε να τα ακούμε από το 2010, πραγματικά), μας είπε ότι δημοκρατία σημαίνει διάλογος: να καθίσουμε εμείς να πούμε τα δικά μας, να έρθουν και οι διαμαρτυρόμενοι να πουν τα δικά τους και όλα καλά.

Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν ένα (έστω σε συμβολικό επίπεδο) επεισόδιο της ταξικής πάλης. Το πολιτικό πρόσωπο –ομιλητής έφερε (καλά ή κακά) τις ιδέες της κυρίαρχης τάξης, δηλαδή στην πραγματικότητα κάποια εκδοχή των συμφερόντων της, ενώ οι διαμαρτυρόμενοι έφεραν (καλά ή κακά) κάποια εκδοχή των συμφερόντων των καταπιεσμένων. Πολύ περισσότερο, το πολιτικό πρόσωπο-ομιλητής εξέφραζε (και αντλούσε κύρος από) τη συνέχεια του Κράτους ενώ η συμπεριφορά των διαμαρτυρόμενων χαρακτηριζόταν και από το γεγονός ότι τα δικά τους συμφέροντα δεν αντανακλούνται πουθενά μέσα στη συνέχεια αυτή.

Το πρόβλημα είναι ότι οι μπαρούφες που είπε το πολιτικό πρόσωπο για να καταδικάσει τις διαμαρτυρίες ακούγονται λογικές, ακόμη και στο μεγαλύτερο μέρος εκείνου το κομματιού της κοινωνίας που ενστικτωδώς αισθάνθηκε κάποια συμπάθεια προς τους διαδηλωτές. Όπως έχουμε ξαναπεί πολλές φορές σ’αυτό το blog, αυτό έχει να κάνει κυρίως με τον τρόπο που οι υλικοί όροι της ζωής γίνονται αντιληπτοί ως φυσιολογικοί, αιώνιοι και ανυπέρβλητοι, και δευτερευόντως (αλλά αναγκαία) με τη συστηματική –από την παιδική μας ηλικία- κατήχηση στην ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης.

Έτσι λοιπόν, αντί να δούμε το περιεχόμενο της «κάθε φορά δημοκρατίας» σαν αντανάκλαση των σχέσεων μεταξύ των τάξεων (άρα και των σχέσεων μεταξύ των «ατόμων». Μη με ρωτήσεις τι σημαίνει «άτομο», θα μπλεχτούμε!), κάνουμε μια μυστικιστική αντιστροφή: θεωρούμε τη δημοκρατία σαν ένα ιδανικό τύπο, που όταν κουμπώνει –έστω και με το ζόρι- πάνω στις υπαρκτές ταξικές σχέσεις, τους προσδίδει νομιμότητα. Οι καθολικές εκλογές θεωρούνται «η γιορτή της δημοκρατίας», η συμμετοχή εκπροσώπων εργαζομένων στις συνελεύσεις της διοίκησης μια εταιρίας θεωρείται δημοκρατία, τα μαθητικά συμβούλια θεωρούνται δημοκρατία, ακόμη και το «πάτημα του κουμπιού του τηλεκοντρόλ» πλασαρίστηκε στο παρελθόν σαν μέγιστη δημοκρατική πράξη. Με μια προσεκτική ματιά αποκαλύπτεται ότι αυτή η δημοκρατία δεν είναι τίποτε άλλο από την πολυτέλεια να συζητώ με το ληστή για το αν θα ήταν καλύτερο να μου αρπάξει το πορτοφόλι με το αριστερό ή το δεξί του χέρι…

democracy

[ας κάνουμε μια μικρή παρένθεση εδώ, για να πούμε ότι όσο κι αν πιστεύουμε ότι πραγματική δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων, οι κομμουνιστές πάντα υπερασπιστήκαμε τη διεύρυνση ακόμη κι αυτών των τυπικών μορφών δημοκρατίας, ακριβώς γιατί είναι δυνατό να δώσουν το περιθώριο στους καταπιεσμένους εργαζόμενους  για πολιτική δράση. Μ’αυτή την έννοια, βάζω έναν αστερίσκο εδώ, που θα τον χρειαστούμε στη συνέχεια, ότι η υπεράσπιση «μορφών δημοκρατίας» λογοδοτεί στο εάν αυτές οι μορφές προωθούν ή αναστέλλουν την κινητοποίηση των καταπιεζόμενων]

Ας πάμε λίγο παρακάτω σκιτσάροντας με πολύ χοντρές γραμμές δύο διαφορετικές εκδοχές δημοκρατίας. Αν φανταστούμε το διαλεκτικό δίπολο υλικοί όροι-συνείδηση, μπορούμε να δούμε ότι υπάρχουν μορφές δημοκρατίας που ενεργούν ώστε να νομιμοποιήσουν τους υλικούς όρους στη συνείδηση, αλλά και μορφές δημοκρατίας που ενεργούν ώστε η συνείδηση να αλλάξει τους υλικούς όρους. Για να δούμε δύο παραδείγματα. Η λεγόμενη «συνδιοίκηση», η κατάθεση της άποψης των εργαζομένων δηλαδή στα συμβούλια των αφεντικών, χωρίς όμως να αμφισβητείται το δικαίωμα της διοίκησης να είναι διοίκηση,  είναι μια μορφή δημοκρατίας που νομιμοποιεί τις συγκεκριμένες σχέσεις στα μυαλά των εργαζόμενων. Δεν είναι τυχαίο το ότι τέτοιες μορφές δημοκρατίας καταλήγουν σχεδόν «μαθηματικά» στη διαφθορά των εκπροσώπων των εργαζομένων, στη μετατροπή τους σε γρανάζια της εργοδοσίας για το πέρασμα των απόψεών της στους εργαζόμενους. Από την άλλη, πριν μερικά χρόνια είχαμε στην Ελλάδα και την Ισπανία την εμφάνιση ενός κινήματος που διεκδικούσε «πραγματική δημοκρατία». Αυτό βέβαια με τυπικούς όρους μπορεί να ήταν αυταπάτη (πόσο «πραγματική» θα μπορούσε να είναι η δημοκρατία στον καπιταλισμό, δηλαδή σε ένα σύστημα υλικής ανισότητας?), όμως στόχευε στη διεύρυνση της δυνατότητας πολιτικής δράσης των καταπιεζόμενων. Σε μια εποχή που η λυσσαλέα επίθεση του κεφαλαίου χρειαζόταν τη βοήθεια των πιο αντιδημοκρατικών πολιτικών επιλογών (παραβίαση της «λαϊκής εντολής», διακυβέρνηση με διατάγματα, καταστολή με φυσική βία και διώξεις, προώθηση των ναζιστικών συμμοριών), η παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που φώναζαν «θα ακούσετε τι έχουμε να πούμε» προφανώς δεν έμενε στον τύπο, αλλά προκαλούσε ευθέως την υπάρχουσα υλική πραγματικότητα.

Αυτές τις μέρες γίνεται στα σχολεία της χώρας η επιλογή των διευθυντών/ριων. Πολλά έχουν γραφτεί για το πόσο πονηρές είναι οι αντίστοιχες εγκύκλιοι, πόσο προωθούν «τους ίδιους και τους ίδιους», πόσο κουτσουρεμένη είναι μια δημοκρατία που λαμβάνει υπόψη την άποψη των εργαζομένων κατά ένα μικρό μόνο ποσοστό. Πολλά επίσης έχουν γραφτεί για το πόσο αυτός ο τρόπος επιλογής είναι ένα γενναίο βήμα μπροστά σε σχέση μ’αυτό το προηγούμενο, «αδιαφανές» σύστημα της προσωπικής συνέντευξης. Στην πραγματικότητα, αυτό που πρέπει να εξετάσουμε είναι η θέση αυτού του τρόπου επιλογής στο δίπολο που παρουσίασα πιο πάνω. Είναι δηλαδή μια μορφή δημοκρατίας που προωθεί την κινητοποίηση των εργαζομένων στην εκπαίδευση ή απλά νομιμοποιεί το υπάρχον? Η δική μου άποψη είναι ότι περισσότερο ισχύει το δεύτερο. Για αρχή, είναι μια παραβίαση αυτών που διεκδικούσε το κίνημα των εκπαιδευτικών τόσα χρόνια: αντί να μιλάμε για τις αλλαγές στη διοίκηση των σχολείων, την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας του σχολείου προς το δημοκρατικότερο δηλαδή, φτάσαμε να συζητάμε για τον τρόπο επιλογής «στελεχών», τα οποία θα διοικήσουν στο ίδιο το παλιό πλαίσιο. Τα νέα «στελέχη», είτε υπερψηφιστούν είτε καταψηφιστούν από τους συλλόγους διδασκόντων, θα κινηθούν σε ένα θεσμικό πλαίσιο που έχει πάρει όλες τις αρμοδιότητες από τους συλλόγους και τις έχει μεταβιβάσει στη διεύθυνση, θα εφαρμόσουν το λεγόμενο «καθηκοντολόγιο», θα προχωρήσουν στην Αξιολόγηση (έστω την αποκαλούμενη «καλή», αν είναι κανείς τόσο ανόητος ώστε να πιστεύει ότι υπάρχει κάτι τέτοιο), θα καταγράψουν τα κενά και τα πλεονάσματα στη μονάδας τους με βάση τις μνημονιακές συμφωνίες και θα κάνουν το ίδιο για τον αριθμό των παιδιών σε κάθε τάξη. Στην πραγματικότητα λοιπόν, η θετική ψήφος των συναδέλφων/ισσων, ή μάλλον ακόμη και η ίδια η συμμετοχή στη διαδικασία, νομιμοποιεί αυτόματα το σύνολο της πολιτικής που εφαρμόστηκε τα τελευταία χρόνια στην εκπαίδευση, πολιτική που –εκτός των άλλων- αποσκοπούσε στην απονέκρωση κάθε δημοκρατικής κατάκτησης της μεταπολίτευσης. Το σύνθημα –που αναπαράγεται ακόμη και σήμερα με διάφορους τρόπους, όπως μπορεί κανείς να καταλάβει διαβάζοντας ένα φύλλο της «Καθημερινής» πχ- είναι «πολύ αέρα μου πήρατε κατά τη Μεταπολίτευση, τώρα θα σας βάλουμε σε μια σειρά».

Κι εδώ θα έρθω στο τελευταίο κομμάτι αυτής της ανάρτησης. Υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι/ισσες που βλέπουν από το Γενάρη (από την κυβερνητική αλλαγή δηλαδή) μια αλλαγή στο κλίμα του σχολείου. «Έφυγε ο φόβος» λένε. «Οι συνάδελφοι μιλούν ελεύθερα» λένε. «Οι διευθυντές είναι πιο μαζεμένοι» λένε, και επίσης «τώρα που ξέρουν ότι θα κριθούν από μας, είναι ακόμη πιο μαζεμένοι». Πρόκειται περί αντίστοιχου τυπολατρικού λάθους, όπως και με τη δημοκρατία. Ο «φόβος», όταν μιλάμε για την κατάσταση χιλιάδων εργαζομένων, δεν είναι μια «ατομική» ψυχολογική κατάσταση, αλλά μια αντανάκλαση της συνείδησης των ταξικών συσχετισμών.  Ο «φόβος» που ζήσαμε στα σχολεία έχει να κάνει με τη συσσώρευση όλων εκείνων των μικρών ηττών, μιας σταδιακής μετατροπής του σχολείου σε «κέντρο παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών», αλλά και με την επίγνωση της υπονόμευσης των αντιστάσεων. Με λίγα λόγια, ο συνάδελφος/ισσα έλιωνε καθημερινά τη συνείδησή του/της και εσωτερίκευε το «φόβο» όχι μόνο επειδή συνειδητοποιούσε το μέγεθος της επιθετικότητας και της αποφασιστικότητας των αφεντικών, αλλά και επειδή έβλεπε την ανικανότητα και την απροθυμία των παραδοσιακών του συλλογικοτήτων να αντισταθούν (όταν η ηγεσία της ΟΛΜΕ, μιας από τις μεγαλύτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις της χώρας, βάζει την ουρά στα σκέλια την πιο κρίσιμη στιγμή του Μάη2013, να πως εμπεδώνεται ο φόβος).

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να τριγυρνάμε σα χαζοχαρούμενοι στα σχολεία πανηγυρίζοντας που θα ψηφίσουμε κι εμείς το μελλοντικό αξιολογητή μας, που θα ψηφίσουμε εκείνους που αύριο θα υπογράψουν την απόλυσή μας. Το πραγματικό ζήτημα είναι αν τώρα, μέσα σ’αυτό το μικρό χρονικό πλαίσιο που εκ των πραγμάτων έχει ανοίξει η συζήτηση για τη δημοκρατία στο σχολείο, μπορούμε να βγούμε μπροστά διεκδικώντας την πιο πλέρια διεύρυνση των δημοκρατικών θεσμών στα σχολεία: κατάργηση όλων των μνημονιακών πολιτικών στην εκπαίδευση, αυτοδιαχείριση του σχολείου από τους εργαζόμενους/ες και τους μαθητές/ριες, άνοιγμα σε κάθε συλλογικότητα των καταπιεσμένων (αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, πολιτιστικές συλλογικότητες, δίκτυα μεταναστών κλπ), συμμετοχή του σχολείου στις αναζητήσεις και τις διεκδικήσεις της κοινωνίας, κατάργηση της ιδεολογικής κατήχησης, των θεσμών πειθαρχίας, των βαθμών και των εξετάσεων.

Να στο πω και πιο απλά. Τα πράγματα μπορούν να πάνε σκατά και αργόσυρτα, μέρα με την ημέρα. Το είδαμε όλα αυτά τα χρόνια από το ’90 κι έπειτα. Για να καλυτερέψουν όμως χρειάζονται αποφάσεις και άλματα. Είμαστε έτοιμοι/ες για το άλμα?

Το Πέρασμα

Με τα παιδιά μου στο 11ο Γυμνάσιο Ιωαννίνων φτιάξαμε μια εικονογραφική αφήγηση (ένα κόμικ με κάποιο τρόπο) χρησιμοποιώντας λέξεις του μεγάλου Εβραίου Γιαννιώτη ποιητή, Γιωσέφ Ελιγιά.

page 1

page 2

page 3

page 4

Previous Older Entries Next Newer Entries